ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tinariwen – Elwan (Wedge)

πρέπει να βγω έξω, μόλις επιστρέψω θα μεταφράσω το κείμενο ώστε, όσοι δεν καταλαβαίνουν ιταλικά, να ξέρουν περί τίνος πρόκειται…..

έκανα και μια βουτιά στην θάλασσα, και νάμαι και πάλι εδώ, πάμε λοιπόν:

Θα ήταν ωραίο για μια φορά να μπορώ να γράψω για τους Tinariwen ξεπερνώντας την ιστορία τους σαν αντάρτες οι οποίοι, είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν τα όπλα σε μια προσπάθεια μάταιη μέχρι σήμερα να ιδρύσουν ένα έθνος για εκείνον που παραμένει ένας λαός δίχως πατρίδα – tuareg ή imajeghen αν προτιμάτε – σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή καθιστούν τη μάχη τους και πολιτιστική επίσης και το κάνουν επωμιζόμενοι ηλεκτρικές κιθάρες. Θα ήταν ωραίο να ασχοληθούμε με αυτούς δίχως να πρέπει να ενημερώσουμε τον αναγνώστη (η πληροφόρηση που θα έπρεπε να προβλέπει γι αυτό, να παρέχεται αμερόληπτα, τους αγνοεί) σχετικά με την απελπιστική κατάσταση στο Μάλι και την παρατεταμένη εξορία των ηρώων μας, κάποτε νομάδες σε ταξίδι από αυτή στην άλλη όαση και σήμερα προσκυνητές ανάμεσα σε club , θέατρα, φεστιβάλ και αίθουσες ηχογράφησης  (“Elwan” ηχογραφήθηκε, μεταξύ 2014 και 2016, ανάμεσα στην Γαλλία, το Marocco και την California). Θα ήταν ωραίο να κάνουμε μιαν ανασκόπηση του νέου τους album – αυτό είναι τα έβδομο απ’ όταν μέσα στο 2001 “The Radio Tisdas Sessions” αποκάλυπτε σε έναν έκπληκτο κόσμο ένα ήχο που μέχρι τότε κυκλοφορούσε μόνο στη Βόρεια Αφρική, σε πρόχειρης ποιότητας τεχνικά κασέτες – εστιάζοντας στη μουσική και τίποτα άλλο. Να προσπαθήσουμε;

Δύσκολο να διαλέξουμε μέσα σε μια δισκογραφία εξαιρετικής ποιότητας και όμως φθάνουν μόλις δύο ακροάσεις για να διεγείρουν την αίσθηση – που με άλλα δυο περάσματα γίνεται βεβαιότητα – ότι έχουμε ανάμεσα στα χέρια μας το πιο ισχυρό έργο που επινοήθηκε από αυτούς τους combat rockers όχι σε μεταφορά από εκείνο το «Amassakoul», με ημερομηνία 2004, που μέχρι σήμερα θεωρείται το αριστούργημά τους. Το «“Elwan”» βγάζει ενέργεια από το πρώτο του αποτύπωμα (σας απαλλάσσω από τους τίτλους που δεν προφέρονται με τίποτα) ταραγμένο και υποκινητικό, χορωδιακό και υπνωτικό, ακολουθούμενη κοφτά από ένα δεύτερο το οποίο είναι μια αποθέωση της μπάσο funk (θα επιστρέψει, στο δέκατο) και παραμορφωμένες κιθάρες . Το 2017 απλά δεν υπάρχουν ούτε ένα άλλο blues ούτε μια άλλη ψυχεδέλεια που να έχουν την αίσθηση την σημασία και τον επείγοντα χαρακτήρα του «Εlwan».

 

Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο “Audio Review”, n.385, μάρτιος 2017.

https://youtu.be/vACZA9dGvV4

Venerato Maestro Oppure

Sarebbe bello per una volta potere scrivere dei Tinariwen saltando la loro storia di guerriglieri che, costretti a usare le armi nel tentativo a oggi vano di fondare una nazione per quello che resta un popolo senza patria – tuareg o imajeghen che dir si voglia – a un certo punto rendono la loro battaglia pure culturale e lo fanno imbracciando delle chitarre elettriche. Sarebbe bello occuparsene non dovendo aggiornare il lettore (l’informazione che dovrebbe provvedere se ne guarda bene) sulla situazione disperata del Mali e sul prolungarsi dell’esilio dei nostri eroi, una volta nomadi in viaggio da questa a quella oasi e oggi peregrinanti fra club, teatri, festival e sale d’incisione (“Elwan” è stato registrato, fra il 2014 e il 2016, fra Francia, Marocco e California). Sarebbe bello recensire un loro nuovo album – questo è il settimo da quando nel 2001 “The Radio Tisdas Sessions” svelava a un…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 154 επιπλέον λέξεις

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 14 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ – 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ‘77                               XIX

