ιστορία, storia

4 Δεκεμβρίου 1970 : η δίκη στο Burgos

Αέναη κίνηση

392970_2683191049343_1543372364_2866580_575854708_n

Martedì 03 Dicembre 2013 12:19, Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

4 Dicembre 1970: il processo di Burgos –  η δίκη στο Burgos, 4 Δεκεμβρίου 1970

ARCHIVIO STORIA DI CLASSE, Αρχείο Ταξικής Ιστορίας

Euskal Herria, 2 Αυγούστου 1968, ώρα 14,45 περίπου στη Χώρα των Βάσκων

Ο αρχηγός της Brigada Social [πολιτική αστυνομία] της περιφέρειας Guipuzcoa, ο Meliton Manzanas, σωριάζεται στην είσοδο του σπιτιού του χτυπημένος θανατηφόρα από σφαίρες, πίσω του στέκεται ένας νεαρός με μούσι, μουστάκια και μακριές φαβορίτες που κρατάει πιστόλι στα χέρια του. Ούτε δυο μήνες πριν η αστυνομία του Francisco Franco έχει δολοφονήσει τον Francisco Saverio «Txabi» Etxebarrieta, διευθυντικό στέλεχος του Euskadi Ta Askatasuna, προσπαθώντας να πνίξει στο αίμα τον αγώνα για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση του βασκικού λαού.

Η εκτέλεση του Manzanas, η πρώτη που έπραξε η ΕΤΑ, αντιπροσωπεύει το θάνατο του χειρότερου των φασιστών βασανιστών παρόντων στη περιοχή του Euskadi, στη χώρα των Βάσκων, ενός ανθρώπου που εκπαιδεύτηκε…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 689 επιπλέον λέξεις

διεθνισμός, internazionalismo

Sunday Cuba gathering/Free all Politikal Prisonerz!

Moorbey'z Blog

Δείτε την αρχική δημοσίευση

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Όταν ο Otto συνάντησε τη Sylvia

Η Sylvia von Halden ( γεννήθηκε το 1894 στο Αμβούργο ) ήταν δημοσιογράφος και ποιήτρια , μια μποέμικη φιγούρα των καφέ του Βερολίνου , που ζούσε τη ζωή της άφοβα. Ασχολήθηκε με » εκείνη την πλατωνική αγάπη που δεν εμφανίστηκε ποτέ » . Πέρασε τα τελευταία χρόνια της στην Αγγλία αυτοεξόριστη συγκατοικώντας με δύο γυναίκες και ένα φίλο της φωτογράφο από τη Δρέσδη , όπου και πέθανε το 1963 . Ο Otto Dix ( 1891 – 1969 ) επίσης Γερμανός , ήταν ζωγράφος , γνωστός για τις ωμές και ρεαλιστικές απεικονίσεις της κοινωνίας και της κτηνωδίας του πολέμου στους πίνακες του .

– Πρέπει να σας ζωγραφίσω ! Απλά πρέπει !……. Αντιπροσωπεύετε μια ολόκληρη εποχή !

– Δηλαδή , θέλετε να ζωγραφίσετε τα ανιαρά μάτια μου , τα άκομψα αυτιά μου , τη μακριά μύτη μου , τα λεπτά χείλη μου ; Θέλετε να ζωγραφίσετε τα μακριά χέρια μου , τα κοντά πόδια μου , τις μεγάλες πατούσες μου , πράγματα τα οποία μπορούν να τρομάξουν τους ανθρώπους και να μην ευχαριστήσουν κανέναν ;

– Έχετε έξοχα χαρακτηρίσει τον εαυτό σας και αυτό θα οδηγήσει σε ένα πορτραίτο αντιπροσωπευτικό της εποχής το οποίο θα έχει να κάνει , όχι με την εξωτερική ομορφιά μιας γυναίκας , αλλά μάλλον με την ψυχολογική της κατάσταση .

