autonomia · αυτονομία

La sovversione del ’77: l’Autonomia operaia, Η εξέγερση του ’77 : Η εργατική Αυτονομία. του Paolo Pozzi

Polemos

La sovversione del ’77: l’Autonomia operaia, Η εξέγερση του ’77 : Η εργατική Αυτονομία.
di Paolo Pozzi
(Paginauno n. 16, febbraio – marzo 2010)

Η ιστορία ενός κινήματος πολιτιστικού και πολιτικού που ηττήθηκε από την στρατιωτική και δικαστική αντίδραση του κράτους.

Πέφτοντας στη λήθη για τριάντα χρόνια, το λεγόμενο κίνημα του ’77, ξαναβγήκε στη δημοσιότητα της δημόσιας συζήτησης το 2007, γράφτηκαν πολλά βιβλία, προσπαθώντας να το αναλύσουν και πάνω απ’ όλα να το διηγηθούν. Σήμερα μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν ήταν τυχοδιωκτισμός, εάν ήταν σωστό ή λάθος, όμως η μοναδική αλήθεια είναι πως υπήρξε, και πως πάρα πολλοί νέοι πήραν μέρος, και όχι φυσικά διότι ήταν τρελλοί, ακόμα και βίαιους ή εγκληματίες. Τα νούμερα είναι σπουδαία πάνω απ’ όλα διότι είχαμε, στα επόμενα χρόνια, ακόμη και σήμερα, μια ολοκληρωτικό άρνηση να σκεφτούμε. Προκλήθηκε και εξαπολύθηκε μια διαδικασία ποινικοποίησης της οποίας οι αιτίες, οι καταστάσεις, η ιστορία της Αυτονομίας, έχουν αφαιρεθεί πλήρως : ήταν ο μόνος τρόπος για να μη λάβουμε υπ’ όψη πως, καλώς ή κακώς, αυτό το κίνημα υπήρξε.

Κατ’ αρχάς δεν γεννιέται από μόνο του και απομονωμένο : προηγουμένως υπήρξε όχι μόνο το ’68, που εκπροσώπησε κυρίως ένα κίνημα φοιτητικού αντι-αυταρχισμού, αλλά το ’69, η μεγάλη συγκόλληση ανάμεσα σε εργάτες και φοιτητές ; ο πρώτος συνεχής Αγώνας, η πρώτη εργατική Εξουσία, η Συνέλευση του Τορίνο. Είναι το ’69 που δημιουργεί τη στιγμή της ανώτατης κοινωνικής ανατροπής, διότι ακριβώς ενώνονται ο φοιτητικός αντι-αυταρχισμός, σε αγώνα ενάντια στο πανεπιστήμιο και τη βαρωνική διδασκαλία, και η ώθηση προς την ισοπολιτεία που γεννιέται στα εργοστάσια. Κάποιοι υποστηρίζουν πως, στην πραγματικότητα, η εργατική Αυτονομία εκεί τελειώνει, πως το επόμενο κίνημα είναι η τάση αυτού του συστατικού, πως με κάποιο τρόπο το κίνημα είναι ήδη ηττημένο στις αρχές του Εβδομήντα, και είναι έτσι διότι δεν καταφέρνει να επιβληθεί, διότι τα συνδικάτα το εγκλωβίζουν σε μια ρεφορμιστική προσπάθεια, και το Κκι σε μια εξουσία εννούμενη σαν κοινοβουλευτική εξουσία. Το ’75 γεννιέται η ιδέα του ιστορικού συμβιβασμού και το ’76 είναι ο χρόνος που το Κκ λαμβάνει τη μεγαλύτερη εκλογική αποδοχή, φτάνοντας σχεδόν την χΔ. Ο Berlinguer αποφασίζει να δώσει ένα σημάδι στη χώρα και δίνει την λεγόμενη ομιλία ‘της ηθικής αυστηρότητας και των αργιών που έχουν κατασταλεί’, έχει λάβει θέση, έχει αλλάξει γραμμή, στην οποία η Αυτονομία αντιτίθεται.

Το πρώτο κατηγορητήριο της δίκης της 7ης Απριλίου ορίζει το κίνημα σαν AUTONOMIA OPERAIA ORGANIZZATA, οργανωμένη, όλο γραμμένο με κεφαλαία : μια ξεκάθαρη εφεύρεση των δικαστών, για την περίπτωση, με κατασταλτικούς σκοπούς. Ένα κίνημα της Αυτονομίας εννοούμενο σαν κόμμα παρόν σε ολόκληρη την Ιταλία και, μάλιστα, σύμφωνα με το θεώρημα Calogero, εγκέφαλος πολιτικός και οργανωτικός των Ερυθρών Ταξιαρχιών, δεν υπήρξε ποτέ. Είναι αλήθεια πως στο Μιλάνο υπήρξαν, βασικά, τρεις οργανωμένες ομάδες : η ομάδα που συγκεντρώνονταν γύρω από το περιοδικό Rosso [κόκκινο] – του οποίου εγώ ήμουν, κι ας είναι ακατάλληλος ο όρος, αρχισυντάκτης – η ομάδα που συγκεντρώνονταν γύρω από το περιοδικό Senza tregua [χωρίς ανακωχή] και η λεγόμενη ομάδα των Belliniani ή του Casoretto; υπήρχε όμως πάνω απ’ όλα γύρω από εκείνη που εμείς ονομάζαμε Αυτονομία μινι-οργανωμένη, μια Αυτονομία διάχυτη, πολύ μεγάλη. Φτάνει να θυμηθείται πως η διαδήλωση της Bologna του ’77 ενάντια στην καταστολή, εκτιμήθηκε απ’ την αστυνομία σε 100.000 άτομα, που πάει να πει πως ήμασταν 200 με 300 χιλιάδες.

