Γενεαλογία και επικαιρότητα του να είμαστε επαναστάτες – Genealogia e attualità del noi rivoluzionario

on 07 Aπριλίου 2016.

 

Δημοσιεύουμε την παρέμβαση που έγινε από τον Giorgio Martinico στην εσωτερική συνέλευση των αυτόνομων κολλεκτίβων του Palermo τον φεβρουάριο του 2016. Εκ τούτου κατευθύνεται ταυτόχρονα σε μια διαδικασία διαμόρφωσης της στράτευσης, της κοινωνικοποίησης των γνώσεων της δικής μας πλευράς και της συλλογικής επεξεργασίας. Με μεγάλη σαφήνεια και ικανότητα προσδιορισμού των βασικών θεμάτων, η παρέμβαση αντιμετωπίζει το ζήτημα του να είμαστε επαναστάτες από την σκοπιά της γενεαλογίας και της επικαιρότητας της επαναστατικής προοπτικής. 

Μια οργανωμένη πραγματικότητα όπως η δική μας, που δεν αρνείται την πολυπλοκότητα της πολιτικής της πρακτικής ενώ προσπαθεί να αναζητήσει την απλότητα του λεξιλογίου σχετικά με αυτήν, έχει το καθήκον να καταγράψει πολύ καλά στην μνήμη των στρατευμένων τις διαδρομές, τα γεγονότα, τις αναφορές, ιδέες, συλλογισμούς και τακτικές αυτών που σήμερα βρίσκονται στο βλέμμα μας, να καταγράψει αυτό που σήμερα είναι η όψη της ιστορίας αυτών που ζήσαμε μέσα σε αυτά τα 14 χρόνια.

Διότι, από την κατάληψη του πρώτου κοινωνικού κέντρου μέχρι όλους τους επόμενους σχεδιασμούς (άλλα κοινωνικά κέντρα γειτονιάς, σπουδαστικά, θέατρα κατειλημμένα, φοιτητικές κολλεκτίβες και φοιτητικά κινήματα, κολλεκτίβες στα σχολεία και συντονιστικά στα σχολεία, κέντρα σπουδών, λαϊκά γυμναστήρια, καταλήψεις σπιτιών) διασχίσαμε πολιτικές φάσεις, κοινωνικές και κινημάτων πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατηρώντας πάντοτε ξεκάθαρη μια “γραμμή” και ένα σχέδιο “στράτευσης” που καθίσταται “ολοκληρωτικό, συνολικό” όπως, με τον ίδιο τρόπο και σε τέλεια αντίθεση, είναι“ολοκληρωτικό” το κοινωνικό σχέδιο του μοντέρνου καπιταλισμού. Και κάθε εποχή, κάθε φάση, έχει τις ιδιαιτερότητες της: κάθε χρόνος μεταφέρει μαζί του τις επαναστατικές δυναμικές και δυνατότητες του.

Και, τότε, η θέληση μου να επιστρέψω σε κάποιους “κλασικούς” της πολιτικής κομουνιστικής και επαναστατικής σκέψης αναλαμβάνει την παιδαγωγική, ελπίζω, λειτουργία φωτίζοντας στους πιο “πρόσφατους” αγωνιστές όχι τόσο τις αιτίες λιγότερο ή περισσότερο προσφάτων επιλογών τακτικο/στρατηγικών από πλευράς της δικής μας αυτόνομης οργάνωσης, όσο  (γι αυτή την φορά) τις εννοιολογικές θέσεις μέσα στις οποίες βυθίζονται οι πολιτικές ρίζες αυτών των ίδιων επιλογών. Αυτό, φαντάζομαι, θα μας βοηθήσει να βρούμε την απάντηση την σχετική με το ζήτημα της πολιτικής μας ταυτότητας: ποιοι είμαστε?

Για να το κάνω θα ξεκινήσω από έναν έλεγχο που μου ήρθε στο μυαλό ενώ ετοιμαζόμουν να προετοιμάσω αυτή την παρέμβαση. Αυτός ο έλεγχος ανοίγει το πρώτο δοκίμιο του πρώτου τόμου μιας γνωστής τριλογίας που πολλοί από εμάς γνωρίζουν πολύ καλά: Οι Αυτόνομοι, Gli Autonomi (DeriveApprodi).

Για να ορίσει ποιοι ήταν οι αυτόνομοι ο Sergio Bianchi αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό τον έλεγχο χαρακτηρισμών που δόθηκαν, από τους εχθρούς, για αυτούς: “εξτρεμιστές, βίαιοι, προβοκάτορες, δολοπλόκοι παραβατικοί, τραμπούκοι, τρομοκράτες, δεκαεννιάχρονοι, fiancheggiatori”

Κι εμείς? Όλοι αυτοί- οι χαρακτηρισμοί- (ή σχεδόν) μαζί με κάποιος άλλους: φασίστες, κομουνιστές, ιδεολόγοι, post-ιδεολόγοι, αντί-ιδεολόγοι, λενινιστές, αυτόνομοι, εξωκοινοβουλευτικοί, θεσμικοί, novecenteschi, μαφιόζοι, πρωτοποριακοί, εγκληματίες, άγγελοι, εθελοντές, ακτιβιστές, identitari, λαϊκιστές, κινηματικοί, ammanicati, κοματόσκυλα, ρεφορμιστές, δημοκρατικοί, αντί-δημοκρατικοί, orizzontalisti, verticisti, λαϊκοί, αστοί, κακομαθημένοι, ultras, φαλαγγίτες, εθνικιστές, παρτιζάνοι, ληστές, συντηρητικοί, τοπικιστές, campanilisti, διεθνιστές, no global, κλέφτες, negriani, μαοϊκοί, cognitari, νοσταλγικοί, αυτονομιστές, αναχρονικοί, μιλιταριστές, σοσιαλιστές, επαναστάτες, ανταγωνιστές, ριζοσπάστες, μαρξιστές, σταλινικοί, συγκρουσιακοί, σεχταριστές, meridionalisti… Και τέλος, οι δυο απολύτως ωραιότεροι χαρακτηρισμοί όλων: “quei rompicazzo! εκείνοι οι σπασαρχίδες” που είχε παραθέσει ο Lagalla (πρύτανης του Πανεπιστημίου του Palermo) και “δομικά ανέντιμοι” χαρακτηρισμός του Ruffino (κοσμήτορα Ανθρωπιστικών Σπουδών).

Τι είμαστε ως εκ τούτου? Και, συνεπώς, ποιοι είμαστε?

Εάν θα έπρεπε να το κάνουμε κοινότοπα θα το κάναμε με ένα τραγουδάκι : “Είμαστε οι αυτόνομοι των κοινωνικών κέντρων, Siamo gli autonomi dei centri sociali”κλπ. Εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε ρομαντικά? Είμαστε ο ήλιος αυτού που πρόκειται να συμβεί…..ή οι παρτιζάνοι του XXI αιώνα…. Λοιπόν, και εάν θα έπρεπε να απαντήσουμε στα σοβαρά? Η απάντηση μπορεί να μοιάζει δεδομένη, ίσως λίγο μπανάλ, μα σίγουρα είναι η αληθινά μόνη βαθύτατη στις πολλαπλές σημασίες της: είμαστε μια επαναστατική οργάνωση! Aς επαναλάβουμε λοιπόν δυο νέες/παλιές ερωτήσεις: τι είναι μια επαναστατική οργάνωση? Ποιος  μπορεί να είναι μέρος αυτής?

Ξεκινάμε λοιπόν από αυτές τις πολύ γενικές ερωτήσεις για να δοκιμάσουμε, στο τέλος της σύντομης παρέμβασης μου, να απαντήσουμε σε ένα πρώτο μισό εκείνου του παλαιού θέματος: ποιοι είμαστε εμείς? Εάν πράγματι, επάνω στο ζήτημα του πως θα μπορούσε ή θα έπρεπε να λειτουργεί μια τέτοια οργάνωση (έτσι όπως και επάνω σε αυτό του τι υπάρχει ή δεν υπάρχει σε εμάς για να είμαστε τέτοιοι- δηλαδή πως είναι σήμερα φτιαγμένος ένας επαναστάτης) θα επιστρέψουμε στην επόμενη από την δική μου παρέμβαση, εγώ πάντως θα προσπαθήσω τώρα να σχεδιάσω μια εικόνα μέσα στην οποίαν βρίσκονται κάποιες από τις θεωρητικές παραπομπές από εμάς υιοθετημένες μέσα στον χρόνο σχετικά με κάποια περάσματα της ιστορίας μας σαν (που πρέπει να επαληθευτούν στο τέλος της συλλογιστικής) επαναστατική οργάνωση.  Και στην συνέχεια δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε, είναι υποχρέωση, ακριβώς από αυτή την τελευταία έννοια: επαναστατική!

Πλέον μια για πάντα μπορούμε ήσυχα να υποστηρίξουμε την ακριβή ταυτοποίηση ανάμεσα στην έννοια της “επανάστασης” και εκείνη της “επανάστασης για τον κομουνισμό”, ή αυτό τουλάχιστον συμβαίνει όταν γίνεται λόγος γι αυτά τα πράγματα στα περιβάλλοντα που αποκαλούνται κομουνιστικά, της αριστεράς. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, ή λέξη επί του παρόντος χρησιμοποιείται από πολλούς εχθρούς (βλέπε Renzi, κι εγώ θα προσέθετα Τσίπρα, και πάει λέγοντας), και πέρα από το ότι αυτός που το έκανε δεν τα κατάφερε σύμφωνα με τις προθέσεις του, γεγονός παραμένει πως αυτοί οι κύριοι δεν έχουν και όλα τα άδικα: η επανάσταση είναι ένα γεγονός τραυματικό η οποία από μια κατάσταση αφετηρίας μεταμορφώνει αυτή την ίδια την κατάσταση σε κάτι ριζικά διαφορετικό.  Αλλά στην πραγματικότητα, αντί αυτού, όταν εμπνεόμαστε από την επανάσταση το κάνουμε εννοώντας με αυτό την κομουνιστική και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Οπότε να ξεκινήσουμε με εκείνον τον παλιό λόγιο του Treviri, τον Marx, ο οποίος πρώτος αυτός καθόρισε ακριβώς την συγκεκριμένη αποστολή αυτού που εργάζεται για έναν παρόμοιο στόχο: ο κομουνισμός είναι η κριτική του παρόντος, μα επίσης και κυρίως είναι εκείνο το πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας που γκρεμίζει-διασπά-ανατρέπει το παρόν κράτος των πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη. Ο επαναστάτης είναι συνεπώς αυτός/αυτή που εργάζεται για τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος διευκρινίζοντας ταυτόχρονα εκείνο που  – περίπου έναν αιώνα μετά τον Marx – o γάλλος φιλόσοφος Deleuze όρισε “ το πέρασμα από την κριτική του υπάρχοντος στην πραγματική σύσταση του κοινού ονόματος” που εμείς ονομάζουμε “κομουνισμό”.

Λέγαμε πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας: σημαντικό πέρασμα δεδομένου πως είναι ακριβώς στον Marx που οφείλουμε την βασική προϋπόθεση γύρω από την οποία, για πάνω από ένα αιώνα, παρακολουθούμε επαναστάσεις, εξεγέρσεις, θεωρίες, διακηρύξεις που έγιναν στο όνομα του κομουνισμού: πως η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις σε διαρκή αγώνα μεταξύ τους.

Kαι επίσης – επαναλαμβάνοντας πάντα τον Marx του Manifesto – “οι κομουνιστές μάχονται για να κατακτήσουν τους άμεσους σκοπούς και τα συμφέροντα (!!!) της εργατικής τάξης, μα μέσα στο παρόν κίνημα εκπροσωπούν την ίδια στιγμή το μέλλον του ίδιου κινήματος”. Όμως ας σταθούμε ένα λεπτό, τόσο χρειάζεται για την σχετική μνεία, επάνω σε δυο θεμελιώδεις λέξεις συνεχίζοντας τον συλλογισμό μας: “άμεσοι” και “κίνημα”. Αυτούς τους όρους θα τους ξανασυναντήσουμε συντομότατα.

Προχωρούμε κάνοντας ξανά ένα βήμα πίσω στον Marx. Λέγω πως για εμάς το να είμαστε κομουνιστές θα πει να είμαστε μαρξιστές, και το να είμαστε μαρξιστές είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουμε για να είμαστε κομουνιστές. Το να είμαστε μαρξιστές δεν μπορεί να σημαίνει να ονειρευόμαστε τον κομουνισμό, να εξιδανικεύουμε τον κομουνισμό, να φανταζόμαστε τον κομουνισμό. Διότι η αξία του Marx δεν υπήρξε μονάχα το ότι ερμήνευσε την συστημική λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού που γεννιόταν. Δεν ήταν μόνο εκείνη πως ανακάλυψε τον νόμο της υπερεργασίας και της υπεραξίας, πως έγραψε Το Κεφάλαιο, πως προέβλεψε τις τάσεις ενός συστήματος που ήδη σχεδιάζονταν και προγραμματίζονταν με κατεύθυνση προς την χρηματιστικοποίηση, τον φετιχισμό των εμπορευμάτων και της κατανάλωσης, τις κρίσεις υπερπαραγωγής, εν ολίγοις: τον καπιταλισμό σαν “συνολική κοινωνική σχέση”. Δεν υπήρξε ούτε μονάχα εκείνος που διαμόρφωσε την θεωρία των δομών και των υπερκατασκευών γύρω από τις οποίες γεννιούνται και πεθαίνουν οι κοινωνίες και οι ενδογενείς σε αυτές συγκρούσεις. Από αυτή την άποψη αξίζει να θυμηθούμε μια τελευταία φράση του Marx που μας εισάγει απευθείας σε αυτό που του πιστώνουμε περισσότερο απ’ όλα: “Πως το κεφάλαιο περικλείει αντιθέσεις είμαστε οι τελευταίοι που θα το αρνηθούμε. Ο σκοπός μας είναι εκείνος του να τις αναπτύξουμε ολοκληρωτικά” (Grundisse).

Να λοιπόν, αυτό το [σκοπός] “μας” αντιπροσωπεύει το πιο σημαντικό κλειδί μέσα από το οποίο θα ανοιχθούμε σε εκείνη την θεμελιώδη σκέψη που είναι η μαρξιάνα: ο Marx – όπως θα υπογραμμίσει ο Tronti πολλές δεκαετίες αργότερα – είναι ο συγγραφέας της πρώτης εσωτερικής  ιστορίας όχι πλέον του κεφαλαίου, μα της εργατικής τάξης. Αυτή η ιστορία δεν είναι μια απλή ιδεολογική  (ο Marx δεν φτιάχνει ιδεολογία): είναι επιστήμη, επιστήμη της επανάστασης, επιστήμη της κομουνιστικής πρακτικής, επιστήμη της αντικαπιταλιστικής σύγκρουσης. Η εργασία του δεν είναι του ακαδημαϊκού που απευθύνεται σε άλλους ακαδημαϊκούς : αυτός προτείνει αναγνώσεις από και για τους κομουνιστές πολιτικούς αγωνιστές και στρατευμένους! Να η αληθινή του δύναμη, να ο λόγος για τον οποίον είμαστε μαρξιστές.

Έχει λοιπόν η ταυτότητα μας επιτέλους αποκαλυφθεί? Aπολύτως όχι; διότι ανάμεσα στον Marx και εμάς έχει αλλάξει ένας κόσμος, πέρασαν επαναστάσεις, νίκες και ήττες, στοχαστές και μαρξιστές και πάνω απ’ όλα : ταξικά κινήματα. Διότι εάν ο Marx έχει προετοιμάσει το τραπέζι των κομουνιστών, το έστρωσε που λέμε, στο πεδίο εφαρμογής ανάμεσα στους κυριότερους παίκτες υπήρξε εκείνος ο Lenin ο οποίος μια κομουνιστική επανάσταση την έκανε αληθινά… κερδίζοντας την!

Ανοίγω παρένθεση. Μιλώντας για τον Lenin δεν μιλάμε απλά για έναν μεγάλο κομουνιστή ηγέτη.Μιλάμε για έναν στοχαστή ικανό να πραγματοποιήσει στις αρχές του XX αιώνα τις θεωρίες του Marx, επάνω σε δυο ζητήματα ειδικότερα: την κεντρικότητα της τακτικής μέσα στις διαδικασίες αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό; την σχέση ανάμεσα σε πρωτοπορίες και μάζες ή, καλύτερα, ανάμεσα σε κόμμα και τάξη. Μας είναι αγαπητός για αυτούς τους λόγους: διότι υπήρξε ο πρώτος δημιουργός μιας  θεωρίας της οργάνωσης ικανός να θέσει πραγματικά σε πρακτική τις μαρξιστικές αναλύσεις δίχως να δίδει κανέναν χώρο στην διανοητική άσκηση σαν αυτοσκοπό. Αυτός, όχι τυχαία, μιλούσε για  “επαγγελματίες επαναστάτες” μέσα στην οργάνωση των οποίων “δεν πρέπει να υπάρχει καμία διαφοροποίηση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους”. ο Lenin υπήρξε από τους πιο αποτελεσματικούς πολεμιστές και διοικητές που επιτίθενται σε ορισμένους πολιτικούς φετιχισμούς – εκείνους που κάποια δεκαετία αργότερα θα καθίσταντο πολεμικό άλογο και/ή Δούρειος ίππος για τα κινήματα της μπουρζουαζίας  – συνδεδεμένους με κάποιες εννοιολογικές συλλήψεις της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, της οριζοντιότητας, της αναζήτησης της αριθμητικής συγκατάθεσης ανεξαρτήτως κόστους.  Αξίζει όλων μια δήλωση του που περιέχεται στο Τι να κάνουμε?: “Για την καταστολή θα είναι πολύ πιο δύσκολο να συλλάβει δέκα επαναστάτες έξυπνους, παρά εκατό ηλίθιους”.