Το πορτραίτο της δημοσιογράφου Sylvia von Halden ( 1926 ) εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης , κέντρο Georges Pompidou , στο Παρίσι .

otto_dix_sy_von_harden

harden_1-2tumblr_lwxckg2l6a1qm2bmho1_1280

 

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ποίημα για τον Φιντέλ Κάστρο από τον Πάμπλο Νερούδα [Τραγούδι Διαμαρτυρίας] – POEM FOR FIDEL CASTRO (SONG OF PROTEST) November 28, 2016 Pablo Neruda

Noέμβριος 28, 2016

Fidel Castro with Chilean President Salvador Allende

Fidel Castro with Chilean President Salvador Allende

»Να υπερασπιστούν την πολυαγαπημένη μας Κούβα». Η κατακλείδα αυτού του ποιήματος από τον μεγάλο χιλιανό κομμουνιστή και σουρεαλιστή συγγραφέα Πάμπλο Νερούδα μάλλον συνοψίζει το πως οι εργαζόμενοι και καταπιεσμένοι άνθρωποι – στη Λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο – αισθάνονται στον απόηχο του θανάτου του Φιντέλ Κάστρο. Μπορούν να ειπωθούν πολλά για τον άνθρωπο Κάστρο, αλλά είναι μακράν λιγότερο σημαντικό σε σχέση με την Κουβανική Επανάσταση την οποία βοήθησε, ηγήθηκε αυτής, έχτισε και διατήρησε για πάνω από 50 χρόνια ενάντια στις εξωτερικές πιέσεις της Αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Τα γεγονότα είναι γεγονότα, και το γεγονός είναι ότι η Κούβα έχει καθολικό σύστημα υγείας και ένα ποσοστό αλφαβητισμού τα οποίαν είναι αξιοζήλευτα από οποιοδήποτε πρότυπο. Η πολιτιστική πολιτική της στην διάρκεια της δεκαετίας ’60-΄70 – η οποία αγωνίστηκε να εξοντώσει το κίνητρο κέρδους από τις τέχνες, τοποθετώντας ανθρωπιστική καινοτομία στο επίκεντρο – ήταν ένα σημείο αναφοράς για καλλιτέχνες, ποιητές και μουσικούς πέραν της Λατινικής Αμερικής. Συγκρίνετε το με τους γείτονες της Κούβας στην Καραϊβική – οι οποίοι συνήθως αντιμετωπίζονται ως μια μεγάλη ελεύθερη ζώνη εμπορίου για το US κεφάλαιο – και η δηκτικότητα είναι ξεκάθαρη.

Γι αυτό το λόγο ο Castro παρέμεινε, παρόλες τις βάσιμες και κραυγαλέες κριτικές που ίσως του ασκούμε από την Αριστερά, ένα σύμβολο αυτοκαθορισμού και αντί-ιμπεριαλισμού. Ο θάνατος του δίνει έμφαση σε μια ανοικτή ερώτηση: όχι τόσο για τον Castro καθεαυτό ή την προσωπική κληρονομιά του, αλλά για το τι τελικά θα γίνει το »κύπελλο με το κρασί», οι δημοφιλείς αγώνες και τα δημοκρατικά όνειρα τα οποία περιγράφει ο Neruda.

