αυτονομία, autonomia

Η Αυτονομία και το αρχείο

RDL-cop-14-224x300

συνέντευξη στον SERGIO BIANCHI

των
Felix Boggio Éwanjé-Épée, Stella Magliani-Belkacem e Gianfranco Rebucini

Ιταλική εκδοχή της συνέντευξης που δημοσιεύτηκε στο «La Revue des Livres», 14, novembre-dicembre 2013

Ο εκδότης DeriveApprodi, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος με έδρα τη Ρώμη, προχωρά από την ημέρα της ίδρυσής του μια σπουδαία δουλειά συλλογής, αρχειοθέτησης και δημοσίευσης από έγγραφα που αφορούν την ιστορία της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Η εργασία ανασυνθέτει μια από τις πιο συναρπαστικές και πιο συζητημένες περιόδους της πολιτικής κομουνιστικής και εργατικής Ευρωπαϊκής ιστορίας του τέλους του ΧΧ αιώνα.

Αρχειοθετούμε την Αυτονομία. Γιατί αυτό το σχέδιο. Ποιές είναι οι δυσκολίες ;

Το κίνημα της Αυτονομίας διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά σενάρια της Ιταλίας των χρόνων του εβδομήντα. Όπως εκείνου και στα πολιτιστικά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια οι αυτόνομοι έπλεξαν σχέσεις με όποιον αντιμετώπιζε τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς που εφαρμόζονταν στις παραγωγικές διαδικασίες, με τις εκδόσεις, την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη ραδιοφωνία, τα καρτούνς, τη μουσική, ακόμη και το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση. Οι αυτόνομοι, πέρασαν στην ιστορία σαν ‘εξτρεμιστές’, ‘βίαιοι’, ‘προβοκάτορες’, ‘στρεψοδίκες’, ‘τρομοκράτες’, ‘κακοποιοί’, παρήγαγαν εκατοντάδες έγγραφα, εφημερίδες, περιοδικά, φυλλάδια, δοκίμια, έστησαν εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, κατασκεύασαν ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλα πολλά.

Εδώ και πολλά χρόνια ο εκδοτικός οίκος DeriveApprodi, ασχολείται με το να αρχειοθετήσει όσο είναι δυνατό αυτό το υλικό, μαζί με την πλατιά και ποικίλη απομνημονευτική δουλειά των πρώην αγωνιστών αυτού του κινίματος, πρωταγωνιστών ενός εξαιρετικού κύκλου αγώνων που διήρκησε δύο δεκαετίες. Πρόθεση είναι να παρέχουμε αυτό το υλικό σε μια καινούργια γενιά ιστορικών η οποία θα μπορέσει να δώσει μια σωστή ανάγνωση εκείνων των γεγονότων, μια ανάγνωση όχι επηρεασμένη από μια δαιμονοποιημένη και ποινικοποιημένη ιδεολογική κατάσταση έτσι όπως έγινε μέχρι σήμερα.

Πράγματι, σαράντα χρόνια μετά από εκείνες τις εκδηλώσεις κανείς δεν θέλησε ή κατάφερε να διηγηθεί τι ήταν πραγματικά εκείνος ο χώρος της αυτονομίας, ποιές ήταν δηλαδή οι ρίζες της, η προέλευση, οι θεωρητικές βάσεις, οι πολιτικές της γραμμές και κατ’ επέκταση οι πρακτικές της, οι διαφορές της από τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις και από εκείνες που έδωσαν ζωή στον ένοπλο αγώνα. Οι ‘νικητές’, οι πρωταγωνιστές που απέμειναν, οι επίγονοι του συστήματος των κομμάτων που κυβέρνησαν τότε την αποκαλούμενη Πρώτη repubblica, δεν είχαν φυσικά κανένα ενδιαφέρον να προωθήσουν μια αναθεώρηση εκείνης της άποψης. Οι ‘χαμένοι’, οι όχι απ’ ευθείας εκμηδενισμένοι, είχαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν αποκτήσει ένα προφίλ ως επί το πλείστον σιωπηλό, ίσως εξ αιτίας της καταστροφικής εσωτερίκευσης μιας ήττας που βιώθηκε όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά σε εκείνο, ακόμη πιο ευαίσθητο, της ύπαρξης στο σύνολό της.