Οπότε: μπορούμε πλέον να πούμε πως είμαστε εκτός από κομουνιστές, μαρξιστές, και λενινιστές?

Προχωράμε. Μιας και ο Lenin κερδίζει την επανάσταση του, γεννιέται η Σοβιετική Ένωση που αποτυγχάνει πιθανότατα ακριβώς εκεί όπου ο Lenin είχε επιστήσει την προσοχή όλων: την πάντα δύσκολη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης. Πάντως, εν τω μεταξύ η Σοβιετική Ένωση είναι εκεί και στον κόσμο γύρω διαβάζονται οι διάφοροι Luxemburg, Benjamin, Lukàcs; στην Ιταλία η κόκκινη διετία, οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων, το κομουνιστικό κόμμα, ο Gramsci. Λοιπόν, επάνω στον Gramsci θα πρέπει να επιστρέψουμε και εξ αιτίας του “ζητήματος του σχετικού με τον νότο, questione meridionale” (θα το κάνουμε στα επόμενα σεμινάρια μας), μα εν τω μεταξύ πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα πράγμα: αυτός δεν ήταν μοναχά ο ηγέτης του κόμματος που η ιστοριογραφία του ΚΚΙ μας πρότεινε τις επόμενες δεκαετίες του θανάτου του. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα του υπήρξε ιδιαιτέρως ένα: στην διάρκεια που διηύθυνε την “Νέα Τάξη, Ordine Nuovo”, ο Gramsci έδωσε μεγάλο χώρο σε μια φόρμουλα που ευτυχώς θα  επαναληφθεί έπειτα από μια δεκαετία: ταξική αυτονομία στον αγώνα για την ίδια την απελευθέρωση! Χρειάζεται εμβάθυνση, δίχως αμφιβολία. Μα λέγαμε: ο Mao και η κινεζική επανάσταση (μια άλλη απόλυτη αναφορά), δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ιμπεριαλισμός Usa, ο κόσμος των δυο μπλοκ, το οικονομικό boom, οι μεταναστεύσεις νότου-βορρά, η χριστιανοδημοκρατία Dc πρώτα, το ιστορικό σύμφωνο μετά. Εν συντομία: ο κόσμος αλλάζει,αλλάζουν οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων, οι ταξικές ισορροπίες, τα συστήματα εκμετάλλευσης… και ο μαρξισμός.

Ο μαρξισμός αλλάζει  (ή εκπληρώνει ένα άλμα) κυρίως χάρη στη συνεισφορά εκείνων που θα ονομαστούν  “εργατιστές”. Μήπως είμαστε κατά τύχη και εργατιστές? Προλαβαίνουμε την απάντηση: ναι, αν και αυτό μπορεί να σημαίνει πως είμαστε λιγάκι λιγότερο κομουνιστές απ’ ότι πριν.Βλέπουμε γιατί, και βλέπουμε αυτό το γιατί ξεκινώντας από μια φράση που πρόφερε πολλά χρόνια αργότερα ένας από αυτούς τους εργατιστές, ο Sergio Bologna: “Eπρόκειτο για την πρώτη μαρξιάνα εμπειρία μη κομουνιστική, που κλείνει δηλαδή με μια ιστορία έριδος με τα υπάρχοντα κόμματα γύρω από την αυθεντικότητα του αληθινού κομουνισμού!”. Σύγχυση? Όχι. Απλός συλλογισμός. Οι εργατιστές ξεκίνησαν όντως από κάποιες διαπιστώσεις: πως μεταξύ των κομουνιστικών κομμάτων και των κινημάτων της τάξης υπήρχε πλέον μια αγεφύρωτη χωριστικότητα, ένα χάσμα (Tronti); πως η φιγούρα του εξειδικευμένου εργάτη όδευε προς την εξαφάνιση μέσα στα εργοστάσια και πως με αυτήν εξαφανίζονταν και εκείνη η φιγούρα του ιδεολογικοποιημένου εργάτη, που συνδικαλίζονταν, που ίσως είχε κάμει την αντίσταση; και πως στην θέση του μια νέα φιγούρα αναδύονταν, προέκυπτε : ο εργάτης μάζα, μη ειδικευμένος, έμμεσα εκπαιδευμένος, με ανάγκες και καταγγελίες της κατανάλωσης κοινές.  Μη πολιτικοποιημένος, μα εισηγμένος σε μια παραγωγική διαδικασία, εκείνη του μεγάλου εργοστασίου, που του επέτρεπε να εργάζεται άμεσα στην καρδιά του εχθρού, το κεφάλαιο και την παραγωγή του. Mα οι εργατιστές έκαναν περισσότερα : κατάλαβαν, για παράδειγμα, πως για να αναγνωστούν οι καινούργιες καπιταλιστικές τάσεις, και σε σχέση με την εκμετάλλευση του εργοστασίου και της εργασίας, δεν απαιτείτο να είναι κάποιος οπωσδήποτε εργάτης,  αλλά χρειάζονταν να εξοπλίσει τον εαυτό του με τα σωστά ερμηνευτικά εργαλεία : να η εργατική έρευνα, που δεν είναι ένα ερωτηματολόγιο όπως κάποιος επιμένει να προτείνει στα σαλονάκια κάποιων ιταλικών πανεπιστημιακών κολλεκτίβων. Ο Romano Alquati θα την περιγράψει με μεγάλη απλότητα:”Την εργατική πραγματικότητα μερικές φορές αρκεί να την περιγράψεις στο επίπεδο της κοινής λογικής και της γλώσσας της καθημερινής ζωής, για να κάνεις μια δουλειά πραγματικής πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας και ενδιαφέροντος”. Κι αυτό διότι οι καινούριοι εργάτες συνήθως δεν κάθονταν όπως οι παλιοί να μιλούν αφηρημένα για επανάσταση, δεν είχαν με το ζόρι πολιτικές επαναστατικές αναφορές, δεν ήλπιζαν άλλο από την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους. Και ακόμη, να το πούμε όπως ο Mao, ένας αγρότης μπορεί ασυναίσθητα να είναι πολύ πιο επαναστάτης από έναν διανοούμενο που διακηρύσσεται επαναστάτης. Και οι εργατιστές είχαν πολύ καλά δει εντοπίζοντας, σε αυτά τα υποκείμενα, εκείνη την δυνατότητα, και την δυναμικότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, πως μπορούμε να πούμε πως είμαστε εργατιστές λόγω τριών μεγάλων ιδεών που είχαν διαισθανθεί οι εργατιστές. Η πρώτη είναι εκείνη που βλέπει αυτούς ικανούς να καταστρέψουν την κυρίαρχη πνευματική τάση που μείωνε τον ιστορικό υλισμό του Marx σε μιαν αιώνια μεσσιανική αναμονή: περιμένουμε πως ο κομουνισμός θα έρθει, μα ελπίζουμε όχι πολύ σύντομα μιας και δεν είμαστε τόσο έτοιμοι. Θυμόσαστε εκείνο τον όρο χρησιμοποιούμενο από τον Marx, “άμεσοι”? Να που οι εργατιστές τα έσπασαν με την κουλτούρα της θυματοποίησης των κομουνιστών ξεκινώντας να ομιλούν για ικανοποίηση των αναγκών της προλεταριακής και εργατικής πλευράς, εδώ και τώρα!

Η δεύτερη είναι πάντα συνδεδεμένη με την κουλτούρα της ήττας των κομουνιστών της εποχής, που δεν κατάφερναν να δουν άλλες πιθανότητες και δυνατότητες από εκείνες της αντίστασης: αντίσταση ενάντια εκείνου, αντίσταση ενάντια του άλλου, να αντισταθούμε αντισταθούμε αντισταθούμε… Mα αυτή η αμυντικογενής  συμπεριφορά μεταφράζονταν πάντα σε ταπείνωση και στις θανατώσεις των εργατικών αναγκών, διότι εν τω μεταξύ “υπήρχε πάντα κάτι πιο επικίνδυνο από το οποίο έπρεπε να αμυνθούμε όλοι μαζί”, δεν είναι ποτέ καιρός για την επίθεση. Παράλληλα όμως ο καπιταλισμός αναπτύσσει και τελειοποιεί τα όπλα του. Να, από αυτή την άποψη γράφει ο Mario Tronti το ’64: “είδαμε και εμείς πρώτα την καπιταλιστική ανάπτυξη, μετά τους εργατικούς αγώνες. Είναι ένα λάθος. Χρειάζεται να αντιστρέψουμε το πρόβλημα, να ξαναρχίσουμε από την αρχή: και η αρχή είναι ο αγώνας της εργατικής τάξης”. Συνεπώς, η ανάπτυξη και η ανανέωση του καπιταλισμού, η καταπίεση και η καταστολή του καπιταλισμού άλλο δεν είναι παρά  ένα προϊόν φρικτό και φυσικό των αγώνων!

Και να αυτό που τρίτο τους χρωστάμε: i rapporti di forza, η ισορροπία δυνάμεων, οι σχέσεις δύναμης. Δεν μπόρεσα, με την ευκαιρία, να βρω καλύτερα λόγια από τα ακόλουθα: “ Μόνο μέσα από μια υποκειμενική παρέμβαση, συνειδητή, από ψηλά (? αυτονομία του πολιτικού, autonomia del politico… mmmm…), διαμέσου μιας υλικής δύναμης που σου δίνει την δυνατότητα να κατέχεις και σε κάνει κύριο του μηχανισμού με τον οποίον εργάζεται το σύστημα που θες να καταστρέψεις  – μόνο μέσα από την κοινωνική χρήση αυτής της δύναμης είναι δυνατόν όχι μόνο να προβλέψεις και να προλάβεις τις στιγμές της αλλαγής μέσα στον κύκλο της ανάπτυξης του κεφαλαίου, μα και να αναμετρηθείς, να ελέγξεις, να διαχειριστείς και συνεπώς να οργανώσεις την πολιτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αναγκάζοντας την να περάσει μέσα από εκείνη την αλυσίδα συγκρούσεων σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορες περιστάσεις και ευκαιρίες (με τέτοιο τρόπο τελικά ώστε) να ανατρέψει την σχέση ανάμεσα στις τάξεις, να διασπάσει την μηχανή του Κράτους!”. Σας αρέσει? Σε εμένα πολύ. Οπότε είμαστε λιγάκι και εργατιστές…

Οι εργατιστές πρόκειται να διαχωριστούν μα (και στην πραγματικότητα έχουν ήδη ξεκινήσει όταν) το ’69 κάτι συμβαίνει. Συγκρούσεις στο corso Traiano στο Torino: εργάτες και φοιτητές, προλετάριοι και παιδιά αστών, επιτίθενται στην αστυνομία. Πρωτοφανές. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται ένα περιοδικό που εκθέτει ένα όνομα: “Potere Operaio, Εργατική Εξουσία”. Το πρώτο άρθρο αιτιολογεί: “η  Piazza Statuto υπήρξε το ιδρυτικό μας συνέδριο”. Λίγο χρόνο αργότερα φθάνει στο σημείο ένας από αυτούς του Potere Operaio – ονομάζεται Franco Piperno – να υποστηρίξει: » Potere Operaio , η Εργατική Εξουσία είναι η εργατιστική θεωρία που γίνεται πολιτική των μαζών – è la teoria operaista che si fa politica di massa”.

Θέλετε να ξέρετε εάν είμαστε και λιγάκι Potere Operaio? Ναι. Είμαστε. Μα γι έναν λόγο επάνω σε όλους. Στους μήνες κατά τους οποίους η Εργατική Εξουσία  επικαιροποιούσε ξανά και έξοχα την σχέση οργανωμένη ομάδα-μάζες σε αγώνα  (και με μεγάλα αποτελέσματα) – προσέξτε, βρισκόμαστε ήδη στον καιρό των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων – ένας ορισμός πέρασε μέσα σε μια εφημερίδα της εποχής: αυτοί οι εργατιστές είναι “καταστροφείς της μνήμης”. Κρατήστε το καλά στην σκέψη σας, διότι δεν είναι έννοια μικρής σημασίας.

Παραμένουμε στο θέμα της σχέσης ομάδα-κίνημα, που σας θυμίζει την ακόλουθη επιβεβαίωση: μπορούμε να είμαστε και μια μειοψηφική ομάδα αλλά με κλίση και προσανατολισμό πλειοψηφικό? Διότι το Potere Operaio θα είναι μια ομάδα στρατευμένων σε θέση να κινητοποιήσει μια μάζα όλο και μεγαλύτερη νέων και λιγότερο νέων ανθρώπων αντιμετωπίζοντας όμως, πάντοτε, και συγκρινόμενη με το θέμα της θεωρίας της οργάνωσης. Mα ίσως καλύτερα και από το Potere Operaio θα το καταφέρουν οι οργανωμένες συνιστώσες αυτού που θα ακολουθήσει αμέσως μετά: η Autonomia Operaia!η Εργατική Αυτονομία!

Εάν νιώθουμε Αυτόνομοι ούτε καν χρειάζεται να μας το ρωτήσετε: είμαστε!

Οι αυτόνομοι: το σκάνδαλο της Αυτονομίας της τάξης! λέει ο Caminiti: “Ίσως εδώ να βρίσκεται το κλειδί: η ιταλική ανωμαλία (φτιαγμένη από μιαν κινητοποίηση μοναδική στον κόσμο) υπήρξε δυνατότερη από την εργατική αυτονομία. Και οι αυτόνομοι είναι πιο συναφείς στην ιταλική ανωμαλία απ’ ότι στην εργατική αυτονομία. Όταν ο μεγάλος κύκλος αγώνων στα εργοστάσια τέλειωσε, όταν η ώθηση των μαζών εξαντλείται, όταν η επανάσταση έχει χαθεί, να, εμφανίζεται ξανά η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι”. Οπότε τι είναι η εργατική αυτονομία? Πάντα με τον Caminiti: “Η ιταλική ανωμαλία είναι ένα κίνημα της αριστεράς ενάντια στην αριστερά. Το πιο δυνατό κίνημα της αριστεράς ενάντια στο πιο δυνατό κομουνιστικό κόμμα. Ή, για να το πούμε αλλιώς, ένα κομουνιστικό κίνημα ενάντια στην αριστερά. Ένα κίνημα κομουνιστικό ενάντια στους κομουνιστές. Ένα κίνημα της αριστεράς αντικομουνιστικό”. Ένας συλλογισμός τον οποίον, δίχως περιστροφές, κι εμείς θα μπορούσαμε αυτό-αντανακλαστικά να κολλήσουμε επάνω μας.

Προσοχή στις ταξικές συμπεριφορές, στην δεοντολογία της τάξης, κάτι πολύ μεγάλο, το πρώτο μεγάλο που οφείλουμε στους αυτόνομους: από την άρνηση της εργασίας στην μαζική παρανομία, από τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις στις καταλήψεις και τις επανοικειοποιήσεις ; ο κομουνισμός δεν γίνεται , τον κομουνισμό δεν τον κάνουμε αντικαθιστώντας τους αστούς στην ηγεσία του κράτους: τον κάνουμε εδώ και τώρα, τον ζούμε, με την δύναμη. Όχι τυχαία το αληθινό σκάνδαλο των αυτόνομων βρίσκεται εδώ ακριβώς: δεν περιμένουμε να είναι οι εχθροί που θα μας κάνουνε κακό. Θα είμαστε εμείς που θα ασκήσουμε την βία πρώτοι! Οι αυτόνομοι είναι βίαιοι!

Εκμηδενισμός κάθε διαχωρισμού μεταξύ πολιτικού και προ πολιτικού; εντοπισμός της τάσης της γνωστικής θεωρίας του καπιταλισμού; σωστή ανάγνωση της έννοιας της “κρίσης” μέσα στον καπιταλιστικό χώρο; να και άλλα που οφείλουμε στους αυτόνομους.

Είμαστε αυτόνομοι? Aπολύτως ναι!

Οδεύω προς το κλείσιμο. Μέχρις εδώ μιλήσαμε για πολιτικά θέματα που θα άξιζαν σίγουρα, και θα ήταν σκόπιμο να συζητηθούν σε οποιαδήποτε συνέλευση οποιασδήποτε δομής σε οποιοδήποτε εδαφικό πλαίσιο. Στην συνέχεια άλλα τρία ζητήματα επάνω στα οποία να κοιτάξουμε με προσοχή, και μια τέταρτη άμεση συνέπεια των άλλων τριών.

Πως στην διάρκεια των χρόνων για τους οποίους μιλούσαμε προηγουμένως αναπτύσσονταν στον κόσμο γύρω μας εδαφικοί αγώνες και για την εθνική ανεξαρτησία απ’ όπου τεράστιες οδηγίες και κατευθύνσεις υπάρχουν για να αντλήσουμε.