Τρίτη 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Επιδρομή του FUAN στην πανεπιστημιούπολη της Roma “Είναι έντεκα η ώρα το πρωί. Στους τοίχους της σχολής Καλών Τεχνών τεράστιες αφίσες εξηγούν τα περιεχόμενα της μεταρρύθμισης Malfatti: ο πρύτανης Salinari (του ΚΚΙ) την διαβιβάζει με τις εγκυκλίους του επί του προγράμματος σπουδών και επί των μηνιαίων εκκλήσεων, των οποίων ζήτησε από το συμβούλιο της σχολής την κατάργηση. (…) Φασίστες τραμπούκοι μπαίνουν στην πανεπιστημιούπολη και χωρίζονται σε δυο ομάδες: η πρώτη πηγαίνει προς τη Νομική, η δεύτερη προς την Καλών Τεχνών. Είναι οπλισμένοι και διανέμουν ένα φυλλάδιο με υπογραφή FUAN-Caravella ενάντια στην μεταρρύθμιση Malfatti. Καταστρέφουν τζαμαρίες στη Νομική, στις πολιτικές Επιστήμες και στις στατιστικές Επιστήμες. Η άλλη ομάδα κατευθύνεται προς την Καλών Τεχνών ουρλιάζοντας «Θάνατος στους κόκκινους». Επιτίθενται στην σχολή και μετά απομακρύνονται. Είναι σε αυτό το σημείο που πυροβολούν. Πέφτει ο Guido Bellachioma, 22 χρόνων, της κολεκτίβας Lettere. Μια σφαίρα τον έχει χτυπήσει στον αυχένα. Στο Policlinico κρίνουν αμέσως την κατάσταση του σοβαρότατηlo giudicano. Έχει επίσης τραυματιστεί και ο Mangone” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 144). Κινητοποιήσεις ενάντια στο σχέδιο μεταρρύθμισης Malfatti λαμβάνουν χώρα και στις Torino, Pisa, Cagliari, Sassari, Bologna, Milano, Padova.

Τετάρτη 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Roma: διαδήλωση 50.000 φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη Ενώ στην Camera η Επιτροπή Δημόσιας Εκπαίδευσης διακόπτει επ’ αόριστον την εγκύκλιο Malfatti γύρω από τα προγράμματα σπουδών, πενήντα χιλιάδες νέοι διαδηλώνουν μέσα στο Πανεπιστήμιο και οργανώνουν πορεία που περνά από το νοσοκομείο, il Policlinico. Δέχονται επίθεση τα γραφεία του φασιστικού Fronte della Gioventù, Μετώπου της Νεολαίας της οδού Sommacampagna: “Η πορεία κατευθύνεται προς την πλατεία Indipendenza για να φθάσει στην σχολή Ανθρωπιστικών σπουδών-Εκπαίδευσης, η οποία, εν τω μεταξύ, έχει καταληφθεί. Στην γωνία της piazza Indipendenza στέκονται μια δεκαριά άτομα των οποίων η ταυτότητα δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ. Στην ουρά της πορείας πέφτει επάνω ένα Φίατ 127 λευκό με πινακίδα Roma S48856. Είναι ένα αυτοκίνητο της Ασφάλειας, della Questura. Το αυτοκίνητο σταματούν ρίχνοντας πέτρες οι φοιτητές. Βγαίνει ο αστυνομικός Domenico Arboletti, 24 χρόνων. Ξεκινά ανταλλαγή πυροβολισμών στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, συμμετέχουν και κάποιοι από εκείνους που στέκονταν στην γωνία της Πλατείας Indipendenza. Ο αστυνομικός Arboletti πέφτει κάτω χτυπημένος στο κεφάλι. Τραυματισμένος σοβαρά θα παραμείνει μεταξύ ζωής και θανάτου για περίπου ένα μήνα. Ταυτόχρονα ο οδηγός του 127 αρπάζει ένα αυτόματο και ανοίγει πυρ ενάντια στην ουρά της πορείας που είχε αποσυντονιστεί μετά τους πρώτους πυροβολισμούς. Τραυματίζονται σοβαρά από τις σφαίρες οι Leonardo Fortuna (Daddo), 22 χρόνων, και Paolo Tomassini, 24 χρόνων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το ’77 και μετά, Roma, Erre Emme, 1997; σελ. 146). Στην συνοικία Garbatella παραδίδονται στις φλόγες τα γραφεία του φασιστικού MSI. Ο senatore του PCI Ugo Pecchioli σε μια δήλωση του θέτει στο ίδιο επίπεδο φασίστες και αυτόνομους.

Πέμπτη 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Γενική κινητοποίηση Στη Roma: σχεδόν όλες οι σχολές καταλαμβάνονται. Στο λύκειο Giulio Cesare διανέμεται η »Κραυγή», «Urlo», μια μπροσούρα με υπογραφή «I Sotterranei», »Οι Υπόγειοι» οι οποίοι στην συνέχεια συμπλέουν στους Ινδιάνους Μητροπολιτάνους,  Indiani Metropolitani:

“Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να ασφυκτιούν και να καταπνίγονται από παλτό κασκόλ και μυτερά παπούτσια / που ξερνούσαν πλαστή οργή σαν συντονισμένοι στα αποχωρητήρια των αυτιών φτωχών θηρίων που έχουν ανάγκη τα διπλώματα / Που έβαζαν χαρτί υγείας αριθμημένο στις κάλπες της πολύχρωμης εξουσίας / Που σκαρφάλωναν το βουνό ώρες δεμένοι στο σκοινί… / Που έπαιζαν μουσική μπροστά στο σχολείο τραγούδια αλλοτριωμένης αλλοτρίωσης ψευδο-επαναστατικής / Που αντέγραφαν εκδοχές μπροστά στις πύλες θάβοντας στη συνέχεια τους εαυτούς τους σε τάξεις φυλακές / Που αποστήθιζαν Πλωτίνο Ευριπίδη και Σπινόζα και στην ελεύθερη ώρα τους αγόραζαν πίτσες και κρουασάν μισού εκατομμυρίου και / Που με την καρδιά ειρηνευμένη επέστρεφαν στο σπίτι επάνω σε βέσπες μπλε χαρτί ζάχαρης. / Να τραβήξουμε έξω από τα μπουντρούμια της συνείδησής μας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ’” (βρίσκεται στο AA.VV., Radici di una rivolta, Ρίζες μιας εξέγερσης, Milano, Feltrinelli, 1977; σελ. 79-80).