Πέρα από όλο αυτό υπήρξε επίσης η δυσκολία να διηγηθείς μια πραγματικότητα στο σύνολό της μπερδεμένη, δηλαδή με διάφορες αρθρώσεις, αντιφατικές, που όμως, κι ας μην αρέσει σε πολλούς, υπήρξε πλουσιότατη. Γεγονότα που η κατάρα πολλών, συνοδευμένη από αιώνες φυλακίσεων, δεν κατάφερε παρ’ όλα αυτά να εκμηδενίσει τελείως. Μια πραγματικότητα που, με διαφορά από πολλές άλλες της παράδοσης των διαφορετικών τάσεων επαναστατικής εμπειρίας, δεν επέζησε απλά μέσα στον ίδιο της τον εαυτό σε κομμάτια αντιστασιακών υπολλοιμάτων αλλά γνώρισε πώς να μεταβληθεί, να ανανεωθεί, να εξελιχθεί μέσα σε μια πρακτική ασυνέχειας, που είναι το εξελικτικό στοιχείο που την ξεχώρισε από τη γέννησή της. Μια πραγματικότητα πολύ σύγχρονη, που είναι στην επικαιρότητα, διότι οι μέθοδοι και οι γνώσεις της κατάφεραν να ενημερώσουν και να προετοιμάσουν πολιτικά με αναλύσεις και σχεδιασμούς επίσης και τα σημερινά επαναστατικά κινήματα.

Ποιά ήταν η κατάρτιση και η πολιτική σου βιογραφία στο εσωτερικό του κινήματος της εργατικής Αυτονομίας ;

Η διαδρομή της πολιτικής μου κατάρτισης ξεκινά το 1973, όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Ζούσα σε ένα μικρό χωριό στη περιοχή της Varese, όμως συχνάζω εξ αιτίας των σπουδών μου στη πόλη. Ανήκω σε εργατική οικογένεια, οπότε ζούσα κοινωνικότητα εργατικής φύσεως, και στο εσωτερικό του ιστού μικρών εργοστασίων που χαρακτήριζε όλη τη ζώνη της απ’ όπου προερχόμουν και στην οποία εκείνο το διάστημα ήταν σε ισχύ μια δυνατή διαδικασία πολιτικοποίησης. Το να εμφανίζεσαι στην πολιτική εκείνη την περίοδο σήμαινε πως θα ακολουθούσες όλους τους αγώνες που εκφράζονταν μετά το ’68, όπου σ’ εμένα έφταναν μονάχα οι απόηχοι. Στο τέλος του 1973 άρχισε να σχεδιάζεται από το Κκι και τον γραμματέα του Berlinguer, Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΉ ΤΟΥ ‘ΙΣΤΟΡΙΚΟΎ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΎ’, ένα γεγονός που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, διότι δημιούργησε μεγάλη φασαρία και ψιθύρους, κινητικότητα και παθιασμένες συζητήσεις. Αυτό είναι το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για τα πολιτικά ζητήματα.

Όσο αφορά την κατάρτισή μου θεωρώ πως είχα την τύχη να αποφύγω τη διαδρομή μέσα από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που βρίσκονταν σε κατάσταση φθοράς εκείνο το διάστημα, ούτε που άγγιξα την αγωνιστική διαδρομή στο εσωτερικό τους. Μόλις ξεκίνησα την πολιτική μου δραστηριότητα πλησίασα αμέσως από θεωρητική άποψη τις θεματικές της μόλις διαμορφούμενης εργατικής Αυτονομίας, που από πολλές πλευρές ανέπτυσσε μια συνέχεια με όλη τη θεωρητική παράδοση του εργατισμού. Εκείνη η παράδοση με ταχύτητα αποκτήθηκε όχι μόνο από εμένα αλλά και από ολόκληρο τον κύκλο των ανθρώπων που, ζώντας υλικά την εργατική κατάσταση, βρέθηκαν να έχουν στραμμένη την προσοχή σε εκείνο τον τύπο θεωρητικής κατάρτισης που περισσότερο από άλλους έδινε χρήσιμα στοιχεία απαραίτητα για τη πολιτική δέσμευση στο εργοστάσιο. Οπότε, ο θεωρητικός μου προσανατολισμός δημιουργήθηκε αμέσως πάνω στα κλασικά κείμενα του εργατισμού, και η κατάρτισή μου αμέσως προσανατολισμένη σε σχέση με αναφορές αυτού του τύπου, επίσης διότι οι εναλλακτικές αναφορές που υπήρχαν στις περιοχές μας ήταν αυτές που είχαν σχέση με ομάδες πάνω-κάτω ασήμαντες μαρξιστών-λενινιστών, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχε η τεράστια συνδικαλιστική δέσμευση στην οποία όμως την ηγεμονία είχε το κομουνιστικό κόμμα και οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, που εκείνη τη στιγμή είχαν επηρεαστεί απ’ τ’ απόνερα της θεωρητικοποίησης του ‘ιστορικού συμβιβασμού’. Και με αυτές τις τελευταίες θέσεις η διαμάχη ξεκίνησε αμέσως στο εσωτερικό των διαφόρων καταστάσεων στις περιοχές και τα εργοστάσια.