Μια ιδιαίτερα: ο αλγερινός αγώνας, και ένας του αγωνιστής ειδικότερα:  ο Fanon.  Στον Fanon οφείλουμε μια διπλή συνεισφορά στον μαρξισμό και μια στα δικά μας επαναστατικά πνεύματα. Η πρώτη συνεισφορά τον ευθυγραμμίζει σε άλλες μαρξιστικές ετεροδοξίες μεταξύ των οποίων και εκείνη της ιταλικής αυτονομίας και αναφέρεται στην άσκηση κριτικής της σχέσης δομή-εποικοδόμημα που στον Fanon διασκορπίζεται πίσω από την κοινωνική ιεράρχηση της ράτσας και όχι μόνο της τάξης.  ή τουλάχιστον, όχι από την άποψη των ακολουθιών ιεραρχίες/προτεραιότητα όπως μέχρι εκεί διηγήθηκαν άλλοι μαρξιστές. Απλά, μια παρόμοια συνεισφορά έρχεται επίσης και από άλλες σύγχρονες τάσεις  όταν, για παράδειγμα, και το φεμινιστικό κίνημα έθετε υπό αμφισβήτηση την ορθόδοξη σχέση στο επίπεδο των νέων υποκειμενικοτήτων και, παραδείγματος χάριν, την σχέση παραγωγή-αναπαραγωγή.  Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πολιτική στρατηγική για την απελευθέρωση από την αποικιακή κατάσταση. ο Fanon προλαμβάνει-προβλέπει όντως εκείνη που στην συνέχεια θα ήταν μια κυρίαρχη τάση στα χρόνια της αποαποικιοποίησης πρώτα, των εξαρτημένων οικονομιών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο στην συνέχεια. Γράφει αυτός: “Η εθνική αστική τάξη που αναλαμβάνει την εξουσία στα τέλη του αποικιακού καθεστώτος είναι μια μπουρζουαζία υποανάπτυκτη … δεν προσανατολίζεται προς την παραγωγή, την καινοτομία,  την κατασκευή, την εργασία. Αυτή διοχετεύεται ολοκληρωτικά προς δραστηριότητες διαμεσολαβητικού τύπου. Της αρέσει να τριγυρνά, να βρίσκεται μέσα στις απάτες, να εξαπατά, αυτή μοιάζει να είναι η βαθιά  της αποστολή, ο προσανατολισμός της. Η εθνική μπουρζουαζία έχει μιαν ψυχολογία ανθρώπων που κάνουν ντήλια, όχι καπετάνιων της βιομηχανίας”. Χρήσιμο τώρα στα χρόνια μιας νέας λειτουργικής ιεράρχησης των περιοχών της επικράτειας.

Και, τέλος, η συνεισφορά του στα βαθιά αισθήματα μας δίδεται από την κοινωνική χρήση για τους σκοπούς του αγώνα της πολιτικής βίας. “Η αποικιοκρατία δεν είναι μια βαριά μηχανή, δεν είναι ένα σώμα προικισμένο με λογική. Είναι η βία στην κατάσταση της φύσης και δεν μπορεί να καμφθεί παρά μόνο μπροστά σε μια βία ακόμη μεγαλύτερη”. Mου φαίνεται πως τα είπε όλα…

Επιστρέφοντας σε εμάς, λέγαμε καταλήγοντας. Πως ο κόσμος έχει αλλάξει πλέον και από την εκμετάλλευση της καθαρής εργασίας , τελικά, φθάσαμε στην εκμετάλλευση του χρόνου της μη-εργασίας και κυρίως σε νέες διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και εκμετάλλευσης ιεραρχικής των περιοχών και των εδαφών, της επικράτειας. Πως η περιοχή μας, το έδαφος μας, χώρος δράσης και τόπος όπου εμείς οδηγούμε την επαναστατική μας πολιτική, έχει μια πολιτική ιστορία, κοινωνική και οικονομική πολύ ιδιαίτερη και συγκεκριμένη.  Και πως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, συνεπώς, ο αγώνας μας θα πρέπει να αναλάβει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός εδαφικού αγώνα: για το έδαφος, με το έδαφος, στον χώρο-την συνοικία-στις περιοχές μας, για τις περιοχές μας – per il territorio, con il territorio.

Μα επάνω σε αυτό, θα επιστρέψουμε την επόμενη φορά…

http://www.commonware.org/index.php/laboratori/678-genealogia-e-attualita-del-noi-rivoluzionario

Posted in αυτονομία, autonomia | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

αφήγηση του Μιχάλη στον Θ. Σπανέλη

















Posted in intervista a theodoros, αφήγηση στον θ. σπανέλη | Tagged , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Αδέρφια (αδερφοί κι αδερφές) της Χιλής

Σας μιλάω εξ ονόματος των γυναικών, των ανδρών, των παιδιών και των γέρων του εθνικο-απελευθερωτικού στρατού των Ζαπατίστας, της τεράστιας πλειοψηφίας των ιθαγενών Μάγιας, που αντιστεκόμαστε στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού για την ανθρωπότητα, ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό.

Ευχαριστούμε τους αδερφούς και τις αδερφές που μας….
έδωσαν σήμερα την ευκαιρία να φτάσει ο λόγος μας στην επαναστατημένη Χιλή.

Ζητάμε μια θέση στην οργή σας, στον πόνο σας, και πάνω απ’ όλα στην ελπίδα σας, γι’ αυτά τα λόγια.

Δεν πρόκειται να σας μιλήσω για τους μεξικάνους ζαπατίστας, τον αγώνα, τους πόθους μας, τα όνειρα και τους εφιάλτες μας, την αντίστασή μας.

Μετά από όλα αυτά, σε σύγκριση με τους άνδρες και τις γυναίκες, ιδίως όσους γεννήθηκαν σε αυτήν τη γη, που φώτισαν τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, οι ζαπατίστας συνεχίζουν να είναι ένα φωτάκι, αδύναμο και μακρινό.

Όχι. Ο τωρινός μας λόγος έρχεται να ενώσει τον χαιρετισμό μας και το φόρο τιμής μας σε ένα λατινοαμερικάνο, έναν Χιλιανό του Κινήματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (MIR), που έπεσε στη μάχη ενάντια στη δικτατορία του Πινοτσέτ, στις 5 Οκτώβρη του 74’.

Ο σημερινός μας λόγος είναι ένας χαιρετισμός στον Μιγκέλ Ενρίκες Εσπινόσα.

Και τον χαιρετίζουμε σήμερα, που κάτω από τους ουρανούς της Λατινικής Αμερικής, αυτής που πονάει από το Μπράβο ως την Παταγονία, οι ισχυροί μας βάζουν στα χέρια μια χούφτα σκόνη, και μας λένε: αυτό είναι ό,τι μένει από την πατρίδα σας.

Κι οι ίδιοι σήμερα, οι από πάνω, μας δείχνουν τις εικόνες της γεωγραφίας που έχουν επιβάλει σε ένα μέρος των εδαφών μας.

Εκεί που πριν υπήρχε μια σημαία, σήμερα υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο.

Εκεί που υπήρχε μια ιστορία, σήμερα υπάρχει ένα ταχυφαγείο (φαστφουντάδικο).

Εκεί που άνθιζαν λουλούδια, σήμερα υπάρχει ένας έρημος τόπος.

Εκεί που υπήρχε μνήμη, σήμερα υπάρχει λήθη.

Στη θέση της δικαιοσύνης, ελεημοσύνη.

Στη θέση της Πατρίδας, ένας σωρός ερείπια.

Στη θέση της μνήμης, το άμεσο και το εφήμερο.

Στη θέση της ελευθερίας, ένας τάφος.

Στη θέση της δημοκρατίας, ένα διαφημιστικό σποτ.

Στη θέση της πραγματικότητας, οι αριθμοί.

Αυτοί, οι από πάνω, μας λένε: αυτό είναι το μέλλον που σας υποσχόμαστε. Απολαύστε το. Αυτό μας λένε και ψεύδονται. Αυτό το μέλλον μοιάζει πολύ με το παρελθόν.

Κι αν κοιτάξουμε με προσοχή, ίσως δούμε ότι οι από πάνω είναι οι ίδιοι με χτες. Αυτοί που, όπως και χτες, μας ζητάνε σήμερα υπομονή, ωριμότητα, λογική, παραίτηση και παράδοση. Αυτά τα έχουμε ήδη δει και τα έχουμε ακούσει και πριν.

Οι ζαπατίστας θυμόμαστε. Αντλούμε τη μνήμη από τα στρατιωτικά μας σακίδια, τις τσέπες των στολών εκστρατείας μας. Θυμόμαστε.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία όλη η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη.

Έφτανε να απλώσεις το χέρι και χτυπούσαν οι καρδιές των λατινοαμερικάνικων λαών.

Έφτανε να γυρίσεις λίγο τη ματιά σου κι εκεί βρισκόταν η διάσπαρτη αστραπή της Αμαζονίας, η ανεξίτηλη ουλή των Άνδεων, η περήφανη Ακονκάγουα, η ατέλειωτη Γη του Πυρός, το πάντα ανήσυχο (ηφαίστειο) Ποποκατέπετλ.

Και μαζί με αυτά, οι λαοί που τους έδωσαν όνομα και ζωή.

Γιατί υπήρχε μια εποχή στην οποία η Χιλή κι όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής ήταν πιο κοντά στο Μεξικό από την αυτοκρατορία που, από τον γεωγραφικό και κοινωνικό βορρά, επιβάλλει την απόσταση, σε όσους μοιραζόμαστε την ιστορική γειτνίαση.

Υπήρχε μια εποχή. Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Σήμερα, όπως και χτες, το χρήμα ενώνει τους αλαζόνες.

Σήμερα, όπως και χτες, με τη βοήθεια των ισχυρών πολυεθνικών, η ξένη στρατιωτική εξουσία, προσπαθεί να υποσκάψει τα εδάφη μας, μερικές φορές καλυμμένη με στολές των τοπικών στρατών, ή με σύμβουλους, πρέσβεις, μυστικούς πράκτορες.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτά τα κεφάλαια προσπαθούν να αγοράσουν νόμιμα πιστοποιητικά ατιμωρησίας για τους γορίλες που τους υπηρέτησαν και που, πάντα το ξέραμε, όταν έλεγαν «Πατρίδα», δε μιλούσαν για την Χιλή, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Βολιβία, τη Βραζιλία.

Όχι. Η σημαία που χαιρετούσαν ήταν αυτή με τις μπάρες και τα θολά αστέρια (σ.σ. μτφ.: εννοεί τη σημαία των ΗΠΑ).

Σήμερα, όπως και χτες, ο αφηνιασμένος και βίαιος βορράς πολιορκεί και σκοπεύει να πνίξει αυτό το μοναδικό αστέρι της αξιοπρέπειας που λάμπει στην Καραϊβική.

Σήμερα, όπως και χτες, οι κυβερνήσεις ορισμένων χωρών μας λειτουργούν ως θλιβερός κομπάρσος σε αυτή την ποταπή εμμονή να υποτάξουν το λαό της Κούβας.

Σήμερα, όπως και χτες, η αυτοκρατορία που παίζει το ρόλο της παγκόσμιας αστυνομίας και καταπατά νόμους, δίκαια, λαούς, είναι η ίδια.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει νόμιμες κι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι οποίες όμως δεν είναι υποτακτικές (χτες στην Χιλή, σήμερα στη Βενεζουέλα, πάντα στην Κούβα) είναι ο ίδιος.

Σήμερα, όπως και χτες, το σύστημα που βασίζεται στο ψέμα, την πλάνη και την εξαπάτηση, τη δικτατορία του χρήματος, θέλει να μας δώσει μαθήματα δημοκρατίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης.

Σήμερα, όπως και χτες, αυτός που «εκδημοκρατίζει» τον πόνο, τη δυστυχία, το θάνατο για τους λαούς της Λατινικής Αμερικής είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, αυτός που καταδιώκει, βασανίζει, φυλακίζει, σκοτώνει, είναι ο ίδιος.

Σήμερα όπως και χτες, μας κάνουν πόλεμο, πότε με σφαίρες, πότε με οικονομικά προγράμματα, και πάντα με ψέματα.

Σήμερα, όπως και χτες, ο πραγματικός τρόμος, αυτός που έρχεται από πάνω, επικαλείται το θεό για να δικαιολογηθεί.

Σήμερα, όπως και χτες, επιχειρούν να μας κρύψουν ότι ναι, είναι ένας ο θεός που μας τρέφει, αλλά είναι ο θεός του χρήματος.

Σήμερα, όπως και χτες, σε μερικές χώρες οι μικρόψυχοι είναι στην κυβέρνηση.

Σήμερα, όπως και χτες, η χωλότητα (αδυναμία) του συστήματος ντύνεται με σύνθετα επιχειρήματα, δημοσκοπήσεις, κοστούμια μάρκας, αντεστραμμένους καθρέφτες.

Ίσως είναι ακόμα αυτή η εποχή. Ίσως όχι.

Γιατί σήμερα, ο νέος και σύνθετος μανδύας με τον οποίο ντύνεται η βία των κερδών για τους λίγους εις βάρος των πολλών, φέρνει στο προσκήνιο έναν πραγματικό παγκόσμιο πόλεμο ενάντια στην ανθρωπότητα.

Ολόκληρα έθνη ρημάζονται.

Εδάφη κατακτούνται.

Επανακαθορίζεται η παγκόσμια γεωγραφία.

Γκρεμίζονται τα τείχη για τα χρήματα κι ορθώνονται για τους λαούς.

Οι ιστορικές κουλτούρες των λαών μας, πρόκειται να αντικατασταθούν από επιπόλαιες ελαφρότητες.

Σε μερικές χώρες, αντί για εθνικές κυβερνήσεις υπάρχουν τοπικές διοικήσεις.

Ξεπουλιούνται οι φυσικοί πόροι, η γη, η ιστορία. Και πάνω στις οροσειρές που διατρέχουν κι ενώνουν τη Λατινική Αμερική, από το Μπράβο στο Βορρά, μέχρι τη Γη του Πυρός, θέλουν να βάλουν μια πινακίδα που να ανακοινώνει και να απειλεί: Πωλείται.

Οι φτωχοί, οι ακτήμονες, αυτοί δηλαδή που αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία της ανθρωπότητας, είναι θύμα κατασχέσεων και ταξικών διακρίσεων.

Με «κατασχεμένη» αξιοπρέπεια, γκετοποιημένοι στις περιφέρειες των μεγάλων πόλεων, στο περιθώριο των κυβερνητικών προγραμμάτων, στην άκρη του μέλλοντος που σε μερικές χώρες αποφασίζεται, όχι στα κοινοβούλια και τα κυβερνητικά μέγαρα, αλλά στις διοικήσεις των μετόχων των πολυεθνικών.

Σήμερα η εκμετάλλευση είναι πιο βίαια απ’ όσο ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, σήμερα ο κυνισμός είναι φιλοσοφικό πιστεύω αυτών που θέλουν να κυβερνήσουν τον πλανήτη, δηλαδή αυτών που τα έχουν όλα, εκτός από τσίπα.

Σήμερα ο πόλεμος ενάντια στην ανθρωπότητα, δηλαδή ενάντια στη λογική, είναι πιο παγκόσμιος από ποτέ.

Σήμερα ο πόλεμος είναι σε όλα τα μέτωπα και σε όλες τις χώρες.

Αν χτες ήταν καθήκον να εναντιωθούμε, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε στην ανόητη λογική του κέρδους, σήμερα είναι απλά και καθαρά υπόθεση επιβίωσης, προσωπικής, τοπικής, περιφερειακής, εθνικής, ηπειρωτικής, παγκόσμιας.

Αδερφοί κι αδερφές της Χιλής,

Υπήρχε μια εποχή που η Λατινική Αμερική ήταν αδελφωμένη. Ίσως να είναι ακόμα αυτή η εποχή.

Ίσως η συλλογική μνήμη, που μας δίνει ταυτότητα ως Λατινοαμερικάνους, πιάνει ονόματα κι ημερομηνίες στο ημερολόγιο, για να μας πει ότι υπάρχει μια πατρίδα πιο μεγάλη από αυτήν της σημαίας μας.

Με πόσα ονόματα γεμίζει το ημερολόγιο του πόνου στη γη μας;

Αν στην Αμερική μας, ο Ερνέστο Γκεβάρα είναι ένα από τα ονόματα με τα οποία εξεγείρεται ο Οκτώβρης, το ημερολόγιο εμάς των από κάτω φωτίζεται όταν έχει τα ονόματα των Turcios Lima και Yon Sosa στη Γουατεμάλα, του Roque Dalton στο Σαλβαδόρ, του Carlos Fonseca στη Νικαράγουα, του Camilo Torres στην Κολομβία, των Carlos Lamarca και Carlos Marighela στη Βραζιλία, των Inti και Coco Peredo στη Βολιβία, του Raúl Sendic στην Ουρουγουάη, του Roberto Santucho στην Αργεντινή, César Yáñez στο Μεξικό.

Κι ονομάζω μόνο μερικούς από τους πολλούς που αποφάσισαν στη δική μας Λατινική Αμερική, στον καιρό τους και με τον τρόπο τους, να βάλουν ένα λιθαράκι στην ελπίδα, και οι οποίοι, στην ποσότητα τρυφερότητας που απαιτεί η Λατινική Αμερική για να την αγαπήσεις, πρόσθεσαν μια ορισμένη ποσότητα μολυβιού (σφαιρών) και αίματος… του δικού τους αίματος.

Το πρόβλημα με όλους αυτούς στο ημερολόγιο του πόνου, είναι ότι δε φεύγουν έτσι, σα νομάδες. Αντιθέτως, φεύγουν αφήνοντάς μας κάτι σαν χρέος, κάτι που πρέπει να εξοφλήσουμε, για να μπορούμε να τους επικαλούμαστε χωρίς ντροπή, χωρίς κρίμα.

Κάποιοι επισημαίνουν ότι εκείνοι οι άνδρες κι οι γυναίκες που πήραν ή παίρνουν το δρόμο της ένοπλης εξέγερσης, γοητεύονταν ή γοητεύονται από το θάνατο, είχαν ή έχουν μια κλίση στο μαρτύριο, μεσσιανικές ανησυχίες, που θέλουν μόνο μία θέση στα τραγούδια διαμαρτυρίας, στα ποιήματα, στα λαϊκά ημερολόγια, στα μπλουζάκια της νεολαίας, στα ράφια με τα ενθύμια του επαναστατικού τουρισμού.

Κάποιοι σκέφτονται ότι οι λόγοι ηττούνται, όταν πεθαίνουν αυτοί που αγωνίζονται γι’ αυτούς, δηλαδή αυτοί που τους δίνουν ζωή.

