θεωρία, teoria

Δίχως κυριαρχία

Marco Calabria | 13 dicembre 2012 , Δεκέμβριος

Κάποτε πιστεύαμε πως ήταν αρκετό να έχουμε την αξίωση να κυριαρχούμε τη γη και τα ποτάμια, τους ωκεανούς και τα βουνά, και μετά τις γυναίκες, και αυτούς που βρίσκονται από κάτω και υποβάλλονται, τους υπηρέτες, τους δούλους, τα ζώα, και οποιοδήποτε άλλο είδος είχε ζωή, την ύλη. Σήμερα το μικρόβιο της κυριαρχίας εξαπλώνεται διαμέσω περιοχών και γλωσσών εξελιγμένων και έχει τη δυνατότητα να κατασκευάζει υποταγές ανέκδοτες. Για να φανταστούμε πως είμαστε σε θέση να βγούμε από την λογική της κυριαρχίας, λογική που χαρακτηρίζει κάθε κοινωνική σχέση [ το κράτος, τη χρήμα, ή και την γραμμή ίντερνετ ], θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από το να αναγνωρίσουμε πως οι έννοιες και οι λέξεις που συνήθως χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε και να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει δεν είναι πιά επαρκείς.

Ένα. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε να μείνουμε ακίνητοι, όπως κάνει ο ταξιδιώτης που έχει εξαντληθεί όταν ζαρώνει δίπλα στις γυψοσανίδες περιμένοντας να ηρεμήσει η καταιγίδα. Πρέπει να κινούμαστε, αντιθέτως, συνεχώς. Χρειάζεται να αρχίσουμε ξανά την πορεία, δίχως σταματημό, στρωμένη με ερωτήσεις, δίχως ασφάλειες και σιγουριές. Αυτό που πιθανώς χρειαζόμαστε, για να προσπαθήσουμε να δώσουμε νέα ζωή και να επιστρέψουμε την αξιοπρέπεια στην φαντασία μας, είναι κάτι που δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ακόμη, ή δεν μπορούμε να το δούμε, είναι μια δυνατότητα, υπάρχει εν δυνάμει. Μπορούμε να το εφεύρουμε, να το κάνουμε να φανεί, για να το ξανά τροποποιήσουμε, να το αναδιαμορφώσουμε ανάλογα με τις ανάγκες αυτού που αρνείται την κυριαρχία. Πρέπει να το κάνουμε εν κινήσει, πρέπει να ζούμε και να σκεφτόμαστε διαρκώς σε κίνηση.

Για αιώνες πιστεύαμε πως το δικαίωμα στη κυριαρχία, να δίνουμε διαταγές και να δεχόμαστε απόλυτη υποταγή εκπορεύονταν από το θεό. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτό το προνόμιο φαίνεται πως το διατηρεί αυτός που το κατάκτησε με τη βία ή τη ληστεία είναι όμως πάνω απ’ όλα προνόμιο των χρηματιστικών αγορών. Όποιος προτίθεται να αντιταχθεί σε αυτή και σε οποιαδήποτε ‘άλλη κυριαρχία πλανητική, οποιοσδήποτε φιλοδοξεί σε μια ριζική κοινωνική αλλαγή, είναι ‘καταδικασμένος’ να μετακινηθεί από τον τόπο στον οποίο το σύστημα τον έχει τοποθετήσει. Πρέπει να παράξει κίνηση. Το να μένουμε αγκυροβολημένοι σε αυτό που είμαστε, ή, καλύτερα, σε αυτό που νομίζουμε πως είμαστε, το να αρπαχτούμε σε υποτιθέμενες και εύθραυστες ταυτότητες ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, να πάψουμε να υπάρχουμε. Θα πει να έχουμε απορροφηθεί σε ανασυνθέσεις του συστήματος αδυσώπητες ως αναπάντεχες, απροσδόκητες.

Μα ποια είναι σήμερα η μορφή του κινήματος χρήσιμη ώστε να μη επαναλάβει, συχνά δίχως μάλιστα να έχει επίγνωση, τη λογική της κυριαρχίας ; Φυσικά, δεν έχουμε απαντήσεις. Μπορούμε να υποθέσουμε, πως ένα κίνημα επίπεδο, παραδοσιακό, από δεξιά προς αριστερά για παράδειγμα, θα έχει μικρή αποτελεσματικότητα. Καλύτερα, ίσως, ένα κίνημα κυκλικό, ή, όπως προτείνει με τρόπο υποδηλωτικό ο Raúl Zibechi, ένας χορός που θα ξέρει να αναμορφώνει το κίνημα σε κάθε στροφή. Το κίνημα σαν στοίχημα πάθους και έντασης, μπροστά από μια αναπαράσταση [αντιπροσώπευση] στατική, προορισμένη πάντα να το θυσιάζει [το κίνημα] στο βωμό της τάξης. Οποιασδήποτε τάξης. Ζούμε χρόνια αλλαγών σε βάθος, το να κάνουμε υποθέσεις ως προς τη διάρκεια ή την κατεύθυνση είναι ένα δύσκολο έργο που το αφήνουμε με χαρά σε άλλους. Για να περιγράψουμε τη σπασμωδική και χαοτική αλλαγή της σύγχρονης πραγματικότητας, ο Zibechi χρησιμοποιεί μεταφορικά το παράδειγμα της σβούρας. Συχνά, εξηγεί, θα μπαίναμε στον πειρασμό να την ωθήσουμε λιγάκι, να την βοηθήσουμε ‘γενναιόδωρα’ να αυξήσει το ρυθμό, να εντείνει τις στροφές της. Θα ήταν καλό ν’ αντισταθούμε σε αυτό τον πειρασμό, η πιο πιθανή κατάληξη θα ήταν να σταματήσουμε τη σβούρα. Καλύτερα θα ήταν να φανταστούμε πως ‘είμαστε κι εμείς μέρος εκείνης της περιστροφικής κίνησης. Να είμαστε μέρος, φτάνει να μη θέλουμε να ελέγξουμε τον τελικό προορισμό’. Αν δεν μπορούμε δηλαδή να έχουμε την κυριαρχία της στροβιλιστικής της κίνησης.