Alexander Billet

Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί είναι ευγνώμονες
για τα λόγια της δράσης και τα κατορθώματα τραγουδούν,
γι αυτό από μακριά σου φέρνω
ένα κύπελλο  με κρασί της χώρας μου:
είναι το αίμα υπόγειων λαών
που μέσα απ’ τις σκιές φτάνει στο λαιμό σου,
είναι οι ανθρακωρύχοι που ζουν εδώ κι αιώνες
αντλώντας  φωτιά από την παγωμένη γη.
Πηγαίνουν κάτω από τη θάλασσα για άνθρακα
και όταν επιστρέφουν είναι σαν φαντάσματα:
μεγάλωσαν συνηθίζοντας το αιώνιο σκοτάδι,
η εργασία στο φως της ημέρας τους εκλάπει ,
παρόλα αυτά  εδώ είναι το κύπελλο
με πολύ πόνο και αποστάσεις:
η ευτυχία φυλακισμένων ανδρών,
που τους έχει καταλάβει σκοτάδι κι αυταπάτες
οι οποίοι μέσα απ’ τα μεταλλεία αντιλαμβάνονται
την άφιξη της άνοιξης και τα αρώματα της
γιατί γνωρίζουν ότι ο Άνθρωπος αγωνίζεται
για να φτάσει σε μια επαρκή καθαρότητα .
Και η Κούβα αναγνωρίζεται από τους ανθρακωρύχους του νότου,
τους μοναχικούς γιούς της πάμπα,
τους βοσκους του κρύου στην Παταγονία,
από τους  πατεράδες από κασσίτερο και ασήμι,
από αυτούς που έχουν παντρευτεί τις κορδιλλιέρες
εξάγοντας τον χαλκό από την Chuquicamata, από άνδρες κρυμμένους σε λεωφορεία
σε πληθυσμούς αγνής νοσταλγίας,
γυναίκες των χωραφιών και των εργαστηρίων,
παιδιών που ξόδεψαν σε κλάματα τα παιδικά τους χρόνια·
Αυτό είναι το κύπελλο, πάρ’ το, Fidel.
Είναι γεμάτο από πολύ ελπίδα την ώρα
που το πίνεις  θα ξέρεις τη νίκη σου
είναι σαν το παλιό κρασί της χώρας  μου
το οποίο δεν φτιάχνεται από έναν αλλά από πολλούς άνδρες
και όχι από ένα σταφύλι αλλά από πολλά φυτά:
δεν είναι μια σταγόνα αλλά πολλά ποτάμια:
όχι ένας καπετάνιος, αλλά πολλές μάχες.
Και σε υποστηρίζουν γιατί αντιπροσωπεύεις
την συλλογική τιμή και του δικού μας μακροχρόνιου αγώνα
και αν ήταν να πέσει η Κούβα θα πέφταμε όλοι μαζί
και θα ερχόμασταν να τη σηκώσουμε,
και αν ανθίσει με όλα τα λουλούδια της
θα ακμάσει με το δικό μας νέκταρ.
Και αν τολμήσουν να αγγίξουν το μέτωπο
της Κούβας από τα χέρια σου απελευθερωμένη
θα βρουν μπροστά τους τις γροθιές των ανθρώπων,
θα βγάλουμε έξω τα θαμμένα όπλα μας:
αίμα και η περηφάνια θα έρθουν
να σώσουν την πολυαγαπημένη μας Κούβα.

Ο Pablo Neruda [1904-1973] ήταν χιλιανός ποιητής, διπλωμάτης και πολιτικός. Έλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1971 και υπηρέτησε ως γερουσιαστής, ως μέλος του χιλιανού κομμουνιστικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, έκδωσε σχεδόν σαράντα τόμους ποίησης.

Pablo Neruda recita uno de sus poemas dedicados a Cuba

“To defend our beloved Cuba.” The closing line of this poem from the great Chilean communist and surrealist writer Pablo Neruda rather sums up how working and oppressed people – in Latin America and around the world – are feeling in the wake of Fidel Castro’s death. There is a lot to say about Castro the man, but it is far less important than the Cuban Revolution he helped lead, build and maintain for more than fifty years against the outside pressures of American empire.

Facts are facts, and the fact is that Cuba has universal healthcare and a literacy rate that is enviable by any standard. Its cultural policy during the 1960s and 70s – one that strove to eliminate the profit motive from the arts and put humanistic innovation at its center – was a point of reference for artists, poets and musicians across Latin America. Compare this to Cuba’s Caribbean neighbors – routinely treated as one big free trade zone for US capital – and the poignancy is clear. It is why Castro remained, despite so many valid and vociferous criticisms we might make of him from the Left, a symbol of self-determination and anti-imperialism. His death highlights an open question; not so much about Castro himself or even his own personal legacy, but of what will ultimately become of the “cup of wine,” the popular struggles and democratic dreams that Neruda describes. – Alexander Billet