Κάποιοι λένε ότι ο οδυνηρός λατινοαμερικάνικος Οκτώβρης κομμάτιασε την ελπίδα στην Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, τη Βολιβία, το Μεξικό, όλη τη Λατινική Αμερική.

Ίσως να ‘ναι κι έτσι. Ίσως όμως και όχι.

Ίσως αυτοί που πήραν τα όπλα, όπως ο Μιγκέλ, για να πουν «όχι», στην πραγματικότητα έλεγαν «ναι» σε ένα αύριο που τότε έμοιαζε μακρινό.

Ίσως αυτοί που έβαλαν φωτιά στα λόγια τους, όπως ο Μιγκέλ, δεν το έκαναν για να πυροδοτήσουν το θάνατο, αλλά για να φωτίσουν τη ζωή.

Ίσως αυτοί που, όπως ο Μιγκέλ, σκέφτηκαν και πυροβόλησαν, δεν το έκαναν για να έχουν μια θέση στο μουσείο της επαναστατικής νοσταλγίας, αλλά για να έχουν όλοι οι λαοί μια θέση στον κόσμο.

Ίσως το ημερολόγιο του μέλλοντος δε θα έχει ονόματα, ή ακόμα καλύτερα, θα έχει όλα τα ονόματα.

Ίσως γι’ αυτό οι απουσίες που μας πονάνε, κάθε μήνα της Λατινικής Αμερικής, έβαλαν έναν σταυρό στο ημερολόγιο, σαν αυτόν που μας πονάει στις 5 Οκτώβρη.

Ίσως γιατί αυτές οι απουσίες, αντί για κενό, σου αφήνουν όρεξη να παλέψεις για την ελπίδα να «αλλάξεις τον κόσμο», όπως λέμε εμείς οι ζαπατίστας. Ίσως…

Ίσως η ελπίδα τροφοδοτείται, όπως η δική μας Αμερική, από τη μνήμη.

Κι ίσως η ελπίδα να μην είναι παρά το αντίτιμο για να αποκαταστήσουμε ξανά την ελπίδα, που έχει θρυμματιστεί στο ημερολόγιο που μας επιβάλλουν.

Ίσως αυτή η μνήμη, που σήμερα μας καλεί κι ενώνει ξανά τη Λατινική Αμερική, να μην είναι μια κληρονομιά που μας κληροδοτεί αυτός ο πόνος, αλλά ένα καθήκον που μας ορίζει.

Ίσως…

Ίσως είμαστε εδώ για να το γνωρίσουμε, ακόμα κι όσοι δεν παρευρισκόμαστε. Γιατί ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ένας Χιλιανός επαναστάτης, από αυτούς που σε έκαναν να τρέμεις, όταν έπαιζαν την κιθάρα, ο Víctor Jara, σκεπτόμενος ίσως το βάρος των σημερινών καιρών, είπε, μας είπε, μας λέει ότι «είναι δύσκολο να βρεις διαύγεια στη σκιά, όταν ο ήλιος που μας φωτίζει, ξεθωριάζει την αλήθεια».

Και είπε, μας είπε, μας λέει: «Μακάρι να βρεθεί δρόμος για να συνεχίσουμε να πορευόμαστε».

Κι ήταν σε αυτή την τη γη της Χιλής, πριν πολύ καιρό, που ο Μανουέλ Ροντρίγκες είπε, μας είπε, μας λέει, σα να μας δείχνει το δρόμο «Ακόμα έχουμε Πατρίδα συμπολίτες».

Κι ένας άλλος, επίσης Χιλιανός, εδώ κοντά και κάτω απ’ τις σφαίρες που σημάδεψαν την καρδιά του, είχε την ψυχραιμία και τη σοφία να πει, να μας πει

«αργά ή γρήγορα, θα ανοίξουν ξανά τα μονοπάτια, απ’ όπου θα περπατήσει ο ελεύθερος άνθρωπος, για να δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία».

Ίσως το σήμερα να μην είναι ίδιο με το χθες.

Ίσως έχει γίνει μάθημα και σύντομα, εκεί που πριν μουντζούρωναν φύλλα λατινοαμερικάνικης ιστορίας, θα αλλάξουν οι στίχοι, και θα διαβάζεις, με την καθαρότητα αυτών που κοιτάνε από κάτω, ότι η δημοκρατία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη είναι βαριές λέξεις, κι ότι τονίζονται στην καρδιά, δηλαδή στην αριστερή πλευρά του συλλογικού θώρακα που είμαστε.

Θα ήθελα να πω ότι θα νικήσουμε, ότι δε θα μας εκτοπίσουν, ότι το μέλλον θα είναι δικό μας, ότι θα σπάσουμε χίλιες αλυσίδες, ότι η ελευθερία είναι ένας ορίζοντας κοντινός.

Αλλά εμείς οι ζαπατίστας πιστεύουμε ότι δε θα γίνει έτσι επειδή είναι δοσμένο, από κάποιον μυστικό προορισμό, ή ένα μανιφέστο, αλλά επειδή δουλεύουμε κι αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.

Αδέρφια. Τα λόγια μας θέλουν να σας πουν το εξής.

Ευλογημένη η ανοιχτή φλέβα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζεται Χιλή και που έχει στο αίμα της όχι την ΙΤΤ και την Anaconda Copper, όχι την United Fruit και την Ford, όχι την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Πινοτσέτ, ούτε τα ονόματα με τα οποία ντύνονται οι μεν κι οι δε.

Αλλά τους εργάτες της, τους αγρότες, τους φοιτητές, τα άτομα, τις γυναίκες, τους νέους της. Τον δικό της Víctor Jara, τη δική της Violeta Parra, το Salvador Allende της, τον Pablo Neruda της, το Manuel Rodríguez, το Miguel Enríquez. Τη μνήμη της.

Αδέρφια της Χιλής.

Δεχτείτε όλοι κι όλες τον χαιρετισμό από αυτούς που θαυμάζουμε κι αγαπάμε εμείς, οι Μεξικάνοι ζαπατίστας.

Γεια σου Χιλή!

Από τα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος. Μεξικό, Οκτώβρης 2011.

Υγ: Συγχωρήστε μας αν τα λόγια μας δεν ήταν μια νουθεσία, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος αυτού που τριάντα χρόνια μετά, μας καλεί. Στην πραγματικότητα, θέλαμε μόνο να εκμεταλλευτούμε αυτήν την πράξη, για να ζητήσουμε σε όλους εσάς, ταπεινά και με σεβασμό, να βάλετε εκ μέρους μας ένα κόκκινο λουλούδι (copihue) στην γη που τον φυλάει και να του πείτε ότι κι εδώ, στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού, ο Οκτώβρης λέγεται επίσης Miguel.

Μετάφραση: Β.Κ

24Δεκ2011

Posted in ιστορία, storia | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , | 2 σχόλια

Ρώμη 11 μαρτίου 1977

69384-1

Roma, 11 μαρτίου 1977

Στις 11 Μαρτίου όλα τα πανεπιστήμια της Ρώμης ήταν ένα εργοστάσιο για μπουκάλια μολότοφ. Οι σύντροφοι ήταν αποφασισμένοι να κάνουν μεγάλη φασαρία, θόρυβο. Υπήρξαν συναντήσεις των διαφόρων ομάδων περιφρούρησης των σχολών που περιέγραφαν τους στόχους. Την προηγούμενη ημέρα στην Μπολόνια οι καραμπινιέροι είχαν σκοτώσει έναν σύντροφο, τον Francesco LORUSSO, έτσι η κατάσταση ήταν πραγματικά βαριά. Η συγκέντρωση ήταν στην Piazza Esedra. Σε κάποιο σημείο οι άνθρωποι που έφταναν εκεί ήταν τόσο πολλοί, ώστε δεν χωρούσαν πλέον περισσότεροι, δεν μπορούσες να μπεις. Χιλιάδες σύντροφοι είχαν έρθει από όλα τα μέρη της Ιταλίας με ειδικά τρένα, λεωφορεία και ιδιωτικά αυτοκίνητα. Στο ραντεβού κάποιοι έφτασαν με τα δικά τους μπουκάλια, ωστόσο, ο κύριος όγκος είχε ήδη προετοιμαστεί και οργανωθεί, και θυμάμαι ότι η ένδειξη ήταν να προετοιμαστούν οι μολότοφ, επίσης, και για όσους έρχονταν έξω από τη Ρώμη. Στο τέλος, πέρα από όλα εκείνα που είχαν ήδη τιναχτεί, χρησιμοποιηθεί, από μπουκάλια περίσσεψαν ένα σωρό..

Η αστυνομία μπλοκάρει την Via Nazionale, κατά διαστήματα υψώνεται ο βρυχηθμός από τα συνθήματα κατά της κυβέρνησης, της αστυνομίας και των καραμπινιέρων. Στις τέσσερις το απόγευμα ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με την αστυνομία για την διαδρομή της πορείας. Προφανώς η αστυνομία είχε αυστηρές διαταγές να μην μας αφήσει να περάσουμε μέσα από το κέντρο της πόλης. Στο τέλος η διαδρομή συμφωνήθηκε και η πορεία ξεκινά εισερχόμενη στην Via Cavour. Υπήρχε μια απερίγραπτη ένταση, μια συνθήκη ζοφερή. Η πόλη ήταν έρημη, τα καταστήματα είναι κλειστά, η κυκλοφορία έχει εκτραπεί. Άρχισε να βρέχει, κάποιοι από τα παράθυρα των κτιρίων μας ρίχνουν κάτω πλαστικές σακούλες για να προστατευτούμε. Οι ομάδες περιφρούρησης των σχολών ήταν σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους, είχαν τα μηχανάκια, συνδέονταν με ραδιοπομπούς, και εμείς καθοδηγούμασταν από αυτούς, αισθανόμασταν προστατευμένοι κατά κάποιο τρόπο, αλλά την ίδια στιγμή, επίσης, στερημένοι εκείνης της στρατιωτικής λειτουργίας όπου στις 5 του Μάρτη είχαμε μπορέσει να εκφράσουμε άμεσα. Σε ένα σημείο, η πορεία σταμάτησε σε απόλυτη σιωπή για περίπου πέντε λεπτά. Όλοι ήταν σε μεγάλη ένταση, επειδή ήξεραν ότι θα συμβεί μεγάλη φασαρία. Εκείνη τη στιγμή μια μεγάλη ομάδα ξεκολλά απ’ την πορεία και κατευθύνεται φθάνοντας στην Piazza del Gesù, όπου υπάρχει η έδρα της DC που φρουρείται από την αστυνομία. Φεύγουν οι μολότοφ και σε απάντηση η αστυνομία άρχισε να ρίχνει δακρυγόνα. Στη συνέχεια, ακούστηκαν πυροβολισμοί, ουρλιαχτά, εκρήξεις. Ο καπνός γέμισε τον αέρα, δεν μπορείς να αναπνεύσεις, και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα, δύο αστυνομικοί έχουν πέσει τραυματισμένοι στα πόδια. Η αστυνομία επιτίθεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και η πορεία χωρίζεται σε δύο μέρη. Botteghe oscure, τα γραφεία του ΚΚι ήταν έξω από τους στόχους μας, υπήρχαν σειρές από την ομάδα περιφρούρησης του κινήματος που έκλειναν την πρόσβαση στον δρόμο. Εκείνοι του PCI είχαν τη δική τους, αλλά δεν υπήρξε καμία τριβή, επειδή συνειδητοποίησαν επίσης ότι με τον αέρα που φυσούσε δεν ήταν πραγματικά η περίπτωση. Στο εσωτερικό ήταν σίγουρα έτοιμοι, αλλά έξω στέκονταν μόνο λίγοι, αυτοί με την σωστή φάτσα, με λίγα λόγια, οι pistoleros. Στην Piazza Αργεντινή εγείρονται οδοφράγματα και από αυτή την στιγμή οι συγκρούσεις και η ανταλλαγή πυροβολισμών αλληλοδιαδέχονται σε όλο το κέντρο για ώρες και ώρες. Το κύριο σώμα της πορείας περνά μπροστά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Φεύγουν άλλες μολότοφ και ανταλλαγές πυροβολισμών με αστυνομικούς που είχαν ταμπουρωθεί στο εσωτερικό.

Κατά μήκος του ποταμού Τίβερη τα δύο τμήματα της πορείας επανενώνονται και στην διαδρομή προς την Piazza del Popolo συνέβησαν τα πάντα. Δεν παρέμεινε ουσιαστικά ούτε μια βιτρίνα στα πόδια της, δύο αστυνομικά τμήματα δέχθηκαν επίθεση, η χιλιανή πρεσβεία στο Βατικανό, η σύνταξη της εφημερίδας »il popolo», η έδρα της Gulf, ένας απροσδιόριστος αριθμός τραπεζών, μια αντιπροσωπεία της Fiat. Η αστυνομία στέκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, ανησυχούσε πάνω απ ‘όλα για την φύλαξη της φυλακής της Regina Coeli. Ήταν ήδη σκοτάδι και ενάντια στη φυλακή έφυγαν πολλοί πυροβολισμοί. Ακριβώς σε αυτό το σημείο υπήρξε μια επίθεση σε ένα οπλοπωλείο, οι σύντροφοι πήραν μαζί τους τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια. Βλέπω την εικόνα ενός συντρόφου που βγαίνει από το οπλοπωλείο με ένα ντουφέκι, το οπλίζει, διασχίζει τον δρόμο, ακουμπά στον τοίχο του τοιχίου την κάνη και αδειάζει το όπλο ενάντια στη φυλακή που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του Τίβερη, εκεί μπροστά.

Υπήρχε επίσης ένας με ένα ψαροντούφεκο που το είχε πάρει από το ίδιο οπλοπωλείο και έριξε την βέργα προς την αστυνομία που βρίσκονταν απ’ την άλλη μεριά του ποταμού. Σε κάθε γέφυρα στήνονταν οδοφράγματα και ρίχνονταν οι βόμβες μολότοφ σε δέσμες. Υπήρχαν εκείνοι που πυροβολούσαν, αλλά και η αστυνομία πυροβολούσε, όλοι πυροβολούσαν από λίγο. Υπήρξαν τόσοι πολλοί τραυματίες εκείνη την ημέρα, κι από τις δυο πλευρές.

Κατά μήκος του ποταμού υπήρχαν εκείνοι που προσπάθησαν να στήσουν σειρές συντρόφων στην άκρη του δρόμου για να προσπαθήσουν να αποτρέψουν ορισμένες ομάδες να καταστρέψουν όλα τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Υπήρξε τότε μια σκληρή πολεμική για αυτά τα γεγονότα. Υπήρχαν ίσως εκατό χιλιάδες άτομα και ανάμεσά τους υπήρχαν και εκείνοι που κατέστρεφαν τα πάντα.

Στην Piazza del Popolo, ο αέρας δεν αναπνέονταν, κατάσταση αποπνικτική, η αστυνομία δεν ήταν εκεί, ήταν ένα φάντασμα που παρέμεινε σε απόσταση ρίχνοντας δακρυγόνα συνεχώς. Πίσω από τα τειχάκια υπήρχαν οι φλόγες που υψώνονταν. Μια μεγάλη ομάδα ξεκίνησε επίθεση στο αρχηγείο των καραμπινιέρων, έριξαν ατέλειωτες μολότοφ και στη συνέχεια άρχισαν να πυροβολούν και τα όπλα, τουφέκια και πιστόλια, στην πόρτα και στον τοίχο. Μακρύτερα είχαν βάλει φωτιά σε ένα μπαρ που ήταν το σημείο συνάντησης των φασιστών.

 

από το βιβλίο  »Η χρυσή ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό κύμα, πολιτικό και υπαρξιακό» – (da “L’orda d’oro. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale”) 

http://machorka.espivblogs.net/2014/05/06/roma-11-marzo-1977/

Posted in αυτονομία, autonomia | Tagged , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – ε]

Νοέμβρης του ’73, ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις λεύκες.Η Οφήλια κάθεται, στη σκιά, σ’ ένα τραπεζάκι ενός καφέ της λεωφόρου Σουεσία. Η Κατίτα προσέχει το ζωηρό κόκκινο πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά πάνω στο περιοδικό μόδας, την αγκαλιάζει χωρίς κανένα δισταγμό. Οι έγνοιες πετούν μακριά στο ανοιξιάτικο αεράκι. Η άνεση της Οφηλίας, σαν να ειρηνεύει τον παραλογισμό εκείνων των ημερών. Η Οφηλία συμφωνεί, θ’ αγοράσει στ’ όνομα της το γαλάζιο Σπίτι της Σάντα Φε.

Δεν καταλαβαίνει και πολύ καλά γιατί θέλει τόσο πολύ εκείνο το αστείο σπίτι, με την εξεζητημένη διακόσμηση και την άβολη διαρρύθμιση. Η κουζίνα στην άλλη άκρη της ταράτσας, τεράστιο μπάνιο, με εκείνο το γελοίο ντους στη μέση, και, μόνο τρία, μικρά δωματιάκια. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και είναι χαρούμενο σπίτι: οι τοίχοι της αυλής σαν ζωγραφισμένοι, με τις αναρριχόμενες τριανταφυλλιές, ένα φροντισμένο κλήμα  τριγυρίζει το μαύρο πλακόστρωτο.

Η ιδιοκτήτρια εκστασιάζεται μπροστά στην Οφήλια, αυτή τη νέα γυναίκα με το επιχειρηματικό μυαλό, πλούσια από πρώτη ματιά, που ζητάει να επενδύσει σε ακίνητα την κληρονομιά που δέχτηκε πρόσφατα, πριν φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Η ιδιοκτήτρια είναι μια χοντρή, δραστήρια πενηντάρα, ίδια καρικατούρα του επιθετικού μικροαστισμού. Κοκορεύεται αρειμανίως για τη δράση της στην απεργία των γυναικών των φορτηγατζήδων, στους κήπους της βουλής. Υμνολογάει τις δόξες και τις καλοσύνες της στρατιωτικής κυβέρνησης. Δεν την εμπόδιζαν ούτε και τα προβλήματα που άρχιζε νάχει. Έβλεπε ότι ήταν αναγκασμένη να πουλήσει το σπίτι της, το σπίτι που έχτισε με τα ίδια της τα χέρια. Η Οφηλία παρηγορούσε κάπως τα βάσανα της.

