θεωρία, teoria

Λογιστική

laureano[4]

 

da BlackBlog Franco Senia

30 dicembre 2013

Contabilità

Λογιστική

Για την ζωή του Laureano, γνωρίζουμε πολύ λίγα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου. Ήταν γεννημένος το 1902 στην Miedes de Atienza , στην επαρχία της Guadalajara. Το έσκασε απ’ τον λαό του για να αποφύγει εκείνους τους “caporali”, εκείνους τους δεκανείς που είχαν ξεσαλώσει στα κτήματα ολόκληρης της Ισπανίας, και έφτασε στην Barcellona. Προλαβαίνει να ζήσει τις τελευταίες φωτοβολίδες του ‘pistolerismo’ και συχνάζει στο l’Ateneo του José Alberola, φίλο του ‘Noy de Sucre’ και πατέρα του Octavio, ενός απ’ τους καλύτερους ιστορικούς του κινήματος.
Είναι ανάμεσα σε αυτούς που επιτίθενται στις ‘Atarazanas’, και αμέσως μετά, θα οριστεί από την CNT διαχειριστής της ‘Caja Central’ των καταλανικών Σιδηροδρόμων. Παρά αυτόν του τον διορισμό, και την ακατάπαυστη κριτική που ο Λαουρεάνο απευθύνει προς την στροφή ‘υπουργοποίησης’ της CNT, θα βρει τον χρόνο να ιδρύσει αποικίες για μωρά που έχουν μείνει ορφανά στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, πριν καταταγεί στην 83° BTG, την πρώην ‘Columna de Hierro’. Και αυτός, όπως εκατοντάδες ακόμη χιλιάδες, θα περάσει τα Πυρηναία τον παγωμένο χειμώνα του 1939, και όπως πολλοί άλλοι θα καταλήξει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γαλλικής Δημοκρατίας, στην αρχή, και σε τάγματα εργασίας της Todt στη συνέχεια. Εκτοπισμένος αργότερα στην Νορμανδία να εγάζεται στο Vallo Atlantico, σε εκείνους τους αμμολόφους ο Λαουρεάνο ξεκινά την ‘καρριέρα του. Πράγματιτο σκάει, λίγες μόνο μέρες μετά, από τον χώρο εργασίας όπου είναι κλεισμένος, παραποιώντας με τα χέρια του μια άδεια της Komandatur.
Από εκεί και πέρα, και για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Λαουρεάνο θα ζήσει χρησιμοποιώντας ψεύτικα ντοκουμέντα, έγγραφα, έχοντας αποδειχθεί ταλέντο έμφυτο στην παραποίηση οποιουδήποτε χαρτιού και εγγράφου, τραπεζογραμμάτιου, ή οποιουδήποτε άλλου πράγματος : άδειες εργασίας, ελευθέρας για εκατοντάδες εβραίους [που θα καταφέρουν έτσι να σωθούν από τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξολόθρευσης], κάρτες για τα δελτία, Reichmarks. Και μετά την Απελευθέρωση : διαβατήρια, επενδυτικά κεφάλαια, γραμμάτια δημοσίου, λαχεία. Παραποιεί μέχρι και τα εισητήρια εισόδου σε κορίντα που γίνεται στην ‘Plaza de Toros’ της Nimes, την οποία παρακολουθεί από ψηλά ταράτσα λουσμένη στον ήλιο.

 