Το πολιτικό μου περιβάλλον στη μεγάλη του πλειοψηφία αποτελείτο από νεαρούς και νεαρότατους εργάτες που δεν παρουσίαζαν διαθεσιμότητα να δεχθούν τις συνθήκες του καθεστώτος εργασίας στο εργοστάσιο, την ίδια την εργατική ταυτότητα, και δεν είχαν καμία απολύτως διάθεση να διασχίσουν το συνδικαλιστικό έδαφος στη κλασσική του μορφή, σε μια βαθμιαία αγωνιστική σκάλα που στόχευε στην επίτευξη μερικών στόχων που καθιστούν καλύτερη την καθημερινή ζωή. Αυτή η περιοχή νεαρών συντρόφων είχε επηρεαστεί δυνατά από τις θεματικές του εργατισμού : ένα σύνθημα όπως ‘άρνηση της εργασίας’ είχε μέσα του μια ισχυρή δυνατότητα πρότασης, με την έννοια πως αντιστοιχούσε σε μια υλική και άμεση ανάγκη μη αποδοχής ακριβώς αυτών των συνθηκών ζωής, μόνο αργότερα αντιληφθήκαμε πως περιείχε επίσης μια πολύ σημαντική θεωρητική βάση. Οπότε, αν και εκείνο το σύνθημα προσεγγίζονταν καθαρά σαν σύνθημα απελευθερωτικό αλλά γενικού χαρακτήρα, σε σύγχυση και λίγο ακραίο, στην πραγματικότητα στη συνέχεια περάσαμε σε δράση συστηματική δημιουργίας επίγνωσης γύρω από μια έννοια που έμοιαζε μη πρακτική σε ένα κοινωνικό ιστό που επηρεάζονταν από ένα είδος θρησκοληψίας, φανατισμού ως προς την εργατική παράδοση απ’ τη μια και την κληρική από την άλλη, διότι εκείνο ήταν ακόμη ένα έδαφος δυνατά ηγεμονευμένο από την θρησκευτική κουλτούρα και παράδοση.

Εκείνο ήταν το γενικό πλαίσιο γέννησης αυτών των συμβάντων που ξετυλίχτηκαν από το τέλος του ’73 και για όλο το ’74 γύρω από μια δουλειά κυρίως εργατική, διότι για τα υποκείμενα εκείνο ήταν το πρόβλημα : εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να κάνουν φασαρία μέσα στα μέρη που εργάζονταν, αμφισβητούσαν τους όρους εργασίας στα εργοστάσια, το καθεστώς. Τα πρώτα χρόνια ήταν ακριβώς μια ομάδα εργατών, αυτοδίδακτοι, όλες επίσης οι μορφές απόκτησης των γνώσεων ταξίδευαν δίχως κανένα τύπο αναμετάδοση από χαρακτήρες που είχαν από πίσω τους μια κάποια μνήμη. Ήταν ένα επίπονο έργο υπομονετικής αναζήτησης κειμένων που ανακαλύπτονταν χέρι-χέρι, μια ανακατασκευή τους φιλολογική, μια εργασία αυτομόρφωσης, παθιασμένης μελέτης σε μικρές ομάδες, καταστάσεις σεμιναρίων που διεξάγονταν το βράδυ, μετά τη δουλειά, μέσα σε μια έδρα που είχαμε νοικιάσει στο κέντρο του χωριού και που προκαλούσε σκάνδαλο σχόλια όχι μόνο ανάμεσα στους καθωσπρέπει αλλά επίσης και ανάμεσα στα πρόσωπα της θεσμικής αριστεράς.

Ποιά ήταν η γέννηση της εργατικής Αυτονομίας, τι την διαφοροποιούσε από τις άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και κυρίως από το κομουνιστικό κόμμα ;

Κατά συνθήκη η γέννηση του χώρου της εργατικής Αυτονομίας έχει σαν ημερομηνία τον Μάρτιο του 1973 στη Μπολόνια, με ευκαιρία το πρώτο εθνικό συνέδριο των αυτόνομων συνελεύσεων και των αυτόνομων οργανισμών εργοστασίων και συνοικιών. Στην πραγματικότητα μερικές απ’ τις πιο σταθερές ρίζες κατάγονται από τη ν ιστορία του ‘ιταλικού εργατισμού’, μια αυθεντική συνιστώσα της νεομαρξιστικής πολιτικής σκέψης που ξεκινά το 1962 με τη δημοσίευση του περιοδικού «Quaderni rossi», ‘κόκκινα Τετράδια’, με πρωτοβουλία μιας ομάδας διανοούμενων μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν τα ονόματα των Raniero Panzieri, Mario Tronti, Alberto Asor Rosa, και Toni Negri. Εσωτερικές θεωρητικές διαμάχες στη συντακτική ομάδα έφεραν ρήξη η οποία ενθάρρυνε το 1964 τη γέννηση ενός άλλου περιοδικού – που είχε ρόλο καταλυτικό στην ιστορία του ‘εργατισμού’ δηλαδή το «Classe operaia», ‘εργατική Τάξη’ που έζησε μέχρι το 1967. Σε συνέχεια των φοιτητικών αγώνων του 1968, και εκείνων των εργατικών του επόμενου χρόνου, ένα μέρος αυτών που διέσχισαν εκείνες τις εμπειρίες συνέβαλαν στη δημιουργία της εξωκοινοβουλευτικής ομάδας Potere operaio, εργατική Εξουσία, που θα διαλυθεί το 1973, ακριβώς με τη γέννηση του χώρου της Autonomia operaia.