 

Η πληρωμή πρέπει να γίνει,νωρίς το πρωί, σε μια τράπεζα της Γκραν Αβενίντα. H Oφηλία φέρνει το ρευστό μέσα σ’ ένα καλάθι. Έτρεμε απ’ την προηγούμενη κιόλας, στη σκέψη ότι είχε να κρύψει τόσα χαρτονομίσματα μέσα σ’ ένα σωρό κουρέλια. Στην τράπεζα οι υπάλληλοι εκπλήσσονται στη θέα των δεσμίδων, τους παίρνει ώρες να τα μετρήσουν ένα-ένα.

 

H δουλειά τέλειωσε. Το απόγευμα, η Οφήλια, η ιδιοκτήτρια κι η Κατίτα ξανασυναντιούνται στο γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ.

Η ιδιοκτήτρια: Θα νοικιάσετε, λοιπόν, δεσποινίς Οφηλία, το σπίτι στη φιληνάδα σας, αλλά θα ξαναγυρίσετε σ’ ένα χρόνο, ε; Μην ξεχνάτε, εκεί-πέρα, ότι δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα στον κόσμο από την Πατρίδα.

Οφηλία: Κυρία μου, από δω η Χιμένα, έχει δυο δίδυμα κοριτσάκια, σας έχω πει ήδη ότι ο άνδρας της υποφέρει από μια αρρώστια στα νεφρά, κι ότι θάρθουν να μείνουν για λίγο μαζί της ο άντρας της κι η κουνιάδα της.

Η ιδιοκτήτρια: Αυτή είναι οικογένεια, δεν σταματώ να το επαναλαμβάνω στους γυιούς μου.

Φαίνεται να μαλακώνει μπροστά στη νέα γυναίκα και τη δυστυχία της. Σιγουρεύτηκε και για το σπίτι, οι νοικάρηδες είναι καλοί άνθρωποι, φτωχοί αλλ’ από καλή οικογένεια.

Η ιδιοκτήτρια: Καημένη μικρή μου, σας καταλαβαίνω, οι άνθρωποι δεν έγιναν για να αρρωσταίνουν…Τα κοριτσάκια θα περάσουν καλά εδώ, η γειτονιά είναι ήσυχη. Μην τ’ αφήνετε όμως απ’ τα μάτια σας, υπάρχουν πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις στις νότιες συνοικίες του Σαντιάγκο…Και το συγύρισμα του σπιτιού, σενιόρα Χιμένα, χρειάζεται χρόνο…Να περιποιείστε το κλήμα, μέσα σε δυο χρόνια θάχετε ωραία μαύρα σταφύλια.Για το κρέας και τα πουλερικά, δεν υπάρχει καλύτερος και φθηνότερος απ’τον φίλο μου το χασάπη, τριάντα μέτρα πιο κάτω. Τον ξέρω χρόνια, πάντα, τα χρόνια της έλλειψης τροφίμων, μου φύλαγε καλά κομμάτια. Και πολέμησε πολύ τον Αλλιέντε και τους κομουνιστές…Σας αρέσει αυτό το σκούρο μπλε χρώμα της κάμαρας που βγάζει στον κήπο; Το καλύτερο δωμάτιο, δίκιο έχετε, εκεί κοιμόμουνα. Πάρτε και το τηλέφωνο μου, δεν ξέρεις καμιά φορά…μπορεί να χρειαστείτε και άλλες πληροφορίες.

Της ερχόταν άσχημα, της ιδιοκτήτριας, ν’ απομακρυνθεί οριστικά από το σπίτι της. Η ιστορία που, πολύ διακριτικά, σκάρωσε η Οφηλίας, κυκλοφορούσε κιόλας στη γειτονιά. Τέλεια.

 

Ένας μήνας και κάτι βδομάδες δουλειάς και απρόοπτων συναντήσεων, κινδύνων και παράξενων στιγμών, που ζήσαμε μαζί. Ο χρόνος δεν κυλούσε με τον ίδιο τρόπο. Η φιλία ποτέ δεν θα χαθεί. Τα μελιά μάτια της Οφήλιας, η ομορφιά και η αυστηρότητα της.

Η Οφηλία δούλευε στο θέατρο με τη μητέρα μου. Στ’ όνομα της αγοράστηκε το σπίτι της Σάντα Φέ. Εκείνη ζούσε στην Μ. Βρετανία. Δεν μπορούσαν να την αγγίξουν, θα της απαγόρευαν όμως, σε λίγο την παραμονή στη Χιλή.

 

Στις αρχές του Δεκέμβρη του ’73, είχαμε επί τέλους, ευπρεπίσει το σπίτι. Τώρα έπρεπε να το κάνει η Κατίτα κατοικήσιμο, να φροντίσει με πολύ προσοχή κάθε λεπτομέρεια για την ασφάλεια μας: χρειάζονταν κουρτίνες στα παράθυρα που έβλεπαν στο δρόμο, καθώς και μερικές λάμπες, γλόμποι, μπλε και άσπροι, μερικά έπιπλα, για να δίνουμε περισσότερο την εντύπωση μιας κανονικής οικογένειας. Ο Μιγκέλ ανέλαβε την μετακόμιση μερικών πραγμάτων απ’ το πράσινο σπίτι. Δεν ξέρω από που ξετρύπωσε το φορτηγάκι.

Αλλά η ευθυμία δεν ήταν όση θάπρεπε. Απ’ τις 13 του Δεκέμβρη ψάχναμε απελπισμένα τον Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ, ο Αντρές και οι άλλοι όργωναν τους δρόμους, ξεγλιστρούσαν απ’ τους ελέγχους του στρατού, σύχναζαν σε κάθε δημόσιο μέρος, κάθε συνοικία, όπου θα μπορούσε να πάει ο Μπαούτσι. Ο Μιγκέλ έφτασε να πλησιάσει μέχρι και την εκκλησία, όπου έλεγαν ότι πέρασε την τελευταία του νύχτα, πριν εξαφανιστεί, ο Μπαούτσι. Κατάστρωνε ενέδρες, με την τρελή ελπίδα να πάρει πίσω τον Μπαούτσι σε καμιά μεταφορά απ’ την φυλακή, να εμποδίσει πάση θυσία τον εχθρό να τον βάλει οριστικά στο χέρι. Κοπιαστικές μέρες, διαδέχονταν η μια την άλλη. Τίποτα. Ούτ’ ένα ίχνος του Μπαούτσι.

Μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα, οι λινές κουρτίνες είχαν κρεμαστεί στα παράθυρα. Υπήρχαν ήδη τα χρειώδη, δεν είχε όμως ακόμα καθοριστεί η μέρα της εγκατάστασης. Η Κατίτα βιαζόταν ν’αρχίσει μια καινούργια ζωή σ’ αυτό το σπίτι όπου ο Μιγκέλ θα ήταν ασφαλής. Η αναζήτηση του Μπαούτσι ήταν πια πολύ επικίνδυνη.

Το βράδυ της 24ης Δεκέμβρη του 73, ο Μιγκέλ μπαίνει για πρώτη φορά στο σπίτι, στη Σάντα Φέ. Δεν είδε, δεν πρόσεξε το μπλε, αν και θα μπορούσε να κάνει την σύγκριση – το γαλάζιο χρώμα του σπιτιού, σαν το εξωτερικό των τοίχων του άλλου στη Λας Κόντες, όπου έζησε τόσον καιρό μαζί του ο Μπαούτσι. Εκείνα τα σπίτια…Το ένα μου υποβάλλει το άλλο.

 

 

Posted in ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle | Tagged , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική…

Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά ; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης,, όχι αγαπητικές σχέσεις.
Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο
άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου είναι όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, που τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Η απαγωγή και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο ,καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα ,τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ ,κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα αναθαρρημένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε ,άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν παρούσα, όταν βέβαια κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τα πράγματα, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα,, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεών τους, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε.

Το κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις κλπ, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί. [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται.]

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν ,για να τη γλιτώσουν όσο γρηγορότερα γίνεται. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των σοβαρών αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από κάποιους ,ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

Η παρουσία των οργανώσεων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή ,τον πρώτο καιρό τουλάχιστον, δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της ,με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις .Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Πρέπει να γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα που το κίνημα δεν το άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος , δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.
Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της εκτέλεσης ,όπως αν θυμάμαι καλά ,έχουμε ξαναπεί συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί .Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ένιωθαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους πάντες, έστω, τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη, το χαμόγελο είχε αντικατασταθεί από σφιγμένα χείλη και ο εκνευρισμός συχνά από την σιγουριά και την ηρεμία που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής.
Σε γενικές γραμμές αυτά. Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίστηκαν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες που δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, και δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη αυτών που είχαν πράξει δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Τη θεωρεί μια πολύ τίμια και αναγκαία στάση.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει ,και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημι ελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

http://youtu.be/dYClbYjJHeM

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας, .Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν .Όλοι οι καλοί χωρούσαν. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι Και τέρμα. Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζονται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να πράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής., της καθημερινότητας.
Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές ,να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα ,με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.

Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

συνεχίζεται

http://youtu.be/6Ugpvb5OXsM

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

 https://aenaikinisi.wordpress.com/2014/04/29/%CF%87%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%88%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-3/

μιχαλης 282

Posted in σκόρπιες σκέψεις... | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ανάμεσα στον Barroso και τον Bouhlel

Δεκαπέντε χρόνια μετά την Γένοβα – Quindici anni dopo Genova

Του Franco Berardi Bifo

Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world,
The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
The ceremony of innocence is drowned;
The best lack all conviction, while the worst
Are full of passionate intensity.

(Yeats: The Second Coming)

lametta

Τέλος του θατσερισμού – Fine del thatcherismo

Δεκαπέντε χρόνια μετά τη Γένοβα, όταν η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση γιόρτασε αιματηρά τον θρίαμβό της, πολλά σημάδια δείχνουν ότι τα πάντα γκρεμίζονται: η νεοφιλελεύθερη κυριαρχία, η οποία εξασφάλισε μια ισορροπία της παγκόσμιας εξουσίας καταρρέει, και ο κατακερματισμένος εμφύλιος πόλεμος επεκτείνεται σε κάθε περιοχή του πλανήτη, μέχρι να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου η ευρεία διάδοση των όπλων τροφοδοτεί την καθημερινή σφαγή της οποίας οι Αφροαμερικανοί είναι τα προνομιακά θύματα.

Τα σημάδια πολλαπλασιάζονται, αλλά πώς να τα ερμηνεύσουμε; Ποια τάση να προβλέψουμε;! Και πάνω απ ‘όλα πώς να ανασυνθέσουμε την κοινωνική αυτονομία, πώς να προστατεύσουμε τη ζωή και την λογική από την φονική τρέλα που ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ξεσηκώνει και ο φασισμός στις εθνικιστικές και θρησκευτικές παραλλαγές του όλο και συχνότερα μας επιτίθεται;

Στις 2 Ιουλίου, του 2016, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα που επικύρωσε την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Economist, το περιοδικό που ανέκαθεν υποστήριζε ενθουσιωδώς τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ξαφνικά και δραματικά κηρύσσει τη διάλυση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης . Σε ένα κύριο άρθρο με τίτλο Οι πολιτικές του θυμού, το περιοδικό, του οποίου το εξώφυλλο δείχνει ένα εσώρουχο με τα χρώματα της βρετανικής σημαίας και την punk κραυγή Αναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, μπορούμε να διαβάσουμε (με κάποια έκπληξη):

«Από την Αμερική του Trump στην Γαλλία της Marine Le Pen, πολλοί είναι θυμωμένοι. Εάν δεν μπορούν να βρουν μια φωνή στις κυβερνητικές δυνάμεις τελικά θα ακουστούν φεύγοντας από το σύστημα. Αν δεν πιστεύουν πως η παγκόσμια τάξη λειτουργεί γι αυτούς το Brexit κινδυνεύει να γίνει μόνο η αρχή της διάλυσης της παγκοσμιοποίησης και της ευημερίας που αυτή δημιούργησε. »

Ο θυμός των αποκλεισμένων, προσθέτει το Economist, είναι δικαιολογημένος.

«Οι υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της εφημερίδας μας, πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι τεχνοκράτες έχουν κάνει λάθη και οι απλοί άνθρωποι πλήρωσαν το τίμημα. Η απόφαση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού νομίσματος ήταν μια τεχνοκρατική επιλογή που έχει παράξει στασιμότητα και ανεργία και τώρα καταστρέφει την Ευρώπη. Επεξεργασμένα χρηματοοικονομικά μέσα έχουν μπερδέψει τις ρυθμιστικές αρχές, κατέστρεψαν την παγκόσμια οικονομία και κατέληξαν στο σημείο να αναγκάσουν τους φορολογούμενους να πληρώσουν το τίμημα της διάσωσης των τραπεζών. »

Ομολογώ ότι ποτέ δεν θα περίμενα μια αυτοκριτική εκ μέρους του περιοδικού που ήταν πάντοτε με αλαζονεία κράχτης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αλλά: «Ενώ το αμερικανικό προϊόν αυξήθηκε κατά 14%, οι μέσοι μισθοί αυξήθηκαν μόνο κατά 2%. Οι φιλελεύθεροι πιστεύουν στα οφέλη μιας παραίτησης της κυριαρχίας για το κοινό καλό. Αλλά, όπως δείχνει το Brexit όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν ελέγχουν τη ζωή τους και δεν απολαμβάνουν τους καρπούς της παγκοσμιοποίησης χτυπούν σκληρά. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει στόχος. »

Τέλειωσε λοιπόν η νεοφιλελεύθερη εποχή; Και είμαστε λοιπόν κοντά στην κατάρρευση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού; Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κανείς δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς να αντικαταστήσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, κανείς δεν έχει στο μυαλό ένα κοινωνικό μοντέλο που μπορεί να πάρει τη θέση της δικτατορίας των αγορών που κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αρχίζοντας από την Αγγλία της Θάτσερ, έχει μεταμορφώσει την κοινωνία την εργασία και την πολιτική. Το να εφεύρουμε μια διαδικασία εξόδου από τον καπιταλισμό είναι το τεράστιο καθήκον που περιμένει την αυτόνομη νοημοσύνη. Ενώ ο πόλεμος μαίνεται γύρω μας.

 

Μια ωρολογιακή βόμβα – Una bomba a orologeria

Το Brexit τρομάζει για πολλούς λόγους: επειδή ανοίγει τις πόρτες του πουθενά μπροστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι καθιστά δυνατή μια κατάρρευση του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι ανοίγει προοπτικές εκφυλιστικές για την παγκόσμια οικονομία, η οποία είναι ήδη σε στασιμότητα και αποπληθωριστική υπερπαραγωγή . Αλλά επίσης, και ίσως πάνω απ ‘όλα, επειδή η Αγγλία υπήρξε στους δύο τελευταίους αιώνες η εμπροσθοφυλακή του παγκόσμιου καπιταλισμού: εκεί άρχισε η νεοφιλελεύθερη επίθεση, γιατί όταν κάτι συμβαίνει στο Λονδίνο σύντομα τα αποτελέσματα γίνονται αισθητά παντού, οι συνέπειες. Πρώτα απ ‘όλα γίνονται αισθητές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το 1980 ο Ronald Reagan εισήγαγε τις Θατσερικές πολιτικές, και όπου πραγματοποιείται σήμερα μια προεκλογική εκστρατεία που κυριαρχείται από την γελοία φιγούρα του Donald Trump.

Ίσως προλαμβάνοντας την μελλοντική νίκη του Τράμπ, στις αρχές Ιουλίου, ο Πρόεδρος Ομπάμα συμμετείχε στη Βαρσοβία σε μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ για την οποία δεν έγινε αρκετός λόγος. Σε αυτή τη σύνοδο κορυφής πάρθηκαν αποφάσεις που μπορεί να φέρουν την Ευρώπη στο χείλος μιας στρατιωτικής αβύσσου. Αφού το ΝΑΤΟ ανέπτυξε 25.000 στρατιώτες στην άσκηση Anaconda, στην Πολωνία, τώρα το ΝΑΤΟ αποφασίζει να αποστείλει στρατεύματα μόνιμα στις χώρες της Βαλτικής, σε μια περιοχή όπου η μικρότερη πρόκληση θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύο αποτελέσματα: μια στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία του Πούτιν ή την αποσύνθεση του ΝΑΤΟ. Το πραξικόπημα στην Τουρκία δείχνει ότι η χώρα έχει γίνει ένα πεδίο μάχης μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.

Με νικημένους τους φιλο-αμερικάνους στρατηγούς ο Ερντογάν μετατρέπει τη χώρα σε μια ισλαμική δικτατορία, φασιστική, και σφίγγει μια συμφωνία με τον Πούτιν. Έχοντας χάσει την αρχική αιτιολογία, το ΝΑΤΟ σήμερα είναι μια εύθραυστη αρχιτεκτονική που απειλεί να παγιδεύσει την Ευρώπη. Το γράφει ο γερμανός Jochen Bittner σε ένα άρθρο με τίτλο Μήπως εξακολουθεί να υπάρχει ΝΑΤΟ; (στην ΝΥΤ της 8ης Ιουλίου).

«Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να αντιμετωπίσει την παρακμή του με τον ήχο από τις πιο βαριές του σπάθες. Η ομάδα διαχείρισης του θέλει να κάνει τα κράτη της Βαλτικής αυτό που κάποτε ήταν το Βερολίνο.