Δεν υπάρχει κάτι που να μη γνωρίζει να παραποιήσει στην εντέλεια εκείνος ο άντρας που μια φώτο της γαλλικής αστυνομίας παρουσιάζει να έχει χάσει πρόωρα τα μαλλιά του, με βαριές και σκούρες σακούλες κάτω από τα μάτια του, τη μύτη ανεπανόρθωτα σπασμένη από κάποιο άσχημο χτύπημα, πάντα ντυμένο με μαύρα κομψά ρούχα, άσπρο πουκάμισο και ασημένια γραβάτα. Ένας άνδρας που κοιτάζει αποστασιοποιημένος ίσια στον φακό, σαν το πράγμα να μη τον αφορά. Ένας άνδρας λίγων λέξεων, Laureano Cerrada Santos. Έστησε εργαστήρι παραποίησης ντοκουμέντων δεκαπέντε μόλις μέτρα από το γενικό αρχηγείο των SS του Παρισιού. Και μια φορά, όταν οι φίλοι
του βίαια μαλώνουν μεταξύ τους, χάνοντας πολύτιμο χρόνο, ο Λαουρεάνο κρατάει ορθάνοικτο το παράθυρο και λέει ύπουλα : ‘Φωνάξτε. Φωνάξτε τώρα! Μιας και είστε τόσο θαρραλέοι !’ Μετά, σε επιτάφια σιωπή, ξανακλείνει το παράθυρο που βλέπει στην αυλή όπου υπάρχουν οι SS, ενώ όλοι στο δωμάτιο ξαναστρώνονται στην δουλειά.
Τον χειμώνα του 1944, την ώρα που τα αμερικανικά τάνκς σημαδεύουν το Παρίσι, ο Λαουρεάνο παίρνει μέρος σε ολομέλεια των μαχητικών αναρχικών ομάδων : πρέπει να σχεδιαστεί ο ένοπλος αγώνας ενάντια στον Φράνκο, μιας και φαίνεται πλέον σίγουρο πως οι Σύμμαχοι δεν έχουν καμία διάθεση να ρίξουν το καθεστώς φρανκίστα, διαφορετικά από ότι για χρόνια τώρα διακηρύττουν πανηγυρικά, διακηρύξεις που είχαν σαν αποτέλεσμα την άδολη και γενναία βοήθεια των ισπανών εξόριστων, στον αγώνα ενάντια στον Χίτλερ. Η συζήτηση πάνω στην στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί, είδε θέσεις αντικρουόμενες. Κάποιος ευνοεί την στήριξη στις ‘agrupaciones’ που ήδη επιχειρούν λίγο πολύ σε όλη την Ισπανία, ποιός επιμένει να διεισδύσουν ομάδες καλά εκπαιδευμένες από τα Πυρηναία, άλλος προτιμά να επενδύσει στο αντάρτικο στις πόλεις. Σε ένα πράγμα όλοι συμφωνούν : ο Λαουρεάνο πρέπει να φροντίσει για την χρηματοδότηση. Έτσι λοιπόν ο Λαουρεάνο, στις 25 Απριλίου του 1945, μαζί με άλλους δυο συντρόφους των οποίων χάθηκαν τα ονόματα, φτάνει στο Μιλάνο προερχόμενος από την νότιο Γαλλία. Καταφέρνουν οι τρεις τους να αποφύγουν ως εκ θαύματος τα γερμανικά στρατεύματα που αποσύρονται κατά μήκος του περάσματος της Cisa, αποφεύγοντας επίσης και τα μπλόκα που έχουν στήσει οι Μαύρες Ταξιαρχίες σε όλη την πεδιάδα της Παντάνα. Ο στόχος δεν είναι να πάρουν μέρος στην ένοπλη εξέγερση που στήνουν οι αντάρτες στον ιταλικό βορρά. Ο Λαουρεάνο θέλει να βάλει στο χέρι στα cliché των νομισμάτων πενήντα και εκατό πεσετών που ο Φράνκο για χρόνια τυπώνει σε εκείνη την πόλη που είναι στην πραγματικότητα η αληθινή πρωτεύουσα της Repubblica Sociale Italiana. Στην δράση του λαμβάνει βοήθεια από κάποιους τοσκάνους αντάρτες που παίρνουν μέρος στην brigata anarchica Malatesta-Bruzzi, την πολυπληθέστερη και περισσότερο λησμονημένη από τις αντάρτικες μπριγκάδες του Μιλάνο, που έχει το προπύργιό της στις κατασκευές κιγκλιδωμάτων της Affori operaia. Σίγουρα τους έφερε σε επαφή ο Germinal Concordia που έχει αναλάβει τη διοίκηση της ταξιαρχίας μετά το θάνατο του Pietro Bruzzi που την είχε ιδρύσει.
Οι τοσκάνοι αντάρτες που βοηθούν τον Λαουρεάνο, είναι μαχητές ικανοί και δοκιμασμένοι, πρόσωπα που εμπιστεύεσαι με κλειστά μάτια. Προέρχονται σχεδόν όλοι από την πόλη-εργοστάσιο του Piombino, ένα από τα προπύργια του επαναστατικού συνδικαλισμού, έχουν κατασκευάσει την απελπισμένη φήμη της Maremma, στη συνέχεια έχουν για χρόνια εργαστεί στην Ilva και στην Magona. Έχουν πάρει μέρος στους Arditi del Popolo του Argo Secondari, που πέθανε στο ψυχιατρείο όπου τον είχαν κλείσει γιατί το ξύλο που έφαγε απ’ τους φασίστες του είχε δημιουργήσει ανεπανόρθωτα τραύματα στον εγκέφαλο. Αντιστάθηκαν με τα όπλα για πολλά χρόνια στις φασιστικές ομάδες που στέκονταν σε απόσταση απ’ την πόλη τους πριν πέσει, τελευταίο εργατικό προπύργιο, στα χέρια των μαύρων πουκάμισων.
Παρότι έχουν από πάντα τους ‘πολιτικούς’ όλων των αποχρώσεων σε υποψία, προσφέρθηκαν να προστατεύσουν τον Antonio Gramsci όταν έμαθαν πως ο γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος απειλήθηκε από τους φασίστες. Εγκαταλειμένοι από όλους, υποβλήθηκαν σε ατελείωτες διώξεις από μέρους των Guardie Regie και των Carabinieri, κάτω από απειλές, συνεχείς διαπομπεύσεις και κοροϊδίες, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Πιομπίνο και με τις οικογένειές τους μετακινήθηκαν στις εργατικές περιφέρειες των βιομηχανικών πόλεων του βορρά της Ιταλίας ; τους βρίσκουμε λοιπόν στη ‘barriera Nizza’ και στη ‘Milano’ του Torino, όπως και στην Bovisa, εγκαταστάθηκεν επίσης στο Sesto San Giovanni και στις άλλες συνοικίες που στήθηκαν γύρω από τα μεγάλα εργοστάσια του βιομηχανικού τριγώνου. Εκείνοι που ζουν στην Affori, δουλεύουν στο Carlo Erba, το χημικό εργοστάσιο που τότε μετρά πάνω από έξι χιλιάδες εργάτες και, σε χρόνια που θριαμβεύει ο φασισμός, κρατούν ζωντανή μια υπόγεια συζήτηση με του συναδέλφους τους στην δουλειά.
Οι εργάτες της λομβαρδίας, ειδικά εκείνοι που έρχονται από την Brianza, στοργικά τους αποκαλούν ‘magazin de parol’, μαγαζί λέξεων. Απαγγέλουν στο εργατικό εστιατόριο τα άγια κείμενα της αναρχίας και προφέρουν με τοσκάνικη προφορά τους τίτλους των βιβλίων του πρίγκιπα Kropottine, τις πιο επιτυχημένες φράσεις του Bakuninne. Όταν μετά μιλούν για τον Pietro Gori, τον ποιητή της αναρχίας που στην πράξη είναι συγχωριανός τους, λάμπουν ολόκληροι. Όμως οι ‘τοσκάνοι’ δεν