Καταλαμβάνονται τα Πανεπιστήμια στο Milano, Padova και Τεργέστη. Στο Bari καταλαμβάνεται η σχολή Γραμμάτων και Φιλοσοφίας παρά την αντίθεση του ΚΚΙ. Στη Napoli κατεβαίνουν στην πλατεία 15.000 άτομα.

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙ ΜΑΣ ΦΟΒΙΖΕΙ ΠΟΛΥ / ΠΑΡΌΛΑ ΑΥΤΑ / Ο  ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟΣ                                                                                                                                 LA POLIZIA CHE SPARA CI FA TANTA PAURA / MA NONOSTANTE QUESTO / LA LOTTA SARÀ DURA

ΚΑΡΑΜΠΙΝΙΕΡΟ / ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ / ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ / ΜΑ ΕΚΔΙΚΗΘΟΥΜΕ                                                                                                                     CARABINIERE / NON LO SCORDARE / ABBIAM TANTI COMPAGNI / DA VENDICARE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi

ιστορία, storia

Brigate Rosse, μια ιστορία μέσα στην εργατική βία των χρόνων εβδομήντα – una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

Posted on maggio 20, 2017, μάϊος 20, 2017

Από το blog Campagna di primavera ανακαλούμε αυτή την κριτική του Ugo Maria Tassinari στον τόμο “Brigate rosse, από τα εργοστάσια στην εκστρατεία της άνοιξης”

Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο: ο τόμος που παρουσίασε ένας από τους συγγραφείς, στον αυτοδιαχειριζόμενο χώρο των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής στη Νάπολη στις 18 μαΐου του τρέχοντος έτους, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο να είναι το οριστικό έργο για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Φιλοδοξία που δεν είναι εξωπραγματική: επειδή η ομάδα έχει τα προσόντα, την ποιότητα και είναι καλά εξοπλισμένη. Ο Marco Clementi, ερευνητής της Ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης στο Arcavacata, έχει ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την «τρέλα του Μόρο» και την «ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών».  Η Elena Santalena διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Grenoble-Alpes, όπου συνεργάζεται με το Laboratoire Universitaire Histoire Cultures Italie Εurope. Μελετά τα χρόνια της εξέγερσης στην Ιταλία, το θέμα των φυλακών, τα ένοπλα κινήματα και διαμαρτυρίας. Ο Paolo Persichetti είναι πρώην ταξιαρχίτης της τελευταίας γενιάς: η καταδίκη του για τις οργανώσεις Br-UCC και η έκδοση του από τη Γαλλία ( μοναδική περίπτωση περισσότερο παρά σπάνια), έχουν καταστείλει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι 8. Οι τρεις έχουν συνδυάσει με σύνεση προφορικές πηγές (με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μερικούς από τους ηγέτες της κυριότερης ιταλικής ένοπλης ομάδας) και αρχειακές εργασίες (με σχολαστική εξέταση από τα πολλά έγγραφα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα) και κάνοντας με αυτόν τον τρόπο να μιλήσουν «φύλακες και ληστές» κατάφεραν να μας δώσουν πίσω μια ισχυρή από κοινού άποψη.
Από αυτή την έντονη δραστηριότητα αναδύεται ένα ενδιαφέρον γεγονός: οι αναλύσεις και οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία σε πραγματικό χρόνο σε μια εποχή που η αστυνομία, οι δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να επικαλεστούν, να επωφεληθούν της βοήθειας ούτε πληροφοριοδοτών (ο μοναδικός, ο γραφικός αδελφός Mitra-Πολυβόλο, κάηκε για να συλληφθούν οι Curcio και Franceschini ), ούτε μετανοούντων επιδεικνύουν μια ικανότητα γνώσης και κατανόησης σημαντικά υψηλότερη των αποτελεσμάτων που ελήφθησαν στον αγωνιστικό χώρο και για τις τρέχουσες ιδέες γύρω από την ποιότητα της δικής μας intelligence
Το κύριο πλεονέκτημα του πρώτου τόμου, ο οποίος καλύπτει τα έτη από το 1970 στο 1978, από την γέννηση στην ακμή της απαγωγής Μόρο, όμως, είναι άλλο. Μέσα από μια ακριβή ανακατασκευή της θεωρητικής επεξεργασίας και της μαχητικής πρακτικής των πρώτων ερυθρών Ταξιαρχιών επιστρέφεται στο φαινόμενο η αληθινή του πραγματικότητα: δηλαδή, το ότι δεν υπήρξε μια εγκληματική συμμορία ή ένα φάντασμα που κινούσε μια κάποια ξένη δύναμη ή σκοτεινή αλλά μια οργάνωση που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην κοινωνική σύγκρουση των αρχών της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν η εργατική βία στα εργοστάσια, οι ξυλοδαρμοί των επιστατών και των απεργοσπαστών και το σαμποτάρισμα της παραγωγής, ήταν πράγματα διαδεδομένα και καθημερινά. Σε αντίθεση με τις άλλες επαναστατικές ομάδες, που επεκτείνουν τους αγώνες από τις γειτονιές στις φυλακές, από τους στρατώνες στο ψυχιατρεία, οι ερυθρές Ταξιαρχίες επικεντρώνουν τα πρώτα χρόνια τις δραστηριότητες τους στα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Στη συνέχεια, «με την αποτυχία των εμπειριών των πολιτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων που γεννήθηκαν στην διετία 1968-1969, ο ένοπλος αγώνας έγινε, στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα, μια επιλογή που κατέκτησε μεγάλα τμήματα του κινήματος. Οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρξαν, απλά, μέρος εκείνης της διαδικασίας”.