Δύση: ένας πυρηνικός πυροκροτητής».

Η σύνοδος κορυφής στη Βαρσοβία, στη συνέχεια, το πραξικόπημα στην Τουρκία: Το ΝΑΤΟ έχει γίνει πλέον μια ωρολογιακή βόμβα της οποίας η έκρηξη μπορεί να έχει αποτελέσματα, συνέπειες που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε.

 

Μαύρο καλοκαίρι στην Αμερική – Estate nera in America

Ενώ στην Αμερική ξεκινά η προεκλογική εκστρατεία μια εντυπωσιακή σειρά ρατσιστικών δολοφονιών, που προκάλεσε, το φθινόπωρο του 2014 το κίνημα Black lives matter, οδηγεί τον Αφρο-Αμερικανικό πληθυσμό σε τέτοιο βαθμό αγανάκτησης που στις διαδηλώσεις φωνάζουν: «Σκοτώστε την αστυνομία» , και στο Ντάλας ένα μαύρο αγόρι με το όνομα Micah, εκπαιδευμένο στον πόλεμο του Αφγανιστάν, πυροβολεί και σκοτώνει πέντε αστυνομικούς. Ομολογώ ότι αφού έλαβα τις πρώτες πληροφορίες σχετικά με τη σφαγή στο Ντάλας, όταν ακόμα κυκλοφορούσε η είδηση ότι επρόκειτο για μια ένοπλη ομάδα, σκέφτηκα ότι μετά από τόσα χρόνια είχε παρουσιαστεί ξανά στη σκηνή μια επαναστατική οργάνωση όπως το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 . Η πραγματικότητα αποδείχθηκε σύντομα ότι ήταν πολύ πιο κοινότυπη. Δεν υπήρξε καμιά ένοπλη συλλογική δράση, αλλά η συνήθης πράξη αυτοκτονικής απελπισίας, παρόμοια με τις πολλές που από το Columbine και μετά χαρακτηρίζουν, στιγματίζουν τη ζωή μιας χώρας όπου ο καθένας μπορεί να αποκτήσει θανατηφόρα όπλα, έτσι ώστε η Εθνική Ένωση Όπλων να μπορεί να αυξήσει τα κέρδη της.

Η αντίδραση του κατεστημένου ήταν μια αποκρουστικό υποκρισία. Λένε ότι η δράση του Micah Jones θα έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από το κίνημα την επιρροή του και τα οφέλη που είχε κατακτήσει. Αλλά πια επιρροή και ποια οφέλη; Από το Ferguson και μετά, το κίνημα μεγάλωσε, βάδισε σε όλες τις πόλεις της χώρας, αλλά η ενστάλαξη των ρατσιστικών αστυνομικών δολοφονιών δεν έχει δει ποτέ να επιβραδύνεται ο ρυθμός της.

Στις αρχές Ιουλίου, πολλοί αναρωτήθηκαν κατά πόσον αυτή είναι η αρχή μιας μαύρης εξέγερσης, παρόμοια με τις ταραχές που από το Newark στο Watts και στο Ντιτρόιτ σημάδεψαν με τρόπο αξέχαστο τα αμερικανικά χρόνια ’60. Εγώ θα έλεγα όχι.

Στη δεκαετία του ’60 και του ’70 η μαύρη εξέγερση ήταν μέρος ενός κινήματος που εκτυλίχθηκε σε κάθε περιοχή του κόσμου και προσπάθησε να μετατρέψει τις κοινωνικές σχέσεις με προοδευτική και επαναστατική έννοια, και που κατάφερε πραγματικά να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του Αφρο-αμερικανικού πληθυσμού. Δυστυχώς, εκείνο το αντιεξουσιαστικό και σοσιαλιστικό παγκόσμιο κίνημα νικήθηκε από την καπιταλιστική αντεπανάσταση. Εκείνο που συνέβη από τα χρόνια της Θάτσερ και μετά είναι γνωστό: με κατεστραμμένο το εργατικό κίνημα με την ενεργό συνεργασία των ποταπών αριστερών κομμάτων, ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ήταν σε θέση να καταστρέψει ελεύθερα το περιβάλλον, την κοινωνική ζωή και την ψυχολογική ισορροπία της ανθρωπότητας. Κάποιος είχε πει: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός νικήθηκε. Και η βαρβαρότητα προχωρεί αδυσώπητα, ασταμάτητη.

Το μαύρο κίνημα που κάποτε φώναζε για την Μαύρη δύναμη ικετεύει τώρα πως η ζωή των Μαύρων έχει σημασία.. Αυτά τα λόγια είναι το σημάδι μιας γιγαντιαίας ήττας. Κάντε μας ότι θέλετε, αλλά σας παρακαλώ μην μας σκοτώνετε.

Λευκός ρατσισμός ισλαμικός φασισμός παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος – Razzismo bianco Fascismo islamista guerra civile globale

Οι εργαζόμενοι εκβιάστηκαν, τους κατέστησαν επισφαλείς, φτωχοποιήθηκαν, και δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε εργαλείο για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Με χαμένη κάθε δυνατότητα χειραφέτησης και οργάνωσης σήμερα απεγνωσμένα προσκολλώνται στη μόνη μορφή ταυτότητας που τους απομένει: την εθνική, θρησκευτική ή εθνική. Με θρυμματισμένη την διεθνιστική αλληλεγγύη η απόγνωση πήζει με τη μορφή της ταυτότητας, και επανεμφανίζεται ο φασισμός. Δεν είστε εργαζόμενοι δεν έχουν ηττηθεί, αλλά λαός – αυτό λέει ο φασισμός. Και οι λαοί πάνε στον πόλεμο, κάνουν πόλεμο, επειδή είναι το μόνο πράγμα που ξέρουν να κάνουν.

Η κληρονομιά αιώνων αποικιοκρατίας και δουλείας τώρα επανεμφανίζεται σε όλο τον κόσμο. Για τους αποικισμένους λαούς, τους ληστεμένους, που υποβλήθηκαν στη δουλεία, η μόνη εξέγερση είναι η ένοπλη εκδίκηση. Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός είναι η εμπροσθοφυλακή αυτής της εκδίκησης. Η μαζική μετανάστευση από το νότο προς το βορρά του κόσμου είναι η συνέπεια της άλυτης,ανεξόφλητης αποικιακής κληρονομιάς, και των νέων πολέμων που η ένοπλη εκδίκηση δεν κάνει άλλο από το να τροφοδοτεί.

Εν τω μεταξύ, η εξαθλίωση των λευκών εργατών της Ευρώπης και της Αμερικής τροφοδοτεί το κύμα του κοινωνικού ρατσισμού και του εθνικισμού των οποίων τα αποτελέσματα είναι το Brexit και ο θρυμματισμός της Ένωσης.

Αριθμητικά φθίνοντες, οι λευκοί γερνούν, ενώ οι αποικισμένοι λαοί, νεότεροι και δημογραφικά σε αύξηση, πιέζουν στα σύνορα. Υπάρχει ένα είδος ευνουχισμένης υπεροχής στο βάθος του λευκού ασυνείδητου, η οποία αντιτίθεται στην επιθετική πρωτοκαθεδρία των λαών που ζητούν εκδίκηση. Υπάρχει η δυνατότητα να αποφευχθεί το γεγονός η σύγκρουση μεταξύ του ρατσισμού της υπεροχής και της επιθετικά απελπισμένης πίεσης των αποικισμένων λαών να επιλυθεί με ένα παγκόσμιο μακελειό; Υπήρχε, και ονομαζόταν σοσιαλισμός. Η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε και αυτό που απομένει είναι η βαρβαρότητα, ο ρατσισμός και ο παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος.

 

Η κληρονομιά της αποικιοκρατίας – L’eredità del colonialismo

Αιώνες αποικιακής καταπίεσης εξαθλίωσης και απέλασης του εργατικού δυναμικού παρουσιάζουν τον λογαριασμό. Μόνο μια διεθνιστική κουλτούρα θα καταστούσε δυνατή την απαραίτητη ανακατανομή των πόρων, και μόνο μια εξισωτική και σοσιαλιστική πολιτική μπορεί να καταστήσει πιθανό τον σοσιαλισμό. Η ήττα του εργατικού κινήματος (της οποίας είναι υπεύθυνη η αριστερά που μετατράπηκε σε φιλελευθερισμό) έχει καταστραφεί αυτό το ενδεχόμενο ανοίγοντας τις πύλες της κόλασης. Τώρα είμαστε στην κόλαση και δεν φαίνεται ο δρόμος προς τα έξω.

Η μεταναστευτική πίεση στα σύνορα της Ευρώπης θα συνεχιστεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιδρά σαν αποικιακή δύναμη. Ένα έγγραφο στις αρχές του Ιούνη 2016 της ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποστηρίζει ότι μέχρι το 2025 χρειαζόμαστε 83 εκατομμύρια εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης που η Ευρώπη σε δημογραφική παρακμή (που βρίσκεται επίσης σε πλήρη κατάρρευση της φοίτησης στα σχολεία) δεν είναι σε θέση να παράσχει. Κατά συνέπεια, το έγγραφο αναφέρει ότι είναι απαραίτητο να ευνοηθεί η εισροή των ειδικευμένων εργαζομένων από το νότιο ημισφαίριο. Οι άλλοι ας ψοφήσουν στην θάλασσα ή στα χέρια του Ερντογάν. Οι φτωχές χώρες θα φτωχοποιηθούν περαιτέρω από τη διαρροή εγκεφάλων την ώρα που θα αυξάνουν οι δυνάμεις του τρόμου.

 

Η ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πτώμα που περπατά – L’Unione europea è un morto che cammina

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (Deutsche Bank επικεφαλής) βαράει μπιέλες και πάλι, για πολλοστή φορά. Φυσικά, το τραπεζικό σύστημα θα πάρει αυτό που θέλει και η ευρωπαϊκή κοινωνία θα πληρώσει, για πολλοστή φορά. Η γαλλική αριστερά βυθισμένη σε ηθική εξαθλίωση, επιβάλλει ένα ποιοτικό άλμα στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και διαγράφει τις 35 ώρες. Αυτοί είναι οι τελευταίοι χτύποι μιας βρώμικης πολιτικής τάξης που σημαδεύεται πλέον και αναφέρεται μοναχά για την άγνοιά της και την δουλικότητα της. Σύντομα θα κρέμονται στην αγχόνη που οι φασίστες προετοιμάζουν γι αυτήν στη Γαλλία όπως και την Αυστρία και αλλού: οπουδήποτε, παντού.

Αυτοί είναι οι παράγοντες, οι παίκτες στην ευρωπαϊκή σκηνή: η ζητιάνα εξοντωτική οικονομική τάξη και ο εθνικοσοσιαλισμός σε όρθια θέση. Οι κυβερνήσεις έχουν καταντήσει να επαναλαμβάνουν αερολογίες για τη δημοκρατία και την ερχόμενη ανάπτυξη. Τι θα κάνει η Μέρκελ, τώρα που ο αγαπημένος της Merdogan» προκαλεί ένα πραξικόπημα για να διαγράψει οριστικά κάθε επίφαση δημοκρατίας; Θα χορηγήσει βίζα στους τούρκους για να κατακτήσει πως ο δολοφόνος θα φιλοξενεί τους μετανάστες που οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν;

»merda στα ιταλικά σημαίνει σκατά!

 

massacro.

Η φρίκη – L’orrore

Σε ένα είδος κρεσέντο του τρόμου, η ισλαμο-φασιστική άνοια ξεκινά επιθέσεις κατά της καθημερινής ζωής στις ευρωπαϊκές πόλεις, τη Μέση Ανατολή και την Ασία. To σαν ανάμικτη σαλάτα μακελειό από τον αποτυχημένο macho Mohamed Lahouaiej Bouhlel φθάνει ταυτόχρονα με την είδηση ότι ο κ Manuel Barroso, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μεταξύ του 2004 και του 2014 (ανώτατη αρχή του νεκρού που περπατά) είναι τώρα επίσημα πρόεδρος της χρηματοπιστωτικής εταιρείας Goldman Sachs, ένας διεθνής οργανισμός σε σύγκριση με τον οποίον ο Bouhlel μοιάζει με έναν ερασιτέχνη στην τέχνη της σφαγής

 

Κατάληξη – Conclusione

Όπως έγραφε ο Yeats στα 1919:

«Η παλίρροια ανεβαίνει αιματηρή παντού

Η τελετή της αθωότητας πνίγεται.

Οι καλύτεροι στερούνται κάθε πεποίθησης, ενώ οι χειρότεροι

Είναι γεμάτοι παθιασμένη ένταση. »

Η αντίσταση μπορεί τώρα να οργανωθεί μόνο με οριακή μορφή, περιθωριακή : η κοινωνία έχει παραλύσει, δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και τα δικαιώματά της. Στην Ιταλία παίζουν κάνοντας δημοψηφίσματα, σαν το πρόβλημα να ήταν η μορφή της δημοκρατίας, όταν είναι απολύτως σαφές ότι η δημοκρατία είναι ένα εργαλείο αμβλύ εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα, που στερείται κάθε αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία. Στο δημοψήφισμα του φθινοπώρου πάντως θα πάω να ψηφίσω, όχι γιατί με ενδιαφέρουν οι μορφές της δημοκρατίας: Θα ψηφίσω γιατί θέλω η κυβέρνηση Renzi να καταρρεύσει, και να επιταχυνθεί η κατάρρευση εκείνου που απομένει από την Ένωση.

Μόνο τότε η κοινωνία θα αρχίσει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αλληλεγγύης, της αυτο-οργάνωσης και της εξόδου από το πτώμα του καπιταλισμού.! Η επόμενη δεκαετία θα κυριαρχείται από ένα όλο και πιο αιματηρό και καταστροφικό πόλεμο. Αυτός που δεν το βλέπει βρίσκετε σε κίνδυνο. Όσοι προσπαθούν να το αρνηθούν είναι επικίνδυνοι. Αυτός που το ξέρει να αρχίσει να οικοδομεί τις δομές αλληλεγγύης που θα βοηθήσουν να επιβιώσουμε, και να σκεφτούμε τις μορφές μιας ισότιμης κοινωνίας, για να επιστρέψουμε μια ημέρα να ζούμε. Ίσως.

 

17 ιουλίου 2016

 http://www.deriveapprodi.org/2016/07/tra-barroso-e-bouhlel/
Posted in αυτονομία, autonomia | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