Ήταν λοιπόν η Αυτονομία ένα κίνημα πολύ πλατύ, οδοντωτό, που λίγι αναγνωρίζονταν στις οργανωμένες του ομάδες, και που περιείχε όλο εκείνο το ανατρεπτικό και εξεγερτικό που μπορούσες να βρεις στις πλατείες του μιλάνο και της ιταλίας, οποιοσδήποτε είχε μέσα του λίγη κοινωνική εξεγερτικότητα στην καρδιά του, βρίσκονταν στην εργατική Αυτονομία. Στο εσωτερικό της βρίσκονταν αμέτρητες συλλογικότητες και ολόκληρα κινήματα, όπως εκείνο των φεμινιστριών, των ομοφυλόφυλλων, δίπλα στους φοιτητές και σε πολλούς εργάτες. Σίγουρα η Αυτονομία δεν εκπροσωπούσε όλο τον εργατικό κόσμο, είναι όμως αναμφισβήτητο πως οι οργανωμένες της μορφές, δηλαδή οι αυτόνομες συνελεύσεις ή οι εργατικές Επιτροπές ή οι εργατικές Κολλεκτίβες, που ανάλογα έκαναν αναφορά στην ομάδα της Lotta continua, σε εκείνη του Scalzone ή στο Rosso, ήταν σε θέση να επηρεάζουν δυνατά τις εργατικές συνελεύσεις και τον έλεγχο των εργοστασίων, και ακριβώς δια τούτο προκαλούσαν τεράστιες ανησυχίες στο συνδικάτο πάνω απ’ όλα και μετά, φυσικά, στο Κράτος. Διότι τα πρόσωπα που έπαιρναν μέρος ήταν βαθειά ριζωμένα στις παραγωγικές πραγματικότητες και στις γειτονιές, στις περιοχές και κατάφερναν, κάποιες στιγμές, να καταφέρνει να ψηφίζουν ολόκληρα εργοστάσια ενάντια στη συνδικαλιστική γραμμή. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συνέλευση στην Sit-Siemens στην οποία ο Trentin, τότε γραμματέας της Fiom, [το πανίσχυρο συνδικάτο των μεταλ-μηχανικών], βρέθηκε στη μειοψηφία από μια ομάδα εργατών που κατάφερε να πείσει όλους τους υπόλοιπους πάνω στο θέμα της ισοπολιτείας και της αυτόματης υπερπήδησης κατηγορίας.

Η Αυτονομία όμως δεν ήταν μοναχά αγώνας μες το εργοστάσιο. Ηταν ένα κίνημα που δεν διέφερε και δεν ανέβαλε , που τα ‘ήθελε όλα και αμέσως’, και αυτό σήμαινε απαλλοτρίωση των υπεραγορών, δωρεάν είσοδο στις συναυλίες και στον κινηματογράφο, δωρεάν χρήση των δημόσιων μέσων, όλη εκείνη την πρακτική που ονομάζονταν απαλλοτρίωση και αυτομείωση.

Για να κάνει όλ’ αυτά το κίνημα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες περιπτώσεις, οι πρώτες μορφές βίας γεννιόνται ακριβώς για αυτοπροστασία : εάν θέλαμε να μπούμε σε ένα σούπερ μάρκετ, να κάνουμε τα ψώνια και μετά να φύγουμε δίχως να πληρώσουμε και δίχως να βρούμε απ’ έξω την αστυνομία έτοιμη να μας συλλάβει όλους, χρειάζονταν να προστατευτούμε. Τοοθετούμασταν λοιπόν στους δρόμους πρόσβασης και εάν έφταναν τα μπατσικά, τραβούσαμε έξω τα μπουκάλια.

Διαφορετική ήταν η κατάσταση στις διαδηλώσεις : το ’77, μετά που στη Ρώμη σκοτώθηκε η Giorgiana Masi και πριν από αυτή άλλοι φοιτητές, το επίπεδο σύγκρουσης με την αστυνομία σηκώθηκε αρκετά, και ο μόνος τρόπος για να μη μας πυροβολήσουν οι δυνάμεις της αστυνομίας ήταν να τους δείξουμε πως είμασταν οπλισμένοι, εάν είμασταν, ήταν πολύ πιο προσεκτικοί στο να πυροβολήσουν.