Brigate Rosse, una storia interna alla violenza operaia degli anni 70

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 12/13 – χρονικό του Κινήματος ’77

GODEREEE… / OPERAIOOO   ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙΝ                                       XVII

“Η Κολεκτίβα Jacquerie. Δυο λέξεις για το όνομα και τα υπόλοιπα: η εφημερίδα Corriere della Sera χρησιμοποίησε το όνομα Jacquerie για να προσδιορίσει την έφοδο στην Scala, η Jacquerie κάποτε ήταν η απόγνωση στην οποίαν οδηγούσε η πείνα δίχως καμία άλλη διαμεσολάβηση, ήταν η πείνα δίχως ιδεολογία, η έφοδος στον φούρνο, εμείς κάναμε έφοδο στον φούρνο της πολυτέλειας, του κοινωνικού προνομίου, της πολιτιστικής επιλογής, της περιθωριοποίησης. Μιλάμε για τις τρεις στιγμές που περιέχουν τις προσδοκίες για το τι θα ξεσπάσει στην Μπολόνια, τους επόμενους μήνες, συμπεριλαμβάνοντας πολύ ευρύτερα στρώματα περιθωριοποιημένων: αυτομειώσεις στα εστιατόρια Brenta και Badia, αυτομείωση στα σινεμά,  αποσύνθεση της Jacquerie. Σύντομη η ευτυχής ζωή της Jacquerie. Η Jacquerie γεννιέται μετά, μες την ευφορία της «νίκης», μες τη χαρά του πλούσιου γεύματος, της κλοπής, της αξιόποινης πράξης (που πληρώνει), στην επιβεβαίωση πως το ότι φάγαμε μαζί στην γιάφκα των αφεντικών είναι ανασύνθεση. Εγώ είμαι μεθυσμένος από το πρώτο ποτήρι, νιώθω λιγάκι Ρομπέν των Δασών, δήμιος εκδικητής, λίγο απατεώνας και όλα αυτά γίνονται αμέσως αισθητά από το στομάχι μου και δεν θέλω να εξηγούμαι, κατά βάθος είμαι εδώ κατά τύχη, από στιγμή σε στιγμή τα τηλεχρονικά των πιο σημαντικών γεγονότων της εξέγερσης του μάη εβδομήντα επτά, είμαι ανίκανος, μεθυσμένος, πως μπορώ να γράψω ένα ντοκουμέντο για το κίνημα; Όμως είμαι αντιπροσωπευτικός, είμαι σίγουρος! Είναι ωραίο να είσαι αντιπροσωπευτικός, δεν είδα ποτέ πολύ κόσμο τόσο αντιπροσωπευτικό, όλους μαζί, να πίνει και να τραγουδά στους δρόμους της κατειλημμένης πανεπιστημιακής ζώνης, η επανάσταση είναι ένα blues! Εγώ το πιστεύω ένα βράδυ ναι και ένα βράδυ όχι, το πίστευα περισσότερο όταν υπήρχε ο Bifo στην κυκλοφορία! Αλλά ας επιστρέψουμε στην Jacquerie: βρισκόμαστε σε ένα σπίτι, επαναστατημένο κλίμα διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης, φορτωμένο νοτιαμερική. Μετά από λίγο ξεκινάμε, εγώ μεθώ σχεδόν αμέσως, ο Gigi ήταν ο καλύτερος, υποστήριξε μια συζήτηση επάνω στην ποιότητα της ζωής με τον σερβιτόρο, κι ας ήταν μεθυσμένος σαν κι εμένα, και μάλλον ήταν μεθυσμένος και ο σερβιτόρος, ο σερβιτόρος ονομάζονταν Pancaldi. Δίδασκε φιλοσοφία και θεωρητική στο καθολικό πανεπιστήμιο του Milano, και το βράδυ για να στρογγυλέψει τον μισθό και να διατηρήσει τις επαφές με τις μάζες (πάμπλουτων κλεφταράδων) σέρβιρε στα τραπέζια του Brenta. Μια όμορφη νίκη, συνολικά δείξαμε την πονηριά και την ικανότητα μας να την καταστήσουμε ευτυχισμένη! Είμαστε έξυπνοι μέσα μας! στεκόμαστε ευθείς, εμείς! Ο μαέστρος και το κίνημα (Οι ανάγκες είναι σαν τα κεράσια). Η Jacquerie είχε δείξει ότι είναι γενναία, έχει κουράγιο, είναι έξυπνη και σχεδόν άπιαστη , όλοι το είχαν καταλάβει: ο ιδιοκτήτης του Brenta, ο εθνικός Τύπος, η τηλεόραση ίσως θα μας είχε αφιερώσει μια σειρά από τηλεταινίες όπως ο Αρσέν Λουπέν. Αλλά αυτό που ήταν σημαντικότερο ήταν το γεγονός πως και εμείς το είχαμε αντιληφθεί: η γεύση της νίκης, η γεύση της καλής και άφθονης τροφής… το άρωμα του «απαγορευμένου» κρασιού δεν είχαν εγκαταλείψει τα στόματα και τις μύτες και τα μυαλά μας, αλλά είχαν συσσωρεύσει και μεγαλώσει μια βαθιά συνειδητοποίηση της δύναμης μας και των αναγκών μας: τα θέλουμε όλα! Είχαμε φάει το μήλο και τι ωραίο που ήταν! για μια στιγμή, αν και κανείς δεν το έλεγε, έχουμε υποστεί το φόβο του “αναπόφευκτου” της επώδυνης συνέπειας, την πανίσχυρη και αρχαία κληρονομιά της επιστήμης, της θρησκείας, της ηθικής που μας έκανε κρυφά, υπόγεια να πιστεύουμε ότι θα μας έπιανε κοιλόπονος: αυτός που σπάει πληρώνει, κ.λπ., κ.λπ. κλπ … η Jacquerie, ο καλός άνθρωπος, Jacques bon homme, έτσι γράφεται; Εγώ δεν ξέρω γαλλικά και εξάλλου δεν ξέρουμε τι να γράψουμε, ή, και μετά είναι το ίδιο, δεν ξέρω τι να γράψω για τον Jaq. Το όνομα. Πνευματικοί διαλογισμοί. Μαγιακόφσκι ιδέα [Maiacoski aidia pronuncia inglese). Και, αντίθετα, οικειοποίηση μιας εφεύρεσης, αν μπορεί κανείς να την αποκαλέσει έτσι, μιας αστικής εφημερίδας. Ήταν ωραίο να οικειοποιηθούμε αυτό το όνομα. Nα παραμορφώσουμε την καλή αστική σκέψη! Το ότι, με απαίσιο τρόπο μας απέδωσαν χουλιγκανισμό και την ποινικοποίηση επίσης τα κάναμε δικά μας μας φέρνοντας  τα πάνω κάτω στην μπουρζουαζία. Έπρεπε να τρέμει, αν απλά είχε ζήσει το 1400 ή το 1600 στη Γαλλία (ήταν άλλοι καιροί, φορούσαν άλλα ρούχα). Και χωρίς να πάμε μακριά, στην via del Guasto, το palazzo Bentivoglio το είχαν καταντήσει ερείπια αυτοί, οι Jacquerie της Μπολόνια του παλιού καιρού. Αλλά δεν είμαστε πλέον σε εκείνους τους καιρούς, σήμερα είναι διαφορετικά, σήμερα γκρεμίζονται οι βιτρίνες! Η πρώτη αυτομείωση στους κινηματογράφους. Ένα φίδι χωρίς κεφάλι και ουρά που σέρνονταν στους δρόμους, τους μικρούς κεντρικούς δρόμους, έξω από την καθεστηκυία τάξη, έξω από τις συνηθισμένα δρομολόγια. Αφετηρία, Piazza Maggiore, και στη συνέχεια ούτε, κάτω από τις στοές του palazzo Re Enzo. Αναπνέαμε παρανομία, 100 – 300 – 400 άτομα που πορεύονται παράνομα, χωρίς να ξέρουν πόσοι είναι, μην γνωρίζοντας ότι αν ξεκινούσαμε εκατό μέσα σε λίγα λεπτά είχαμε ήδη διπλασιαστεί και ακόμη περισσότερο. Αυτά τα μικρά δρομάκια, χωρίς συνθήματα, όπως ακριβώς και λίγες μέρες αργότερα με τα μαντήλια τραβηγμένα επάνω. Είχαμε υπερδιπλασιαστεί και πλέον, ήμασταν πολλοί μπροστά στο Odeon, ενώ περιμέναμε την απάντηση μιας αντιπροσωπείας βουλευτών, εγώ φοβόμουν, ναι, κάτι που ποτέ δεν είχε ξαναγίνει, τι θα μπορούσε να συμβεί; Και αν ζητούσαν 1.000 λιρέτες το κεφάλι; θα έπρεπε να διαπραγματευτούμε;