Δυο. Ο κόσμος που γνωρίζουμε, κι εκείνος που υπάρχει αλλά δεν τον γνωρίζουμε ακόμη διασχίζεται από μορφές κυριαρχίας όλο και πιο δυναμικές και αστραπιαίες. Κάποτε πιστεύαμε πως αρκεί να έχουμε την απαίτηση να κυριαρχούμε στη γη και στα ποτάμια, στους ωκεανούς και τα βουνά, και μετά στις γυναίκες και τους υποτακτικούς, τους υποβαλλόμενους, τους δούλους, τους εργάτες, τα ζώα και κάθε άλλο ζωντανό είδος, την ύλη. Σήμερα ‘το μικρόβιο της κυριαρχίας’, η αποτελεσματική έκφραση είναι του Danilo Dolci, εξαπλώνεται γρήγορα διαμέσου πεδίων και γλωσσών εξελιγμένων, από τις νανοτεχνολογίες σε συστήματα πληροφορικής όλο και πιο πολύπλοκα και αυτοματοποιημένα. Είναι μια ιλιγγιώδης επέκταση, σε θέση να κατασκευάζει απρόβλεπτες υποταγές και καταστροφικές εξαρτήσεις, να περιορίζει την αυτονομία της κριτικής σκέψης, να πολλαπλασιάζει τις ανάγκες, να επαναφέρει τις δημιουργικές δυνατότητες και τη φαντασία.

Για να φανταστούμε πως μπορούμε να αποδράσουμε από τη λογική της κυριαρχίας, λογική ου χαρακτηρίζει κάθε κοινωνική σχέση [το χρήμα, το κράτος ή επίσης το δίκτυο ίντερνετ], θα μπορούσαμε ήδη να ξεκινήσουμε από το να αναγνωρίζουμε πως οι έννοιες και οι λέξεις που συνήθως χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε και να καταλάβουμε εκείνο που συμβαίνει δεν είναι πλέον κατάλληλες ή επαρκής. Η κουβέντα έχει αξία, κατά μείζονα λόγο, για μεγάλο μέρος των αναλυτικών ερμηνειών που προσπαθούν να προσανατολίσουν την δράση των κοινωνιών σε κίνηση προς μια ριζική αλλαγή διαμέσου της αναπαραγωγής γνωστών διαδρομών και ήδη ευρέως ηττημένων.

Πρέπει όμως ν’ αποφύγουμε να σκεφτούμε την κυριαρχίας σαν ένα γιγάντιο και ανίκητο μολόχ. Θα ήταν χρήσιμο να κρατήσουμε υπ’ όψιν πως, για να αναπαραχθεί ανάμεσα στα άτομα, η κυριαρχία έχει ανάγκη τη διαδρομή των κυριαρχημένων. Η κυριαρχία, που την εποχή μας είναι κυριαρχία του καπιταλισμού, δεν είναι ανεξάρτητη, εξαρτάται από εμάς. Είμαστε εμείς που την δημιουργούμε κάθε μέρα, μπορούμε λοιπόν να σταματήσουμε να το κάνουμε. Όχι με τρόπο απόλυτο, ακολουθώντας κάποια μυθική επαναστατική καθαρότητα, αλλά φτιάχνοντας κοινές στιγμές και χώρους άρνησης, ανταρσίας και δημιουργίας στους οποίους επιβεβαιώνουμε μορφές διαφορετικές του ‘πράττειν’ μας. Είναι οι ‘ρωγμές’ στον καπιταλισμό για τις οποίες μιλά ο John Holloway. Πρόκειται για χώρους και στιγμές ενός ‘πράττειν’ που αποτραβιέται από τη λογική της κυριαρχίας, από τη λογική του κεφαλαίου λοιπόν, και δημιουργεί άλλες, διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. Ένα πράττειν αναγκαστικά αντιφατικό, όπως η πραγματικότητα που ζούμε.