Υπύρχε πάνω απ’ όλα κάτι καλό, θαυμάσιο σε αυτό το κίνημα : για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα του τι ήταν αυτό που θέλαμε να ζήσουμε με τρόπο διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα, για πρώτη φορά τίθετο το θέμα πως δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ‘τους δύο χρόνους’, όπως στην κλασική κομουνιστική παράδοση : πρώτα κάνουμε την επανάσταση και μετά σκεφτόμαστε τη σχέση άνδρας-γυναίκα, στην οικογένεια, κλπ. Γι αυτό πολύ συχνά οι κομουνιστές, ανατρεπτικοί από πολιτική σκοπιά, ήταν οι πιο δεξιοί, με εισαγωγικά, στον χειρισμό των ανθρώπινων σχέσεων : ο κλασικός κομουνιστής ήταν γκρίζος, ήταν ο κομουνιστής της 3ης Διεθνούς. Το κίνημα του ’77 έδειξε πως δεν ήταν πια τόσο αδύνατο να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Σίγουρα η δυσκολία βρίσκονταν στο να σιγουρέψουμε τη συνέχεια, και όχι μόνο δεν το καταφέραμε αλλά με τις δράσεις μας ξεσηκώσαμε, σαν ‘απάντηση’ από την μεριά του Κράτους την ολοκληρωτική καταστολή. Εκείνο που δεν καταλάβαμε τότε, ή το καταλάβαμε καθυστερημένα, ήταν πως δεν θα φτάναμε πουθενά συνεχίζοντας να κατεβαίνουμε κάθε Σάββατο απόγευμα στο κέντρο του Μιλάνο να κάνουμε απαλλοτριώσεις και αυτομειώσεις. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ : και μετά ; Σκεφτόμασταν απλώς πως θα γεννιόταν και θα μας ακολουθούσε ένα κίνημα αυθόρμητο. Είμασταν πολλοί, είναι αλήθεια, πιστεύαμε όμως πως είμαστε περισσότεροι απ’ ότι στην πραγματικότητα, ακόμα και η πλειοψηφία της χώρας, και όντως δεν ήμασταν, ήταν ξεκάθαρο. Πιστεύαμε πως η επανάσταση θα έρχονταν με μια διαδικασία συσσώρευσης, τόσες υπεραγορές απαλλοτριωμένες, τόσες συναυλίες σπασμένες, τόσα εισιτήρια απλήρωτα, μέχρι τη γενική αναστάτωση, και ως εκ τούτου, όλα τα προβλήματα αναβάλλονταν για αργότερα.

Αυτή ήταν η Αυτονομία, και ακριβώς η οριζόντια και δικτυωτή της εξάπλωση, όχι δομημένη, το να είναι ένα τεράστιο καζάνι μέσα στο οποίο έβραζε οτιδήποτε ήταν αντι-Κρατικό, αντι-αφεντικό, αντι-συστημικό, ήταν το ίδιο της το όριο. Ήταν ένα κίνημα ανατρεπτικό, με την έννοια πως ήθελε να ανατρέψει τα πάντα, να αναποδογυρίσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις, και τις προσωπικές – άντρας/γυναίκα, παραδοσιακή οικογένεια – και ,πολύ πιθανό, ανέτρεψε υπερβολικά μέχρι να ανατρέψει τον εαυτό του.

Θυμάμαι πως λέγαμε : μα εάν κάνουμε την επανάσταση και κερδίσουμε, ποιος είναι αυτός που κάποια στιγμή, μετά μια βδομάδα από χορούς, θα πει ; τώρα χρειάζεται να πάμε για δουλειά ; Και είχαμε διαλέξει γι αυτό το καθήκον έναν εργάτη ο οποίος, σύμφωνα μ’ εμάς, και για την εικόνα που εξέπεμπε – τον βλέπαμε σοβαρό, λίγο θλιμμένο, λιγότερο ελευθεριακό από εμάς – ήταν ο μοναδικός που μπορούσε ν’ ανέβει σε ένα πάλκο, σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Μιλάνο, μετά μια βδομάδα επανάστασης, και να πει : εντάξει, είναι πλέον δικά μας τα εργοστάσια, είναι δικά μας και τα σχολεία, τώρα όμως πρέπει να ξανα ξεκινήσουμε να κυβερνούμε την χώρα!

Όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα φαινόμενο είναι δύσκολο να το καταλάβεις και να είσαι ικανός να το κατευθύνεις. Κάποια κομμάτια του κινήματος ξεκίνησαν να δοκιμάζουν τον δρόμο της ένοπλης πάλης απλής και καθαρής, που πήγαινε πέρα από τον απλό εξοπλισμό στο ίδιο το κίνημα για τις διαδηλώσεις ή για τις εισόδους στα μάρκετς. Γεννήθηκαν εκείνες που ονομάστηκαν ένοπλοι σχηματισμοί. Ενώ οι ερυθρές Ταξιαρχίες υπήρχαν από πριν, από την Αυτονομία γεννιέται το ένοπλο κίνημα της Πρώτης γραμμής, που θεωρεί ανώφελο και χάσιμο χρόνου να συνεχιστεί ο μηχανισμός της διάχυτης βίας και πιστεύει πως η επίθεση στην καρδιά του Κράτους πρέπει να γενικευτεί : ενέδρες σε αστυνομικούς και όχι μόνο.

