Κοιτάζοντας μπροστά με τις πλάτες στο μέλλον

του Gigi Roggero
Το να στοχαστούμε και να αναρωτηθούμε σχετικά με το παρελθόν είναι μια επιχείρηση της οποίας ο στρατευμένος πρέπει πάντα να αποσαφηνίζει τη μέθοδο, τις μορφές, τους στόχους. Το να σκεφτόμαστε επί του παρελθόντος όταν το παρόν είναι ταραχωδώς αναστατωμένο από το απροσδόκητο απαιτεί περαιτέρω εξειδίκευση. Να η απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε ξανά να συζητάμε για την αυτονομία το 2020, στους καιρούς του κοροναϊού. Η παράδοση είναι η προστασία της φωτιάς, όχι η λατρεία της στάχτης: ας αφήσουμε τον Gustav Mahler να λύσει το πρώτο μέρος της υπόθεσης. Οι εορτασμοί δεν ανήκουν σε εμάς, οι αυτοεορτασμοί είναι γελοίοι. Αν μιλάμε για το παρελθόν, τότε, είναι για να κατανοήσουμε τον πλούτο μας και πάνω απ ‘όλα τα όριά μας, πώς πήγε και γιατί θα μπορούσε να είχε πάει διαφορετικά. Όχι λόγω ιστοριογραφικής αγάπης, αλλά από πολιτική ανάγκη: το να στρέψουμε τις πλάτες στο μέλλον μπορεί λοιπόν να καταστεί η καλύτερη θέση για να κοιτάξουμε μπροστά. Όντως, οικειοποιούμαστε μια επαναστατική πολιτική κληρονομιά μόνο εάν είμαστε σε θέση να την υποβάλουμε και να την λυγίσουμε στο παρόν.
Ερχόμαστε στο δεύτερο μέρος. Θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε λέγοντας ότι η ταραχώδης αναστάτωση που βιώνουμε δεν προέρχεται από τους αγώνες, ούτε από μια οικονομική κρίση, πάντως από κάτι που ταιριάζει στα σχέδια ανάγνωσης και ερμηνείας μας. Θα ήταν άχρηστο: δεν μας δίνεται η επιλογή του χρόνου που ζούμε, ούτε από την άλλη πλευρά οι καταστάσεις κρίσεων συμβαίνουν τη στιγμή ή με τον τρόπο που σκεφτόμασταν. Όσον αφορά τα σχήματα ανάγνωσης και ερμηνείας, πρέπει να σημειώσουμε την ευρεία ανεπάρκεια τους. Το θέμα δεν είναι να περιμένουμε το απροσδόκητο, αλλά να είμαστε, να βρεθούμε έτοιμοι όταν συμβεί.
Να γιατί η αυτονομία σήμερα. Στην οργανωμένη μορφή της, με κεφαλαίο γράμμα, ως προβληματισμός για το παρελθόν, όπως έκαναν οι Piero, Giacomo και Mimmo στο βιβλίο, όπως κάνει η DeriveApprodi με την συλλογή-την σειρά. Και στο παρόν ως πολιτική μέθοδος, ως στυλ στράτευσης, ως στοίχημα. Όχι, δεν πρόκειται με τίποτα να διακηρύξουμε μια ταυτότητα, μια ετικέτα, ένα λογότυπο: αφήνουμε αυτά τα πράγματα σε συμβολαιογραφικά γραφεία ή σε ανταγωνιστικό merchandising. Πολύ βαθύτερα, μιλάμε για το γεγονός του να κάνουμε δική μας μιαν άποψη. Ας είναι σαφές, επομένως: τίποτα δεν δίνεται ποτέ με την ίδια μορφή, η συνέχεια μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς λαμβάνει χώρα πάντα μέσα στην ασυνέχεια και στα άλματα των πολιτικών μεταβάσεων. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει αθανασία ενός σχεδίου, τα ίδια ονόματα – ως έκφραση μιας συγκεκριμένης προοπτικής – συνδέονται πάντα με συγκεκριμένες ιστορικές φάσεις ή περιόδους. Για παράδειγμα, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα η ταξική πάλη συνοδεύτηκε από τη σοσιαλιστική προοπτική. με τον ριζικό μετασχηματισμό του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο σοσιαλισμός έγινε μια μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα η ταξική πάλη συνοδεύτηκε από τη σοσιαλιστική προοπτική. με τον ριζικό μετασχηματισμό του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο σοσιαλισμός έγινε μια μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Μια αποτυχημένη ρήξη με την ιστορία του, δηλαδή, μια στατική ταυτότητα που διαιωνίζεται αδιαφορώντας για τα άλματα που επιβάλλονται από την ταξική πάλη και τις αντιδράσεις της σύλληψης και της καπιταλιστικής καινοτομίας, συνεπώς σημαίνει όχι μόνο να παίζει σε ένα οπισθοδρομικό έδαφος, καθυστερημένο, αλλά και να βρίσκεται ασυνείδητα μέσα στο γήπεδο του εχθρού.