Οι ρωγμές, γράφει ο Holloway, ξεκινούν με ένα Όχι, μια άρνηση-και-δημιουργία απ’ όπου αναδύεται η αξιοπρέπειά μας. Μετά, οι ρωγμές κινούνται γρήγορες, με τρόπο σπάνια προβλέψιμο, τρέχοντας κατά μήκος των σχεδόν αόρατων ρηγμάτων της ανταρσίας ενάντια στην αφηρημένη πράξη της εργασίας, δηλαδή ενάντια σε όλα αυτά που κρατούν ενωμένο τον καπιταλισμό. Η αξιοπρέπειά μας δεν είναι όμως η αξιοπρέπεια των θυμάτων, των καταγγελιών και των αξιώσεων για ένα καλύτερο μέλλον, είναι η πρακτική ενός τρόπου κι ενός κόσμου διαφορετικών. Η κρίση ενός καπιταλισμού που δεν κατορθώνει πια να επιβάλλει την κυριαρχία του είναι ίσως η πιο εμφανής έκφραση της επιβολής αυτής της αξιοπρέπειας. Η διαδικασία δημιουργίας, πολλαπλασιασμού και εξάπλωσης των ρωγμών δεν είναι κάτι το ουτοπικό, που θα προετοιμάσουμε για κάποια μακρινή και απίθανη προοπτική, είναι αντίθετα μια επανάσταση ήδη σε εξέλιξη σε κάθε γωνιά του κόσμου. Την αντιλαμβανόμαστε όταν γίνεται ήδη ορατή, με την έκρηξη ανταρσιών όλο και συχνότερα, υπάρχει όμως στην καθημερινή ζωή, στην ανταρσία του καθενός από εμάς.

Τρία. Συνεχίζουμε να ονομάζουμε καπιταλισμό ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που δεν ελέγχεται από τους καπιταλιστές, από τις κυβερνήσεις ή τους χρηματιστικούς θεσμούς αλλά από πράγματα : το χρήμα, τις αγορές, τα κεφάλαια. Είναι ένα σύστημα που ταπεινώνει και πτωχεύει τα άτομα και την κουλτούρα τους, που θεωρεί το χρήμα και τα πράγματα πολυτιμότερα από την ίδια τη ζωή του πλανήτη και αυτών που τον κατοικούν. Σήμερα, παρόλα αυτά, ο καπιταλισμός μοιάζει να εμφανίζεται με τρόπο εμφανέστερο σαν μηχανή που τρέχει από μόνη, μια αυτοματοποιημένη μηχανή, απεγκεφαλισμένη και ίσως τρελλαμένη. Η ‘ληστρική διαδικασία’, όπως αναφέρεται από τον Geert Lovink και τον Franco “Bifo” Berardi, ‘έχει αυτοματοποιηθεί. Οι μεταβιβάσεις πόρων και πλούτου από αυτούς που παράγουν σε αυτούς που δεν κάνουν άλλο από το να ελέγχουν αφηρημένες χρηματιστικές συναλλαγές και που έχει ενσωματωθεί στη μηχανή, στο software που κυβερνά τη μηχανή’.

Κι όμως, ο καπιταλισμός χάνει συνεχώς τις ισορροπίες του. Οι κερδοσκοπικές φούσκες εκρήγνυνται η μία μετά την άλλη, οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται, οι συγχωνεύσεις πληθαίνουν, η οικονομία ναυαγεί και η ανεργία εξαπλώνεται. Η παρακμή των προπύργιων, ακόμα και γεωγραφικών, του συστήματος που γνωρίζουμε, είναι εμφανής : οι Ηνωμένες Πολιτείες, πέρα από το τέλος της ηγεμονίας τους, θα είναι σύντομα κράτος ασταθές. Από διάφορες δεκαετίες, εκεί και παντού, οι επιχειρήσεις, τα κράτη και οι οικογένειες χρωστούν. Μια λέξη με μόνο πέντε λέξεις χρησιμεύει για να εξηγήσει τα πάντα, κάθε διαδικασία που σκιαγραφείται στον κόσμο. Είναι η κρίση. Κυριαρχεί στα άρθρα βάθους των New York Times όπως της Gazzetta di Mantova, μαίνεται στα meeting των υπερισχυρών και στα σχόλια των νοικοκυρών μπροστά στους πάγκους των φρούτων στα συνοικιακά παζάρια. Δεν πρέπει να μας φοβίζει, αντίθετα. Δεν μας είναι όμως απαραίτητο να μελετήσουμε και να διηγηθούμε την ιστορία, τις ανασυνθέσεις και τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού. Δεν θα καταδικαστούμε στο ψάξιμο της ανάλυσης των κύκλων, σε μας συμφέρει να βγούμε απ’ τον καπιταλισμό. Σε μας ενδιαφέρει η κρίση.

Και η κρίση υπάρχει, δεν είναι εφεύρεση του τύπου. Ο τύπος [κατ’ επέκταση και εμείς], χρησιμοποιούν την έννοια της κρίσης για να σημειώσουν κάτι αναπόφευκτο : η κρίση ευθύνεται για όλα μας τα προβλήματα. Θα έπρεπε λοιπόν να περιμένουμε [ή να κάνουμε να συμβεί] η κρίση να περάσει για να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε ένα αύριο διαφορετικό ; Εν τω μεταξύ, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα έπρεπε να προσπαθήσουμε μοναχά να περιορίσουμε τις ζημιές ; Υπάρχει μια ξεκάθαρη αντιστροφή του παράγοντα αιτία και αποτέλεσμα. Θα μπορούσε να βοηθήσει, σε περιπτώσεις σαν αυτή, μια γρήγορη επανεξέταση της ετυμηγορίας. Κρίση προέρχεται από το ελληνικό κρίσις, μια λέξη που θα μπορούσε να σημειώσει, με αβέβαιο ορισμό, ένα χωρισμό ανάμεσα σε ένα τρόπο να υπάρχεις, να είσαι, ή ανάμεσα σε μια σειρά από φαινόμενα, και έναν άλλο, διαφορετικό από τον πρώτο. Η κρίση λοιπόν ορίζει ένα πέρασμα, και η γεννησιουργός έννοια μοιάζει να περιέχει το πρόβλημα και το ξεπέρασμα του. Η κρίση είναι μια αλλαγή.