Το ’78 οι Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Aldo Moro και αυτή η δράση σημειώνει κατα κάποιο τρόπο το υψηλότερο σημείο όπου μπορεί να φτάσει η ανατροπή, αντιπροσωπεύει όμως επίσης και μέγιστο της πτήσης προς τα μπρος : διότι όταν απαγάγεις τον Μόρο, μετά τι κάνεις ; Ή είσαι ικανός να το διαχειριστείς, και εκείνη η στιγμή γίνεται η έναρξη μιας γενικής επανάστασης της χώρας, ή διαφορετικά τελειώνει όπως τελείωσε : την κατάσταση διαχειρίζεται το Κράτος που εξαπολύει στη συνέχεια μια ολοκληρωτική κατασταλτική κίνηση. Αυτό είναι εκείνο που συνέβει.

Οι ερευνητές στο ξεκίνημα ψαχούλευαν στο σκοτάδι – όταν βγήκαν τα πρώτα identikit των απαγωγέων του Μόρο έμοιαζαν ανέκδοτο, δεν είχαν τίποτα να κάνουν ούτε με τους αληθινούς απαγωγείς ούτε με τον πολτικό χώρο. Μετά ξεκίνησε η άγρια καταστολή με τα περίφημα θεωρήματα, όπως ακριβώς αυτό του Calogero, και ξεκίνησε εναντίον των μελών του κινήματος της Αυτονομίας, ο καταλογισμός του εγκλήματος της ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις Κρατικές εξουσίες. Μετά άρχισαν να έρχονται οι δηλώσεις κάποιων μετανοημένων που έδωσαν την ευκαιρία να ενταθούν οι βολές των δικαστών. Πρόσωπα όπως ο Φιορόνι, ο οποίος αρνείται πως η Αυτονομία είναι η κεφαλή των Ταξιαρχιών και προσφέρεται να διηγηθεί με λεπτομέρειες τις δράσεις της μιλανέζικης Αυτονομίας. Δράσεις που αναμφίβολα, από την οπτική του Κράτους, ήταν κάτι το εγκληματικό, μα που δεν είχανε τίποτα κοινό, σε βαρύτητα και δύναμη, με κατηγορία ένοπλης εξέγερσης ενάντια στις εξουσίες του Κράτους!

Για να σας δώσω να πάρετε μια ιδέα του πολιτικού κλίματος και της δικαστικής καταστολής που αναπνέαμε, φτάνει να πούμε πως ήταν αρκετό που ο Φιορόνι προφέρει μια μισή φράση όπως ‘θυμάμαι πως υπήρχε κάποιος Pozzi που διηύθυνε την εφημερίδα Rosso…’, και τον Δεκέμβρη του ’79 με συλλαμβάνουν.

Όλοι αυτοί ήταν μετανοημένοι ο λόγος που λέει, διότι μετανοημένοι για ευκολία. Η μετάνοια είναι μια έννοια χριστιανική που δεν έχει τίποτα να κάνει με τη δικαιοσύνη, και πάνω απ’ όλα αυτά τα πρόσωπα διαπραγματεύτηκαν την ελευθερία τους με το χώσιμο στη φυλακή αρκετών άλλων. Ένας απ’ τους χειρότερους στάθηκε σίγουρα ο Marco Barbone, που αφού σκότωσε τον Walter Tobagi συλλαμβάνεται από τον Dalla Chiesa και με αυτόν κάνει μια συμφωνία , το περίφημο ‘σύμφωνο συμβιβασμού εις βάρος τρίτων’ : Ο Μπαρμπόνε βγαίνει από τη φυλακή μετά από ενάμισυ χρόνο και εν τω μεταξύ ρίχνει στην μιλανέζικη Αυτονομία ότι είναι δυνατό να φανταστείτε. Πνιγόμαστε στις εντολές σύλληψης, εγώ προσωπικά δέχτηκα σαράντα. Στη φυλακή παίζαμε όπως με τις φιγούρες ; πόσες έχεις εσύ ; εγώ δεκαοκτώ, εσύ δεκαπέντε, εγώ είκοσι. Δεν καταλαβαίναμε τίποτα, εκεί κλεισμένοι και απομονωμένοι.

