‘’Εκκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα’’, το βιβλίο – »Sgomberate lestrade dai sogni», il libro

Το εξώφυλλο είναι ευγενική προσφορά του γλύπτη και φίλου Κώστα Καρακίτσου

«Ξαναδιαβάζοντάς τα τώρα, εκείνα τα δεδομένα, εκείνα τα στοιχεία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι έξι ή επτά χιλιάδες άνθρωποι κατέληξαν στη φυλακή για περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο χρονικό διάστημα, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Μόρο είχε δίκιο: βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μεγάλο ξέσπασμα ανατροπής. Όχι τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία έχει μια αναρχική μήτρα που επικεντρώνεται στην αξία επίδειξης μιας επίθεσης ή σφαγής. Η αριστερή εξέγερση δεν προκάλεσε ποτέ σφαγές. Ήμασταν αντιμέτωποι με μια ανταρσία. Βρισκόμασταν μπροστά σε ένα πολιτικό φαινόμενο. Σε ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Χώρας»

Δεν είναι δήλωση δική μου, είναι λόγια του Francesco Cossiga o oποίος την περίοδο της απαγωγής και εκτέλεσης του Aldo Moro, γ.γ. της Χριστιανικής Δημοκρατίας και επιφανέστερου στελέχους της, την περίοδο που οι ερυθρές Ταξιαρχίες τον απήγαγαν και στη συνέχεια εκτέλεσαν, διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών, στη συνέχεια πρωθυπουργός της Χώρας και μετέπειτα Πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας.

Το κείμενο λοιπόν που έχετε μπροστά σας παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας και τους συντρόφους του να κινούνται για ένα μεγάλο διάστημα της προσωπικής και πολιτικής τους αναζήτησης ταυτότητας μέσα στα μονοπάτια αυτής της εξέγερσης που κράτησε τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, φοιτητής ον στην ανταριασμένη χώρα – την επεισοδιακή επιστροφή του στη γενέθλια Γη και τη συνέχεια του προσωπικού του και συλλογικού παγκόσμιου ταξιδιού προς την χώρα του Ποτέ…

«Για όλους εμάς, που επιβιώσαμε από μια έτσι κι αλλιώς τρομερή εμπειρία, όπλα και φυλακή, είναι εύκολο να νιώθουμε ξεπερασμένοι και εκτός τόπου. Χρειάζεται, λοιπόν, να ακούσουμε τη δική μας ιστορία σαν να ήρθε απ’ έξω, φιμωμένη και σχεδόν αγνώριστη από τον χρόνο. Σαν να ήμασταν κι εμείς αργοναύτες, επιζώντες που λαχταρούν και ονειρεύονται από ένα απομακρυσμένο τόπο, όπου η ιστορία και ο μύθος επιστρέφουν να είναι απλές ιστορίες: ανδρών και γυναικών, ζωών και παθών, αγάπης και θανάτου. Όπου μπορούμε να θυμόμαστε χωρίς να κάνουμε κακό και να βλάπτουμε τον εαυτό μας.
Εκεί που μπορούμε να μιλήσουμε, έστω και μόνο μεταξύ μας, ψιθυριστά. Από καθήκον, από πίστη, από σεβασμό
».   
Sergio Segio,  comandante Sirio

Μιχάλης ‘Μίκης’ Μαυρόπουλος

Ο Μιχάλης Μαυρόπουλος σπούδασε Κοινωνιολογία στη σχολή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας. Συνταξιούχος ασφαλιστικός σύμβουλος, διετέλεσε για μια εικοσαετία εκπαιδευτής θαλασσίων σπορ, όπως επίσης στη συνέχεια αποθηκάριος, dj σερβιτόρος και μπάρμαν, κολυμβητής από μικρός, windsurfer και ότι άλλο παίζεται στην αμμουδιά, περιπατητής, μεταφραστής και διάφορα άλλα που δεν είναι της ώρας να τα πούμε!

Για την αγάπη του αγώνα

Όταν γοητεύτηκα από το Θείο, κάποια λίγα λόγια με έκαναν να νιώσω βαθιά ολοκληρωμένος, όταν αισθάνθηκα μέσα μου πλήρες, το μεγαλείο τους. Είναι η διδαχή γέροντα προς τον μαθητή του και λέει πως: »η Παράδεισος έχει κλείσει, δεν χωράει πλέον κανείς, να είσαι με το καλό για την αγάπη και μόνο, απλά γιατί αγαπάς, δεν υπάρχει ανταμοιβή».

