ένοπλη πάλη · lotta armata

Αντιιστορία : η ένοπλη πάλη στα χρόνια του εβδομήντα, ΜΕΡΟΣ 3ο

mara1

mara2

br_marac

Controstoria: la lotta armata negli anni Settanta

La propaganda armata
di Massimo Battisaldo e Paolo Margini
(Paginauno n. 31, febbraio – marzo 2013)
Il periodo della propaganda armata e il dibattito interno ai gruppi della sinistra extraparlamentare, dalla viva voce di chi ne ha fatto parte

Αντιιστορία : η ένοπλη πάλη στα χρόνια του εβδομήντα, ΜΕΡΟΣ 3ο

η περίοδος της ένοπλης προπαγάνδας και η εσωτερική συζήτηση στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ζωντανά από τη φωνή κάποιων που την έζησαν

Στα προηγούμενα είδαμε πως η πολιτική επιλογή του ένοπλου αγώνα χαρακτήρισε από την πρώτη στιγμή μια πλευρά της ιταλικής αριστεράς, μιας και οι κόκκινες Ταξιαρχίες σχηματίζονται ήδη το 1970, ερχόμενες στο φως λίγο μετά με τις πρώτες ενέργειες αστικού αντάρτικου, και που λαμβάνουν την ευθύνη μεθοδικά με φυλλάδια πολιτικού περιεχομένου που δημιουργούν την σχετική ηχώ στα χρονικά. Μιας και για να αντέξεις την σκληρή ζωή στην παρανομία χρειάζονταν αποφασιστικότητα και μια σταθερή ταξική συνείδηση, οι εΤ ψάχνουν τα πρώτα μέλη όχι στο πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό φοιτητικό και αντιφασιστικό περιβάλλον, αλλά ανάμεσα στους προλετάριους των εργοστασίων : οι πρώτες ενέργειες στοχεύουν να δείξουν πως είναι πλέον δυνατό να σπάσει η εργατική εκμετάλλευση και υποδούλωση και να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και οι διευθυντές, οι πιο τυραννικοί, που φοβερίζουν.
Να λοιπόν η πρώτη ανακοίνωση των ερυθρών Ταξιαρχιών :

Novembre 1970 – Comunicato n. 1 Brigata Rossa

Ένα βασικό πρόβλημα που έχει η εργατική τάξη που βρίσκεται σε αγώνα αυτή τη στιγμή είναι η καταστολή. Τα αφεντικά αποφάσισαν πως οι αγώνες πρέπει να τελειώσουν. Καταγγελίες, συλλήψεις, απολύσεις, επιθέσεις από την αστυνομία, μαχαιρώματα από φασίστες είναι όλες στιγμές του κατασταλτικού σχεδίου των αφεντικών. Στην Πιρέλλι το αφεντικό προετοιμάζεται να υποστηρίξει την διαπραγματευτική μάχη. Βλέπουμε με ποιές φάτσες παρουσιάζεται. Γνωρίζουμε πως η διεύθυνση και η αστυνομία επιβάλλουν στο Δήμο να ασφαλτοστρώσει το βιάλε Sarca για να μπορούν να τρέχουν με τα αυτοκίνητά τους και να μας δέρνουν.
Οργανώνεται και στο εργοστάσιο και έχει στην διάθεσή του ένα στρατό από υπηρέτες για να χρησιμοποιήσει εναντίον μας. Αυτοί οι βασανιστές μετέχουν στις ευθύνες αυτών που τους πληρώνουν και γι αυτό είναι συνετό να ξεκινήσουμε να τους γνωρίζουμε και να τους προσέχουμε.
Πρώτος απ’ όλους ο Ermanno Pellegrini (via Spalato, 5, tel. 603.244). Αρχιφύλακας στην Cocca. Έχει στην υπηρεσία του μια σαρανταριά αστυνομικούς και καραμπινιέρους, νέες προσλήψεις. Έχει σαν καθήκον να φακελώνει όλους από εμάς που ασχολούνται πολιτικά. Κάθε μέρα στέλνει αναφορά στον διευθυντή προσωπικού και είναι σε επαφή με κομισσάριους της αστυνομίας.