Τέσσερα. Ένα πιθανό κλειδί χρήσιμο για να πλοηγηθούμε στην κρίση δημιουργώντας ρωγμές στη λογική της κυριαρχίας είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες κυριαρχία και εξουσία. Μας μιλά ο Danilo Dolci, που διαβάζει την κυριαρχία σαν παθολογία της εξουσίας, την επιβλαβή δυσλειτουργία μιας εξουσίας που αντιθέτως είναι ‘ουσιώδης πρακτική της ελευθερίας να κάνεις και να μη κάνεις, να σκέφτεσαι και να μη σκέφτεσαι δίχως την οποία η ποθητή δημοκρατία παραμένει μια πούλια τυπική και δημαγωγική’. Ο κλασσικός διαχωρισμός ανάμεσα σε potestas και potentia που διερευνήθηκε από πολλούς μελετητές, από τον Baruch Spinoza μέχρι τον Tony Negri. Εδώ θα αρκεστούμε να σημειώσουμε , ξανά με τον Holloway, την ανάγκη να ανοίξουμε την κατηγορία της εξουσίας φέρνοντας στο φως τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην εξουσία κατανοητή σαν ρήμα και την εξουσία σαν ουσιαστικό. Το μπορούμε- να κάνουμε, τη συλλογική δυνατότητα δράσης και δημιουργίας και μπορούμε-επί, η δυνατότητα-κυριαρχία που σπάζει με τη δύναμη την ροή του κοινωνικού πράττειν μετασχηματίζοντας τα υποκείμενα σε αντικείμενα.

Το κεφάλαιο αποκτά τα προϊόντα του ανθρώπινου πράττειν, επιβεβαιώνει την κυριαρχία του διαμέσου της ιδιοκτησίας αυτών που δημιουργούν από τα άτομα, και, διαμέσου αυτής της διαδικασίας, καταφέρνει να κάνει δικό του [όχι όμως απόλυτα] το μπορώ-να κάνω των ανθρώπων. Το συλλογικό και ελεύθερο πράττειν των ανθρώπων γίνεται αφηρημένη και εργασία, αποξενωμένη. Η επανάσταση φτάνει, ως εκ τούτου, με την απελευθέρωση του μπορώ-να κάνω απ’ το μπορώ-επί. Πρέπει να χειραφετήσουμε τη δυνατότητα όλων από την κυριαρχία των λίγων, να δημιουργήσουμε μια αντί-δυνατότητα, αντί-εξουσία. Για τον Holloway, ο αγώνας για τη δυνατότητα-να μπορούμε είναι όμως επίσης ένας αγώνας ενάντια στην ταυτότητα και στην ταξινόμηση, αντίσταση στη δυνατότητα-κυριαρχία [εξουσία-κυριαρχία] που δεν μπορεί να είναι προνόμιο των ακτιβιστών αλλά είναι ζωντανή και πράττει παντού και σε καθένα από εμάς. Ο αγώνας για να μπορούμε-να κάνουμε είναι, την ίδια στιγμή, ένας αγώνας για την κοινότητα και την κοινωνικότητα, μια και το κεφάλαιο, σπάζοντας τη συνέχεια του πράττειν, διαχωρίζει επίσης το άτομο από τη συλλογικότητα.

Αφετηρία μας λοιπόν θα μπορούσε να είναι η κρίση, το τρωτό της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Είναι μια αφετηρία που θεωρεί τη σχέση ανάμεσα σε εξουσία-κυριαρχία και δυνατότητα-πράττειν σαν σχέση ανταγωνιστική αλλά εσωτερική. Όπως η κυριαρχία δεν υπάρχει δίχως κυριαρχημένους, έτσι η δυνατότητα-επί δεν θα υπήρχε χωρίς την υποβολή της δυνατότητας-να, αυτό είναι το αδύνατό της σημείο. Η αδιάκριτη χρήση της έννοιας ‘εξουσία’-‘δυνατότητα’ κρύβει αντιθέτως τον ανταγωνισμό υπέρ της μοναδικής εξουσίας των δυνατών. Για να αντιληφθούμε αυτό τον ανταγωνισμό, αυτή τη κρυμμένη δυνητική ανταρσία, δεν μπορούμε παρά να μάθουμε να ακούμε. Μόνο εάν πραγματικά ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, για εκείνο που λεν οι άλλοι, θα φτάσουμε να μάθουμε να ακούμε, μετά θα είναι απαραίτητο να κάνουμε συστηματική πρακτική αυτού. Δεν είναι ξένη στη λογική της κυριαρχίας η διχοτόμηση ανάμεσα στο μεταδίδω και επικοινωνώ, ένα ρήμα πολύ αγαπημένο στις πρωτοπορειακές κουλτούρες της αριστεράς. Πως μπορούμε να επικαλεστούμε τη συμμετοχή εάν αναπόφευκτα θεωρούμε άνευ σημασίας την αλληλεπίδραση αυτού που μας ακούει ή μας διαβάζει ; Και πως μπορούμε να αξιώνουμε την πραγματική ανάμειξη κάποιου που δεν θα βρει ευκαιρίες ν’ ακουστεί την ώρα που διηγείται εμπειρίες και συναισθήματα ;