Σήμερα είναι ακόμη πιο ξεκάθαρο πως η εισαγγελία, εκείνα τα χρόνια, έδρασε σε ‘κατάσταση επείγουσας ανάγκης’, πολλές υποθέσεις αποδείχθηκαν τελείως ψεύτικες και πολλές καταστάσεις, τεράστιες σαν κατηγορία, πολύ μικρότερες στην πραγματικότητα και οριακές, άνευ σημασίας. Όταν η κάτάσταση έκτακτης ανάγκης για ‘το κυνήγι στην τρομοκρατία’ μαζεύτηκε τουλάχιστον εν μέρει, ήταν η ίδια η εισαγγελία που έδωσε στον εαυτό της, ο λόγος που λέει, μια ρύθμιση. Αυτορυθμίστηκε δηλαδή, περιορίστηκε. Σε πρώτο βαθμό αυτή της 7ης Απριλίου ήταν μια δίκη θεωρηματική : η εργατική Αυτονομία είναι το χειρότερο κακό στο πρόσωπο της γης, Toni Negri είναι ο κακός δάσκαλος, Paolo Pozzi και οι άλλοι έρχονται αμέσως μετά μη έχοντες το επαναστατικό εύρος των πρώτων τριών που είναι Piperno, Scalzone και ακριβώς ο Negri, οι τρεις μεγάλοι ‘αρχηγοί’ του Potere operaio [μεταξύ άλλων ο Πιπέρνο από καιρό είχε βγει διδάσκοντας φυσική στο πανεπιστήμιο της Cosenza). Κάτω από αυτούς αναπτύσονταν το λεγόμενο δεύτερο επίπεδο, που εδώ στο Μιλάνο θα έπρεπε να το διοικώ εγώ, στη Ρώμη άλλος και πάει λέγοντας. Ήταν όλα τόσο απαράδεκτα, παράλογα που οι δικαστές του κακουργοδικείου της Ρώμης δεν βρήκαν το κουράγιο να μας καταδικάσουν, διότι και σε αυτούς φάνηκε μια γκάφα. Μεταξύ άλλων, για το ιταλικό ποινικό δίκαιο, το έγκλημα της εξέγερσης προυποθέτει ένα στράτευμα και μια πιθανότητα διοίκησης από ανώτερο προς κατώτερο, [ υφιστάμενο από ιεραρχικής άποψης], ενώ στο εσωτερικό της Αυτονομίας, άσε τι έλεγαν οι μετανοημένοι, δεν υπήρχε καμία στρατιωτική σχέση τέτοια που να καθιστά κάποιον στρατηγό στον οποίο έπρεπε να υπακούουμε, ο καθείς έκανε αυτό που ήθελε. Έτσι λοιπόν, με ανύπαρκτο το έγκλημα της εξέγερσης, οι δικαστές προσπάθησαν να μας δώσουν το ανώτατο της ποινής που προβλέπονταν για όλα τα άλλα πιθανά εγκλήματα : για παράδειγμα, εγώ σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκα, για ένοπλη μπάντα, σε μόνο δεκατρία χρόνια ενώ ο Κούρτσιο, στη δίκη στο Τορίνο, για την ίδια κατηγορία πήρε πέντε. Και αυτό, διότι αυτός επάνω του είχε άλλες κατηγορίες, κι έτσι μπόρεσαν να τον καταδικάσουν και για άλλα πράγματα. Όσον αφορά εμάς, με ανύπαρκτο το θεώρημα Calogero, οι δικαστές δεν είχαν στα χέρια τους τίποτα αλλά σε εκείνο το σημείο κάτι θα έπρεπε να εφεύρουν για να δικαιολογήσουν το γεγονός πως, ενάντια σε κάθε νόμο για την προφυλάκιση, μας κρατούσαν φυλακισμένους από τέσσερα χρόνια. Το αδίκημα της εξέγερσης ενάντια στο Κράτος είναι το πιο σοβαρό και προβλέπει τα ισόβια, αμέσως μετά είναι αυτό για συμμετοχή σε ένοπλη ομάδα, για την οποία προβλέπονται από πέντε μέχρι δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή ; et voilà!, σε μένα δώσαν δεκατρία. Σε δεύτερο βαθμό, και η κατηγορία της ένοπλης ομάδας έχασε σε μέγεθος και μου έδωσαν επτά χρόνια καταδίκη.

Πολλοί από αυτούς που τότε ήταν ‘οι εχθροί μας’ βρίσκονται ακόμα και σήμερα σε κυκλοφορία. Αντίθετα, είναι πολλοί που ειδικεύτηκαν, και έκαναν μεγάλη προσωπική και πολιτική καρριέρα επί του κινήματος του ’77. Ο δικαστής Calogero, παρά το ότι βρέθηκε νε έχει τελείως λαθέψει σε όλα με την εφεύρεση για το περίφημο θεώρημά του, το 1986 εκλέχτηκε στο Csm και σήμερα είναι γενικός εισαγγελέας στη Venezia; Gian Carlo Caselli, που προχώρησε όλες τις έρευνες γύρω απ’ την εργατική Αυτονομία, σήμερα γενικός εισαγγελέας στο Τορίνο και εισαγγελέας αντιμάφια στο Παλέρμο. Armando Spataro, δικαστής στο Milano; Luciano Violante και Renato Zangheri, μέσα στο Pci. Το κόμμα είχε δημιουργήσει με την ευκαιρία μια ομάδα, στο εσωτερικό του, για να ‘μας χειριστεί’ : μια ομάδα ενάντια στην Αυτονομία. Το Κκι στάθηκε ένας απ’ τους χειρότερους αντιπάλους μας, η Unità δεν διαβάζονταν. Στο σάϊτ της Carmilla δημοσιεύεται μια πανεπιστημιακή διατριβή υπογεγραμένη από τον di Luca Barbieri με τίτλο I giornali a processo: il caso 7 aprile. ‘Οι εφημερίδες σε δίκη : η περίπτωση 7 Απριλίου’ . Είναι πολύ ενδιαφέρον : ο Barbieri βάζει μαζί τα πρωτοσέλιδα και άρθρα και παρουσιάζει πως οι εφημερίδες διηγούνται τη δίκη. Η δαιμονοποίηση που πραγματοποιήθηκε είναι ξεκάθαρη.