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ / ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΣ / ΠΙΡΟΥΝΙ, ΜΑΧΑΙΡΙ / ΝΑ ΦΑΜΕ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ                                                                                                                         GASTRONOMIA OPERAIA / CANNIBALIZZAZIONE / FORCHETTA, COLTELLO / MANGIAMOCI IL PADRONE

ΖΗΤΩ Η ΣΥΝΕΧΗΣ ΛΟΥΔΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ                                                                             VIVA LA RIVOLUZIONE LUDICA PERMANENTE

XVIII                                         ΖΗΤΩ Η ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ                         VIVA l’IRRESPONSABILITA’ DEL MOVIMENTO

Δεν υπήρξε πολύς χρόνος γι αυτό τον προβληματισμό. Μπαίναμε δωρεάν. Και μαζί η δυσαρέσκεια αυτών που ήθελαν να πάνε στην πρώτη του Casanova και μετά όλων που αφήσαμε να μας κατακτήσει αυτή η ιδέα κι εμπρός ξανά με την οχιά, το φίδι να διασχίζει άλλα δρομάκια, την Via Indipendenza και μετά όλοι κάτω από τις στοές, γιατί βρέχει και ήμασταν περισσότεροι από 600, εκεί, στην γραμμή κάτω από τις στοές. Μετά μπήκαμε μέσα. Άλλη ημέρα. Άλλη αυτομείωση. Ώρα εννέα το βράδυ. Συγκέντρωση στην Piazza Verdi. Φτάνω και η πλατεία είναι γεμάτη, όμως από αστυνομικούς, φαίνεται πως είναι εκεί για εμάς, αλλά, θα μπορούσε επίσης… ότι το Comunale… σήμερα το βράδυ κάτι υπάρχει… Λέτε να σκέφτονται πως θέλουμε να αυτομειώσουμε εκεί;… είναι ικανοί να σκεφτούν τα πάντα, αυτοί… Έχουν ελαττωματικά τα κεφάλια, αυτοί… Οι Πράσινοι (κάθε τόσο χρειάζεται αλλαγή χρώματος για να μην υπάρξει καταγγελία) περισσότερο από τους άλλους… Αποφασίζουμε να φύγουμε σε  σε μικρές ομάδες. Είναι χαμός. «Στο Embassy»… κάνε ησυχία… ομάδες των τεσσάρων ή πέντε… εμπρός, πάμε… η πορεία δεν μπορεί να γίνει… επιτίθενται μόλις σχηματίζεται η κεφαλή… Χαμός, χαμός ναι υπάρχει, αλλά και οργάνωση, αν στο σινεμά φτάνουμε πρώτα εμείς με τα πόδια παρά αυτοί με στολή «εκστρατεία», μοναχά ελαφρά μέσα, μόνο jeeps. Κι εκεί ξανά χαμός, βρισκόμαστε στο αίθριο του κινηματογράφου, οι άλλοι σύντροφοι είναι έξω. Έφτασαν και οι άλλοι εν τω μεταξύ. Ο «αρχηγός» τους κάνει να κατέβουν και να τοποθετηθούν στην σειρά στην είσοδο του κινηματογράφου. Μπαίνουν με πολιτικά, 4 ή 5 και οι αξιωματικοί. Χαμός. Εκείνος ο μπάσταρδος είναι η δεύτερη φορά που μου βάζει τα χέρια επάνω, αλλά θα πρέπει να  παραπατήσει! (δεν παραπάτησε ακόμη). Μας πετούν έξω. Χαμός. Και πάλι χαμός. Η αστική νομιμότητα… Aχ ηλίθιε!… Ξανά χαμός. Εγώ πιστεύω πως… Όχι, γιατί αφήνετε να επιβάλλουν… Είναι μια ήττα… Φεύγουμε όλοι… μετά επιστρέφουμε… Πρέπει να σπάσουμε τον κλοιό… να μπούμε όλοι… Στη συνέχεια, το αφεντικό του σινεμά και το γουρούνι βγαίνουν, ο πρώτος έρχεται προς εμάς. Μιλά για κανονισμούς. Μόνο καμιά εκατοστή όχι περισσότεροι, τις εγγυήσεις για τις πολυθρόνες… δεν ξέρω αν τις ζητά, αλλά είναι χαζό και βλακώδες να τις ζητήσει, κι αυτός μοιάζει ακριβώς ηλίθιος και χαζός. Δρόμο ξανά. Ένα μέρος παραμένει εκεί. Οι άλλοι σύντροφοι φεύγουν; αλλά όχι αμέσως. Τι μεγάλοι που είμαστε! Πάμε να φύγουμε… οι σύντροφοι ήδη ξεκίνησαν να φεύγουν είναι δέκα και μισή… Χέσου… Τι στον πούτσο… Γαμώ το θεό τους, εκείνοι οι μπάσταρδοι. Τους συντρόφους που μπαίνουν τους