Ζούμε σε μια ιεραρχική κοινωνία, αυταρχική, βασισμένη στο φόβο και τη δύναμη, στη κατωτερότητα και την ανωτερότητα, στη κατάκτηση. Και έχουμε εμμονή με επείγουσες καταστάσεις και έκτακτες ανάγκες, δύο αφαιρέσεις χρήσιμες στο να κρύβουν ενός χρόνου που κυριαρχεί στους ανθρώπους και δεν ακολουθεί τους ρυθμούς της ζωής μας, ή, ακόμη χειρότερα, να κρύβει φτωχές απόπειρες κατάχρησης, επιβολές που πρέπει να δεχτούμε αμέσως, μην έχοντας ‘άλλο χρόνο’ για να σκεφτούμε και κάνουμε διαφορετικά. Μπορούμε και πρέπει να ασκούμε διαρκώς κριτική σε όλο αυτό αλλά δεν μπορούμε να έχουμε την ψευδαίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι.Η λογική της κυριαρχίας υπάρχει και μέσα μας. Είναι βασικό να το γνωρίζουμε, να το αναγνωρίζουμε, ακριβώς γιατί, όσο θα έχουμε τη δυνατότητα να κριτικάρουμε και να μας κριτικάρουμε, η εξουσία-κυριαρχία [η δυνατότητα της κυριαρχίας] θα βρίσκει μέσα της την ανταρσία της δυνατότητας-να. Ένα παράδειγμα ; Στις πιο δυνατές μέρες του κινήματος της 15 Μαίου του 2011, στην Puerta del Sol της Μαδρίτης, ο Guillermo (Kaejane) Zapata, που έγραψε τις πιο δυνατές και ξεκάθαρες σελίδες για τους indignados,
διηγείται : ‘εκείνες τις στιγμές ξεδιπλώνεται μια τεράστια εκφραστική δυνατότητα στην οποία οποιοσδήποτε ενώνεται σε κάποια ομάδα πιστεύει πως καθίσταται η αντιπροσώπευση των πάντων. Η αίσθηση πως ξαναπαίρνει μια δυνατότητα-εξουσία είναι τέτοια που κάποιος φτάνει να πιστεύει πως εκείνο που ο καθένας κάνει αντιπροσωπεύει όλους τους άλλους. Είναι μια κατάσταση πολύ λογική και δύσκολα ξεχνιέται, απομανθάνεται, είναι όμως απαραίτητο να την απενεργοποιήσουμε. Η δυναμική του κινήματος προέρχεται από την αδυναμία να εκπροσωπείται, να αντιπροσωπεύεται ‘ ,[η μετάφραση είναι των http://www.carta.org).

Η δύναμη του κινήματος, η δυνατότητα-να. Ένα από τα ‘μυστικά’ του εκπληκτικής επιτυχίας της ιβηρικής εξέγερσης [όπως επίσης ίσως και του Occupy Wall Street] είναι οπωσδήποτε στην επίγνωση πως δεν είχε την υποχρέωση να προτείνει την κατασκευή ενός επαναστατικού υποκειμένου αλλά ότι μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει στον κόσμο τα στοιχεία της εξέγερσης και της επανάστασης. Τίποτα το σπουδαίο. Όλοι μπορούμε να είμαστε επαναστατικά υποκείμενα είμαστε όμως όλοι και συντηρητικοί. Όλη η ιστορία του εννιακόσια μας μαθαίνει πως το να οριστούμε είναι έργο επίπονο όσο και ουσιαστικά άχρηστο. Η κυριαρχία του κεφαλαίου, αυτή η κατάσταση που μεταμορφώνει τα πρόσωπα σε πράγματα, τα καθιστά φετίχ, περνά και μέσα από τη διαδικασία των προσδιορισμών, των αναγνωρίσεων και των κατηγοριοποιήσεων. Δεν δύναται να το κάνει ολοκληρωτικά, όμως, διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να ασκήσουμε κριτική. Για να έχουμε για άλλη μια φορά μια ιδέα, φτάνει να μεταφερθούμε από τον μαδριλένο Ζαπάτα στους ζαπατίστας των Τσιάπας. ‘Η εξουσία λέει στους ζαπατίστας : Ταξινομηθείτε, εκείνος που δεν ταξινομείται, δεν μετρά, δεν αξίζει!’, σημειώνει ο υποδιοικητής Μάρκος.

