ένοπλη πάλη, lotta armata

Η κόκκινη δεκαετία

decenniorossom

Massimo Battisaldo e Paolo Margini

Decennio rosso Η κόκκινη δεκαετία

Un racconto sulla lotta armata in Italia Μια διήγηση για τον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία
scritto da due militanti degli anni Settanta γραμμένο από δυο αγωνιστές των χρόνων Εβδομήντα

Μυθιστόρημα για την πραγματικότητα, η κόκκινη δεκαετία είναι η πρώτη προσπάθεια να παρουσιαστούν τα λεγόμενα ‘χρόνια του μολυβιού’, ακολουθώντας την οπτική αυτών που έκαναν την επαναστατική επιλογή της ένοπλης πάλης. Και γίνεται αυτό στην προσπάθεια να απαντηθεί εκείνη η ερώτηση που η σύγχρονη πολιτική και ιστορία αρνούνται να θέσουν : γιατί χιλιάδες νέοι, στα χρόνια του Εβδομήντα, αμφισβήτησαν την θεσμισμένη εξουσία, τα παλαιά κοινωνικά σχήματα και τις απαρχαιωμένες ιεραρχίες, μέχρι το σημείο να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο την ζωή τους και να πάρουν τα όπλα ;
Ο Elio και η Sofia, κινούμενοι από ιδέες κομουνιστικές και ελευθεριακές και ενωμένοι με μια δύσκολη αγωνιστική και συναισθηματική σχέση, διαλέγουν, μαζί με τους άλλους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, να σηκώσουν στις πλάτες τους την σύγκρουση με τους θεσμούς και την οικονομική εξουσία και να περάσουν από τον κινηματισμό στον ένοπλο αγώνα, με την ιδέα πως φτιάχνουν την ιστορία που θα αλλάξει την Ιταλία. Ένα όνειρο που έχει σύντομη ζωή και που τους οδηγεί σε μια μοιραία κατάληξη.
Όμως η κόκκινη Δεκαετία δεν είναι ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, μετάνοιας και θλίψης. Δεν είναι μοναχά η μυθιστορηματοποιημένη ιστορία που διηγούνται δυο πρόσωπα που αγωνίστηκαν στις ένοπλες ομάδες Prima linea και Formazioni Comuniste Combattenti- Πρώτη γραμμή και Κομουνιστικοί Μαχητικοί Σχηματισμού. Είναι πάνω απ’ όλα μια διήγηση γεμάτη ανθρωπιά και ελπίδα που δείχνει πως ένα πλήθος νέων, δικτυωμένο σε χίλιες ομάδες, που κινούνταν από προτάσεις πολιτιστικές και πολιτικές ανανεωτικές και αυθεντικές, κατάφερε να αναδειχτεί στα ξαφνικά μπαίνοντας με μεγάλο κύρος στο κέντρο της κοινωνίας.

‘Ήμασταν σε πόλεμο, και ήταν σε πρώτη φάση ο πόλεμος του Κράτους ενάντια στους εργαζόμενους, που δεν δηλώθηκε ποτέ αλλά ήταν πάντα αληθινός και πραγματοποιούνταν, με χιλιάδες νόμους που θεσπίζονταν στα μέτρα των αφεντικών και με σκοτεινές κινήσεις κάθε είδους. Το Κράτος της στρατηγικής της έντασης, το Κράτος των σφαγών, το κράτος που ύφαινε πραξικόπημα και δολοφονικές σκευωρίες σε συμμαχία με τις νεοφασιστικές ανατρεπτικές ομάδες, έκλεισε εκείνο πρώτο το δρόμο προς μια δημοκρατική αλλαγή με την βόμβα του 1969 στην piazza Fontana και με όλες τις άλλες που ακολούθησαν : Gioia Tauro, 1970, piazza della Loggia, 1974, Italicus, 1974. Εμείς πιστεύουμε πως το προλεταριάτο είχε κάθε δικαίωμα να απαντήσει σε αυτόν τον πόλεμο με τον δικό του, το δηλώσαμε και το κάναμε. Δεν προτίθεμαι έτσι να δικαιολογήσω με αυτόν τον τρόπο τις πράξεις μας, για τις οποίες καθένας από εμάς, ατομικά, κουβαλάει την ευθύνη, υλική και ηθική. Ούτε ψάχνω ελαφρυντικά, δικαιολογίες, άλλοθι. Πρόκειται για τη θέληση να αποκατασταθεί μια ιστορική και πολιτική πραγματικότητα. Δεν είναι εύκολο, είναι εν γνώσει μου. Ένα πράγμα όμως είναι σίγουρο : δεν ήμασταν ‘τρομοκράτες’. Τον τρόμο τον έσπερναν άλλοι, με τις βόμβες που τινάζονται στη μέση του κόσμου.
Πυροβολούσαμε στις στολές αλλά σκοτώθηκαν οι άνθρωποι που ήτανε μέσα. Και εάν στο τέλος τέτοιων θυσιών δεν προήλθε κανένα καλό δεν λέω για πολλούς, μα ούτε και για λίγους, τότε λοιπόν παραμένουν, για τα χρόνια που έρχονται, μόνο οι τρύπες σε εκείνες τις στολές που έχουν κρατήσει οι συγγενείς, οι χήρες και τα ορφανά, για τους οποίους μικρή είναι η παρηγοριά να γνωρίζουν ότι εμείς στεναχωριόμαστε. Μια στεναχώρια που οι άνθρωποι της εξουσίας δεν έδειξαν ποτέ πως έχουνε νιώσει, για τις δολοφονίες τους. Ούτε οι πολιτικοί, ηθικοί εντολείς της στρατηγικής της έντασης, ούτε τα στρατιωτική κλιμάκια που διέταξαν τις ενέργειες, ούτε οι πράκτορες που τις εκτέλεσαν. Όλοι αυτοί ένιωθαν νομιμοποιημένοι από τις στολές που φορούσαν : Οι δράσεις τους όμως ήταν νόμιμες ;»