Εκτός από το χώρο εργατικής καταγωγής, στη σύνθεση της περιοχής συνέτρεξαν και άλλες πραγματικότητες από αγωνιστικές συλλογικότητες που προέρχονταν από τάσεις του μαρξισμού-λενινισμού, ελευθεριακές, αναρχοσυνδικαλιστικές, ουλτραριζοσπαστικές. Τα επόμενα χρόνια ο χώρος της αυτονομίας πλουτίστηκε με άλλες διακλαδώσεις που προέρχονταν από κυκλώματα της αντικουλτούρας, του φεμινισμού, από τη λανθάνουσα μέχρι εκείνη τη στιγμή οικολογία. Πήρε τροφή από τις κρίσεις όλο και περισσότερο μη αναστρέψιμες στη μορφή-κόμμα που είχαν αναλάβει και ασκούσαν οι εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις γεννημένες τη διετία ’68,’69, κυρίως από τη Lotta continua, αξιοποιώντας προς όφελός του τις αγωνιστικές λιποταξίες που προέκυψαν. Παρά την επιμονή κάποιων συνιστωσών του, δεν κατάφερε εκείνα τα χρόνια να επιτύχει μια οργανωτική διαδικασία ολοκληρωμένη

Η πολιτική ‘τύχη’ που η Αυτονομία απόλαυσε, ήταν αποτέλεσμα της ιδιαίτερης θεωρητικής ανάγνωσης των αποτελεσμάτων της κρίσης στην κοινωνία που προήλθαν από τον δεκαετή κύκλο εργατικών και προλεταριακών αγώνων. Οικονομική κρίση, πολιτική, πολιτιστική, συνολική κοινωνική κρίση τέλος πάντων. Ανάγνωση τόσο ιδιαίτερη ώστε να απελευθερώσει στο εσωτερικό του τότε κομουνιστικού κόμματος και των οργανώσεων του επίσημου συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος ολοκληρωτική αποδοκιμασία και αντίθεση. Διότι περί τούτου επρόκειτο : της εκ διαμέτρου αντίθετης ερμηνείας της κρίσης και των πιθανών πολιτικών εξόδων. Και ήταν σύγκρουση.

Το 1973 αποδείχθηκε έτος κρίσιμο. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή, που το Σεπτέμβρη έπνιξε στο αίμα την εμπειρία της Unidad Popular, έπαιξε υποστηρικτικό ρόλο στη θεωρητικοποίηση του ‘ιστορικού συμβιβασμού’ από μέρους του Enrico Berlinguer, γραμματέα του Partito comunista italiano. Ενάντια στον κίνδυνο αυταρχικής στροφής, σημάδι της οποίας ήταν η ‘στρατηγική έντασης’, «strategia della tensione», που σημαδεύονταν από σφαγές που εκτελούσαν κομμάτια των μυστικών υπηρεσιών που εκτρέπονταν και των νεοφασιστικών ομάδων, η πρόταση Μπερλινγκουέρ ΉΤΑΝ ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ μιας συμφωνίας ανάμεσα στις πολιτικές αντιπροσωπεύσεις των λαϊκών καθολικών δυνάμεων, σοσιαλιστικών, κομουνιστικών, λαϊκών και προοδευτικών για μια κυβέρνηση ικανή να εξασφαλίσει τις δημοκρατικές θεσμικές δομές, και να βγάλει τη χώρα απ’ την οικονομική κρίση. Κρίση η οποία επιτείνεται εξ αιτίας της απόφασης των χωρών παραγωγών πετρελαίου, στο πλαίσιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, να αυξήσουν τη τιμή στο ακατέργαστο και να μειώσουν τις προμήθειες στις δυτικές χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές.