Έτσι είναι και με τον αγώνα για την ελευθερία και την χειραφέτηση, κοινωνική και προσωπική. Θέλει αγώνα, καθημερινό, η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός, παλεύεις για τον αγώνα, για ένα καλύτερο αύριο, για να είσαι καλύτερος άνθρωπος. Αυτά τα δυο πάνε πακέτο, αγάπη αγώνας, αυτονομία ελευθερία, δέσμευση χειραφέτηση, στράτευση αξιοπρέπεια!

Από μικρός αγάπησα τον αθλητισμό. Όπως λέει και η Ανθή: »–Γιατί οι πρόγονοί μου έστεφαν απλώς με κλαδί ελιάς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων; Γιατί μόνο αυτό;
-Επειδή η ουσιαστική επιβράβευση είχε έρθει ήδη ενόσω ο αθλητής προετοιμαζόταν και αγωνιζόταν, εαυτέ μου. Αυτό ήταν το έπαθλο
· ο ίδιος ο «ιδρώτας» και η υπέρβαση των ορίων των δυνατοτήτων που ο αθλητής θεωρούσε ανυπέρβλητα για εκείνον ως τότε. Μια νίκη είχε συντελεστεί ήδη κατά τη διάρκεια της συνειδητής εργασίας του για ανύψωση. Το κλαδί ήταν απλώς ο συμβολισμός. Ένας συμβολισμός· το επιστέγασμα του άθλου που είχε φέρει εις πέρας».

και: Ο τολμών νικά, ήδη ενόσω τολμά.

Francesco Cossiga: «Μετά τον θάνατο του Lorusso, στέλνοντας τα τεθωρακισμένα των καραμπινιέρων με τα πολυβόλα, στη Μπολόνια, κάτω από τα χειροκροτήματα των μπολονιέζων κομμουνιστών (…) πολλοί μετακινήθηκαν προς τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Πρώτη Γραμμή». «Ένας αρχηγός [του ΚΚI] μου είπε: τώρα που έχετε μερικούς τρομοκράτες στη φυλακή, γιατί δεν τους δίνετε μια πίεση, γιατί δεν τους σφίγγετε λιγάκι;»

Francesco Cossiga: «Ήμασταν υπεύθυνοι για τη χειραγώγηση της γλώσσας: όταν καταλάβαμε ότι οι ανατρεπτικοί είχαν απήχηση τους εργάτες, αρχίσαμε να τους αποκαλούμε εγκληματίες».

Δεν είναι δηλώσεις δικές μου, είναι λόγια του Francesco Cossiga o oποίος την περίοδο της απαγωγής και εκτέλεσης του Aldo Moro, γ.γ. της Χριστιανικής Δημοκρατίας και επιφανέστερου στελέχους της, την περίοδο που οι ερυθρές Ταξιαρχίες τον απήγαγαν και στη συνέχεια εκτέλεσαν, διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών, στη συνέχεια πρωθυπουργός της Χώρας και μετέπειτα Πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας.

Το κείμενο λοιπόν που έχετε μπροστά σας παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας και τους συντρόφους του να κινούνται για ένα μεγάλο διάστημα της προσωπικής και πολιτικής τους αναζήτησης ταυτότητας μέσα στα μονοπάτια αυτής της εξέγερσης που κράτησε τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, φοιτητής ον στην ανταριασμένη χώρα – την επεισοδιακή επιστροφή του στη γενέθλια Γη και τη συνέχεια του προσωπικού του και συλλογικού παγκόσμιου ταξιδιού προς την χώρα του Ποτέ

»Μια γενια έξω και εναντια στα πολιτικα κομματα, αλλα και διχως κομματα στη στιξη. Διοτι η συνδεση των νοηματων ηταν αυτονοητη: το πολιτικο ταυτιζόταν με το προσωπικο, η καθημερινη ζωη ένα με την πολιτικη δραση, η δε διάκριση των νοηματων επισης σαφης: εμεις κι εκεινοι, εμεις, οι οποιοι αναζηταμε την ταυτοτητα μας μεσα στον ποταμο της νεοτητας μας και της δρασης μας, στον ποταμο που ποτε δεν είναι ο ιδιος, και εκεινοι, οι καπιταλιστες, οι μπουρζουαδες, οι κατασταλτικοι μηχανισμοι, οι χριστιανοδημοκρατες, οι μαφιοζοι, τα στελεχη και τα μελη του ιταλικου ΚΚ (συντηρητικα, ευρωσταλινικα και μικροαστικοποιημενα), οι συνδικαλιστες – για να πουλανε τους αγωνες». Nanni BalestriniOι Αορατοι