Αντάξιός του εμφανίζεται ο Palmitessa Luigi (via Tofane, 3, tel. 28.55.152). Αρχιφύλακας στο κέντρο, αυτός ο μπάσταρδος στον τελευταίο αγώνα σταμάτησε τους ανελκυστήρες στη διάρκεια της πικετοφορίας.

Αυτοί οι ρουφιάνοι αξίζουν διαπόμπευση.

Nassi ‘boia’ Giovanni (via Resi 7A, tel. 696.010). Αυτός εφηύρε το cottimo Pirelli, [εργασία με το κομμάτι].Από ταχυδρόμος έγινε δήμιος. Να τον εξαφανίσουμε όπως το cottimo του.

Brioschi Ettore Carlo (via Zara, 147, tel. 681.125). Γραμματεία προσωπικού καλωδίων. Πρωταθλητής των απεργοσπαστών. Στη διάρκεια όλων των απεργιών πάντα βρίσκει μια τρύπα για να κρυφτεί. Στον επόμενο αγώνα θα τον κλείσουμε σε μια ανθρωποθυρίδα και θα βεβαιωθούμε πως δεν θα ξαναβγεί.

Boari Alfredo (via Matteotti, 489, tel. 24.70.638, Sesto S. Giovanni, FIAT 125 άσπρη MI E16671). Διαχειρίζεται για λογαριασμό της διεύθυνσης το διαβόητο εσωτερικό γραφείο UIL [κίτρινο συνδικάτο], στα καλώδια. Το πιο γουρούνι απ’ τους υπηρέτες του αφεντικού.

Για κάθε σύντροφο που θα κτυπούν στη διάρκεια του αγώνα ένας από αυτούς θα πρέπει να πληρώσει.

BRIGATA ROSSA

Αυτή η πρώτη περίοδος προχωρά γενικότερα κάτω από την ονομασία ένοπλη προπαγάνδα. Στην πραγματικότητα, αυτός ο ορισμός, που αποδόθηκε αργότερα, δεν είναι ακριβής, διότι σε κάθε οπλισμένη οργάνωση η πολιτική δράση και η προπαγάνδα στην αρχή συμπίπτουν δυναμώνοντας η μια την άλλη. Όσον αφορά τις Ετ, πρέπει να ξεχωρίσουμε μια πρώτη περίοδο που αυτο παρουσιάζονται και τίθενται σε δοκιμασία σαν νέα οργάνωση, στη διάρκεια της οποίας εκτελούνται δράσεις επιθέσεις με φωτιά σε αυτοκίνητα επιχειρήσεων ή ιδιοκτησίας υπευθύνων και επικεφαλής τμημάτων, δομών κλπ, από την επόμενη επίθεσης ενάντια στο Κράτος. Οι πρώτες δράσεις και αναλήψεις ευθύνης αντιμετωπίστηκαν απ’ τους υπόλοιπους συντρόφους με υποψία και προσοχή, υπερβολική θα έλεγα, διότι σπάζουν τον κανόνα μέχρι εκείνη τη στιγμή ορισμένο πως η χρήση βίας ήταν νομιμοποιημένη μόνο σε διαδηλώσεις πλατείας, στις πικετοφορίες και τις καταλήψεις όπως και στις αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Απ’ τη στιγμή όμως που έγινε η σπορά και με τη δύναμη που απέκτησαν από την επιτυχή κατάληξη, το θέμα της ένοπλης πάλης ξεκινά να λαμβάνεται περισσότερο υπ όψη, βέβαια κάτω από την κουβέρτα.