Εκείνη η 12 μαρτίου του 1977 στην Ρώμη

11 marzo 2011 alle ore 8:10, 11 μαρτίου 2011, στις 8 και 10
Το βράδυ της 11 Μαρτίου 1977 ήμασταν στριμωγμένοι πάνω από εκατό σύντροφοι στην έδρα της κολεκτίβας Κ.Marx της Diamante, όταν ο σύντροφος Francesco di Verbicaro μας τηλεφωνεί από την Μπολόνια. Βρίσκεται στο Radio Alice και μας μιλά για τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα γύρω από την πανεπιστημιούπολη, όπου οι σύντροφοι διαμαρτύρονται για το άνοιγμα ενός γραφείου της νεολαίας της Κοινωνίας και  Απελευθέρωσης. Η αστυνομία φύλαγε μερικές δεκάδες νεαρούς Χριστιανοδημοκράτες, απέναντι στις χιλιάδες των συντρόφων οι οποίοι από τους γειτονικούς δρόμους προσέρχονταν σαν ποτάμι προς το Πανεπιστήμιο. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και οι σύντροφοι γνωρίζουν καλά πώς να υπερασπιστούν τον εαυτό του με τα συνήθη όπλα: μερικοί κάδοι απλωμένοι στον δρόμο, μερικές μολότοφ για να σταματήσουν τις επιθέσεις, λίγες μπίλιες, τίποτα περισσότερο. Οι καραμπινιέροι, ωστόσο, κατά τη διάρκεια επίθεσης σε μια ομάδα συντρόφων που υποχωρούσαν πυροβολούν και χτυπούν έναν σύντροφο στο πίσω μέρος. Είναι ο Francesco LORUSSO.
Η είδηση εξαπλώνεται σε όλη την Ιταλία, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στα πρακτορεία τύπου, και περισσότερο μεταξύ των πολλών συντρόφων που βρίσκονται ήδη σε συναντήσεις σε κάθε στέκι και συλλογικότητα στο πλαίσιο της προετοιμασίας για μια μεγάλη εθνική διαδήλωση γεγονός που είχε ήδη οργανωθεί από την Lotta Continua και την εργατική Αυτονομία για να απαντήσουν στην καταστολή της κυβέρνησης, για την επόμενη μέρα, 12 Μαρτίου, στη Ρώμη. Ο θυμός εκρήγνυται παντού. Την νύχτα τινάζονται στον αέρα ή παραδίδονται στην φωτιά σε όλη την Ιταλία εκατοντάδες από τα κεντρικά γραφεία της Χριστιανοδημοκρατίας. Στην Καλαβρία καίγονται αυτοκίνητα χριστιανοδημοκρατών, κάποιες έδρες καταστρέφονται εκείνο το ίδιο βράδυ με την είδηση. Στο Diamante, μια μικρή πόλη στην Καλαβρία ήταν σε εξέλιξη μια συνάντηση όλων των συλλογικοτήτων της περιοχής του Alto Tirreno Cosentino. Μια συμμετοχική συνάντηση, ξαναμμένη, θυμωμένη. Υπήρχαν οι αναρχικοί σύντροφοι της Grisolia, εκείνοι του Σπιτιού του λαού του Verbicaro (όλη κόκκινη με το δήμαρχο της Lotta Continua), οι αυτόνομοι της Ερυθρής Εβδομάδας της Praia a Mare, το αυτόνομο κέντρο της Area di Paola, όλοι φιλοξενούμενοι της Συλλογικότητας Κ. Μαρξ της Diamante.
 Η απόφαση είναι ομόφωνη: θα πάμε όλοι στη Ρώμη. Γι αυτό η συνάντηση διαρκεί πολύ λίγο ακριβώς για να μπορέσει ο καθένας να οργανωθεί για να φύγουμε αμέσως. Παίρνουν φωτιά τα τηλέφωνα στους συντρόφους της Καλαβρίας που σπουδάζουν στη Ρώμη. Αυτοί οι σύντροφοι, κυρίως προλετάριοι, όλοι ζουν στο κατειλημμένο Σπίτι του φοιτητή και όλοι βάζουν τα δυνατά τους για να βρουν χώρους για να κοιμηθούμε. Πολλοί σύντροφοι από την Καλαβρία ξεκινούν αμέσως το ίδιο βράδυ. Πολλοί άλλοι νωρίς το πρωί την αυγή. Για τις δέκα πρέπει όλοι να είμαστε οπωσδήποτε στην πλατεία Esedra για την πορεία.
 Και το πρωί είμαστε όλοι εκεί. Από το Verbicaro μαζί με το δήμαρχο την μουσική μπάντα του χωριού και πενήντα συντρόφους, άλλους πενήντα από τα παράκτια χωριά. Όταν φτάνουμε η πλατεία είναι ήδη γεμάτη από συντρόφους. Η Piazza Esedra είναι πολύ μικρή και οι σύντροφοι φτάνουν μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό termini. Είμαστε σχεδόν εκατό χιλιάδες σύντροφοι. Στην κεφαλή της πορείας τρεις χιλιάδες φεμινίστριες αμέσως μετά Lotta continua και manifesto. Οι υπόλοιποι είναι εργατική Αυτονομία της Πάδοβας, Μπολόνια, Μιλάνο, Νάπολη, Τοσκάνη, από την Λιγουρία και για πρώτη φορά, επίσης, η Καλαβρία εκπροσωπείται. Η αστυνομία επέβαλε απαγόρευση στο να περάσουμε από την οδό nazionale, αλλά η μάζα των συντρόφων είναι τόσο μεγάλη που ένας ρωμαίους leader της αυτονομίας πηγαίνει προς τον διευθυντή της αστυνομίας με το μαντήλι στο πρόσωπο και του γνωστοποιεί να αδειάσει την οδό nazionale μέσα σε λίγα λεπτά. Εν τω μεταξύ, οι σύντροφοι εισβάλουν στο εργοτάξιο της πλατείας esedra όπου γίνονται έργα προμηθεύονται σιδερολοστούς, πέτρες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να χρησιμεύσει σε μια πιθανή σύγκρουση.
Η αστυνομία σε αυτό το σημείο βλέποντας την αποφασιστικότητα των συντρόφων και ιδιαίτερα την τεράστια μάζα των ανθρώπων, αποφάσισε να αποσυρθεί και να ανοίξει το πέρασμα προς την οδό nazionale. Είναι ένα ποτάμι από κόκκινες σημαίες που εισέρχεται σε αυτό τον δρόμο. Αρχίζουν τώρα να γίνονται θρύψαλα οι βιτρίνες των πρώτης κατηγορίας ξενοδοχείων. Οι τράπεζες, τα όμορφα αυτοκίνητα σταθμευμένα μπροστά από τα πολυτελή καταστήματα πολυτέλεια που δεν είχαν το χρόνο να κλείσουν. Όταν η κεφαλή της πορείας έχει ξεπεράσει την Piazza Venezia και εισέρχεται στην Piazza del Gesu, η ουρά δεν έχει ακόμη κινηθεί από το σταθμό Termini. Και στην πλατεία της Βενετίας, η αστυνομία και οι καραμπινιέροι αποφασίζουν να επιτεθούν για να διαιρέσουν την πορεία. Οι επικεφαλής φεμινίστριες στην πλατεία Ιησού δέχονται αμέσως επίθεση και διασκορπίζονται υπό τον ήχο των δακρυγόνων και των κλομπ. Οι συντρόφισσες της δεν είχαν ομάδα περιφρούρησης και αμέσως διασκορπίζονται. Τώρα, η κεφαλή της πορείας που βρίσκεται σταματημένη στην Piazza Venezia είναι η αυτονομία της Πάδοβας. Φεύγουν μέσα από την πορεία πυροβολισμοί προς τους καραμπινιέρους που αποφασίζουν να οπισθοχωρήσουν και πάλι προς την Via del Corso.

 

Κι εδώ η πορεία χωρίζεται ένα μέρος πηγαίνει προς τα γραφεία του ΚΚΙ στις Botteghe oscure και επιχειρεί μια επίθεση, η συντριπτική πλειοψηφία πηγαίνει αντίθετα προς τη Via del Corso για να πλησιάσει προς την Piazza del popolo, για να ολοκληρώσει με ομιλία την μεγάλη διαδήλωση . Εμείς οι καλαβρέζοι βρισκόμαστε στην πορεία που προσπαθεί να επιτεθεί στα γραφεία του Κκι. Η επίθεση αποτυγχάνει και κατευθυνόμαστε περίπου πέντε χιλιάδες σύντροφοι κατά μήκος του Τίβερη για να ακουστεί η φωνή μας στους συντρόφους κρατούμενους στην φυλακή. Οι καραμπινιέροι και πάλι πυροβολούν τους διαδηλωτές, οι οποίοι δεν κάνουν πίσω.

Παίρνουν ένα αυτοκίνητο και σπρώχνοντας όλοι μαζί με δύναμη το ρίχνουν επάνω στα ρολά ενός οπλοπωλείου διαλύοντας τα. Μια ομάδα συντρόφων ορμά μέσα και αρπάζει απ’ όλα τα όπλα. Πιστόλια, καραμπίνες και κυνηγετικά. Μοιράζουν μεταξύ τους τα πυρομαχικά και κάποιοι απαντούν στα πυρά από τους καραμπινιέρους που και πάλι εξαφανίζονται από το οπτικό πεδίο και έτσι σταματούν να πυροβολούν.

Η πορεία έχει πλέον ανασυνταχθεί και παίρνει και πάλι τον δρόμο προς την Piazza del Popolo, στην οποία έχει ήδη φτάσει το μεγαλύτερο μέρος της πορείας και όπου ένας αριθμός συντρόφων μιλά από την εξέδρα θυμίζοντας πως τους συντρόφους που δολοφονήθηκαν και τις ευθύνες της πολιτικής εξουσίας εκείνης της εποχής που αποτελείται από το συνταγματικό τόξο που εκτείνεται από το φασιστικό MSI με την εξωτερική στήριξη στην χριστιανοδημοκρατία DC, PCI, PSI, PRI, PSDI, PLI. Εν τω μεταξύ, δεκάδες γραφεία του MSI καταστράφηκαν, εκείνα της DC και του PSI, πολλές τράπεζες και πολυτελή καταστήματα. Καταστράφηκαν επίσης εκατοντάδες πολυτελή αυτοκίνητα κατά μήκος της πορείας και επίσης όλη η οδική σήμανση. Η επιστροφή από την πλατεία del popolo γίνεται μέσα από δεκάδες μικρές πορείες από συντρόφους που επιστρέφουν στα πούλμαν ή στα τρένα τους.

Οι καλαβρέζοι σύντροφοι δέχονται επίθεση από μια μεγάλη περίπολο καραμπινιέρων οι οποίοι σε έξαλλη κατάσταση από τις επιθέσεις που δέχτηκαν όλη την ημέρα ξεσπούν στα πούλμαν καταστρέφοντας όλα τα τζάμια και τραυματίζοντας αρκετούς συντρόφους που είχαν ανέβει για να σωθούν από τη μανία των ξυλοδαρμών. Εκατοντάδες συλλήψεις και αρκετοί τραυματισμένοι σύντροφοι από πυροβόλα όπλα και από τους ξυλοδαρμούς, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι θετικό. Αποδείξαμε ότι μια οργανωμένη πορεία και αποφασισμένη μπορεί να πάρει στην κατοχή της μια πόλη και να την υπερασπιστεί με τα κατάλληλα μέσα και τον κατάλληλο τρόπο. Δείξαμε επίσης ότι δεν μπορούν να σκοτώνουν με ατιμωρησία ένα νεαρό από πίσω και να μην συμβαίνει τίποτα. Η επιστροφή στην Diamante και στα χωριά της Καλαβρίας έκανε όλους τους συντρόφους δυνατότερους και πιο αποφασισμένους να συνεχίσει τους αγώνες. Αντιθέτως η εξουσία πήρε ένα σκληρό μάθημα!

 

Από το βιβλίο ΝΟΤΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ, SUD E RIBELLIONE ed Coessenza – in via di preparazione uscita prevista Maggio 2016, που πρόκειται να εκδοθεί μέσα στον Μάη του 2016

του  FRANCESCO CIRILLO
la copertina del libro in lavorazioneτο εξώφυλλο του βιβλίου σε επεξεργασίαPiazza Esedra 12 marzo 1977Piazza Esedra 12 μαρτίου 1977Piazza Esedra dal cantierePiazza Esedra από το εργοτάξιο

La testa del corteoη κεφαλή της πορείας
Posted in αυτονομία, autonomia | Tagged , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

William S. Burroughs…

Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κοινωνία ανθρώπων που δεν ονειρεύονται.
Θα πέθαιναν μέσα σε δυο εβδομάδες.

στις 2 Αυγούστου του 1997, έφυγε από τη ζωή ο William S. Burroughs (1914-1997).



«Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ: Ο Παππούς Όλων Μας»

—του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη—

Στη μνήμη του φίλου μου, Νίκου Μπαλή 


Υπάρχουν επαναστάτες που από μόνοι τους αποτέλεσαν μιαν ολόκληρη Κεντρική Επιτροπή (κλασικό παράδειγμα: ο Γκυ Ντεμπόρ). Υπάρχουν συγγραφείς που από μόνοι τους αποτέλεσαν μια ολόκληρη σχολή (κλασικό παράδειγμα ο Μπόρχες). Υπάρχουν καλλιτέχνες που από μόνοι τους αποτέλεσαν ένα ολόκληρο κίνημα (κλασικό παράδειγμα: ο Μαρσέλ Ντυσάν). Υπάρχει μία προσωπικότητα, μια εμβληματική μορφή του Εικοστού Αιώνα που υπήρξε και τα τρία, και όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο: επαναστάτης, συγγραφέας, καλλιτέχνης, και, συνάμα, κεντρική επιτροπή, σχολή, κίνημα. Άκουγε στο όνομα Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ. Επηρέασε τους πάντες και τα πάντα. Επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τέχνη, επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Επηρέασε το γράψιμο, την εικαστική έκφραση, τον κινηματογράφο, το ροκ. Ανακάτεψε την τράπουλα ξανά. Ανέτρεψε τα δεδομένα. Ήταν από εκείνους που δεν παίζουν με τους κανόνες αλλά τους αναδημιουργούν, τους επινοούν, και τους επιβάλλουν – όχι με τη βία, αλλά με μια σπάνια μειλιχιότητα, με μια καταλυτική και ακαταμάχητη ηδύτητα. Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ.

Και τι δεν ήταν; Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, λαμπρός φοιτητής, ένας απ’ τους γενάρχες του κινήματος των Μπιτ, ακούσιος φονιάς της συζύγου του, ποιητής, περιπλανώμενος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, απολυμαντής, αέναος πειραματιστής, ανατρεπτικός μελετητής της γλωσσικής λειτουργίας, εικαστικός καλλιτέχνης, και τόσα άλλα. Σωστά, πολύ σωστά, η ιέρεια του αμερικανικού πανκ, η Πάτι Σμιθ, λέει: «Ήταν ο παππούς όλων μας». Χώθηκε στο λαβύρινθο των τεχνητών παραδείσων αλλά δεν χάθηκε. Βρήκε την Αριάδνη του, το γράψιμο, και βγήκε από κει. Φαίνεται ότι για τα δημιουργικά πνεύματα ο λαβύρινθος της Τέχνης είναι πιο θελκτικός, πιο απαιτητικός, πιο περίπλοκος. Έως το θάνατό του, ο Ουίλιαμ Σιούαρντ, όπως και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο λατρεμένος του, παρέμεινε σ’ αυτόν το λαβύρινθο, στο Λαβύρινθο της Στρατιάς των Είκοσι Τεσσάρων Γραμμάτων. Αυτοί οι δύο Ουίλιαμ Σ. είχαν πολλά κοινά (να ποια θα ήταν η υπέρτατη φιλοφρόνηση για τον πρώτο Ουίλιαμ Σ. – μια τέτοια συσχέτιση με τον Μεγάλο Βάρδο θα τον έκανε πάντα ευτυχή). Το κυριότερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η επίγνωση ότι γράφοντας αλλάζουν την τάξη του κόσμου, κινούν τον κόσμο έστω κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας, όπως έλεγε ένας άλλος ποιητής. Λιγότερο από ένα χρόνο προτού πάρει τα χειρόγραφά του παραμάσχαλα και πάει να συναντήσει στις Βιβλιοθήκες του Ουρανού τον Τζέιμς Τζόυς και τον Τζόζεφ Κόνραντ, ο συγγραφέας του Τόπου των Νεκρών Δρόμων σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Ναι, για όλους εμάς της Συμμορίας Σαίξπηρ, το γράψιμο είναι αυτό ακριβώς: όχι μια φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια απόπειρα να αλλάζουμε την πραγματικότητα». Γι’ αυτό και ο Μπάροουζ δεν ακολούθησε πορεία γραμμική, προβλέψιμη, βατή. Αλλά τεθλασμένη, όλο ποιοτικά άλματα, γεμάτη απρόβλεπτα, με αλλεπάλληλους ελιγμούς και σχεδόν πολεμικού τύπου τακτικές και στρατηγικές. Ήταν κάτι πέρα από συγγραφέας, μολονότι θεωρούσε ύψιστη τιμή αυτό που είχε δηλώσει ο Μπέκετ για τον Μπάροουζ: «Ναι, είναι ένας συγγραφέας».

Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ ο Δεύτερος, γεννήθηκε στο Σαιντ Λούις του Μισούρι, στις 15 Φεβρουαρίου του 1914. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σ’ ένα παλιό τρίπατο τούβλινο σπίτι, με πρασιά στην πρόσοψη, με πίσω αυλή, με κήπο, μια μικρή λιμνούλα με ψάρια, αλλά και ανάμεσα στην αδιάκοπη ταραχή που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι εφιάλτες και την μαγεία των καλών ονείρων που είναι, όπως ξέρουμε, «η αστρόσκονη της ύλης». Την ύστερη ωριμότητά του, και σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία του, στιςΠόλεις της Κόκκινης Νύχτας (εκδ. Απόπειρα, μτφρ. Νίκος Ρέγκας και Δημήτρης Κουμανιώτης), απολαμβάνουμε ένα πορτρέτο του μικρού Ουίλιαμ των αρχών του αιώνα: «Κανείς δεν τον ήθελε για πολύ, παρ’ όλο που ήταν ένα όμορφο αγόρι με ξανθά μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια σαν βαθιές λίμνες. Έκανε τους ανθρώπους να μην αισθάνονται άνετα. Υπήρχε πάνω του μια νωθρή ζωώδης ηρεμία. Άνοιγε το στόμα του μονάχα για να απαντήσει σε μιαν ερώτηση ή για να εκφράσει μιαν ανάγκη. Η σιωπή του έμοιαζε να κρύβει μιαν απειλή ή μιαν επίκριση. Κι αυτό δεν άρεσε στους ανθρώπους».
Όπως πολλοί συγγραφείς που σέβονται τον εαυτό τους, ο Μπάροουζ επέδειξε από μικρός μιαν αδιαφορία για τις αθλήσεις, τα ομαδικά παιχνίδια, τους εφηβικούς κομπασμούς. Του άρεσε να παίζει σκάκι, του άρεσε να απομονώνεται, του άρεσε να διαβάζει. Και πάνω απ’ όλα ήθελε να γίνει συγγραφέας. Ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο Αντρέ Ζιντ, θα είναι απ’ τους πρώτους αγαπημένους του μάστορες του λόγου. Παρατηρούμε ότι κανένας δεν είναι Αμερικανός. Ήδη από τότε. Αλλά και αργότερα, ο Μπάροουζ, ένας συγγραφέας πάντα πρόθυμος να επιδαψιλεύσει φιλοφρονήσεις σε όσους καλλιτέχνες, φίλους και ανθρώπους εκτιμούσε, φρόντιζε να είναι στα γραπτά του παρόντες ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Ζαν Ζενέ, ο Σάμιουελ Κόλεριτζ, ο Τόμας ντε Κουίνσι, και, κυρίως (και σχεδόν σε όλα του τα βιβλία) ο Μεγάλος Βάρδος, ο άλλος Ουίλιαμ Σ., ο Σαίξπηρ. Ελάχιστοι Αμερικανοί, συνήθως συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών ή επιστημονικής φαντασίας δευτεροκλασάτοι, αγνοημένοι, λησμονημένοι, εμφανίζονται στο έργο του Μπάροουζ. Μία εξαίρεση (αλλά τι εξαίρεση!): ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Πάπα Χεμ, ο απόλυτος Άνθρωπος και Συγγραφέας, η κολοσσιαία προσωπικότητα που στοιχειώνει το μυαλό κάθε άντρα που έπιασε κάποτε χαρτί και μολύβι αποφασίζοντας να αφιερώσει τη ζωή του στο γράψιμο.