* * *

Fidel, Fidel, los pueblos te agradecen
palabras en acción y hechos que cantan,
por eso desde lejos te he traído
una copa del vino de mi patria:
es la sangre de un pueblo subterráneo
que llega de la sombra a tu garganta,
son mineros que viven hace siglos
sacando fuego de la tierra helada.
Van debajo del mar por los carbones
y cuando vuelven son como fantasmas:
se acostumbraron a la noche eterna,
les robaron la luz de la jornada
y sin embargo aquí tienes la copa
de tantos sufrimientos y distancias:
la alegría del hombre encarcelado,
poblado por tinieblas y esperanzas
que adentro de la mina sabe cuando
llegó la primavera y su fragancia

porque sabe que el hombre está luchando

hasta alcanzar la claridad más ancha.
Y a Cuba ven los mineros australes,
los hijos solitarios de la pampa,
los pastores del frío en Patagonia,
los padres del estaño y de la plata,
los que casándose con la cordillera
sacan el cobre de Chuquicamata,
los hombres de autobuses escondidos
en poblaciones puras de nostalgia,
las mujeres de campos y talleres,
los niños que lloraron sus infancias:
esta es la copa, tómala, Fidel.
Está llena de tantas esperanzas
que al beberla sabrás que tu victoria
es como el viejo vino de mi patria:
no lo hace un hombre sino muchos hombres
y no una uva sino muchas plantas:
no es una gota sino muchos ríos:
no un capitán sino muchas batallas.
Y están contigo porque representas
todo el honor de nuestra lucha larga
y si cayera Cuba caeríamos,
y vendríamos para levantarla,
y si florece con todas sus flores
florecerá con nuestra propia savia.
Y si se atreven a tocar la frente
de Cuba por tus manos libertada
encontrarán los puños de los pueblos,
sacaremos las armas enterradas:
la sangre y el orgullo acudirán

a defender a Cuba bienamada.

Fidel, Fidel, the people are grateful
for words in action and deeds that sing,
that is why I bring from far
a cup of my country’s wine:
it is the blood of a subterranean people
that from the shadows reaches your throat,
they are miners who have lived for centuries
extracting fire from the frozen land.
They go beneath the sea for coal
but on returning they are like ghosts:
they grew accustomed to eternal night,
the working-day light was robbed from them,
nevertheless here is the cup
of so much suffering and distances:
the happiness of imprisoned men
possessed by darkness and illusions
who from the inside of mines perceive
the arrival of spring and its fragrances

because they know that Man is struggling

to reach the amplest clarity.
And Cuba is seen by the Southern miners,
the lonely sons of la pampa,
the shepherds of cold in Patagonia,
the fathers of tin and silver,
the ones who marry cordilleras
extract the copper from Chuquicamata,
men hidden in buses
in populations of pure nostalgia,
women of the fields and workshops,
children who cried away their childhoods:
this is the cup, take it, Fidel.
It is full of so much hope
that upon drinking you will know your victory
is like the aged wine of my country
made not by one man but by many men
and not by one grape but by many plants:
it is not one drop but many rivers:
not one captain but many battles.
And they support you because you represent
the collective honor of our long struggle,
and if Cuba were to fall we would all fall,
and we would come to lift her,
and if she blooms with flowers
she will flourish with our own nectar.
And if they dare touch Cuba’s
forehead, by your hands liberated,
they will find people’s fists,
we will take out our buried weapons:
blood and pride will come to rescue,

to defend our beloved Cuba.


Pablo Neruda (1904 – 1973) was a Chilean poet, diplomat and politician. He received the Nobel Prize for Literature in 1971 and served as a senator as a member of the Chilean Communist Party. During his life, he published almost forty volumes of poetry.

http://www.redwedgemagazine.com/online-issue/poem-for-fidel-castro-song-of-protest

https://moorbey.wordpress.com/2016/11/29/poem-for-fidel-castro-song-of-protest/?wref=pil

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Thanks Fidel By Carlos Latuff Rio de Janeiro Brazil

https://moorbey.wordpress.com/2016/12/01/thankz-fidel/

By Carlos Latuff
Rio de Janeiro Brazil

BlackCommentator.com December 01, 2016 - Issue 677: Thanks Fidel - Political Cartoon By Carlos Latuff, Rio de Janeiro Brazil

Carlos Latuff, a cartoonist, artist and activist based in Rio de Janeiro, Brazil.