Δεν ήταν βέβαια δυνατό να αποκτήσει ευθύς εξ αρχής πλειοψηφική αποδοχή. Από την μια υπάρχει ο ξεκάθαρος και αιφνίδιος εξοστρακισμός από την πλευρά του Κκ, που μετά το ’74 μεταφέρεται και σε εκείνη την πλευρά της βάσης του που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αναπτύξει επαφές και σχέσεις με ένοπλους επαναστάτες, στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αναπτύσσονταν άλλα σχέδια γύρω από τα οποία απλώνονταν η αποδοχή. Η Lotta continua, ας πούμε, ικανή να χαρακτηρίσει κάθε εκστρατεία μάλιστα με ad hoc δημιουργία τραγουδιού, και μάλιστα μοντέρνου σε σχέση με κάποια κομμάτια της αριστεράς παλιομοδίτικα, από το ‘800, είχε πολώσει με αλλεπάλληλα κύματα μια προσοχή που απλώνονταν πέρα από το νούμερο των αγωνιστών, σε σημείο να καταφέρνει να δημοσιεύει και να πουλά ημερήσια εφημερίδα.

Η σύλληψη της Lc στην επαναστατική εξέλιξη εμφανίζεται και κορυφώνεται στις 17 Μαίου του 1972, τη στιγμή της θανατηφόρας ενέδρας στον κομμισάριο Luigi Calabresi. Είχε συμμετάσχει στο κυνήγι των αναρχικών μετά τη σφαγή στην πλατεία Φοντάνα και στο θάνατο του Giuseppe Pinelli, ο Calabresi θεωρήθηκε από ολόκληρη την αριστερά το ακραίο σύμβολο μιας διεφθαρμένης και ταξικής εξουσίας, και για τρείς μέρες στην εφημερίδα της Λοττα Κοντινουα ο θάνατός του κρίθηκε σαν χειρονομία προλεταριακής εκδίκησης. Στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά όμως η σπίθα δεν έγινε φωτιά.

Αυτή η περίπτωση της εκδίκησης δεν ακολουθείται από τις άλλες ομάδες του γαλαξία, ούτε καν από την πλειοψηφία του ίδιου του σώματος της Lotta continua, με αποτέλεσμα, στη συνέχεια, να χρεώνεται η εκτέλεση σε φασιστικά οικόπεδα. Η οπισθοδρόμηση της οργάνωσης ήταν ξεκάθαρη : εάν ούτε η πτήση του πιο μισητού συμβόλου μπορεί να χαρακτηριστεί νίκη extra legem, χρειάζονταν, όπως έλεγε και ο Λένιν, να γίνουν δυο βήματα προς τα πίσω, επηρεάζοντας έτσι τις επόμενες εκστρατείες της οργάνωσης. Από το θέμα λοιπόν της βίας και της εξέγερσης η οργάνωση οπισθοδρομεί στην καινούργια έννοια του prendiamoci la città, να πάρουμε την πόλη δηλαδή, που σίγουρα εκ των πραγμάτων σημαίνει επιβάλλουμε ντε φάκτο αντιεξουσία προλετάρια, όπου είναι πραγματοποιήσιμη, που εφαρμόζεται ενεργοποιώντας στις περιοχές καλά προετοιμασμένες ομάδες περιφρούρησης, ήταν επίσης η έκφραση της δυνατότητας να εισέλθει δίχως ντροπές σε μια διαδικασία νομιμοποίησης, πάντοτε εναλλακτικής αλλά επίσημης και επισημοποιημένης, με έκθεση προς τους θεσμούς, στην περιοχή της ψήφου και ,όπως θα φαίνονταν στην συνέχεια, στο εμπόριο. Σε περισσότερες από μια όψεις τα σημερινά κοινωνικά κέντρα εάν δεν είναι παιδιά σίγουρα είναι ανίψια του ‘prendiamoci la città’.