nimes[6]

 

περιορίζονται να μεταδίδουν μόνο τα βασικά στοιχεία μιας λαϊκής και ελευθεριακής κουλτούρας, είναι αυτοί, μαζί με κάποιους που επέστρεψαν από την ισπανική επανάσταση, στο Τορίνο όπως και στο Μιλάνο, που έστησαν τις πρώτες ομάδες di Azione Partigiana, Αντάρτικης Δράσης, Αντιστασιακής, που έπληξαν θανατηφόρα τους γερμανούς και τους φασίστες. Κατάφεραν μάλιστα να εκτελέσουν στο Μιλάνο μεταξύ των άλλων και τον Aldo Resega, τον αρχηγό των Brigate Nere.

secondari[5]

 
Εκείνο το πρωινό της 25ης Απριλίου, ο Λαουρεάνο, προστατευμένος από μια ομάδα μάχης της ‘Bruzzi’ μπαίνει στο παρατημένο κτίριο της Zecca, και γίνεται κύριος των κλισέ, γυρνά στην Γαλλία, στο Παρίσι, και πηγαίνει να εγκατασταθεί στη Belleville, τη συνοικία που από πάντα φιλοξενεί και προστατεύει τους κυνηγημένους και τους εξόριστους όλου του κόσμου. Ξεκινά εδώ να τυπώνει νομίσματα πενήντα και εκατό pesetas που μοιράζονται σε όλες τις επαναστατικές ομάδες. Ο στόχος του όμως είναι ακόμη πιο φιλόδοξος. Θέλει πράγματι να κατακλύσει την Ισπανία ολόκληρη με βαγόνια πεσέτας, για να δώσει έτσι θανατηφόρο κτύπημα στην ήδη επισφαλή οικονομία του φρανκικού κράτους.
Τρομαγμένοι από το σχέδιο του Λαουρεάνο, που δίχως άλλο θα είχε αποτελέσματα απρόσμενα, απροσδόκητα και με καταστροφική δυναμική, οι διοικούντες την CNT στην εξορία, και κυρίως ο Germinal Esgleas, του ζητούν να παραδώσει τα κλισέ. Απαντά αρνητικά σε πρώτη φάση : ‘τα χρήματα χρειάζονται για την επανάσταση. Εσείς θέλετε να τα καταστρέψετε γιατί σας τρομάζουν’. Τελικά, κάτω από αφόρητες πιέσεις υποχωρεί σε εκείνες τις διασημότητες cenetista που αμέσως θα καταστρέψει τα κλισέ που είχαν καταστεί τόσο επικίνδυνα, όπως αργότερα θα εκμυστηρευτεί ο José Peirats.Είναι σε αυτό το σημείο που ο Λαουρεάνο αποφασίζει να αυτονομηθεί : αρνείται να υπακούει σε οποιαδήποτε οργάνωση, εάν αυτή δρα με τρόπο αντίθετο στις απόψεις του. Έτσι κι αλλιώς, ήδη στην διάρκεια του εμφυλίου, ενάντια στη γνώμη του γενικού επιτελείου της CNT, είχε προσπαθήσει να επιτύχει την απόδραση του Abd El Krim από την φυλακή όπου τον κρατούσε κλεισμένο η γαλλική κυβέρνηση : η έμπνευση του Λαουρεάνο, τότε, ήταν σωστή. Εάν ο αρχηγός των Βερβέρων είχε φτάσει στην Βαρκελώνη, και η CNT είχε αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Riff, όλες οι φυλές της Sahara θα είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στον Φράνκο, αποσπώντας από έτσι απ’ τον στρατηγό τις πιο σίγουρες οπισθοφυλακές του, απ’ όπου εισέρχονταν στην Ισπανία τα αποικιακά στρατεύματα τόσο αναγκαία για τη συνέχιση του πολέμου. Το σχέδιό του, που πραγματικά θα είχε ίσως μπορέσει να αλλάξει την εξέλιξη του πολέμου, δεν ακολουθήθηκε από κανέναν.