Ειδικά στο πεδίο οικονομικής πολιτικής η κομουνιστική πρόταση μεταφράστηκε, στην περίπτωση των συνδικάτων που ήταν πιο δεμένα στο κόμμα, σε ένα σχέδιο αποκατάστασης στους χώρους δουλειάς των απαραίτητων συμβατοτήτων για την ανάκτηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, συμβατότητες που είχαν σοβαρά ραγίσει από τα νικηφόρα αποτελέσματα των αυτόνομων εργατικών αγώνων που επικεντρώθηκαν στο στοιχειώδες, αλλά πολύ αποτελεσματικό σύνθημα ,μεγαλύτερος μισθός, μικρότερο ωράριο’. Επρόκειτο για την αρχή της χρήσης του μισθού σαν ‘μεταβλητή ανεξάρτητη από την παραγωγικότητα’ που είχε τεθεί υπό συζήτηση από την πλευρά των επίσημων συνδικάτων, που επωφελήθηκαν από την ανάκτηση της πρωτοβουλίας που εν μέρη κατάφεραν να έχουν στον έλεγχο των αυτόνομων αγώνων στις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εργατών.

Η αποκατάσταση της συμβατότητας του καπιταλιστικού μοντέλου με αντάλλαγμα ‘διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις’ , και της νομιμοποίησης της υποψηφιότητας στη κυβέρνηση της χώρας από μέρους του κομουνιστικού κόμματος, βρήκε έντονο ενδιαφέρον στην πλευρά των συνομιλητών του καταφέρνοντας να καταλάβει άμεσα την κεντρικότητα στη πολιτική συζήτηση, πολιτιστική και των μέσων ενημέρωσης. Φάνηκε πως βρέθηκε μια λύση στο μακροχρόνιο και ανώμαλο κομουνιστικό πρόβλημα της χώρας μας, ‘ο παράγοντας Κ’, «il fattore K», ΣΤΟ ΠΛΑΊΣΙΟ ΤΩΝ ΕΥΑΊΣΘΗΤΩΝ διεθνών ισορροπιών που προέρχονταν από τις διεθνείς μεταπολεμικές συμβάσεις της Γιάλτα.

Εκείνη η μοναδική στρατηγική του ‘ιταλικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό’ προκάλεσε το ενδιαφέρον και τόνωσε τη θεωρητική γνώση και σε εκείνους που πέρασαν με τιμές και αξία από την ‘εργατική’ εμπειρία των ετών Εξήντα, αρνούμενοι την μειοψηφική υπόθεση της θεμελίωσης των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, προσγειώνονται, ή εγκρίνουν εκ νέου, στις ακτές των ιστορικών κομμάτων της αριστεράς. Σε αυτούς, εκείνη την ευαίσθητη στιγμή και τόσο ντελικάτη δίοδο, δεν έλειψε με τίποτα η εξυπνάδα να κρατήσουν σε κύρια αναφορά της ανάλυσης εκείνο που τεκμηρίωνε υλιστικά την αντίληψη περί του ρόλου, λειτουργία, δύναμη και αποφασιστικότητα της αυτονομίας της εργατικής τάξης.

Για όλα αυτά η δική τους ανάγνωση αποκάλυπτε πως οι αυτόνομοι εργατικοί αγώνες, βγαίνοντας έξω από την περιοχή του εργοστασίου, είχαν εντυπώσει μεγάλο δυναμισμό στις κοινωνικές σχέσεις και μια πλατιά διαδικασία εκδημοκρατισμού, όμως ακριβώς η αυτονομία από τις κομματικές οργανώσεις προκαλούσε τώρα την αποσύνθεση της μεταρρυθμιστικής τους δύναμης. Η αυτονομία της εργατικής τάξης, δηλαδή, ακριβώς τη στιγμή της μεγαλύτερης ανάπτυξης, στην κοινωνικοποίησή της έξω απ’τα σύνορα του εργοστασίου, από μόνη της δεν έφτανε πλέον για να εκτελέσει το ρόλο πολιτικών ρήξεων με σθένος επαναστατικό. Σε εκείνο το σημείο ωρίμανσης της μάχης ήταν η πολιτική που αξιώνει τον αυτόνομο ιστορικό της ρόλο από τη δυναμική των αγώνων, που τους διαβάζει αυθόρμητους, ήταν δηλαδή η εξωτερική λειτουργία του κόμματος να αναλαμβάνει τώρα απόλυτη στρατηγική σημασία.