Perché nasce la lotta armata in Italia – Rivista Paginauno

Michalis Mavropulos ha studiato Sociologia presso la Facoltà di Scienze Politiche dell’Università di Firenze. Consulente assicurativo in pensione, è stato per vent’anni istruttore di sport acquatici, poi magazziniere, dj cameriere e barista, nuotatore fin da giovane, windsurfista e quant’altro si gioca in spiaggia, camminatore, traduttore e varie altre cose di cui non parleremo qui ed ora!

Per amore della lotta

Quando ero affascinato dal Divino, alcune parole mi hanno fatto sentire profondamente completo, quando ho appreso dentro di me, la loro grandezza. Si tratta dell’insegnamento di un anziano monaco al suo allievo dicendo che: «Il paradiso è chiuso, non c’è più posto per nessuno, stare con i bene solo per amore, solo perché ami, non esiste ricompensa».
Lostesso vale con la lotta per la libertà e l’emancipazione, sociale e personale. Si deve combattere, ogni giorno, la vittoria non è fine a se stessa, si combatte per la lotta, per un domani migliore, per essere una persona migliore. Questi due vanno di pari passo, amore lotta, autonomia libertà, impegno emancipazione, militanza dignità!

Fin da piccola ho amato lo sport. Come dice Anthi: «- Perché i miei antenati incoronavano i vincitori dei Giochi Olimpici semplicemente con un ramoscello d’ulivo? Perché solo quello?
-Perché la vera ricompensa era già stata arrivata nelmomento in cui l’atleta si preparava e gareggiava, mioessere. Questo era il premio, il «sudore» stesso e il superamento dei limiti di possibilità che l’atleta considerava per lui insormontabili fino a quel momento. Una vittoria era già avvenuta durante il suo lavoro consapevole per l’elevazione. Il ramo era solo un simbolo. Un simbolismo; il culmine dell’impresa che aveva compiuto».
e: Chi osa vince, già mentre osa.

« Rileggendoli ora, quei dati, e considerando che sono state sei o settemila le persone finite in carcere per periodi più o meno lunghi, va ricordato che aveva ragione Moro: ci trovavamo davanti a un grosso scoppio di eversione. Non di terrorismo. Il terrorismo ha una matrice anarchica che punta sul valore dimostrativo di un attentato o di una strage. L’eversione di sinistra non ha mai fatto stragi. Ci trovavamo davanti a una sovversione. A un fenomeno politico. A un capitolo della storia politica del Paese  »

Non è una mia dichiarazione, sono le parole di Francesco Cossiga che durante il rapimento e l’esecuzione di Aldo Moro, segretario generale della Democrazia Cristiana e il suo più importante funzionario nel periodo in cui le Brigate Rosse lo rapirono e poi lo giustiziarono, ricoprì la carica di Ministro dell’Interno, poi Presidente del Consiglio del Paese e poi Presidente della Repubblica Italiana.

Così il testo che avete di fronte segue il protagonista della vicenda ed i suoi compagni muoversi a lungo nella loro ricerca di identità personale e politica nei percorsi di questa rivolta durata almeno quindici anni, studente nel paese in grande tumulto; il ritorno episodico sulla sua terra natale e la continuazione del suo personale e mondiale viaggio collettivo nel paese di Neverland

« Per noi, che siamo sopravissuti a un’esperienza comunque tremenda, alle armi e al carcere, diventa facile e ricorrente sentirsi fuori epoca e fuori posto. Allora, occorre ascoltare il nostro stesso racconto come venisse dall’esterno, reso ovattato e quasi irriconoscibile dal tempo. Come fossimo anche noi argonauti, superstiti che vaneggiano e vagheggiano da un luogo remoto, dove la storia e il mito ritornano a essere semplicemente storie: di uomini e donne, di vite e passioni, di amore e morte. Dove si può ricordare senza fare e farci male.
Dove si può parlare, anche solo fra noi, sottovoce. Per dovere, per fedeltà, per rispetto  ».   Sergio Segio,  comandante Sirio

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 20211128_102252.jpg

Μichele ‘Mikis’ Mavropulos