Ωστόσο, με τα τυπωμένα χρήματα και με εκείνα που θα παραποιήσει, ο Λαουρεάνο εγκαινιάζει την μέθοδο »Cerada Santos»: βοήθεια δίχως ανταλλάγματα όλων των επαναστατικών ομάδων που αγωνίζονται ενάντια στον Φράνκο, δίχως να ζητά τίποτα, συνεργαζόμενος έτσι τόσο με την «Defensa dell’Interior», την μαχητική οργάνωση της CNT, όσο και με τις μαχητικές ομάδες που βρίσκονται στις παρυφές της οργάνωσης. Συνεργάζεται και βοηθά τους Sabaté, Marcelino ‘Pancho’ Massana, Facerias και τις άλλες ομάδες ανταρτών. Εκτός αυτού πραγματοποιεί έναν εντυπωσιακό αριθμό ξενοδοχείων και διαμερισμάτων όπου αυτοί που αναζητούνται μπορούν να βρουν σίγουρο καταφύγιο, εργαστήρια για επισκευή των όπλων, παράνομες αποθήκες. Σαν αυτή της οποίας υπεύθυνος είναι ο Rafael Aguilera, που κρύβει όπλα και εκρηκτικά στο εσωτερικό του θεάτρου Alhambra-Maurice Chevalier του Παρισιού, όπου δουλεύει σαν βραχίονας της σκηνής. Όπλα που σχεδόν θα κοστίσουν τη ζωή του Lucio Urtubia, που ήταν υπεύθυνος για την συντήρησή τους : την ώρα που λάδωνε μια παλιά Mauser αυτόματη, το όπλο του φεύγει απ’ τα χέρια, πέφτει στο έδαφος, και φεύγει ένα χτύπημα που μόνο από θαύμα δεν ευνουχίζει τον ναβάρρο. Ο Λαουρεάνο έχει δράση πυρετώδη που τον φέρνει σε επαφή μεταξύ άλλων και με τον Luis Andres Edo (εκείνον που ο Eduardo Quintela, ο μοχθηρός κομμισσάριος της Brigata Politico Social di Barcellona, ονομάζει ‘δημόσιο εχθρό νούμερο ένα’], και με τον José Palacios, της Commissione di Difesa της CNT, Επιτροπής Άμυνας. Δυο από τους πολλούς «apaches» του κινήματος, δύο που αγαπούν την περιπέτεια του πιο αριστοκρατικού τύπου, εκείνη που πιστεύει πως η κοινωνία μπορεί να σωθεί ή, τουλάχιστον, αξίζει τον κόπο να ζεις για να προσπαθήσεις. Το 1947 ο Λαουρεάνο αποκτά ένα μηχανοκίνητο σκάφος με το οποίο μεταφέρει όπλα και εφόδια στις ομάδες που πολεμούν τον Φράνκο, στην Ισπανία, μετά στήνει την Empresa de Trasporte Galicia, σε αναμονή της «Operacion Panico», επιχείρηση που προβλέπει την εκτέλεση του αρχιεπισκόπου και του κυβερνήτη της Σαραγόσσα, και κυρίως την εξολόθρευση του Caudillo. Όμως, εξ αιτίας της αποτυχημένης «Operazione Pescatore d’acqua dolce», ο Laureano μπαίνει στο στόχαστρο της γαλλικής αστυνομίας,
έτσι το 1950, του ανοίγουν τις πόρτες της Santée. Η κατηγορία που τον βρίσκει στα σαράντα οκτώ του με καθαρό ποινικό μητρώο, είναι ‘κατοχή παραποιημένου χρήματος’. Μένει μέσα ένα χρόνο και, εν τω μεταξύ, η αστυνομία και οι μυστικές υπηρεσίες εξαρθρώνουν το δίκτυο που είχε στήσει ο Λαουρεάνο με κούραση πολύ μέσα στα χρόνια. Μόλις βγαίνει από την φυλακή προσπαθούν να τον εμπλέξουν στην υπόθεση της αποτυχημένης επίθεσης στο τραίνο χρηματαποστολής της Lione, μια απόπειρα ληστείας με τραγική κατάληξη για τρεις αναρχικούς ξαπλωμένους νεκρούς στις γραμμές του σταθμού, τρυπημένους από τις σφαίρες, μαζί με δύο αστυνομικούς. Είναι η δικαιολογία που ψάχνει η αστυνομία για να ‘καθαρίσει’ τον χώρο των προσφύγων από όλους τους ανεπιθύμητους ! Προσπαθούν να κλείσουν μέσα και τον Λαουρεάνο, αλλά η απόπειρα να τον μπλέξουν εξατμίζεται όπως η ομίχλη στον ήλιο, και εκείνη την περίοδο, στο 1951, πλησιάζει ξανά την CNT και παίρνει μέρος σε συνέδριο.