Εδώ λοιπόν αναβιώνει, κλασικά, η θεωρία της ‘αυτονομίας της πολιτικής’ ,για να επιβεβαιώσει τη διάσπαση, που συνέβη το ’67 στο εσωτερικό του κυκλώματος του περιοδικού «Classe operaia», γύρω από την εκτίμηση της πιθανότητας ή όχι αυτοδιαχείρισης των αυτόνομων αγώνων. Διότι από εκείνη την εκτίμηση προέρχονταν η υπόθεση της ανακάλυψης μιας νέας θεωρίας και πρακτικής της επαναστατικής πράξης που ξεπερνούσε την ύπαρξη των κομματικών και συνδικαλιστικών επίσημων δομών. Για τους εργατιστές που είχανε συγκλίνει στο Κκι η θεωρητικοποίηση της νέας εργατικής φιγούρας που είχε παράξει εκείνη η κρίση, εκείνος που είχε ονομαστεί ‘κοινωνικός εργάτης’, ήταν το αποτέλεσμα της απομόνωσης, της περικύkλωσης της αληθινής αυτονομίας του εργάτη. Γι αυτό το λόγο, το ‘κόμμα του κοινωνικού εργάτη’ δεν μπορούσε παρά να είναι το κόμμα του γκέτο και της περιθωριοποίησης.

Τέτοιες θεματικές υποστηρίχθηκαν καλύτερα στη συνέχεια στο συζητημένο βιβλίο του Asor Rosa, Le due società, Οι δύο κοινωνίες. Αντίστροφα, για τους θεωρητικούς της εργατικής Αυτονομίας τα υποκείμενα της ‘δεύτερης κοινωνίας’, αυτοί οι ονομάστηκαν ‘μη εγγυημένοι’, δηλαδή οι επισφαλείς όλων των δεσμίδων, ήταν σαφώς περισσότερο εκμεταλλευόμενοι από τους εργάτες με εγγύηση. Υπήρχε, από την οπτική τους γωνία, μια αντικειμενική υποτίμηση της εrγατικής τους αξιολόγησης σε σχέση με αυτή των εγγυημένων εργατών [αυτών που είχαν σταθερή, εγγυημένη εργασία]. Το Κκ και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού Κινήματος, κατηγορούντο όχι μόνο διότι αποδέχονταν εκείνο το διαχωρισμό, αλλά μάλιστα πως γίνονταν υποστηρικτές ενός ανταγωνισμού ανάμεσα σε εργατικές μάζες διαφορετικά τοποθετημένες στην αγορά εργασίας. Προφανώς αυτές, και όχι μόνο αυτές οι διαφοροποιήσεις στην ανάλυση και τη θεωρία δεν ήταν μικρό θέμα, τόσο που σε εκείνη την ιστορική συγκυρία σχημάτισαν το φόντο, πάντα, σε μια σκληρή διαμάχη πολιτική, πολιτιστική, υπαρξιακή.

Διαμέσoυ ποιών πολιτικών δυναμικών θεωρητικοποιήθηκε και πραγματοποιήθηκε ο ένοπλος αγώνας στην Ιταλία ; Τι ρόλο είχε η εργατική Αυτονομία σε αυτό το γεγονός ;

Είναι αδύνατο να απαντήσουμε εδώ σε αυτή την ερώτηση, να εξαντλήσουμε το θέμα. Μπορώ απλά να αναφερθώ σε μερικά γενικά θέματα. Από το τέλος του 1974, δε διάφορες ιταλικές πόλεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, μέσα στα σενάρια στις πλατείες, με αφορμή πορείες που ήδη γίνονταν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, οι ομάδες της αυτονομίας σχηματίζουν τμήματα που, ξεκινώντας από πίσω όπου είναι τοποθετημένα, βήμα βήμα ανεβαίνουν προς τα εμπρός έχοντας συχνά μάχες πρόσωπο με πρόσωπο με τις ομάδες περιφρούρησης των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων καταφέρνοντας μέσα στο γύρο δύο περίπου χρόνων να πάρουνε κεφάλι.

Αρχίζουν να εμφανίζονται, πέρα από τις συνηθισμένες μποτίλιες μολότοφ, τα πρώτα όπλα : πιστόλια και ρεβόλβερς, καμιά φορά και λουπάρες, lupare, [τουφέκια πριονισμένα] και winchester. «Qual è la via? L’autonomia!»; «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto»; «E se un caramba spara, lupara lupara, se spara un poliziotto P38», που πάει να πει : ‘Ποιός είναι ο δρόμος ; Η αυτονομία’. ‘Καραμπινιέρε, καταραμένε μπάτσε, θα σου ανάψουμε εμείς τη φλόγα στο μπερέ σου’, ‘Και εάν ένας καράμπα πυροβολεί, λουπάρα λουπάρα, εάν πυροβολήσει ο αστυνομικός Ρ38’, φωνάζουν πίσω από τους σκούφους τους, φουλάρια, κασκόλ – αγριεμένοι, ζοφεροί και απειλητικοί – οι αυτόνομοι, κουνώντας στον αέρα επίσης λαβές από φτυάρια, παγοθραύστες, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά και τα πασίγνωστα τρία δάκτυλα να σχηματίζουνε πιστόλι.