Κατα βάθος όμως είναι αναπόφευκτο πως αυτός που θέλει να ανατρέψει την καθεστυκία τάξη βρίσκεται να ζωγραφίζεται σαν εγκληματίας και τέρας. Όχι δια τούτο έπααψα να πιστεύω πως το να εξεγείρεσαι είναι αδύνατο, και είναι σωστό. Μπορούμε να δοκιμάζουμε, εμείς δοκιμάσαμε. Πήγε πολύ άσχημα αλλά δοκιμάσαμε. Σίγορα σήμερα είναι πολύ δυσκολότερο, φτάνει να δούμε εκείνο που συνέβει στη Γένοβα το 2001. Πιστεύω πως το Κράτος αμέσως θυμήθηκε αυτό που συνέβει στα ’70, και είπε : δεν θα κάνουμε όπως την άλλη φορά, να τους στείλουμε μπροστά πέντ’ έξι χρόνια και αυτοί να ξεκινήσουν να πυροβολούν στους δρόμους….Ήταν πεντακάθαρη η πρόθεσή τους να ξεκαθαρίσουν από νωρίς την κατάσταση, να τσακίσουν αμέσως εκείνο το κίνημα. Στην Γένοβα συνέβησαν τα πάντα. Μίλησα με κάποια παιδιά καθολικά από μια ενορία της Μόντσα, και μου διηγήθηκαν πως από την στιγμή που έφτασαν στην πόλη δεν σταμάτησαν στιγμή απ’ το να τρέχουν, αυτοί και ο παπάς, μόλις κατέβηκαν από το τρένο, δεν σταμάτησαν να τρέχουν με τους αστυνομικούς από πίσω να ανεβοκατεβάζουν τα γκλόμπ τους. Δεν είναι πλέον κάτι νέο, για καλή μας τύχη πολλά ντοκυμαντέρ που κοινοποιήθηκαν τους επόμενους μήνες και τα χρόνια τα επόμενα, κατήγγειλαν την βία της αστυνομίας, τη σφαγή που συνέβει στη Γένοβα, στους δρόμους, ενάντια σε άοπλο κόσμο και ήρεμο, την ώρα που τα black block δρούσαν ανενόχλητα. Αυτά τα black block, που κανείς δεν κατάλαβε ποτέ από που έρχονταν…Γεγονός πάντως είναι πως εκείνο που συνέβει στη Γένοβα το γνωρίζουμε, εκείνο όμως το κίνημα ολοκληρωτικά καταπνίχτηκε και δεν ξαναδιαμορφώθηκε.

Σήμερα περισσότερο απ’ όλα με ανησυχεί, που δυσκολεύομαι ν’ αντιληφθώ, είναι ένας κόσμος που, από άποψη οικονομικής δόμησης έχει επιταχυνθεί αφάνταστα. Παλαιότερα ήταν απλότερος, υπήρχε το μεγάλο εργοστάσιο, το διάχυτο εργοστάσιο, το εργοστάσιο που εξωτερίκευε την εργασία, σήμερα υπάρχει πρόβλημα ολοκληρωτικής παγκοσμιοποίησης που είναι δύσκολο να αναλύσουμε. Για τον Μάρξ, η υποκειμενικότητα γεννιέται από το ότι ο εργαζόμενος αντιλαμβάνεται τον ρόλο του αφεντικού, και την στιγμή που τον καταλαβαίνει ο εργαζόμενος καταφέρνει να αναστατώσει εκείνες τις δυναμικές αντιτιθέμενος με ενέργειες σε αντίθετη φορά. Όταν όμως σήμερα δεν καταφέρνουμαι να αντιληφθούμε με ποιόν τρόπο λειτουργεί ο κόσμος, αντιλαμβανόμενος με όλες μας τις αισθήσεις, η πληροφορική, η παραγωγή, η παγκοσμιοποίηση, οι χρηματιστικές αγορές, πως γίνεται ; τι θα κάνουμε ;