Θα είναι το τελευταίο των συνεδρίων του κινήματος στο οποίο θα του επιτραπεί να πάρει μέρος : η καθοδήγηση της CNT, πρώτα τον διαγράφει και μετά τον εκδιώκει απ’ το συνδικάτο, διότι ‘απαξιώνει την οργάνωση, και έχει εγκληματικές διασυνδέσεις’, αυτά γράφονται στην ανακοίνωση, κρύο και ανώδυνο, όπως είναι πάντα οι ανακοινώσεις που εκδίδονται από την γραφειοκρατία. Καταλήγει ξανά στην φυλακή, στην Evreux, πάντα για παραποίηση εγγράφων. Για ολόκληρη τη δεκαετία του ’50 μπαινοβγαίνει στην φυλακή, διότι πλέον η γαλλική αστυνομία του στέκεται από κοντά. Ξανασυλλαμβάνεται το ’58, για παραποίηση μάρκων γερμανίας. Εν τω μεταξύ ψάχνει, με τεράστια υπομονή, να ξαναστήσει το ‘δίκτυό’ του, αυτή τη φορά όμως τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Οι σύντροφοι είναι πλέον κουρασμένοι από εκείνο τον αγώνα που δείχνει να μη τελειώνει ποτέ. Γερνούν σ’ αυτή την εξορία που τους παγώνει την ψυχή.