Επομένως, η επανεξέταση της αυτονομίας σήμερα δεν σημαίνει να προτείνουμε εκ νέου συνθήματα, οργανωτικές φόρμες και ερμηνείες τοποθετημένες σε μια συγκεκριμένη φάση, αλλά στοιχηματίζοντας στην πιθανότητα, στην δυνατότητα της ρήξης: με τον εχθρό φυσικά, και πάνω απ’όλα με τους εαυτούς μας. Οι ομάδες και οι σύντροφοι του «κινήματος» (όρος που έχει από καιρό χάσει το ισχυρό του νόημα, συνδεδεμένο με την ανωμαλία του κύκλου των αγώνων στην Ιταλία των χρόνων του ’60 και του ’70) έχουν καταφύγει στη διαχείριση των δικών τους – όλο και μικρότερων και περιθωριακών – χώρων επιβίωσης και αυτοαναπαραγωγής. Η επαναστατική ρήξη παρέμεινε ένα σύνθημα για να γράφουμε στις μπλούζες, και να μην ακολουθούμε στην πράξη. Η αίσθηση της ήττας μας έχει καταλάβει, ακόμη και όταν την εκφράζουμε με εμφατικά συνθήματα εξέγερσης: η ανίσχυρη μαρτυρία δεν έχει καμία σχέση με την αναζήτηση της δύναμης. Το «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση»- «there is no alternative» της γκετοποιημένης αντίστασης έχει ακυρώσει την αναζήτηση των δυνατοτήτων επίθεσης. Και χωρίς αυτήν την έρευνα, απλά δεν υπάρχει αυτονομία.
Ας είναι ξεκάθαρο, για δυνατότητα επίθεσης δεν εννοούμε την ηρωική ανευθυνότητα ομάδων και ατόμων, ή την εξύψωση της ανόητης φωτιάς που φωτίζει μόνο την αδυναμία μας να βάλουμε φωτιά στο λιβάδι. Εν ολίγοις, το αισθητικό παίνεμα της εξέγερσης έχει την ίδια χρησιμότητα με την τελεολογική πίστη στην ανάπτυξη: καμία. Η ένταση στη ρήξη πρέπει να ενσαρκωθεί στο στοίχημα σχετικά με πιθανά συλλογικά υποκείμενα, στους τόπους και τους χρόνους κατά τους οποίους αυτή γίνεται μια πραγματική πιθανότητα-δυνατότητα, συγκεκριμένη. Και τα στοιχήματα πρέπει να γίνουν πρώτα, με κίνδυνο να κάνουμε λάθη και να αποτύχουμε. γιατί μόνο οι χρονογράφοι των αγώνων των άλλων κάνουν ποτέ λάθη, οι οποίοι σήμερα δυστυχώς είναι άμεσα ανάλογοι στην κρίση της αυτόνομης υποκειμενικότητας. Εν ολίγοις, καλύτερα ένας επαναστάτης που αποτυγχάνει εκεί όπου στοιχηματίζει παρά ένας τουρίστας που αναζητά selfies και κατανάλωση αδρεναλίνης των επαναστάσεων των άλλων.