Πέντε. Δοκιμάσαμε, μέχρι τώρα, να διατρέξουμε με τρόπο αυθαίρετο και κατά προσέγγιση μερικά από τα στοιχεία που σημαδεύουν την πρακτική της κυριαρχίας στις μέρες μας. Δεν μπορούμε φυσικά να παραβλέψουμε,όμως, το κυριότερο όχημα διαμέσου του οποίου διεισδύει σήμερα, σαν αστραπή, η αρχιτεκτονική της ομοφωνίας απαραίτητη στην εξάσκηση της κυριαρχίας. Δεν πρόκειται, φυσικά, ούτε για τα χρηματιστικά κτίρια ούτε για τα ΑΤΜ, αλλά για την αφηρημένη σύνδεση ανάμεσα σε νούμερα, αλγόριθμους και στην πληροφορία. Που βρισκόμαστε ; Ερωτά ο αργεντίνος φιλόσοφος Alejandro Piscitelli.Αναδυθήκαμε σε μια εποχή ψηφιακή, επικοινωνιακή, γρήγορη και μαζική, μια εποχή που κάνει μίξη θεωρία και πρακτική απαντά. Εποχή εμποτισμένη με ένα καπιταλισμό ανοργάνωτο, όπου οι κανόνες μοιάζουν να υπαγορεύονται όχι άλλο από κοινωνικές δομές αλλά από δομές πληροφορίας και επικοινωνίας. Η ένταση και η ταχύτητα του βομβαρδισμού σημάτων και πληροφοριών άδειων στις οποίες υποβαλλόμαστε, η διείσδυση της τεχνολογίας στο κοινωνικό ιστό διαμέσου συνεχών επιταχύνσεων, η αμεσότητα και η απλοποίηση των γλωσσών επιβάλλουν λοιπόν, κατά μείζονα λόγο, την αναγκαιότητα κριτικής.

Η άσκηση της κριτικής εμποδίζεται όμως, από μια εξαιρετική δυσκολία να αρθρώσουμε έστω και κάποιο σημείο εκκίνησης απαραίτητο για να δημιουργήσουμε συναίνεση. ‘Όταν μιλάμε για το Διαδίκτυο’, γράφει ο Giap Wu Ming 1, ‘τη μυθολογική μηχανή’ των διηγήσεων μας – που τρέφεται απ’ την ιδεολογία πως, θέλοντας ή όχι, αναπνέουμε κάθε μέρα – προτείνει ξανά ένα μύθο, μια τοξική διήγηση : η τεχνολογία όπως δύναμη αυτόνομη, υποκείμενο προικισμένο με δικό του πνεύμα, πραγματικότητα που εξελίσσεται από μόνη της, αυθόρμητα και τελεολογικά. Τόσο που κάποιος – δεν θα το θυμάται ποτέ αρκετά – είχε την όμορφη σκέψη να προτείνει το ίντερνετ [που όπως όλα τα δίκτυα και οι υποδομές χρησιμεύει στα πάντα, ακόμη και να κάνεις πόλεμο] για….Νόμπελ Ειρήνης’. Να κρύβονται από τον μύθο, συνεχίζει ο Wu Ming, είναι οι ταξικές σχέσεις, ιδιοκτησίας, παραγωγής : βλέπει μόνο το φετίχ. Για να επεκτείνουμε την κριτική μας στη λογική της κυριαρχίας που επενδύει στη κοινωνική σχέση του ίντερνετ, πρέπει συνεχώς να προσπαθούμε να αποφετιχοποιούμε το Διαδίκτυο.

Το ίντερνετ, όπως το κράτος, η οικογένεια, είναι μορφή κοινωνική, μια μορφή κοινωνικών σχέσεων, σχέσεων ανάμεσα σε πρόσωπα. Μια φόρμα σκεπασμένη από ένα βαρύ πέπλο ρητορικής που την σκληραίνει, την κάνει να μοιάζει πράγμα, και, φυσικά, την κρύβει με σκοπό να την προστατεύσει από τις ουσιώδεις ερωτήσεις ; ποιος κατέχει τις ιδιοκτησίες ; ποιος έχει τον πραγματικό έλεγχο των κόμβων ; ποιες σχέσεις εργασίας, συχνά κτηνώδεις, αόρατες, βρίσκονται στον μακρύ κύκλο παραγωγής ενός smartphone
πολυμέσων, δηλαδή στο βουνό [η εξαγωγή λιθίου και ταντάλιου στη Βολιβία ή το Αφγανιστάν] και στην κοιλάδα [η διάθεση των απόβλητων στη Νιγηρία ή στη Γκάνα], η συναρμολόγηση ;

Πρέπει να σβήσουμε τους υπολογιστές και να πετάξουμε τα κινητά από το βράχο ; Μπα, κάποια μέρα αποσύνδεσης, και μακάρι μια όμορφη βόλτα στο δάσος, δεν μπορεί παρά να μας κάνει καλό στην υγεία, όμως ακόμη και στους λουδιστές της προτελευταίας στιγμής πρέπει να φαίνεται ειλικρινά γελοίο να δαιμονοποιούμε τη χρήση των iPhone και τάμπλετ. Με τον ίδιο τρόπο, θα ήταν μικρής χρησιμότητας να περιοριστούμε να ψέγουμε ενάντια στο διαδίκτυο εξ αιτίας της εκμετάλλευσης της γνωστικής εργασίας που προκαλεί, διότι προωθεί χρηματοοικονομικές συναλλαγές που στέλνουν στην καταστροφή εκατομμύρια ανθρώπους, ή διότι, όπως σχεδόν κάθε τεχνολογία, περιέχει στο dna το προπατορικό αμάρτημα της έρευνας για στρατιωτικούς σκοπούς. Ακόμα χειρότερα θα ήταν να ξεχάσουμε που είναι το ίδιο το διαδίκτυο που ενθαρρύνει, με μια ταχύτητα και ένταση απίστευτες μέχρι πριν λίγα χρόνια, τη μεταφορά των κυρίαρχων ιδεολογιών και του πιο καταπιεστικού κοινωνικού ελέγχου. Κατά βάθος, ν’ ανακαλύψουμε αυτό που η φετιχοποίηση του κέρατος της Αμάλθειας της τεχνολογίας αποκρύβει δεν είναι μετά πολύ δύσκολο, σημειώνει ξανά ο Wu Ming: φτάνει να διαβάσουμε τις οδηγίες χρήσεως του Facebook ή τις άδειες του software που χρησιμοποιούμε, θα ήταν καλό επίσης να ρίξουμε ένα βλέμμα στο καταπληκτικό βίντεο από την τελετή εγκαινίων του τελευταίου καταστήματος της Apple στην Porta di Roma.