Είναι καλό να έχουμε υπ όψιν πως αυτή η καινούργια έννοια που εξελίσσεται μέσα στον συνεχή Αγώνα, γεννιέται από κάποιον, που παρά το ότι ανήκει στην άκρα αριστερά, και παρά την αύξηση την ίδια περίοδο, των εμπόλεμων οργανώσεων, δεν παίρνει μέρος ούτε εκείνη την περίοδο, ούτε αργότερα στο ένοπλο κόμμα, και είναι η μεγάλη πλειοψηφία.
Στη συνέχεια, και στην ίδια διαδρομή η Lc αναπτύσσει ένα άλλο θέμα : τους Pid, proletari in divisa, προλετάριοι με στολή. Τα γεγονότα του παρελθόντος υπαγορεύουν διδαχές : δεν γίνεται επανάσταση δίχως να έχουμε τον στρατό με το μέρος μας, ή τουλάχιστον μέρος αυτού. Σαν αποτέλεσμα αυτής της σκέψης ανατρέπει η οργάνωση, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ακόμη ο πόλεμος του Βιετνάμ, το πολιτικό δόγμα να αρνούμαστε να υπηρετήσουμε στον αστικό στρατό σύμμαχο των ιμπεριαλιστών, υποστηρίζοντας πως αντιθέτως χρειάζονταν να πάμε εκεί που βρίσκονταν τα όπλα, για να μάθουμε να τα χρησιμοποιούμε. Αν και δεν πέτυχε στο βαθμό που επιθυμούσαν, ενθάρρυνε συναντήσεις, συγκρίσεις, διασταυρώσεις και σχέσεις ανάμεσα σε συντρόφους, ακόμη και μακρινούς, αυτή τη φορά στα στρατόπεδα, ήτοι σε ένα τόπο στην καρδιά της εξουσίας, και τους έδωσε τη δυνατότητα να ορίσουν καλύτερα τις επαναστατικές τους φιλοδοξίες.

Δύο μήνες πριν η εκτέλεση του Καλαμπρέζι να μετατραπεί σε τριήμερη σκηνή ροκ, οι κόκκινες Ταξιαρχίες αρχίζουν τα πρώτα βήματα σε καινούργιο έδαφος. Ήδη από την αρχή εκείνου του 1972 είχαν κάψει το τελευταίο αυτοκίνητο – εκείνο εκ των ηγετών του νεοφασιστικού Fronte della gioventù, Μέτωπο της νεολαίας, τον τότε εικοσιεξάχρονο Ignazio La Russa, χτυπώντας για πρώτη φορά πολιτικό στόχο και όχι στο εργοστάσιο – θεωρώντας ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά στόχοι αυτής της εμβέλειας θα έπρεπε να χτυπιούνται απ ευθείας από το προλεταριάτο. Τριάντα μέρες μετά, εγκαινιάζοντας τη νέα φάση, επιχειρούν την πρώτη απαγωγή αστραπή : κρατούν για σαράντα λεπτά τον διευθυντή της Siemens Idalgo Macchiarini, υποχρεώνοντάς τον στην πρώτη ‘προλεταριακή δίκη’.

Στις πρώτες μέρες του Μαίου, πριν λοιπόν ακόμη από την εκτέλεση Καλαμπρέζι, η οργάνωση δέχεται το πρώτο κτύπημα από πλευράς του Κράτους με τη σύλληψη του Marco Pisetta, που αποδεικνύεται πως έχει διεισδύσει στην οργάνωση και προκαλεί κάποιες συλλήψεις, αναγκάζοντας τις εΤ να σταματήσουν τη δράση για περίπου ένα χρόνο, να περάσουν στην παρανομία ολοκληρωτικά, και να τελειοποιήσουν τα συστήματα ασφάλειας.
Στις 7 Μαίου γίνονται οι πολιτικές εκλογές, και η αριστερά ελπίζει να θερίσει τους καρπούς της μεγάλης κοινωνικής της προέλασης : αντιθέτων συλλέγει μια απογοητευτική σταθερότητα και βλέπει να εξαφανίζεται με μιας το πιο αρχαϊκό και γεροντικό ανάμεσα στα αριστερά κόμματα, το Psiup. Για να καταλάβουμε την εκλογική αύξηση που δεν έρχεται μπορούμε να ακολουθήσουμε τα βήματα ενός νέου της εποχής, όπως ήταν ο Walter Alasia. Γεννημένος το 1956, το 1972 δεν είχε κλείσει ούτε τα δεκάξι, κι εκείνα τα χρόνια για να ψηφίσεις έπρεπε να έχεις κλείσει τα 21, με τα πράγματα να είναι σταματημένα εκεί, δεν θα μπορούσε να ψηφίσει ούτε την επόμενη φορά. Κι όμως, σαν χιλιάδες άλλους συνομήλικούς του, ήταν από καιρό ανακατεμένος στην πολιτική ζωή και εργάζονταν στο εργοστάσιο. Πρακτικά λοιπόν, το νέο πλήθος στο οποίο ήλπιζε η αριστερά, για να το πούμε με την Gigliola Cinquetti, δεν είχε ακόμη την ηλικία.