Η ένταση στη ρήξη πρέπει επομένως να ριζώσει μέσα στη σύνθεση της τάξης. Εάν δεν θέλουμε να φετιχοποιήσουμε την έννοια είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε, όπως έχουμε δοκιμάσει πολλές φορές να κάνουμε στη διάρκεια των χρόνων. Σε ένα σημείο ο διάλογος με τον Piero, τον Giacomo προσφέρει σημαντικές σκέψεις: «Και ο εργάτης είναι εργατικό δυναμικό, εμπόρευμα, αλλά είναι επίσης ένα άτομο που μιλά μια γλώσσα, που τρώει, που προέρχεται από μια συγκεκριμένη χώρα, που σκέφτεται με τις κατηγορίες του, έχει έθιμα, συνήθειες, τρόπο ντυσίματος, γιορτάζει τα Χριστούγεννα και Το Πάσχα, πηγαίνει στη λειτουργία την Κυριακή. αν εσύ δεν γνωρίζεις καλά αυτό το άλλο πρόσωπο, το κρυμμένο πρόσωπο εκείνου του εργάτη, θα είναι πολύ πιο δύσκολο να τον προσεγγίσεις και να του μιλήσεις. Εκείνη την περίοδο συνειδητοποίησα ότι ένας κομμουνιστής πρέπει πραγματικά να είναι κύριος του θέματος εάν δεν θέλει να υποκύψει στη μάχη του για έναν καλύτερο κόσμο. Πώς μπορεί να εξηγηθεί; Χρησιμοποιώντας ίσως τις κατηγορίες του, τη μαρξιστική του γλώσσα; Ακόμα περισσότερο όταν βρισκόμαστε μέσα σε έναν αγώνα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η λεγόμενη πολιτική σύνθεση είναι επίσης ένα μείγμα αυτών των πραγμάτων». Είναι το αποφασιστικό θέμα της υποκειμενικότητας, χωρίς το οποίο η σχέση μεταξύ τεχνικής και πολιτικής σύνθεσης γίνεται ένας απλός επαναπροσδιορισμός του ιδεαλιστικού περάσματος από την ίδια την τάξη στην τάξη για την ίδια, ήτοι μια σχέση συμμετρικής αναγκαιότητας μεταξύ της αντικειμενικής δομής και της πολιτικής οργάνωσης. Αντίθετα, όπως υπογραμμίζεται επανειλημμένα, η τεχνική σύνθεση δεν είναι η γραμμική αντιστροφή της πολιτικής σύνθεσης. Η υποκειμενικότητα, όπως επισημαίνει ο Giacomo, είναι μια συνεχής ανάμειξη διαφορετικών στοιχείων, συλλογικών και μοναδικών, ατομικών, που καθορίζεται από την καπιταλιστική ιδιαιτερότητα και από τη γενικότητα ιστοριών και παραδόσεων που την διαπερνούν ή ακόμη και προηγούνται αυτής, από τη θέση της μέσα στην παραγωγική ιεραρχία και από τις εδαφικές ή οικογενειακές συμμετοχές, από την εξαιρετικού επιπέδου ισχύ του συστήματος και από τις δυναμικές προσαρμογής, αντίστασης ή αντιπαράθεσης των ατόμων και συλλογικές. Και η ίδια η πολιτική σύνθεση δεν πρέπει να νοείται καθόλου ως η συγκρότηση ενός άμεσα ανταγωνιστικού υποκειμένου. Αυτή η σχέση, καθώς και οι δύο όροι που τη διαμορφώνουν, διαπερνιούνται συνεχώς από σύγκρουση, από την πιθανότητα διακοπής και απόκλισης, αντιστροφής και αναστροφής της διαδικασίας. Δεν λέμε να προτείνουμε ξανά την παραδοσιακή διαλεκτική μεταξύ αυθορμητισμού και οργάνωσης: θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η διαδικαστική ικανότητα να τροφοδοτείται η οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγείται η οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό.
Εν ολίγοις, όποιος περιμένει μια καθαρή υποκειμενικότητα, προικισμένη με τη μυθολογική ταξική συνείδηση και αφοσιωμένη στον ανταγωνισμό, δεν θα την βρει ποτέ, ή θα δικαιολογήσει με αυτό τον τρόπο την αδυναμία του να κατανοήσει, να ερευνήσει και να δράσει. Η σύνθεση της τάξης είναι πάντα διφορούμενη, και vivaddio-δόξα τω θεώ! Επειδή η ασάφεια είναι το συστατικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος: το πολιτικό μας πρόβλημα είναι πώς και πού να στοιχηματίσουμε για να μετατρέψουμε την ασάφεια σε αντίφαση, επομένως σε πιθανότητα σύγκρουσης και ρήξης. Ça va sans direείναι αυτονόητο,  δεν μπορούμε να φανταστούμε μια απλή ανάκαμψη ή επαναπαρουσίαση των ταξικών μορφών που γέννησαν τον κύκλο των αυτόνομων