cerrada[5][5]

 

Και μετά ο «verdugo», μάλλον ο «cabron», όπως αποκαλούν τον Φράνκο οι εξόριστοι, ο ‘δήμιος’ ή ο ‘μπάσταρδος’, δεν φαίνονταν ποτέ τόσο δυνατός όπως εκείνα τα χρόνια, χρόνια του τους φέρνουνε νέα πως πίσω από τα Πυρηναία, οι άνθρωποι της αντίστασης πέφτουν ο ένας πίσω από τον άλλον σε ένα αγώνα που δεν ήταν ποτέ τόσο άνισος και απελπισμένος. Μια ολόκληρη γενιά καταναλώθηκε σε έναν αγώνα που ήδη κρατά δεκαετίες, αποτέλεσμα δεν υπήρξε. Οι νέοι πράγματι, ακόμη και αυτοί που είναι παιδιά συντρόφων, έχουν καταληφθεί από τον μύθο του καταναλωτισμού που ανακοινώνει με παρηφάνεια πως η Γαλλία, όπως ολόκληρη η υπόλοιπη Ευρώπη, απομακρύνθηκε οριστικά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μα όταν πλέον και ο ίδιος ο Λαουρεάνο δείχνει να βαδίζει πλέον ,μαζί με άλλους, προς μια ήσυχη συνταξιοδότηση, ξεσπά απροσδόκητα ο ‘Μάης’ και ο γερο αναρχικός, κοντά στα εβδομήντα, ‘γυρνά στην πίστα’. Εκείνα τα παιδιά, τόσο διαφορετικά από τους ανδαλουσιανούς εργάτες της γης και από αυτούς των εργοστασίων της Βαρκελώνης, έχουν και αυτά την φιλοδοξία να αλάξουν τα πράγματα, και ανακαλύπτουν με έκπληξη πως εκεί δίπλα στέκονταν ένας ολόκληρος κόσμος κρυμμένος στην Γαλλία που δεν φαντάζονταν πως υπήρχε : ένας κόσμος κλεισμένος στον εαυτό του, ζυμωμένος από την πικρή γεύση της ήττας, που αποτελείτο στο μεγαλύτερο μέρος από ηλικιωμένους που υπέστησαν τις πιο δυνατές απογοητεύσεις, τις πιο καταστροφικές ήττες, δεν γίνανε όμως χειρότεροι, ούτε μαράθηκαν. ΆΝτρες και γυναίκες, για τους οποίους οι ανάγκες του ένα γίνονται ανάγκες όλων. Εκείνοι οι ήσυχοι κύριοι, γερασμένοι πλέον, έχουν μια ιστορία στην πλάτη και, μετά από μια πρώτη δυσπιστία, καλωσορίζουν αδελφικά εκείνους τους νεαρούς φοιτητές, στους οποίους μεταδίδουν την ανάμνηση από κάτι που στάθηκε μεγάλο και δυνατό. Στον Λαουρεάνο εκείνοι οι νεαροί αρέσουν, του αρέσει η ορμή τους, ή έλλειψη που έχουν σεβασμού προς τους κανόνες, που άλλοι έγραψαν στη θέση τους, στέκεται αμέσως στη διάθεσή τους, τόσο που – αν δώσουμε πίστη σε αυτό που γράφει η ‘Le Monde’ της 2 ιουνίου του 1970 – καταλήγει ξανά στην φυλακή διότι παραποίησε διπλώματα αυτοκινήτου και ταυτότητες : έγγραφα που χρειάζονταν αυτά τα παιδιά προσπαθώντας να βοηθήσουν την ισπανική αντίσταση. Αυτή τη φορά μένει στη φυλακή για τέσσερα ολόκληρα χρόνια και μόλις βγαίνει καθίσταται ο άνθρωπος που παρακολουθείται περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον από μέρους της Ίντερπολ. Θα βγει απ’ την φυλακή έγκαιρα. Εγκαιρα για να δολοφονηθεί.

fonte: Anarchici e anarchia

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s