Θα υπήρχε επίσης η τελευταία δουλειά των ερευνητών Diana Tamir και Jason Mitchell, νευροεπιστημόνων στο Χάρβαρντ. Η επίσημη έρευνά τους εξηγεί πως να αποκαλύπτουμε τους εαυτούς μας και τις εμπειρίες μας στο Facebook, το κοινωνικό δίκτυο που μοιάζει να θέλει να αιχμαλωτίσει ολόκληρο το διαδίκτυο, ερεθίζει την περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με την ευχαρίστηση με τον ίδιο τρόπο ερωτικού ενστίκτου. Αναπόφευκτα θα επιστρέψουμε στη προηγούμενη αναφορά του Giap, όπου ο Wu Ming σημειώνει πως η υπερεργασία σχεδόν ενός δις εκατομμυρίου χρηστών, οι οποίοι, προφανώς, την ώρα που γεύονται γλεντώντας την απελευθέρωση ντοπαμίνης, παράγουν αφιλοκερδώς περιεχόμενα σχέσεων και συναισθημάτων για να τα πουλήσει ο Mark Zuckenberg. Θα ήταν εξαιρετικού ενδιαφέροντος να γνωρίζαμε ποια ζώνη εγκεφάλου του νεαρού σπασίκλα που κατέγραψε την κυριαρχία Facebook.com διεγείρεται από την εξαργύρωση ενός ετήσιου ποσού μεγαλύτερου από εκείνη δέκα χιλιάδων σημείων πώλησης του Wal Mart.

Έξι. Στις πρακτικές απελευθέρωσης που συνδέονται και αναπτύσσονται διαμέσου του διαδικτύου, από το ελεύθερο software και μετά, έχουν γραφεί ατέλειωτες σελίδες. Πολλές από αυτές είναι σίγουρα προβληματικές, μοιάζουν με απολογία, όμως εάν στην αρχή αυτής της νέας χιλιετίας υπάρχει έδαφος στο οποίο μπόρεσαν να εξαπλωθούν ατέλειωτη δημιουργικότητα, αυτό αφήγηση και κοινωνικές σχέσεις είναι φυσικά εκείνο του διαδικτύου. Αυτή η εξάπλωση, το ξεπέρασμα κάθε προηγούμενου αναχώματος, προήλθε εξάλλου διαμέσου μιας εκπληκτικής πολυφωνίας δημιουργημένη από εκατομμύρια κέντρων-μη κέντρων ,από σταθμούς που επαναλαμβάνουν μηνύματα, προτάσεις, σημασίες. Ένα δεδομένο, αυτό, εξαιρετικής σημασίας διότι εμφανίζεται σε μια στιγμή που είναι που απαιτείται οι αγώνες της κοινωνίας σε κίνηση ενάντια στην κυριαρχία να γίνονται από πολλά διαφορετικά σημεία και με τρόπους διαφορετικούς. Σήμερα δεν έχουμε μια ιδιαίτερη ανάγκη ενότητας αλλά πλανητική απήχηση. Χρειάζονται εργαλεία σε θέση ν’ αρχίσουν να δονούνται με τρόπο απροσδόκητο εδώ όταν η ανταρσία ξεσηκώνεται σε τόπους μακρινούς, πέρα απ’ τους ωκεανούς, στα δάση της βολιβίας ή στις ερήμους του Μάλι.

Το διαδίκτυο είναι ένα τρομερό έδαφος από συντονισμούς και απειθαρχίες μα είναι συγχρόνως και το έδαφος όπου το μικρόβιο της κυριαρχίας έκτισε τα προωθημένα χαρακώματα της. Είναι ο τόπος όπου οι κοινωνικές σχέσεις που είναι δεμένες με την εργασία έχουν κατακερματίσει το ανθρώπινο ύφασμα μέχρι να το διαλύσουν. ‘Δεν υπάρχουν πλέον ανθρώπινα όντα που να εργάζονται, μα χρονικά θραύσματα με θέμα την διαδικασία διατίμησης, άτομα του χρόνου ανασυνδυασμένα στον παγκόσμιο κύκλο παραγωγής’, η ανησυχία [για να είμαστε αισιόδοξοι] του Franco “Bifo” Berardi δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους. Το ίδιο το διαδίκτυο κατάφερε ν’ αναγεννήσει αυτή την ιδέα της κυριαρχίας, να ξαναεφεύρει τη σημασιολογία της. Όχι τυχαία στο γαλαξία ίντερνετ η κυριαρχία είναι ένα δίκτυο αναγνώρισης. Όχι τυχαία, το διαδίκτυο γέννησε τις
Dot.com, τις εταιρίες υπηρεσιών που αναπτύσσουν το μεγαλύτερο μέρος από μπίζνες διαμέσου του ίντερνετ και χρησιμοποιούν κυρίως σάϊτς που ανήκουν στη κυριαρχία της πρώτης κατηγορίας com.