Μετά την περίπτωση Pisetta οι Br χρειάστηκε να επισημοποιήσουν συμπεριφορές πολύ πιο δομημένες και στεγανοποιημένες. Η δράση διακόπτεται και δημιουργούνται φάλαγγες ξεχωριστές στους βιομηχανικούς πόλους, πρώτα στο Μιλάνο και Τορίνο, στη συνέχεια στη Μαργκέρα και την Γένοβα.
Εάν η στρατηγική στρατιωτική δράση έχει σταματήσει, δεν γίνεται το ίδιο και με την πολιτική στα εργοστάσια, εκεί όπου συχνά αναρτώνται αφίσες και φυλλάδια με το πεντάκτινο αστέρι. Ένας τακτικός, δηλαδή ένα μέλος της οργάνωσης, μπορούσε να κρατά επαφές με έναν μη τακτικό, οι οποίοι με την σειρά τους άπλωναν το δίχτυ με τους συμπαθούντες, και με αυτό τον τρόπο ανοίγουν συγκρίσεις, συζητήσεις και ανταλλάσονται απόψεις, και με τις υπόλοιπες δυνάμεις, πάνω σε συνδικαλιστικά προβλήματα όπως και των επιχειρήσεων εργασίας που να συνάδουν με την επαναστατική προοπτική. Από εκείνη την περίοδο και μετά, οι Ταξιαρχίες δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μεγαλώσουν την οργάνωση με την είσοδο νέων στελεχών προετοιμασμένων. Αντιθέτως, παρόν υπάρχει το πρόβλημα να τεθούν όρια και φίλτρα στις υπερβολικές αιτήσεις. Γεννιέται έτσι μια νέα μορφή αγωνιστικότητας, μια αγωνιστικότητα κρυφή δεμένη σε πράξεις συγκεκριμένες – εκείνη των μη τακτικών που αναμετρώνται με επιχειρήσεις εμπρηστικές εναντίον αυτοκινήτων ή άλλων μορφών ιδιοκτησίας της επιχείρησης – που δρουν, ενώ στο φως της ημέρας φαίνονται συνδεδεμένοι με κάποια αριστερή νόμιμη ομάδα αναγνωρισμένη ή μάλιστα με συμπεριφορές τελείως αδιάφορες.
Η κατάσταση παρέχει ανθρώπινο δυναμικό όχι μόνο στις εΤ, που είχαν γεννήσει το φαινόμενο, αλλά και στις άλλες ομάδες, στο ξεκίνημα σχετικά ανεπίσημες, που ξεκινούν να δημιουργούνται έξω από τις εΤ, πραγματικότητες στις οποίες νέοι και νεότατοι προλετάριοι, τσαντισμένοι στο ξεκίνημα, έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν με αυτούς που προηγήθηκαν, από το ’68 και εκεί γύρω, λίγο μεγαλύτερους αλλά με πτυχία ήδη σε μακρά αγωνιστικότητα, και με τους τριαντάρηδες και άνω, που γενικότερα θεωρούνται γέροι, κουβαλούσαν όμως εμπειρία, αρμοδιότητα, γνώσεις, γνωριμίες, μελέτη και διασυνδέσεις.