βάζουν στη σειρά τους βάζουν λίγους τη φορά. Κάνουν οι μπάσταρδοι όπως τους έχουν διδάξει. Δεν θα είναι μια νίκη, όμως εμείς στον στόχο τον έχουμε πετύχει. Κι άλλη πορεία βραδινή δίχως συνθήματα, ήσυχη. Οι σύντροφοι που πηγαίνουν σε άλλο σινεμά. Μετά εκατό μέτρα ξεσπά ο θυμός. Ουρλιαχτά, φωνές. Συνθήματα. Μια φασαρία κόλαση σε λίγα μέτρα που αν αρπάξω εκείνο τον μαλάκα… Μετά τον ξαναβλέπω, αλλά δεν έχω πλέον την καρδιά στον λαιμό και τότε, δεν αξίζει τον κόπο… πλέον… βρισκόμαστε στο Arena. Σύντομες διαπραγματεύσεις. Εμείς ήμαστε εδώ για να μπούμε: «Ναι, μα μόνο εσείς, όχι ο καθείς που περνά από τον δρόμο» «Ναι, ναι δίχως άλλο…» Στεκόμαστε κάτω κάποιοι από εμάς, γιατί έτσι βεβαιώνουμε τον διαχειριστή πως εκείνοι που εισέρχονται είναι μαζί μας. Έϊ, εσύ, μπρος, έμπα… ναι, ναι, αυτός, είναι, μαζί, μας,…» Φτάνουν ξανά οι μπάσταρδοι, η συνηθισμένη τεχνική. Ο μπάσταρδος αρχηγός με εκείνη τη φάτσα του κώλου που πρέπει να του την σπάσουμε εκείνη την κωλόφατσα… Φύγετε… Δρόμο, δρόμο… εσείς είστε το πιο αρχίδι απ’ τους διαχειριστές… απ’ τις άλλες δεν μπαίνουν… «Αν βρω έναν όρθιο κλείνω το μαγαζί…». Μας βγάζει έξω… δεν μας θέλει σταματημένους… Περπατάτε… «κάντε όπως εγώ»… περπατάτε… Μετά ξαναμπαίνει, τι μπάσταρδος υπηρέτης! ανεβαίνει, μπαίνει στην αίθουσα του κινηματογράφου, ψάχνει με εκείνα τα γουρουνίσια μάτια όρθιους. Τι γελοίος! Τι μεγάλο που είναι το σινεμά! Ένας καπνίζει στον διάδρομο… θα βάλω να σε συλλάβουν! … (σκέψη: φτωχέ μαλάκα. Τέλος σκέψης). Βγαίνει, φεύγει τσατισμένος… δεν τελειώνει έτσι… Ή ήμαστε εμείς που το νομίζουμε; δεν τελειώνει έτσι, όντως. Η επομένη είναι η ημέρα με τα μαντήλια σηκωμένα επάνω. Με τις βιτρίνες κάτω, σπασμένες. Με την αστυνομία να το σκάει με το πρώτο μπουκάλι, κι εμείς το βάζουμε στα πόδια, δεν πιστεύαμε πως τους φοβίζουμε τόσο πολύ! Πράγματι πρέπει να υπάρχουν οι μπάσταρδοι άγιοι, αυτός έχει έναν από πίσω του. Δεν τον χτύπησε ούτε μια πέτρα, un sampietrino. Την άλλη ημέρα έχει ένα τσιρότο στον λαιμό. Κάποιοι λεν πως χτυπήθηκε σε ένα χέρι. Δεν θα μάθουμε ποτέ. Η διάλυση της Jacquerie είναι πιθανότατα το πιο εμφανές σύμπτωμα εκείνου που συνέβαινε μέσα στα πανεπιστήμια και μες το κεφάλι, αυτού που ήταν εκεί μέσα: η οργάνωση και το πνεύμα της «ομάδας» απενεργοποιείται, δεν υπάρχει πια καμία ομοιογένεια η ομοιότητα, αποκαθίσταται ξανά μεταξύ των συντρόφων που βρίσκονται στο κίνημα ένα δέσιμο και μια κατανόηση που περνά εκ νέου μέσα από την ταυτότητα του υποκειμένου, αυτό φυσικά δεν λαμβάνει χώρα στους τόπους όπου το κίνημα τελετουργεί την διαμαρτυρία του, την αμφισβήτηση και την εξέγερση του, πραγματοποιείται στις παρυφές αυτού, στις γιάφκες και στα σπίτια, στα πηγαδάκια έξω από τις συνελεύσεις, έξω από το τελετουργικό και τις συνήθειες, στην καθημερινότητα. Δεν υπάρχει καμιά σύμβαση, κανένα ντοκουμέντο που μιλά για τον θάνατο της Jacquerie, όπως δεν υπάρχει και κανένα ντοκουμέντο που να μιλά για τη γέννηση της Jacquerie, το συγκεκριμένο και η πρακτικότητα του πολιτικού στόχου μας υπάρχει από την εδώ πλευρά της ενορίας μας, η επανάσταση δεν είναι μια λειτουργία. Η Jacquerie είναι ζωντανή και συνεχίζει να γελά με τα «λόγια» μας”. (AA.VV., Bologna marzo 1977… fatti nostri…, Μπολόνια μάρτης 1977, δικιά μας υπόθεση, Verona, Bertani, 1977, II έκδοση; σελ. 159-164).