Ωστόσο, ‘το ζήτημα δεν είναι το αν το διαδίκτυο παράγει απελευθέρωση ή υποταγή : παράγει πάντα, και ευθύς εξ αρχής, και τα δύο. Είναι στη διαλεκτική του, η μια μορφή είναι πάντα μαζί με την άλλη. Διότι το διαδίκτυο είναι η μορφή που παίρνει σήμερα ο καπιταλισμός, και αυτός είναι κάθε στιγμή διαδικασία αντίφασης’, η επιχειρηματολογία
του Wu Ming είναι αυστηρή έως άψογη. Θα έπρεπε λοιπόν να δράσουμε μέσα και εναντίον του διαδικτύου, ολοκληρώνει το post του, να βρούμε τον τρόπο να συμμαχήσουμε με αυτούς που αξιοποιούνται μέσα στον κύκλο, ‘στην υλική παραγωγή’. ‘Μια παγκόσμια συμμαχία ανάμεσα σε ‘ψηφιακούς ακτιβιστές’, γνωστικούς εργαζόμενους και εργάτες της ηλεκτρονικής βιομηχανίας θα ήταν ,για τα αφεντικά του διαδικτύου, κάτι το τρομακτικό. Οι μορφές φυσικά αυτής της συμμαχίας πρέπει ακόμη να ανακαλυφθούν’. Μέσα κι εναντίον, φυσικά, διότι και μέσα στο διαδίκτυο η σχέση ανάμεσα στη δυνατότητα-κυριαρχία και η άρνησή της, το μπορώ-να κάνω, η δύναμή μας [potentia], πρέπει να είναι ανταγωνιστική αλλά να παραμένει μέσα στη ‘μορφή που παίρνει σήμερα ο καπιταλισμός’, πρέπει να την αρνείται. Με άλλα λόγια, δεν χρειαζόμαστε συμμετρική αντί -εξουσία καλή, εναλλακτική, αλλά την άρνησή της, τη διάλυση της δυνατότητας-κυριαρχίας. Θα χρειαστεί όμως, ίσως, να εισαγάγουμε και ένα τρίτο επίρρημα : πέρα. Πέρα από το διαδίκτυο, διότι μόνο εάν διαβούμε σαν επιβλητικό ποτάμι τα γνωστά αναχώματα, μόνο εάν νικήσουμε την αδράνεια της κυριαρχίας που το κύμα των ανταρσιών δύναται να διαλύσει τους θεσμούς, ακόμα και αυτή την εικονική των υπαρχόντων network.

Επτά. Είναι αρκετά σπάνιο και πολύ δύσκολο που οι λέξεις είναι προτιμότερες της σιωπής. Το να μένεις σιωπηλός κάποιο διάστημα μεγάλο είναι μια άσκηση ουσιώδης για να ψάξεις τη μάθηση του ν’ ακούς και να σε ακούνε. Η πληροφορία, η επικοινωνία τείνουν να διηγούνται τον κόσμο και τη ζωή σύμφωνα με μια ‘φυσική’ τάξη των πραγμάτων που δεν υπάρχει. σίγουρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την κριτική. Μπορούμε ν’ ανοίξουμε μονοπάτια, να σχεδιάσουμε νέους ελεύθερους χώρους. Μπορούμε να εφεύρουμε γλώσσες και λέξεις αλλά πρέπει επίσης να ξεκινήσουμε να τις αφαιρούμε, τις λέξεις. Πρέπει να γίνουμε πολύ ελαφρότεροι, ελαφροί σαν τον άνεμο, ελαφρύτατοι.

Πρέπει να πάρουμε τη δύναμη της αφαίρεσης από τη λογική της κυριαρχίας ; είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα ισορροπίας. Είναι σαν να κάνουμε ποδήλατο : εάν σταματήσεις να κινείσαι, να κάνεις πετάλια, θα πέσεις. Δεν ξέρεις εάν θα καταφέρεις να σηκωθείς. Απ’ την άλλη μεριά, το ποδήλατο είναι από τα λίγα μέσα που είναι ικανά να θέτουν αρμονία ανάμεσα στο χρόνο, τον τόπο και την κίνηση. Κάποιος είπε πως είναι η ορατή εικόνα του ανέμου. Ναι, μπορούμε να ζήσουμε δίχως κυριαρχία εάν μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε πως η κυριαρχία είναι και μέσα μας, εάν καταφέρουμε να σταματήσουμε να την αναπαράγουμε, εάν μάθουμε να κινούμαστε, να πάμε παραπέρα, να γίνουμε μέρος της κίνησης δίχως να έχουμε απαίτηση να την σπρώχνουμε προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δίχως να ψάχνουμε να κυριαρχήσουμε επάνω της. Έχουμε ανάγκη ελαφρύτητας. Το να ζούμε δίχως κυριαρχία δεν σημαίνει να καταπιέζουμε ένα ένστικτο. Έχετε ποτέ προσέξει τα μωρά που ξεκινούν ένα παιχνίδι μη γνωρίζοντας ότι το κάνουν ;

mural+1-300x233

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s