Το 1973 η οργάνωση αρχίζει ξανά την εκστρατεία απαγωγές : τον Ιούνιο τον διευθυντή της Alfa Romeo, Michele Mincuzzi (για λίγες ώρες), τον δεκέμβρη τον υπεύθυνο προσωπικού της Fiat Mirafiori, Ettore Amerio. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο, για την σπουδαιότητα του προσώπου που έχει απαχθεί και για τις λεπτομέρειες της επιχείρησης, της κράτησης για οκτώ ημέρες και της απελευθέρωσης σημειώνει για την οργάνωση ίσως την μεγαλύτερη αποδοχή από πλευράς κοινής γνώμης.
Η απαγωγή του δικαστή Σοσσι, 35 ημέρες, που πραγματοποιήθηκε ένα μήνα μετά, τον απρίλη του ’74 – την περίοδο του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, και δίχως να επιδράσει αρνητικά στην θετική αποφασιστική έκβαση για τις δυνάμεις του λαϊκού μετώπου και της αριστεράς – μπορεί να θεωρηθεί ένα επόμενο βήμα από αυτό της αρχικής φάσης ή της ένοπλης προπαγάνδας, ανάλογα με το πως θέλουμε να την ονομάσουμε, μιας και τώρα η οργάνωση αναμετράται με το Κράτος σε υψηλό επίπεδο και με πράξεις που θα κυοφορήσουν μελλοντικά γεγονότα.

Στο τόξο της ιστορίας τους οι εΤ έφεραν σε πέρας αρκετές απαγωγές, το ίδιο δεν μπορούμε να πούμε και για τις άλλες μαχητικές οργανώσεις, που μετρούν ελάχιστες επιτυχείς απόπειρες. Η διαχείρηση όντως μιας απαγωγής είναι επιχείρηση από τις πολυπλοκότερες, και χρειάζεται οργάνωση και υποστήριξη.
Για την οργάνωση εκείνης της περιόδου μπορούμε να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις ακόμη : σε πρώτη φάση, εάν θέλουμε να βρούμε μια τομή ανάμεσα στις πρώτες και τις δεύτερες Ταξιαρχίες, ίσως θα πρέπει να την τοποθετήσουμε στην 5η Ιουνίου του 1975, όταν πέφτει στην μάχη η Margherita Cagol, συνιδρυτής της οργάνωσης και αρχηγός φάλαγγας που είχε βαθιά επιρροή στους Renato Curcio και Alberto Franceschini.

Αντιθέτως το λάθος στην Πάντοβα, που έγινε από την φάλαγγα της πόλης του βένετο, έθεσε δύο είδη προβληματισμού : πρωτ’ απ’ όλα η οργάνωση αντιλαμβάνεται πως δεν είναι αρκετό να εισέλθεις σε ένα τόπο με τα όπλα στα χέρια για να τον θέσεις αμέσως υπό τον έλεγχό σου, διότι κάποιος μπορεί να αντιδράσει. Έτσι έγινε στα γραφεία των φασιστών του Msi, όπου οι Br εισβάλλουν για να αρπάξουν έγγραφα : οι δύο νεοφασίστες παρόντες, Giuseppe Mazzola και Graziano Giralucci, αν και άοπλοι αντιδρούν και δεν παραδίδονται και στην συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνονται. Αυτή η κατάσταση πυροδοτεί το δεύτερο πρόβλημα : την διαχείρηση της κατάστασης με τους άλλους συντρόφους της περιοχής που φυσικά αγνοούν τα συμβάντα.
Η Πάντοβα ήταν πόλη με πολύ δυνατή δεξιά, και η τοπική αριστερά βρέθηκε να πρέπει πολιτικά και φυσικά να απολογηθεί για τους δύο θανάτους και να αντιμετωπίσει μια έξαλλη επιθυμία αντιποίνων από την πλευρά των νεοφασιστών.
Αυτό όλο μεταφράζεται, τουλάχιστον εν μέρει, στο να οργανωθεί η άμυνα της έδρας, που βρίσκεται το Σπίτι του φοιτητή, που προστατεύεται για ένα συνεχές σαρανταοκτάωρο δίχως σχεδόν καθόλου ύπνο. Το συμβάν ξυπνά και τη συζήτηση, που είχε ατονήσει, πάνω στο πανταχού παρόν δίλημμα στο εσωτερικό του χώρου της αριστεράς για το βάρος της ηγεμονίας : όταν δύο ομάδες έχουν διαφορετικές απόψεις και δεν βρίσκουν σύνθεση, και το μικρότερο γκρουπ είναι οπλισμένο ενώ το άλλο όχι, τότε τι γίνεται ; ποιός έχει δίκιο ;