Σε όλα αυτά προστέθηκε και μια πνευματική ανατροπή, κι έτσι ο φτωχός ψηφίζει για τον πλούσιο διότι νομίζει πως θα γίνει και αυτός πλούσιος σαν εκείνο. Υπάρχει αναμφίβολα κάτι που δεν προχωρά, κάτι στραβό σε επίπεδο κουλτούρας, πνευματικό, δημιουργήθηκε ρήξη ολοκληρωτική από εκείνα τα χρόνια, και από εκείνο το ανατρεπτικό κίνημα, γεννημένη ταυτόχρονα με την καταστολή και με την αλλαγή του κόσμου από την γενικότερη οικονομική άποψη.
Επιστρέφουμε να αναρωτιόμαστε ‘τι να κάνουμε’ ; Να γράφουμε τουλάχιστον. Στα χρόνια της Αυτονομίας η δική μου εξέγερση δεν περιορίζονταν μοναχά στην γραφή, το περιοδικό Ρόσσο ήταν μοναχά ένα εργαλείο, μα σήμερα χρειάζεται να εξεγερθούμε τουλάχιστον με την γραφή. Τουλάχιστον.

Paolo Pozzi

Franco Tommei – Paolo Pozzi

Εκείνοι οι πυροβολισμοί που σκότωσαν το κίνημα στο Μιλάνο

Αυτό το άρθρο είναι μια θαμπή και κάπως κουνημένη φωτογραφία. Και μάλλον μια αυθόρμητη αντίδραση για τις τελευταίες μέρες του κινήματος στο Μιλάνο. Εκείνου του κινήματος των Kέντρων του Νεανικού Προλεταριάτου εναντίον της μαύρης εργασίας και υπέρ των νέων χώρων κοινωνικότητας, που αναπτύχθηκε με συγκεκριμένες μορφές μεταξύ του 1975 και του 1976. Το ’77 είχε ήδη τελειώσει, απέμεινε ένας χώρος διστακτικών, κατακερματισμένων, αγωνιστών, που σ’ ένα βαθμό έτειναν να κάνου το “άλμα” στον ένοπλο αγώνα. Στη δυναμική της πορείας στην Assolombarda, στις 12 Μαρτίου του 1977, στις διαφωνίες για τη διαδρομή και τους στόχους της, σ’ αυτά που τελικά έγιναν, μπορούμε να δούμε τη φτώχεια και την επικείμενη διασπορά. Φαίνεται το υδατογράφημα της αντίθεσης μεταξύ της βίας, ακόμη και σκληρής, του κινήματος, και του “πολεμικού λόγου” που θα αποτελέσει τυπικό χαρακτηριστικό των ένοπλων οργανώσεων.

Δεν είχαμε μείνει πολλοί στο Μιλάνο, το μεγαλύτερο μέρος των αυτόνομων είχε φύγει την προηγούμενη μέρα. Το βασικό ραντεβού εκείνων των ημερών, για ολόκληρο το κίνημα του ’77, ήταν η μεγάλη πορεία που είχε συμφωνηθεί να γίνει στη Ρώμη. Αλλά, αν και λίγοι, αποφασίσαμε να διαδηλώσουμε κι εμείς. Ο θάνατος ενός συντρόφου στην Μπολόνια, τα τεθωρακισμένα που κάλεσε ο Zangheri προκειμένου να περιφρουρήσουν την πόλη-βιτρίνα του ιταλικού κομμουνισμού, η διαδήλωση στη Ρώμη, μας επέβαλλαν, σχεδόν μας υποχρέωσαν, να κατέβουμε στο δρόμο.

Παρότι λίγοι, ήμασταν όλοι παρόντες: οι επιτροπές της Senza Tregua, εμείς του “Rosso”, τμήματα της Lotta Continua, η κολλεκτίβα του Casoretto και τα υπολείμματα των Νεανικών Λεσχών. Αυτές, οι Λέσχες, υπήρξαν ολόκληρο το 1976, μέχρι τη μάχη-ήττα στη Σκάλα, το κίνημα που ηγεμόνευε πολιτικά στο Μιλάνο.

Η πορεία εκείνη τη 12η Μάρτη του ’77 δεν είχε τίποτα το εύθυμο και το γιορτινό. Πρόσωπα σκυθρωπά, θυμωμένα. Τα σακίδια γεμάτα μπουκάλια και κάτω από το μπουφάν βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη όπλων. Σ’ ένα κέντρο της πόλης απολύτως άδειο και γεμάτο φόβο, η πορεία κινούνταν αργά, σε αναζήτηση στόχων. Αλλά αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να την πέσει σε σούπερ μάρκετ για απαλλοτριώσεις ή σε απομονωμένους φύλακες για να τους αφοπλίσει. Είχαν δολοφονήσει έναν σύντροφο στην Μπολώνια και απέναντι σε αυτό το γεγονός τα πάντα φαίνονταν αναντίστοιχα. Ωστόσο, στην κεφαλή της πορείας, τα συνηθισμένα συνθήματα γεμάτα οργή και μίσος. Πολλά χέρια υψώνονταν στον ουρανό, κάνοντας το σχήμα του πιστολιού.