Latuff has spent the last 15 plus years crafting a style that can best be described as “populist cartooning.” He has touched on issues like Apartheid in South Africa, the plight of Native Americans in the US and the oppression of Tibetans in China.

But perhaps his most controversial series to date is “We are all Palestinians,” in which he compares the actions taken by the Israeli government towards Palestinians in the West Bank and Gaza Strip directly to the Nazi’s treatment of Jews.  Contact Mr. Latuff and BC.

μα τι χαρακτήρας!, grandezza carattere !

Αβάνα: το Λιοντάρι πέθανε. Ας χορεύουν τα τσακάλια, αυτός πάντα θα είναι Λιοντάρι κι αυτοί πάντα τσακάλια – L’Avana, 25 novembre 2016: Il Leone è morto. Danzino pure gli sciacalli, lui sarà per sempre Leone e loro sempre sciacalli

Δημοσιεύτηκε, Pubblicato: 11/27/2016 in Politica Internazionale, Storia
Tag:, ,

fidel-castro-glassesHASTA SIEMPRE FIDEL!(Cellula PCL Michelin, Κύτταρο του PCL της Michelin )

Δεν έφτασαν 638 απόπειρες για να σκοτώσουν τον Φιντέλ Κάστρο Ρους, τον lider maximo, comandante, διοικητή της Κουβανικής Επανάστασης, ο οποίος έσβησε σήμερα (στα μούτρα τους), στην ηλικία των 90 χρόνων στο κρεβάτι του, περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους του στο νησί του. Δικοί του όχι λόγω ιδιοκτησίας, δικοί του γιατί πάντα ήταν ένα μαζί τους, κι όλοι εκείνοι πάντα σ’ αυτόν αναγνωρίζονταν.

Non sono serviti 638 attentati per uccidere Fidel Castro Ruz, il lider maximo, comandante in capo della Rivoluzione Cubana, si è spento oggi (alla faccia loro), a 90 anni nel suo letto, circondato dalla sua gente nella sua isola.
Sue non perché di proprietà, sue perché ne ha sempre fatto parte, ed esse in lui si sono sempre riconosciute.

Ο Φιντέλ ήταν ο τελευταίος μεγάλος επαναστάτης, όχι μάρτυρας αλλά πρωταγωνιστής της αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, αυτής που ακόμη και σήμερα δημιουργεί έναν τεράστιο φόβο σε όλο τον κόσμο του καπιταλισμού, σε όλο τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ο οποίος σε όλα αυτά τα χρόνια έχει κάνει ό, τι είναι δυνατόν, τα πάντα, για να την περιορίσει και να την καταστρέψει. Ο Φιντέλ πέθανε με το αυτοκρατορικό εμπάργκο ακόμα στη θέση του, αυτός είναι ο πραγματικός δολοφόνος του λαού της Κούβας, ο killer, αλλά που παρουσιάζεται με το πρόσωπο της πιο όμορφης δημοκρατίας στον κόσμο. Ο Φιντέλ είναι νεκρός, δίχως να σκύψει ποτέ το κεφάλι, αφού έχουν περάσει 10 πρόεδροι yankee που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ να χαλαρώσουν την τανάλια σε αυτό το μικρό νησί που αντιστέκεται, αντίθετα μάλιστα έχτισαν ακόμη και την πιο διαβόητη φυλακή της ιστορίας, το Γκουαντάναμο, για να καμαρώνουν και να επιδεικνύουν τις πεποιθήσεις τους.

Fidel era l’ultimo grande rivoluzionario, non testimone ma protagonista della rivoluzione anti imperialista, quella che ancora oggi fa una paura tremenda a tutto il capitalismo mondiale, che in tutti questi anni ha fatto di tutto per confinarla e distruggerla.
Fidel è morto con l’embargo imperiale ancora in atto, il vero killer del popolo cubano, ma presentato con il volto della democrazia più bella del mondo.
Fidel è morto, senza chinare mai la testa, dopo che sono passati 10 presidenti yankee che non si sono mai sognati di allentare la morsa su quella piccola isola che resiste, anzi ci hanno persino costruito la prigione più infame della storia, Guantanamo, per ostentare il proprio credo.