Με τις Ταξιαρχίες ήδη σχηματισμένες, ξεκινώντας από το 1974 δημιουργούνται άλλες ένοπλες ομάδες, που διασχίζουν πάνω κάτω παρόμοια μονοπάτια με αυτά που έχουν σχεδιάσει οι εΤ.
δΙΑΦΟΡΕΤΙΚΆ ΌΜΩς ΒΛΈΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΏΠΙΣΗ ΤΗς ΠΑΡΑΝΟΜΊΑς, ΠΟΥ ΔΕΝ θεωρείται πρώτο θεμέλιο για τους αγωνιστές, προτιμώντας να την εφαρμόζουν στην υπογραφή με την οποία γίνονταν η ανάληψη ευθύνης των επιθετικών ενεργειών : αλλάζοντάς την σε κάθε επιχείρηση ήταν δυνατό να μην γίνονται αναγνωρίσιμοι σαν ανήκοντες σε κάποιο γκρούπ για μεγάλο διάστημα, και έτσι να συνεχίζουν να κρατούν στα πόδια διπλή προσωπικότητα, ανάμεσα στις νόμιμες παρεμβάσεις και ένοπλη μαχητικότητα.

Η απότομη διεθνής τροχοπέδηση που προκαλείται από το επιτυχημένο αντιδραστικό πραξικόπημα στην Χιλή το φθινόπωρο του 1973 ενάντια στην σοσιαλιστική κυβέρνηση, κάνει από πρώτο χέρι αντιληπτή την τραγωδία της ήττας και, δίπλα στους δικαιολογημένους φόβους για την πιθανότητα και στην Ιταλία πραξικοπηματικής πράξης, γεννά σε διαφορετικούς χώρους της αριστεράς την σκέψη πως θα χρειάζονταν να προβλεφθεί ο εξοπλισμός πριν είναι πλέον πολύ αργά.

Ένα τεχνικό ερώτημα δίχως εύκολη λύση : αν και ένα κομμάτι, έστω και μικρό, της εργατικής τάξης έχει κάνει την επιλογή να πάρει τα όπλα, η αλήθεια είναι πως αυτά δεν είναι εύκολο να αποκτηθούν. Το αστικό προλεταριάτο της Ιταλίας στις αρχές των χρόνων εβδομήντα βρίσκεται στην τελευταία θέση μέτρησης αυτών που κατέχουν όπλο, τους ξεπερνούν ακόμη και οι παπάδες. Και δεν πρόκειται μόνο για τον διαχωρισμό σε τάξεις, γιατί έξω από τις μεγάλες πόλεις η κατάσταση ήταν διαφορετική : σύντροφοι από αγροτικές περιοχές ή χωριά της επαρχίας, εξάλλου γραμμένοι στο Κκ, σχολίαζαν με έκπληξη πως οι άνθρωποι στις πόλεις δεν είχαν κρύψει κάποιο όπλο, που είχε παραμείνει ακόμη από την εποχή της Αντίστασης, στο οποίο να συντρέξουν σε περίπτωση ανάγκης. Η κριτική σταμάτησε γρήγορα βρίσκοντας κάποιους τρόπους για να εξοπλιστούμε, και ένας από αυτούς, που υπέδειξαν και οι Ταξιαρχίες, ήταν ο αφοπλισμός των vigilantes, που άρχιζαν να εμφανίζονται εκείνο το διάστημα μπροστά απ’ τις τράπεζες για να αντιμετωπιστεί το αυξανόμενο πρόβλημα με τις ληστείες. Όπου λοιπόν είναι δυνατόν οι αφοπλισμοί αρχίζουν να πραγματοποιούνται μέσα στα επόμενα χρόνια, συνιστώντας γερή δοκιμή για σύντροφο αποφασισμένο να περάσει στην ένοπλη δράση. Για μεγαλύτερες ποσότητες ληστεύονται τα οπλοπωλεία, έτσι όπως οι ληστείες στις τράπεζες απαντούν στην ανάγκη για αυτο χρηματοδότηση.