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙ / ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΖΕΙ / ΜΟΛΟΤΟΦ ΜΟΛΟΤΟΦ / ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ                                                                                                                                           LA POLIZIA CHE SPARA / NON CI FA PAURA / MOLOTOV MOLOTOV / SULLA QUESTURA

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΥΨΗΛΟ ΚΟΣΤΟΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΦΤΑΝΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ: ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΠΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ                                             CONTRO IL CAROVITA BASTA CON LE SFILATE: ESPROPRIO PROLETARIO E RAPINA A MANO ARMATA

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

αυτονομία, autonomia

Μετά τον Μάρξ απρίλης, 11 – χρονικό του Κινήματος ’77

ΕΡΓΑΤΙΚΗΗΗ…/ΕΞΟΥΣΙΑΑΑΑ    POTEREEE… / OPERAIOOO                                           XVI

Το νεανικό προλεταριάτο τίθεται, μαζί με τις γυναίκες, σαν πυροκροτητής έκρηξη και σαν πολιτιστική πρωτοπορία στην έκρηξη των υπαρχουσών ισορροπιών των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο από το 1968. Η λογική των θυσιών είναι η αστική λογική που λέει : τα ζυμαρικά στο προλεταριάτο, το χαβιάρι στους αστούς. Διεκδικούμε εμείς το δικαίωμα στο χαβιάρι, γιατί είμαστε αλαζόνες και αγενείς (ίσως επειδή είναι χαρακτηριστικό των νέων), γιατί κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να μας πείσει ότι σε καιρούς θυσιών οι αστοί μπορούν να πηγαίνουν πρώτη προβολή κι εμείς όχι, πως αυτοί μπορούν να φάνε την παρμεζάνα και εμείς όχι ή ακόμη και να μας αναγκάσουν να μείνουμε νηστικοί. Τα προνόμια που η μπουρζουαζία διατηρεί για τον εαυτό της είναι τα δικά μας, εμείς τα πληρώνουμε. Γι ‘αυτό και θέλουμε να τα κατακτήσουμε κάνουμε αυτό ένα θέμα αρχής. Θέλουμε όλους τους προλετάριους με τη γούνα; Όχι, θέλουμε απλώς να πάρουμε τα γουναρικά που οι αστοί φορούν εις βάρος μας και να καμαρώνουν για να μας ταπεινώσουν , κατά τα άλλα είμαστε από την πλευρά των βίσωνων, υποστηρίζουμε τον δίκαιο αγώνα τους για να αποφύγουν την εκδορά από αυτούς που κυβερνούν το ανθρώπινο είδος. Το δικαίωμα να πάρουμε στην κατοχή μας τα προνόμια της αστικής τάξης είναι ένα νέο στοιχείο από το 1968: Χθες χαλασμένα αυγά, σήμερα αυτομείωση. Οκτώ χρόνια αργότερα υπάρχει ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο, απρόβλεπτο και εξαιρετικά καινούργιο, του οποίου οι μακρινές ρίζες μπορούν να αναγνωριστούν στο νεανικό 1968 , στην εξέγερση των μακρυμάλληδων, αυτών που απομακρύνονταν από το σπίτι, στην πρώτη νέα μουσική. Ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο που εισέρχεται με τα δικά του σχήματα και με εκρηκτικό τόνο στη σκηνή της ταξικής πάλης ή καλύτερα της καθημερινής ζωής. Είναι το νεανικό προλεταριάτο, εκείνο το πραγματικό και όχι οι πολλές ετικέτες που πολλοί έχουν κολλήσει, όπως στην περίπτωση των αντιφασιστικών επιτροπών, που ξαφνικά μετατράπηκαν σε νεανικά κέντρα. Το νεανικό προλεταριάτο είναι ένα άλλο πράγμα, είναι ένα κίνημα του οποίου η δύναμη βασίζεται στην δημιουργικότητα (η οποία δεν είναι αξεσουάρ περισσότερο ή λιγότερο περιττό, αλλά είναι η ουσία) του οποίου η επιβίωση συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιήσει την δύναμη, γιατί το θέμα είναι για τους νέους: ή η συνολική περιθωριοποίηση, ή η συνολική ισχύς, εξουσία. Παρά την κόκκινη διοίκηση στον Δήμο, το προνόμιο της πρώτης δόθηκε για μιαν ακόμη φορά στην μιλανέζικη μπουρζουαζία, ως εκ τούτου θα κινητοποιηθούμε για να εμποδίσουμε τους αστούς να εισέλθουν στην Scala: μιας και μας την έχουν αρνηθεί θα κάνουμε τα πάντα για να την αρνηθούμε σε αυτούς. Αν δεν καταφέρουμε να αυτομειώσουμε, θα αυτομειώσουμε τους θεατές. Ο Paolo Grassi, σοσιαλιστής και διευθυντής της Σκάλα μας είπε ότι είναι σωστό οι αστοί που θέλουν να παν στην πρώτη να πληρώνουν 100.000 λίρες το εισιτήριο, γιατί με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούν την πολιτιστική παραγωγή , εμείς του απαντούμε πως το ποσό που θα μαζευτεί από την πρώτη παράσταση πρέπει να πάει στα κέντρα αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι των προλετάριων. Το ραντεβού είναι για όλους τρίτη βράδυ στις 17.30 στο κέντρο με τις μοβ σημαίες μας” («Questa prima non s’ha da fare» , »Αυτή η πρώτη δεν θα γίνει» VIOLA n. 1, 7 δεκέμβρης 1976).