Angelo Gaccione :

…..Για καλή μας τύχη, κάθε τόσο εμφανίζονται από το εσωτερικό εκείνης της αντάρτικης εμπειρίας κάποια βιβλία έντιμα, ειλικρινή, αυτοκριτικά, να μας διαφωτίσουν, όπως στην περίπτωση του Decennio rosso των Massimo Battisaldo και Paolo Margini, που  δημοσίευσαν και τους επαινούμε, δύο εκδότες πανέξυπνοι και με κουράγιο, οι Giovanna Cracco και Walter G. Pozzi. Τώρα που ο χρόνος πήρε τις σωστές αποστάσεις από εκείνα τα πάθη, μπορούν να αντιμετωπιστούν με καθαρότερη ματιά [ με την επιφύλαξη του σεβασμού στο ζωντανό πόνο που νιώθει το σώμα και που κανείς χρόνος δεν μπορεί να διαγράψει ] κρίσιμα ερωτήματα, που αυτό το βιβλίο, πέρα από τη λογοτεχνική μυθοπλασία [είναι φτιαγμένο στη μορφή μυθιστορήματος] οι συγγραφείς του, που εκείνης της περιόδου ήταν πρωταγωνιστές, θέτουν προς συζήτηση και τα προτείνουν στη συλλογική προσοχή για σκέψη και διαλογισμό. Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια καλή αφετηρία. Προσωπικά εγώ προσέτρεξα σε μια παλιά ατζέντα-ημερολόγιο, όπου εκείνα τα χρόνια σημείωνα τις σκέψεις μου , αγωνιστή ελευθεριακού, εργαζόμενου και φοιτητή συγχρόνως στην ’Università Statale di
Milano, συγγραφέα (το 1976 δημοσίευσα το Il poeta militante, το 1978 La maschera: σε εκείνα τα βιβλία υπήρχε το αίσθημα και η αγανάκτηση  μέσα από την συνείδηση μιας γενιάς, αηδιασμένης από την διαφθορά, τις κλοπές, τις αδικίες, την ατιμωρησία της πολιτικής τάξης, των σφαγών και των σκευωριών του κράτους, της λεηλασίας και της καταστροφής της χώρας, της αλαζονείας και της αδιαφάνειας των θεσμών της, των τάξεων και των αμετακίνητων δομών του, αδιαπέραστων, που δεν αντιστρέφονταν].
Σε εκείνη την ατζέντα-ημερολόγιο υπάρχουν οκτώ σελίδες χειρόγραφες αφιερωμένες σε ένα έτος σταθμό της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας της χώρας, το 1977, που σε στιγμή τακτοποίησης των συλλογικών εξάρσεων είχα χαρακτηρίσει σαν ‘Έτος της ανάστασης’. Αυτός ο χαρακτηρισμός δικαιολογείτο από την απεραντοσύνη της διαφωνίας που διαπνέει κάθε τομέα της ζωής στη χώρα, όλες τις περιοχές και τους χώρους, που μέχρι τότε δεν είχε αγγιχθεί, από την δημιουργική και αποτελεσματική εξέγερση, από τους δεσμούς που ένωναν την μεγάλη πλειοψηφία της Χώρας με αυτή τη διαφωνία, από την μαζική ομοφωνία που ελάμβανε, από τις συμπάθειες, από τους διάχυτους και διαφοροποιημένους αγώνες, την συμμετοχή από τα κάτω και δίχως ανάθεση, από την άμεση δράση και την αυτοδιαχείριση, την κοροϊδία σε κόμματα και κομματάκια, σε αρχηγούς και αρχηγίσκους, σε γκρίζους και αυταρχικούς