Ήδη από το ξεκίνημα του 1976, και τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια ευνοημένος από μια συνεχιζόμενη και αυξανόμενη συμμετοχή αγωνιστών, όλο και περισσότερων, κυρίως στις μεγάλες πόλεις αλλά και σε περιφερειακές μικρότερες, η Αυτονομία δύναται πλέον να διοργανώνει μόνη της πορείες και διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια των οποίων γίνονται όλο και συχνότερα επιθέσεις – με φωτιές, λεηλασίες, καταστροφές και ανταλλαγή πυροβολισμών – σε θεσμικούς στόχους και όχι μόνο [κομματικά γραφεία, κυρίως των φασιστών και της χρηστιανοδημοκρατίας, νομαρχίες, αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα καραμπινιέρων, γραφεία βιομηχανιών και εταιρειών και των ενώσεών τους, εφημερίδων, ‘γιάφκες μαύρης εργασίας’, μπαράκια όπου σύχναζαν αγωνιστές ή συμπαθούντες της δεξιάς κλπ]. Επιπλέον, αλληλοδιαδέχονται οι απαλλοτριώσεις σε σούπερ μάρκετς και πολυτελή καταστήματα, αφοπλισμοί ιδιωτικών αστυνομικών και φυλάκων, επιθέσεις και λεηλασίες οπλοπωλείων.

Εκείνο που θα περάσει στην ιστορία σαν ‘κίνημα του ’77’ ωριμάζει με ταχύτητα μέσα στους προηγούμενους μήνες ανάμεσα σε πόλη και επαρχία, βορρά και νότο, κέντρο και περιφέρεια, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων με αποκορύφωμα τις ταραχές κα τις συγκρούσεις με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά των οποίων η μέγιστη συμπύκνωση θα σημειωθεί το 1977, τις μέρες 11 και 12 Μαρτίου στη Μπολόνια και στις 12 Μαρτίου στη Ρώμη.

Εκείνου του κινήματος οι οργανωμένες συστάσεις της εργατικής Αυτονομίας, αργά αλλά αδυσώπητα, κατακτούν την ηγεμονία, για να τη χάσουν στη συνέχεια οριστικά την άνοιξη του 1978 με την απαγωγή και την εκτέλεση από μέρους των Ερυθρών Ταξιαρχιών του προέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας Aldo Moro. Μια εντυπωσιακή εμφάνιση που εγκαινιάζει μια φάση που θα διαρκέσει μέχρι και ολόκληρο το 1982, που κυριαρχείται από τις ενέργειες των ένοπλων ομάδων, οργανωμένων και διάσπαρτων.

Αυτό είναι που συνέβαινε στις πλατείες και στους δρόμους της Ιταλίας εκείνα τα χρόνια. Μα η χρήση της βίας στην πολιτική επαναστατική σύγκρουση ,η θεωρία, μα πάνω απ’ όλα η πρακτική της, δεν ήταν με τίποτα απόλυτο προνόμιο των τόσο δαιμονοποιημένων αυτόνομων. Οι τότε εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, είχαν θεωρητικοποιήσει και δρούσαν βίαια τόσο στο δρόμο όσο και στη καθημερινή πολιτική δραστηριότητα σε κάθε μορφή του κοινωνικού. Όλες οι οργανώσεις είχαν την ‘ομάδα περιφρούρησης’ , μια μικρή, λιγότερο ή περισσότερο, δομή συχνά σκληρή που ακολουθούσε στρατιωτικές συμπεριφορές χρησιμοποιώντας μπαστούνια, σιδερόβεργες, αγγλικά κλειδιά, σφεντόνες και μποτίλιες μολότοφ.

Μα εάν από την πλευρά των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων η πρακτική της βίας ήταν συνήθης, δεν είχε επιτευχθεί κάποια θεωρία και σε σχέση με αυτό συνήθιζαν να παραπέμπουν, με ασάφεια και αμηχανία, σε κλασικά κείμενα του λενινισμού, τροτσκισμού, μαοϊσμού, γκεβαρισμού κλπ. Το ζήτημα του ένοπλου αγώνα στο πλαίσιο της ιταλικής πολιτικής κατάστασης εκείνων των χρόνων είχε αντιθέτως με σοβαρότητα αντιμετωπιστεί, θεωρητικά και πρακτικά, από εξωτερικούς παράγοντες και σε πολεμική με τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις. Πρώτα απ’ όλα από τις Gruppi di azione partigiana [που διαλύονται το 1972 με το θάνατο του εκδότη Τζιαν Τζιάκομο Φελτρινέλλι, αρχηγού και ιδρυτή τους] στη συνέχεια από τις Brigate rosse και τα Nuclei armati proletari. Είναι με αυτές τις πραγματικότητες που η Αυτονομία στις διάφορες μορφές της ,από τη γέννησή τους, ξεκινούν διαλεκτική αντιπαράθεση που θα γίνει όλο εντονότερη, μέχρι τη σαφή ρήξη που προήλθε από την επιχείρηση Μορο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Αυτονομία, στις διάφορες συνιστώσες της, υπογραμμίζοντας τις επιφυλάξεις της, ανέκαθεν εξέφραζε την δίχως όρους αλληλεγγύη της προς τις ένοπλες οργανώσεις. Είναι λοιπόν σωστό να πούμε πως μέχρι τη στιγμή της απαγωγής Μορο το ζήτημα του ένοπλου αγώνα διατηρεί οξύ χαρακτήρα, πολιτικής τομής, ανάμεσα στους χώρους των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων από τη μια πλευρά και εκείνους της εργατικής Αυτονομίας και των ένοπλων οργανώσεων από την άλλη.