Παρασκευή 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1976. Palermo: κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών, di Lettere        “Οι φοιτητές του Palermo καταλαμβάνουν la facoltà di Lettere και στην συνέχεια τις άλλες τις επόμενες ημέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην απόφαση της ακαδημαϊκής κοινότητας να εφαρμόσει την εγκύκλιο Malfatti της 3 δεκεμβρίου, που απαγορεύει στους φοιτητές να δώσουν περισσότερες εξετάσεις στην ίδια ύλη και κατεδαφίζει την απελευθέρωση του προγράμματος σπουδών που ισχύει από το ‘68. Ο Malfatti (…) προετοιμάζει ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που προβλέπει την εισαγωγή δυο επιπέδων βαθμολόγησης και διπλώματος,  την υποδιαίρεση των καθηγητών σε δυο διακριτούς ρόλους (εντεταλμένους και τους συνεργάτες), τον αυστηρό έλεγχο προγράμματος σπουδών από πλευράς καθηγητών,  την κατάργηση των μηνιαίων κλήσεων, την αύξηση των φόρων” (Piero Bernocchi, Dal ‘77 in poi, Από το »77 και μετά, Roma, Erre Emme Edizioni, 1997; σελ. 143).

Δευτέρα 17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Napoli e Salerno: εβδομάδα κινητοποίησης στο Πανεπιστήμιο Στο Πανεπιστήμιο της Napoli αποφασίζεται μια εβδομάδα κινητοποιήσεων ενάντια στην εγκύκλιο Malfatti στις σχολές Καλών Τεχνών, Οικονομίας και εμπορίου, στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. Στις 19 θα ξεκινήσει μια εβδομάδα κατάληψης και στο Salerno.

Σάββατο 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977. Jaquerie: διαδήλωση ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλεως της Bologna “Μερικές γνώσεις και η διορατικότητα σχετικά με την πραγματικότητα της Μπολόνια οδηγούν τους αγωνιστές της «Κολεκτίβας Jacquerie» να επιλέξουν την κεντρική πρωτοβουλία, με αυτομειώσεις στους κινηματογράφους και τα πολυτελή εστιατόρια στο εμπορικό κέντρο, σαν ένα πέρασμα υποχρεωτικό και για την εξάπλωση των νεανικών κέντρων. Η «Jacquerie» δεν είναι ακόμη ένα κίνημα, είναι μια συμπεριφορά κατ ‘ανάγκην μειοψηφική και ρήξης. (…) Στην διαδήλωση της 22ης ιανουαρίου ενάντια στην στρατιωτικοποίηση της πόλης βλέπουμε να εκδηλώνονται στην πορεία όλες εκείνες οι μορφές έκφρασης που πολλοί πατερναλιστικά είχαν εκχωρήσει στις φεμινίστριες και σε «εκείνους του Radio Alice»” (Gad Lerner e Mirko Pieralisi, «Democrazia e organizzazione nel movimento: l’esperienza di Bologna» OMBRE ROSSE n. 21, giugno 1977, pag. 8). Breve la vita felice di Jacquerie:

[Στο ρυθμό του τραγουδιού Συγγνώμη θέλεις να χορέψουμε,  Scusi vuol ballare con me, του Adriano Celentano]

ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΦΩΝΕΣ, ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΚΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΥΣ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ: TACCIONO LE VOCI, SI SPENGONO LE LUCI E NEL BUIO SENTI SUSSURRAR:

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ / ΟΡΓΑΝΩΣΗ / ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ / ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ           AUTONOMIA OPERAIA / ORGANIZZAZIONE / LOTTA ARMATA / RIVOLUZIONE

https://aenaikinisi.files.wordpress.com/2017/04/dopo_marx_aprile.pdf

https://www.academia.edu/6711257/Dopo_Marx_aprile

ιστορία, storia

14 μαίου 1977: Μιλάνο, μια »ήρεμη» ανταλλαγή πυροβολισμών – 14 maggio 1977: Milano, una sparatoria «tranquilla»

Αέναη κίνηση

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.094 επιπλέον λέξεις