Τα χρόνια ανάμεσα στο 1974 και ’76 χαρακτηρίζονται από δυνατή συζήτηση πάνω στον ένοπλο αγώνα ανάμεσα σε αυτούς που τον υποστηρίζουν και όχι, με σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ενώ κάποιες ομάδες μέχρι στιγμής εξωκοινοβουλευτικές θεσμοποιούνται με σκοπό να δημιουργηθούν εκλογικά γκρουπ, τα επαναστατικότερα στοιχεία αποχωρούν ομαδικά ή προσωπικά από τις οργανώσεις για να εισέλθουν στις μαχητικές.
Όπως έγινε στο εσωτερικό του συνεχή Αγώνα, που έχει τραβήξει χειρόφρενο, όταν η Corrente, έτσι ονομάστηκε, το Ρεύμα, αποχωρεί και εισέρχεται στην περιοχή του ένοπλου κόμματος.

Το 1975 είναι η χρονιά των δημοτικών εκλογών, και για πρώτη φορά ψηφίζουν και οι δεκαοκτάρηδες, χάρη σε νόμο που χαμηλώνει την απαραίτητη ηλικία. Αυτή τη φορά η επαφή με τις νεότερες γενιές γίνεται αισθητό και σημειώνεται νίκη για την αριστερά : Το Κκ συγκεντρώνει σχεδόν τους ψήφους της χΔ (33,46% το πρώτο, 35,27% η δεύτερη), και η επαναστατική αριστερά νιώθει ακόμα πιο δυνατή.
Οι πολιτικές εκλογές της επόμενης χρονιάς επιβεβαιώνουν την αύξηση του Κκ οχι όμως και την υπεροχή του, όπως ήλπιζαν την νύχτα που γίνεται η καταμέτρηση των ψήφων ακόμη και πολλοί επαναστάτες [στην Κάμερα φτάνει το 34,37% με 7,22% αύξηση σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, έναντι του 3,71% της χΔ, που αντιστοιχεί σε ένα συν 0,05%].
Εάν το Κκ είχε καταφέρει να νικήσει όπως φάνηκε στην αρχή της νύχτας από την καταμέτρηση των πρώτων στοιχείων, θα είχε δημιουργηθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση.

Δύο μήνες πριν κάποια στοιχεία που στη συνέχεια θα είχαν ηγηθεί της Prima linea, Πρώτη γραμμή, εκτελούν τον σύμβουλο Msi στην Επαρχία του Milano, Enrico Pedenovi, και μόλις δώδεκα ημέρες πριν τις εκλογές μια ακόμη σκληρότερη επίθεση πραγματοποιείται από τις Ταξιαρχίες με την εκτέλεση στη Γένοβα του γενικού Εισαγγελέα του Εφετείου , Francesco Coco, και των δύο φρουρών της συνοδείας του. Επιθέσεις που σίγουρα στέρησαν ψήφους στην αριστερά, από την όχι τόσο σίγουρη πλευρά της εκλογικής πελατείας, εκείνο το διάστημα όμως οι επαναστατικές μαχητικές οργανώσεις είχαν αποφασίσει να σηκώσουν το επίπεδο της σύγκρουσης ενάντια στο αστικό Κράτος των σφαγών, και οι εκτελέσεις είχαν σχεδιαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Βέβαια, πολλοί από εμάς, την ώρα που γίνονταν η καταμέτρηση, βρεθήκαμε να ελπίζουμε πως η υπέρβαση θα πραγματοποιούνταν…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s