Τι διαφορές υπήρχαν ανάμεσα στην Αυτονομία και τον ‘εξτρεμισμό’ ;

Απαντώ με ένα απόσπασμα από το συντακτικό κείμενο περιοδικού της Αυτονομίας στη μέση του κινήματος του ’77 :

‘Είναι γι αυτό που οι αυτόνομοι κερδίζουν : όχι επειδή έχουν το Ρ38 αλλά διότι είναι πιο έξυπνοι και προετοιμασμένοι, ιστορικά περισσότερο ριζωμένοι, ξένοι σε όλη τη σοσιαλδημοκρατική σαπίλα. Όχι, δεν είναι περιθωριοποιημένοι, οι αυτόνομοι νικούν, διότι είναι η αναδυόμενη κορυφή της νέας σύνθεσης της εργατικής προλεταριακής τάξης, οι αντιπρόσωποι, σε πρώτο πρόσωπο, όλης της εκμεταλλευόμενης κοινωνικής εργασίας, όχι, όπως το κομουνιστικό Κόμμα, αντιπρόσωποι εργατικών αριστοκρατιών, κλαδικών γραφείου, μαφίες καταστηματαρχών. Οι αυτόνομοι είναι η αντιπροσώπευση του κομουνισμού του παγκόσμιου προλεταριάτου. Γι αυτό είναι αλαζόνες και βίαιοι : διότι εκφράζουν, είναι, ερμηνεύουν την πραγματικότητα του ταξικού αγώνα στον αιώνα μας. Γι αυτό επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγωνίζονται με σκληρότητα αυξανόμενη : γιατί είναι ανίκητοι, όπως ήταν πάντα οι εκπρόσωποι μιας νέας παραγωγικής βάσης.

Συνθέτουμε : οι αυτόνομοι είναι αλαζόνες και βίαιοι διότι είναι εξυπνότεροι και πιο προετοιμασμένοι. Αυτό έλεγαν για τους εαυτούς τους οι αυτόνομοι το 1977. Κάτι διαφορετικό λέει ένας από αυτούς, από τους κυριότερους θεωρητικούς, είκοσι χρόνια αργότερα : ‘Ίσως να μην είμαστε καλοί πολιτικοί, πράγματι ηττηθήκαμε, είμαστε όμως καλοί επιστήμονες, κάτι είναι κι αυτό’. Και επίσης : ‘Κάναμε λάθος να σκεφτούμε πως η πολιτική ωρίμανση του νέου υποκείμενου θα έρχονταν τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση με μια δυναμική τέτοια ώστε να εξουδετερώσει, να αντισταθεί και να ξεπεράσει τη κατασταλτική αντεπίθεση που η καπιταλιστική τάξη και οι προδότες του επίσημου εργατικού κινήματος είχαν εξαπολύσει. Για να το πούμε όπως το λέγαμε και τότε : »υπερεκτιμήσαμε τις δυνάμεις μας». […] Συχνά τονίσαμε αυτό το λάθος μας, γενόμενοι πιο εξτρεμιστές όσο περισσότερο κουφή και αποφασισμένη γίνονταν η δράση της εξουσίας εναντίον μας. Από μια τέτοια αυξανόμενη δεν γινόταν παρά να ενισχυθεί η Κρατική βία. Έτσι έγινε. Και ηττηθήκαμε’.

Αυτό όσον αφορά το παρελθόν. Σήμερα, οι λεγόμενοι ‘μεταεργατιστές’, εάν θέλετε οι ‘απόγονοι’ των αυτόνομων του τότε, δεν έχουν τίποτα κοινό, να δουν ή να κάνουν, με τους αναρχικούς ή ακόμα λιγότερο με τις τάσεις ‘νεοπρωτογονιστών’. Οι εργατιστές ήταν κομουνιστές. Οι μεταεργατιστές είναι κομουνιστές. Απλά και καθαρά.

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_308

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_348

th_1dd1d6fe940b0becc9a0299f6069644e_324 (1)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s