αγώνων της δεκαετίας του ’70. Αυτό που μπορούμε αντιθέτως να κάνουμε, σήμερα όπως τότε, είναι να κατευθύνουμε την οπτική μας, δηλαδή, πού να κοιτάξουμε και γιατί. Ψάχνουμε τη δύναμη ή την αδυναμία; Στοιχηματίζουμε στα θύματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης και φτωχοποίησης; Η πολιτική δραστηριότητα πρέπει να γίνει βοήθεια για τους έχοντες ανάγκη, επιδιώκοντας μια συναίνεση που – με την πρόοδο των καλών συναισθημάτων – θα οδηγήσει στον μετασχηματισμό του κόσμου; Αυτό που έχουμε δει είναι μάλλον το αντίθετο, και επίσης περί αυτού ο Piero και ο Giacomo μας μιλούν στο βιβλίο: από τη μία αναπαράγεται η υποκειμενικότητα του θύματος και του υποβοηθούμενου, αφετέρου η υποκειμενικότητα του πεφωτισμένου συνεργάτη ο οποίος, μεταξύ άλλων, με πολύ φτωχότερα μέσα από τις επίσημες φιλανθρωπικές δομές, προσπαθεί να ανακουφίσει τα ατομικά δεινά. Σε αυτήν την ξεχωριστότητα, διαχωρισμό – το αντίθετο της συνέρευνας, il contrario della conricerca – δεν υπάρχει ποτέ ριζική μεταμόρφωση της υποκειμενικότητας, δηλαδή, ρήξη και αυτονομία. Προφανώς η δύναμη είναι πάντα τουλάχιστον διφορούμενη, γιατί μπορεί να πάει σε πολλές διαφορετικές και ακόμη αντίθετες κατευθύνσεις. αλλά από αγνή, υπάρχει μόνο η ιδεολογία, η οποία καθησυχάζει τις όμορφες ψυχές τόσο όσο καθησυχάζει το κυρίαρχο σύστημα. Και μετά, το ερώτημα παραμένει πάντα αυτό: γιατί θα πρέπει να επιλύσουμε τις αντιφάσεις που παράγονται από το κεφάλαιο και όχι να τις επιδεινώσουμε;
Ακόμα και εκείνοι που περιμένουν μια καθαρή κατάσταση δεν θα την βρουν ποτέ. Σήμερα, για να επιστρέψουμε στην τρέχουσα κατάσταση, το να πούμε ότι θα θέλαμε, θα μας άρεσε αυτή η κρίση να είχε προκληθεί από άλλους παράγοντες είναι τόσο προφανές όσο είναι άχρηστο: hic Rhodus, hic salta-ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα! Το ερώτημα αντιθέτως που πρέπει να μας θέσουμε είναι: πώς να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την κρίση; Το να στηριχθούμε σε μια υπόθεση καταρρευστική, να φανταζόμαστε έναν καπιταλισμό σε καραντίνα ή να πιστεύουμε ότι είμαστε απελευθερωμένοι από την καταναλωτική κοινωνία, σημαίνει να μην κατανοούμε την καπιταλιστική χρήση της κρίσης και να μην έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι είναι η μορφή-εμπόρευμα, σαν να την αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα στα εμπορικά κέντρα και όχι στη διάδοσή της, την διείσδυση της μέσα στους τοίχους του σπιτιού, με τους φίλους ή στα κοινωνικά κέντρα. Είμαστε πρώτα απ’όλα εμείς εμπορεύματα, και μέσα στην καραντίνα αναπαράγουμε τους εαυτούς μας ως εμπορεύματα. Στην ίδια παρανόηση της λειτουργίας του καπιταλιστικού πολιτισμού φτάνουμε ουρλιάζοντας στην επικείμενη αστυνομική κατάσταση ή ζωγραφίζοντας έναν συμπαγή και ομοιογενή εχθρό, ο οποίος έχει πάντα σαφείς ιδέες, είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις και έχει την κατάσταση αντικειμενικά υπό έλεγχο. Και δεν θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν αντικαταστήσουμε την securitarian καταστροφολογία-ασφαλείας με την καταστροφολογία υγειονομικού τύπου, εκείνη για την οποία όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθμός των θανάτων ή η αποκαλυπτική φύση του ιού, τόσο περισσότερο αντικαπιταλιστές γινόμαστε. Ο κίνδυνος κινητοποιεί μόνο στο βαθμό που μπορεί να στραφεί εναντίον του εχθρού. διαφορετικά, εκεί όπου γίνεται πηγή θανατηφόρου φόβου, δεν θα κάνει άλλο από το να οδηγήσει στην παράλυση της υποκειμενικότητας ήτοι στην ανάθεση στους υπάρχοντες θεσμούς. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: πώς μπορεί να αντιστραφεί η τρέχουσα κρίση μέσα σε ένα χώρο δυνατοτήτων; Με ποιο τρόπο, με ποια υποκείμενα, με ποια χρονικότητα;