γραφειοκράτες και στην χαζή τους μιλιταριστική νοοτροπία. Πόσους χώρους εκείνο το καταπληκτικό κίνημα είχε ανοίξει στην δημοκρατία και την ελευθερία, ήταν απίστευτο. Πόση ανθρώπινη και πολιτική αλληλεγγύη, πόση ανταλλαγή, πόση διαφορετική οπτική του ζειν είχε καθορίσει σε εκατομμύρια άντρες και γυναίκες, νέους και μεγαλύτερους , ήταν ένα θαύμα! Δεν υπήρχε ανάμνηση κλίματος τόσο ζωντανού από τον πόλεμο και μετά.
Ο πατέρας μου, τότε μεσήλικας, ήρθε στην Palazzina Liberty του Dario Fo, και αυτό κατηγορήθηκε, μαζί με κάποια κορίτσια, σε υπεράσπιση του δικαιώματος για νόμο που θα διέκοπτε την εγκυμοσύνη, ενάντια στους βαρόνους των ιδιωτικών κλινικών, ‘στα χρυσά κουτάλια’, το μονοπώλιο των παράνομων επί πληρωμή εκτρώσεων.Κάτι απλά εντελώς αδιανόητο για έναν καλαβρό κομουνιστή όπως αποκαλούσε τον εαυτό του.
Τι θα μπορούσε να έχει γίνει εκείνη η τεράστια, εκείνο το γιγάντιο ωστικό κύμα, εκείνη η φουσκοθαλασσιά, εκείνη η υψηλή παλίρροια, για την ιταλική κοινωνία, εάν εκείνοι οι άντρες και εκείνες οι γυναίκες είχαν συνεχίσει να στέκονται μέσα σε εκείνο το ζωτικό μάγμα και δεν είχαν τραγικά διαχωριστεί, σήμερα δεν το γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι τα επακόλουθα : το κλίμα σκοταδισμού που επακολούθησε, η κουκούλα από μολύβι που έπεσε πάνω σε εκατομμύρια ανθρώπους αντίθετους σε ένα πόλεμο για τον πόλεμο, η λέξη ‘τρόμος’ που τριγύριζε από εδώ κι από εκεί με τον αριστερό της νεκρικό ήχο, οι ακατανόητοι θάνατοι, οι καταγγελίες, η ασάφεια, ο φόβος που έσπρωξε στην αγκαλιά εκείνου του βρώμικου, διεφθαρμένου, σφαγέα και των στενών του συνεργατών, τις λαϊκές μάζες. Εάν εκείνοι οι άντρες και εκείνες οι γυναίκες είχαν συνεχίσει να στέκονται μέσα σε εκείνο το μάγμα, είχαν συνεχίσει να το τροφοδοτούν με τις δικές τους ιδέες ελευθερίας και αυτονομίας, άμεσης δράσης και αυτοδιαχείρισης της μοίρας τους, το ωστικό κύμα εκείνης της μάζας θα είχε γίνει ίσως ανίκητο. Οι μαχητές του ένοπλου αντάρτικου παραμέλησαν ένα στοιχείο ουσιώδες : καμία πολύπλοκη κοινωνία και δικτυωμένη όπως αυτή η ιταλική δεν μπορεί να κυβερνηθεί δίχως την λαϊκή αποδοχή. Η εξάπλωση της μαζικής γενικευμένης ανυπακοής θα είχε προκαλέσει υγιή σεισμό για την κοινωνική αλλαγή και την υπεράσπιση της δημοκρατίας : κανένας τυχοδιώκτης ή χουντικός δεν θα είχε τολμήσει να αναμετρηθεί με εκείνη την ανυπακοή διότι δεν θα είχε μπορέσει να την κυβερνήσει. Μπορεί να είχε καταφέρει να προκαλέσει αιματοχυσία, δεν θα είχε όμως καταφέρει να επικρατήσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s