Τώρα δεν είναι η ώρα για να ξεψαχνίσουμε τον Φιντέλ και την Κούβα, δεν είναι πραγματικά η ώρα, θα έρθουν καταλληλότερες ημέρες. Σήμερα γιορτάζουμε τον επαναστάτη, εκείνο τονν πραγματική, εκείνον που έφτιαξε η ίδια η ιστορία και έχει ήδη απαλλάξει, επειδή είναι μέρος αυτής, σε αντίθεση με τους δημοσιογράφους όπως ο Σαβιάνο οι οποίοι πλέον γράφουν ένα βιβλίο, σαν να ήταν ένα cinepanettone των Boldi και Ντε Σίκα. Αλλά ξέρετε: όταν ένα Λιοντάρι πεθαίνει πάντα τα τσακάλια πάνε για να γλεντήσουν επάνω στο πτώμα του. Αλλά αυτός παραμένει ένα Λιοντάρι και αυτού παραμένουν τα τσακάλια.

Ora non è il tempo di fare le pulci a Fidel e a Cuba, non è proprio il momento, verranno giorni più adatti. Oggi va celebrato il rivoluzionario, quello vero, quello che la storia ha già assolto, perché ne fa parte, a differenza dei giornalisti come Saviano che ormai scrivono un libro come se fosse il cinepanettone di Boldi e De Sica. Ma si sa: quando un Leone muore gli sciacalli vanno sempre a banchettare sul suo cadavere. Ma lui resta un Leone e loro restano degli sciacalli.

Troviamo adatte le parole di Eduardo Galeano per parlare oggi di Fidel, per salutarlo con tutto l’onore e il rispetto che merita, con quel motto che ha fatto battere e che continua a far battere milioni di cuori all’unisono, alzando un pugno chiuso al cielo: Hasta Siempre Comandate!

Βρίσκουμε κατάλληλα τα λόγια του Εντουάρντο Γκαλεάνο για να μιλήσουμε σήμερα για τον Φιντέλ, για να τον χαιρετήσουμε με όλη την τιμή και τον σεβασμό που του αξίζει, με εκείνο το σύνθημα που έχει κάνει να χτυπούν και που συνεχίζει να κάνει εκατομμύρια καρδιές να χτυπούν από κοινού με έναν ήχο, ενωμένες, ανεβάζοντας μια γροθιά στον ουρανό: Hasta Siempre Comandante!

Εντουάρντο Γκαλεάνο “Καθρέφτες”.

Οι εχθροί του λένε ότι ήταν ένας μη εστεμμένος βασιλιάς που μπέρδευε την ενότητα με την ομοφωνία. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε πως εάν ο Ναπολέων είχε μια εφημερίδα όπως η Granma, κανένας Γάλλος δεν θα είχε μάθει την καταστροφή στο Βατερλό. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Οι εχθροί του λένε ότι άσκησε την εξουσία μιλώντας πολύ και ακούγοντας λίγο, γιατί είχε μάθε να ακούει περισσότερο ήχους παρά φωνές. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο.

Αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν τα λένε οι εχθροί του

ότι δεν έβαλε ποτέ στα βιβλία της ιστορίας το γεγονός ότι πρόταξε στο στήθος του στις σφαίρες των εισβολέων,

ότι αντιμετώπισε τυφώνες ως ίσος προς ίσο, τυφώνας προς τυφώνα,

ότι επέζησε από 637 απόπειρες κατά της ζωής του,

ότι η μεταδοτική ενέργειά του ήταν καθοριστική στο να βγει η χώρα του από το καθεστώς της αποικίας,

και δεν ήταν από την κατάρα του Εωσφόρου ή θαύμα του Θεού ότι η νέα χώρα κατάφερε να επιζήσει από δέκα Αμερικανούς προέδρους, οι οποίοι είχαν φορέσει ήδη την πετσέτα στο λαιμό και ήταν έτοιμοι να τον φάνε με το μαχαιροπήρουνο.

Και οι εχθροί του δεν αναφέρουν ποτέ ότι η Κούβα είναι μια σπάνια χώρα που δεν ανταγωνίζεται μαζί τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο Doormat.