Υπάρχει ένα σύνθημα που έρχεται από τη Χιλή και είναι πολύ της μόδας στους χώρους μας: δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στο φυσιολογικό-στην κανονικότητα γιατί το πρόβλημα ήταν η κανονικότητα. Σωστό, όλα καλά. Αλλά πρέπει να το πάμε μέχρι βάθους: όχι μόνο δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητα-κανονικότητα της καπιταλιστικής καθημερινής ζωής, αλλά ούτε θέλουμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητά μας-στην δική μας κανονικότητα, στη λειτουργική διαχείριση των χώρων και των ομάδων μας, της διαχείρισης της επιβίωσής μας. Με αυτήν την κανονικότητα πρέπει να τα σπάσουμε, αν θέλουμε να σκεφτόμαστε να τα σπάσουμε με εκείνη. Στη Χιλή ήταν οι αγώνες που σταμάτησαν την κανονικότητα, εδώ ο ιός. Ή αν θέλουμε να το πούμε διαφορετικά: αυτός ο καταραμένος ιός κάνει αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε εμείς. Ριζώνει στα ζωτικά γάγγλια του συστήματος, χτυπάει σκληρά το αναπνευστικό σύστημα, μαζεύεται και πολλαπλασιάζεται εκεί όπου είναι ισχυρότερος και ασθενέστερο το σώμα στο οποίο επιτίθεται.
Πριν από λίγα χρόνια σε ένα βιβλιαράκι, The Train Against History- Το τρένο ενάντια στην Ιστορία, πήραμε ένα απόσπασμα από τον Τσόρτσιλ: «Ήταν με μια αίσθηση δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο φρικτό όπλο εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν να ήταν ένας βάκιλος πανούκλας». Λαμβάνοντας τον ορισμό του Άγγλου πολιτικού από την άλλη οπτική γωνία, γράφαμε: «Να γίνουμε μαχητής-βάκιλος μέσα στον οργανισμό του κεφαλαίου, για να εξαπλώσουμε την πανούκλα με οργανωμένο τρόπο και στα σωστά σημεία. Ο αγωνιστής-βάκιλος, στρατευμένος, διακόπτει και καταστρέφει την πιθανότητα αναπαραγωγής του εχθρού και με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτείται, ενισχύεται και μεταμορφώνεται, διαλύοντας και επανασυναρμολογώντας τα κύτταρα του σώματος μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένος. Εδώ είναι ο στόχος μας, να τος, η πράξη που πρέπει να βρούμε ξανά, η πρακτική μας, το αντικείμενο της μελέτης μας».
Είναι γνωστό πως η λέξη krisis αρχικά έδειχνε το καθοριστικό στάδιο μιας ασθένειας. Ήταν επομένως η στιγμή του μέγιστου κινδύνου και, ταυτόχρονα, μιας μεγάλης πιθανότητας. Πρέπει, ωστόσο, να αφαιρέσουμε την κρίση από μιαν αντικειμενικιστική αντίληψη, λες και από αυτήν θα ξεπηδούσε αναπόφευκτα η καταστροφή ή η εξέγερση. Αυτή η αποφασιστική φάση είναι ένας ασύμμετρος αλλά ανοιχτός χώρος-διάστημα, στο οποίο οι διαδικασίες επιταχύνονται με απροσδόκητη ταχύτητα, ένας αστερισμός δυνατοτήτων με διαφορετικούς βαθμούς ισχύος. Ο αγαπητός γερο Hölderlin μας έδειξε τον δρόμο μέσω του οποίου να βρούμε την σωτηρία εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Αλλά για να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, για να αρπάξουμε μέσα στην ασθένεια αυτή τη δυνατότητα ενάντια στον εχθρό μας, πρέπει πρώτα απ’όλα να ζήσουμε μέχρι τέλους, εις βάθος την δική μας κρίση, ως ευκαιρία να ξανασκεφτούμε απ’ την αρχή την αυτονομία.
…to be continued…* Ο Gigi Roggero εξέτασε το βιβλίο στο κέντρο αυτής της συζήτησης (Gli autonomi. Storia dei collettivi politici per il potere operaio. Vol. VI Οι αυτόνομοι. Ιστορία των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων για την εργατική εξουσία, των Giacomo e Piero Despali, επεξεργασμένο από τον Mimmo Sersante) στο sito «Commonware» [qui εδώ το άρθρο].

Guardare avanti con le spalle al futuro