Ο Μπάροουζ θα σπουδάσει φιλολογία στο Χάρβαρντ, όπου θα διακριθεί. Συνεχίζει με σπουδές ιατρικής στη Βιέννη, ενώ μετέπειτα θα παρακολουθήσει σεμινάρια εθνολογίας και αρχαιολογίας. Θα ταξιδέψει. Πολύ. Στην Ευρώπη. Στη Νότιο Αμερική. Στη Βόρειο Αφρική. Θα καταγράφει διαρκώς τις εμπειρίες του, σε σημειωματάρια που με τον καιρό έγιναν μικρά εικαστικά έργα και που έμελλε να αποτελέσουν πολλές φορές το πρώτο υλικό για τα πρωτότυπα αφηγήματά του. Και είναι μία από τις χαρακτηριστικές μεθόδους του: η καταγραφή όσων βλέπει σε συνδυασμό με την καταγραφή όσων αισθάνεται βαθιά μέσα του, και όσων συνειρμών διεξάγονται εκείνη την ώρα στον εγκέφαλό του. «Είμαι ένα όργανο καταγραφής», θα πει ο Μπάροουζ. «Ένας χαρτογράφος, ένας εξερευνητής των περιοχών της ψυχής, για να χρησιμοποιήσω τη φράση του κυρίου Αλεξάντερ Τρόκκι, ένας κοσμοναύτης του εσωτερικού Διαστήματος».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Μπάροουζ θα συνδεθεί φιλικά με τους Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ, με τους οποίους θα αποτελέσει τον αρχικό και κεντρικό πυρήνα της περιλάλητης Γενιάς Μπιτ, εκείνου του κινήματος που έμελλε να συγκλονίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά και του 1960, όχι μόνο με τα έργα όσο με τον τρόπο ζωής και τις συμπεριφορές που προπαγάνδιζαν αυτά τα έργα. Ο αντικομφορμισμός, η παραβίαση κάθε λογοτεχνικού κανόνα χάριν της ανεμπόδιστης έκρηξης των δημιουργικών δυνατοτήτων, η διαρκής περιπλάνηση από τόπο σε τόπο, ένας ιδιότυπος νομαδισμός, η λατρεία της τζαζ και ο εκθειασμός της παραβατικότητας σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του κινήματος. Ο Μπάροουζ θα είναι η πιο σεβαστή προσωπικότητα ανάμεσα στους άλλους μπιτ συγγραφείς και ποιητές, ο αδιαφιλονίκητος αντι-ηγέτης και κρυφός καθοδηγητής τους.

Είναι γνωστές οι περιπέτειές του με την ηρωίνη, με την πρέζα ­ και ίσως συζητημένες περισσότερο από το τόσο ακραία πρωτότυπο και αιχμηρά κριτικό έργο του. Τις παρακάμπτουμε, λοιπόν, λέγοντας απλώς ότι αποτέλεσαν κι αυτές μια πρώτη ύλη που χειρίστηκε με θαυμαστή μεθοδικότητα και διαύγεια. Έγραψε το Junky (1953), αυτήν την παγωμένη αναφορά στον εφιαλτικό κόσμο της βελόνας και της σιωπής, της γυμνότητας των αισθημάτων και των αλλεπάλληλων χειραψιών με τον θάνατο, της τεχνητής υπνοβασίας και της άλγεβρας της ανάγκης. «Χρειάζομαι την πρέζα για να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, για να ξυριστώ και να φάω πρωινό. Τη χρειάζομαι για να μείνω ζωντανός». Ταξιδεύει εν τω μεταξύ: στον χώρο αλλά και στον χρόνο, στους τόπους του πλανήτη αλλά και στα τοπία του πνεύματος. Νέα Ορλεάνη, Μεξικό, Ταγγέρη, Παναμάς, Εκουαδόρ, Κολομβία, Περού. Μια άτυχη, τραγική στιγμή: στο Μεξικό ο Μπάροουζ, παίζοντας τον Γουλιέλμο Τέλλο, στήνει ένα ποτήρι στο κεφάλι της γυναίκας του, της Τζόαν Βόλμερ Άνταμς, σημαδεύει και πυροβολεί· αλλά η σφαίρα δεν βρίσκει το ποτήρι. Ο συγγραφέας θα ταλαιπωρηθεί για λίγο στις φυλακές και στα ψυχιατρεία. Μετά θα απελαθεί.

Ο Μπάροουζ θα είναι πια ένα εκκεντρικό εκκρεμές, ένας οδοιπόρος και εξερευνητής, κινούμενος ανάμεσα σε κοσμοβριθείς μεγαλουπόλεις, ερήμους και ζούγκλες. Γράφει, γράφει και γράφει. Το αχανές, αταξινόμητο, χαοτικό υλικό θα λάβει, με τον καιρό, μορφή. Ο Τζακ Κέρουακ θα επιχειρήσει μια κρίσιμη τακτοποίηση όλων εκείνων των εκρηκτικών σελίδων και θα τους προσφέρει το όνομα που τις έκαναν τόσο γνωστές: Naked Lunch. Δεν είναι άλλο από το εφιαλτικό, πρωτότυπο, εκρηκτικό μυθιστόρημα Γυμνό Γεύμα(1959), που κυκλοφόρησε επίσης στα ελληνικά (εκδόσεις Απόπειρα, μτφρ. Γιώργος Γούτας, 2003). Ένα έργο τέχνης που αναγορεύτηκε σε οδόσημο της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα, εξίσου σημαντικό πια με το «Άσπρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο» του Καζιμίρ Μάλεβιτς, με τη σιωπή στη μουσική του Τζον Κέιτζ, με το μουστάκι στην Τζοκόντα του Μαρσέλ Ντυσάν, με το πειραματικό φιλμ χωρίς εικόνεςΟυρλιαχτά για χάρη του Σαντ του Γκυ Ντεμπόρ. Όπως θα έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, εδώ ο Μπάροουζ επιχειρεί «να γυμνάσει τη σκέψη σε απογύμνωση». Ο λόγος στο Γυμνό Γεύμα είναι φαινομενικά τραχύς, άμεσος, ωμός, ακαριαίος. Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απαλλαγμένος από καρυκεύματα, γυμνός. Το χιούμορ αγγίζει τα όρια ενός αχαλίνωτου, αλλά μεθοδευμένου τελικά, σαδισμού. Ο Μπάροουζ εκθέτει φριχτά τις συνθήκες στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Τις εκθέτει με βάναυση ειλικρίνεια, με μιαν αμεσότητα που προκαλεί αλλεπάλληλα αφυπνιστικά σοκ. Τα ωμά γεγονότα περιγράφονται με ωμό τρόπο, απλώνονται στις σελίδες εντελώς γυμνά. Με έναν σχεδόν διεστραμμένο καταιγισμό αλλόκοτων εικόνων και περιστατικών, ο Μπάροουζ εξαπολύει το «κατηγορώ» του σε μια παραπαίουσα κουλτούρα και θέτει τα θεμέλια μιας διευρυμένης κοσμοαντίληψης που θέλει να καταργήσει τις πεπαλαιωμένες σχέσεις πνεύματος/σώματος, γλώσσας/επικοινωνίας, τέχνης/επιστήμης. Στο Γυμνό Γεύμακαταγγέλλονται ρητά οι υπερεξουσίες της ιατρικής, των αυταρχικών πολιτικών συστημάτων, της θρησκείας. Όπως και άλλα έργα του Μπάροουζ, αυτό το εμπρηστικό μυθιστόρημα είναι ένα θορυβώδες ελεγείο για τις χαμένες αξίες, μια αδυσώπητη καταγγελία για τα δεινά που σωρεύουν τα συστήματα ελέγχου και καταστολής, καθώς και μια προφητική δυστοπία.

Επί μία καθοριστική επταετία, ανάμεσα στο 1957 και το 1963, στρατηγείο του Μπάροουζ, και του κινήματος, θα είναι ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι, ένα τότε άσημο, ρυπαρό, φτωχικό αλλά φιλόξενο καταφύγιο κάθε λογής εκπατρισμένων, ημιπαράνομων, μποέμ, κακόφημων, ψευτοκαλλιτεχνών. Η Μαντάμ Ρασού, η ιδιοκτήτρια, έμεινε στην ιστορία για την ευγένεια, την ανεκτικότητα, και την καλοσύνη με την οποία περιποιόταν την διόλου αξιοπρεπή και μάλλον θορυβώδη πελατεία της. Το ξενοδοχείο έμεινε στην ιστορία ως The Beat Hotel. Βρισκόταν σ’ ένα πολύ όμορφο σοκάκι, στη rue Git-le-Coeur, κοντά στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, στην Pointe du Vert-Galant, στο Σηκουάνα. Εκεί θα συνεργαστεί με τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα, ζωγράφο, καλλιγράφο και μουσικό Μπράιον Γκάιζιν, και θα επεξεργαστεί τις φημισμένες πια μεθόδους του cut-up και του fold-in. Ακολουθούν οι γόνιμοι πειραματισμοί με τη μορφή, ακριβώς για να μπορέσει να εκφρασθεί όπως αρμόζει το συνταρακτικό περιεχόμενο. Αρχίζουν να συντίθεται τα έργα εκείνα που είναι μυθιστορίες και συνάμα κοινωνιολογικές έρευνες, γλωσσολογικές καταβυθίσεις στο χάος της εποχής μας, αδιάλλακτα μανιφέστα εξέγερσης, τολμηρές διαγνώσεις, ψύχραιμες καταγραφές ασύλληπτων εμπειριών, διεξοδικά δοκίμια πάνω στη φύση και στον προορισμό του ανθρώπου. Με τη μέθοδο του cut-up και του fold-in, ο Μπάροουζ καταφέρνει να διεισδύσει στο οργιαστικό κενό αυτού του αιώνα, να διαβεί τις ναρκοθετημένες ζώνες του, να χαρτογραφήσει τις ανεξερεύνητες περιοχές του. Και θα είναι αμείλικτος, οδηγώντας ενάντια στην Αρρώστια του Ελέγχου και του Συστήματος έναν πάνοπλο ουλαμό, ένα πειθαρχημένο «τσούρμο» που απαρτίζεται από το Χιούμορ και την Αγανάκτηση, την Ακρίβεια της Επιστήμης και το Πάθος της Τέχνης (όπως έλεγε, όχι και τόσο στα αστεία, ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας), τη Συγγραφική Ιδιοφυΐα και την Τόλμη της Πρωτοτυπίας. Ο Μπάροουζ γράφει, γράφει και γράφει, γιατί ζει και ζει και ζει:Απολυμαντής, Το εισιτήριο που εξερράγη, Νόβα Εξπρές, Η Μαλακή Μηχανή, Ο Ρούζβελτ πρόεδρος και άλλες ωμότητες, Σε ποιον ανήκει η θανατηφόρος TV, Η Δουλειά, Οι τελευταίες λέξεις του Ντατς Σουλτς, Τα Άγρια Αγόρια. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η «Απόπειρα» και ο «Ελεύθερος Τύπος» κοινοποίησαν κάτω από όχι και τόσο ευνοϊκές συνθήκες το έργο του Μπάροουζ στη χώρα μας. Και ότι την περίπλοκη και δύσκολη γραφή του μετέφρασαν άρτια παθιασμένοι αναγνώστες του όπως ο μακαρίτης φίλος μας Νίκος Μπαλής, ο Νίκος Ρέγκας και ο Δημήτρης Κουμανιώτης, ο Γιώργος Γούτας, ο Γιάννης Τζώρτζης, ο Κώστας Ματσούκας, ο Βασίλης Κιζήλος.

Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα, όλο εξορίες, περιπλανήσεις, περιπέτειες, ο Μπάροουζ θα επιστρέψει στην Αμερική. Θα πίνει πολύ βότκα. Θα κάνει περιοδείες διαβάζοντας δημοσίως αποσπάσματα από το έργο του. Ανάμεσα στα 1974 και 1987 διάβασε σε μεγάλα ακροατήρια 150 φορές, αποκομίζοντας 75.000 δολάρια. Το 1977, διάβασε μαζί με τον θρυλικό Τένεσι Γουίλιαμς, τον συγγραφέα του Λεωφορείον ο Πόθος. Το 1981, διάβασε μαζί με τον μαιτρ του θρίλερ, τον Στήβεν Κινγκ. Η μορφή του θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το ροκ. Ήδη οι Beatles τον είχαν συμπεριλάβει στο εξώφυλλο του «Sergeant Pepper Lonely Hearts Club Band», ενός από τους πιο ξακουστούς δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Θα τον επισκέπτονται συχνά ο Φρανκ Ζάππα, ο Ντέιβιντ Μπερν, ο Ντέιβιντ Μπάουι, η Ντέμπι Χάρι (η φοβερή και τρομερή Μπλόντι), ο Ίγκι Ποπ, και, φυσικά, η Πάτι Σμιθ. Όλη η ενδιαφέρουσα σκηνή της Νέας Υόρκης θα πίνει νερό, κρασί, βότκα, τεκίλα και ουίσκι στ’ όνομά του!

Κι άλλοι θα έρθουν να τον συναντήσουν. Η Λόρι Άντερσον, η οποία θα συνεργαστεί με τον Μπάροουζ. Ο Τζον Κέιτζ, ο συνθέτης της πρωτοπορίας που εισήγαγε τη σιωπή στη μουσική. Ο «πάπας της ψυχεδέλειας» Τίμοθι Λήρυ. Ο μινιμαλιστής Φίλιπ Γκλας. Ο Μπάροουζ είναι πια ένας σταρ! Η περιλάλητη τηλεοπτική βεντέτα Λωρήν Χάτον θα τον παρουσιάσει σε ένα κοινό εκατό εκατομμυρίων θεατών. Θα πει ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αμερικής. Και δεν είναι λίγο. Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό.

Διάσημα πια ροκ και ηλεκτρονικά συγκροτήματα εμπνέονται από τον Μπάροουζ. Οι Soft Machine διαλέγουν τον όνομά τους από το μυθιστόρημά του με τον ίδιο τίτλο. Το κινηματογραφικό αριστούργημα της επιστημονικής φαντασίας Blade Runnerπαίρνει τον τίτλο του από ένα βιβλίο του. Η video art, το ηχητικό κολάζ της hip-hop και της electronica αντλούν από το έργο του Μπάροουζ πολλές θαυμάσιες στιγμές τους. Ο Κερτ Κομπέιν των Nirvana ηχογραφεί το The Priest they call him, ένα εφιαλτικό σόλο ηλεκτρικής κιθάρας, με τον Μπάροουζ να απαγγέλλει. Ο σκηνοθέτης Γκας Βαν Σαντ τον καλεί να εμφανιστεί σε μια ταινία του. Ο Μπάροουζ και το έργο του είναι πια ένα και το αυτό.

Σε πρώτη φάση το έργο του αποτελεί διάγνωση της Μεγάλης Αρρώστιας του Αιώνα: έλεγχος, σύστημα, καταστολή, ΜΜΕ («η εικόνα είναι πρέζα», «παγκόσμια νάρκωση από τα εβδομαδιαία περιοδικά», «η τηλεόραση είναι θάνατος»)· ο ιός του Άουσβιτς, της Χιροσίμα, των γκούλαγκ πάντα παρών, πάντα απειλητικός. Σε μια δεύτερη φάση, ο Μπάροουζ προτείνει τρόπους καταπολέμησης της νόσου: διασάλευση των αισθήσεων, ψύχραιμη και μεθοδική απεμπλοκή από τη σκιά των συσχετισμών, από τα γρανάζια των συνειρμών που μας επιβάλλουν, από τη φοβία και τη φρίκη· ανταρτοπόλεμος στους κολοσσούς των ΜΜΕ, διασπορά ενθαρρυντικών ειδήσεων προς όσους επιμένουν να αντιστέκονται, απομάκρυνση από την κρύα ανάσα των καθημερινών θανάτων, «λύσις της συνεχείας του πνεύματος».

Παιδί και θραύσμα, μαζί με τον Μπόρχες, τον Μπέκετ και τον Μπάλαρντ, της λυτρωτικής έκρηξης που προκάλεσε το Finnegans Wake του Τζέιμς Τζόυς, ο Μπάροουζ θα δοκιμάσει κάθε τέχνασμα προκειμένου να μιλήσει για τα δεινά που σαλεύουν φρικιαστικά στη χοάνη του αιώνα μας. Το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός αποτελούν τις δύο άλλες καθοριστικές επιρροές που δέχτηκε. Ο λησμονημένος (μάλλον ο άγνωστος) κόμης Αλφρεντ φον Κορζίμπσκι, ­ καταλυτικός πολέμιος της αριστοτελικής λογικής, ­ είναι πάντα η κρυφή αναφορά του. Ο Νίτσε και ο Γέρος του Βουνού, επίσης. Βαθιά ηθικός, όσο κι αν διασκεδάζει καταγράφοντας απτούς εφιάλτες, όσο κι αν μιλάει ολοένα για δυστοπίες, ο Μπάροουζ θα συνθέσει και το magnum opus του, την τριλογία Οι Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας, Ο Τόπος των Νεκρών Δρόμων και Western Lands, και δεν θα πάψει να πειραματίζεται με τη ζωή και την τέχνη. Δεν θα πάψει να αγαπάει τους φίλους του. Δεν θα πάψει να αγαπάει τις γάτες.


Τα τελευταία του λόγια, χαραγμένα στο ημερολόγιό του, στις 30 Ιουλίου του 1997, δεν θα πάψουν ποτέ να με συγκλονίζουν: «Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν’ ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να ’ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

(Το κείμενο του Ίκαρου Μπαμπασάκη έχει δημοσιευθεί στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας. Ο συγγραφέας Μπαμπασάκης είναι από τους κύριους μελετητές του Μπάροουζ στην Ελλάδα και έχει συγγράψει το βιβλίο William S. Burroughs από τις Εκδόσεις Οξύ στα 2001).

Πηγή: Βακχικόν

* * *

* * *

__________________________________________________________

Από:https://dimartblog.com/2012/08/02/william-s-burroughs/

https://bluebig.wordpress.com/2016/08/05/william-s-burroughs/

Posted in ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle | Tagged | Σχολιάστε