Εμείς του “Rosso” φτάσαμε ελάχιστα προετοιμασμένοι, οι “καλύτεροι”, με τον αντίστοιχο εξοπλισμό, είχαν φύγει. Αλλά μπορούσες να μην κατέβεις σε μια πορεία το ’77; Έτσι λοιπόν, κάτω μαζί με τους άλλους.

Σου έπαιρνε κάμποση ώρα να ανακαλύψεις τα παιδιά από το “Baggio”, της Siemens, της “Boviza”. Δεν υπήρχε ένας που να μη φορούσε μαντήλι στο πρόσωπο. Κι έπειτα πήραμε τον περιφερειακό δρόμο προς τα Navigli. Μέχρι που;

Στο ύψος της οδού Monforte η πορεία σταμάτησε ξαφνικά. Τρέξαμε γρήγορα στην κεφαλή της πορείας. Εκεί μπροστά μας, ήταν η νομαρχία, περικυκλωμένη από δυνάμεις των καραμπινιέρων που κρατούσαν καραμπίνες. Μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων ομάδων της αυτονομίας έγινε μια χαμηλόφωνη συζήτηση. Μας ρώτησαν αν εμείς του “Rosso” συμφωνούσαμε να επιτεθούμε στη νομαρχία, με όλα τα μέσα.

Μας πήρε ένα λεπτό να καταλάβουμε ότι όλη αυτή η παρανομία στην οποία είχαμε εμπλακεί και η οποία αποτελούσε μέρος του κινήματος, τώρα θα στρεφόταν εναντίον του ίδιου του κινήματος: η χρήση της βίας δεν ήταν πλέον στην υπηρεσία μιας συγκρουσιακής και βίαιης διαπραγμάτευσης, αλλά μετατρεπόταν σε αποκλειστικό προνόμιο όποιου ήθελε να εγκαταλείψει κάθε πιθανότητα μαζικής πολιτικής δουλειάς, επιλέγοντας τη γραμμή της μάχης και της παρανομίας.

Αλλά εκείνη η παρανομία, εκείνη τη στιγμή, άμεσα, χρειαζόταν να βρει μια διέξοδο διαφορετική από τη νομαρχία, αλλά εξίσου βίαιη. Μια “γραμμή διαφυγής” που θα επέτρεπε στο “Rosso” να παρέμβει σ’αυτό το μικρό μέρος του κινήματος που υπήρχε στο Μιλάνο, αποφεύγοντας τη θανατηφόρα σύγκρουση με τους καραμπινιέρους.

“Εμείς του “Rosso” θέλουμε να διαδηλώσουμε στην Assolombarda, ένας από τους λόγους που είμαστε σήμερα εδώ είναι ο αγώνας των εργατών της Marelli εναντίον της αναδιάρθρωσης. Δεν συμφωνούμε με μια επίθεση σήμερα στο κράτος, κάτι τέτοιο δεν απασχολεί την αυτονομία. Δε βλέπετε τα τουφέκια των μπάτσων, είναι τρέλα!”.

Κάποιες βρισιές, βλαστήμιες, σπρωξίματα. Τελικά η πορεία ξαναξεκινά. Πέρασε η άποψη να κατευθυνθεί στην Assolombarda. Ανακούφιση, αν και στο μυαλό μας ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρχε ένα τεράστιο μπέρδεμα. Ήμασταν σε αδιέξοδο. Πώς θα βγαίναμε απ’ αυτό;

Αλλά είχαμε ήδη πάρει αντίθετη πορεία, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που η πλειοψηφία από εμάς δεν ήθελε εκείνη τη μέρα. Εμείς του “Rosso” και εκείνοι του Casoretto μπήκαμε μπροστά. Τελικά φτάσαμε στην Assolombarda.

Εναντίον του άδειου και γεμάτου τζάμια μεγάρου, εκτοξεύσαμε ό,τι είχαμε. Μολότoφ κατά βούληση, πιστολιές και τουφεκιές. Και το να πέσουν τα τζάμια του “σπιτιού των αφεντικών” ήταν χαρά. “Κάφτε το παιδιά, κάφτε το”, ακούγαμε πίσω μας. Έπειτα φύγαμε γρήγορα.

Ήταν η τελευταία προσπάθεια στο Μιλάνο να συνδεθεί η εξεγερσιακότητα του κινήματος με τις οργανωμένες ομάδες της αυτονομίας, που μετά από λίγο θα σβήσουν, πιασμένες στη μέγκενη της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Ήταν η τελευταία πορεία στην οποία επιδείχθηκε το υψηλότερο επίπεδο της σύγκρουσης (και σε σχεση με τον εξοπλισμό), χωρίς να επιτεθούμε σε πρόσωπα, σε ανθρώπους. Δυο μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον της καταστολής, σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Custra: η ένοπλη γραμμή είχε περάσει στο εσωτερικό του κινήματος.

Από το συλλογικό τόμο N. Balestrini & Primo Moroni (επιμ.), Η Χρυσή Ορδή, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2004 [1988], σσ. 59-63.

images images

images (3)

images (2)

images (1)

images (6)

images (5)

images (4)

images (8)

images (7)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s