Και δεν λένε ότι η επανάσταση, η οποία τιμωρείται για το έγκλημα της αξιοπρέπειας, είναι αυτό που κατάφερε να είναι και όχι αυτό που ευχόταν να γίνει. Ούτε λένε ότι το τείχος που χωρίζει την επιθυμία από την πραγματικότητα έγινε ψηλότερο και πιο φαρδύ εξαιτίας του ιμπεριαλιστικού εμπάργκο, το οποίο πνίγει τη δημοκρατία κουβανέζικου στιλ- μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία- και γέννησε τη γραφειοκρατία, πάντα έτοιμη με ένα πρόβλημα για κάθε λύση, δίνοντάς της τα άλλοθι που απαιτούνται για να δικαιολογεί και να διαιωνίζει τον εαυτό της.

Και δεν λένε ότι παρά όλη τη θλίψη, παρά την εξωτερική επιθετικότητα και την εσωτερική αυθαιρεσία, αυτό το λυπημένο και πεισματάρικο νησί έχει γεννήσει τη λιγότερο άδικη κοινωνία στη Λατινική Αμερική.

Και οι εχθροί του δεν λένε ότι αυτό το κατόρθωμα ήταν το αποτέλεσμα της θυσίας του λαού της, καθώς επίσης και της πεισματάρικης θέλησης και της παλιομοδίτικης αίσθησης της τιμής του ιππότη που πάντα πολέμησε στο πλευρό των ηττημένων, όπως ο διάσημος συνάδελφός του στα πεδία της Καστίλης.

Eduardo Galeano,”Specchi”

I suoi nemici dicono che è stato un re senza corona e che ha confuso l’unità con l’unanimità.E in questo i suoi nemici hanno ragione.
I suoi nemici dicono che se Napoleone avesse avuto un giornale come il “Gramma”, nessun francese sarebbe stato messo al corrente del disastro di Waterloo.
E in questo i suoi nemici hanno ragionen
I suoi nemici dicono che esercitò il potere parlando molto e ascoltando poco, perchè era più abituato agli echi che alle voci.
E in questo i suoi nemici hanno ragione.
Però i suoi nemici non dicono che non fu per posare davanti alla Storia che mise il petto di fronte ai proiettili quando venne l’invasione,
che affrontò gli uragani da uguale a uguale, da uragano a uragano, che sopravvisse a seicento trentasette attentati, che la sua contagiosa energia fu decisiva per convertire una colonia in una patria e che non fu nè per un artificio del Demonio nè per un miracolo di Dio che questa nuova patria ha potuto sopravvivere a dieci presidenti degli Stati Uniti, che avevano il tovagliolo al collo per mangiarla con coltello e forchetta.
E i suoi nemici non dicono che Cuba è uno dei pochi paesi che non compete per la Coppa del Mondo dello Zerbino.
E non dicono che questa rivoluzione, cresciuta nel castigo, è quello che ha potuto essere e non quello che avrebbe voluto essere. Nè dicono che in gran parte il muro tra il desiderio e la realtà si fece sempre più alto e più largo grazie al blocco imperiale, che affogò lo sviluppo della democrazia cubana, obbligò la militarizzazione della società e concesse la burocrazia, che per ogni soluzione tiene un problema, l’alibi per giustificarsi e perpetuarsi.
E non dicono che considerando tutte le afflizioni, considerando le aggressioni esterne e l’arbitrarietà interna, questa isola rassegnata però testardamente allegra ha generato la società latino-americana meno ingiusta.
E i suoi nemici non dicono che questa impresa fu opera del sacrificio del suo popolo, però anche fu opera dell’ostinata volontà e dell’antiquato senso dell’onore di questo cavaliere che sempre combattè per i vinti, come quel suo famoso collega dei campi di Castilla.

https://maddalenarobinblog.wordpress.com/2016/11/27/lavana-25-novembre-2016-il-leone-e-morto-danzino-pure-gli-sciacalli-lui-sara-per-sempre-leone-e-loro-sempre-sciacalli/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA