ένοπλη πάλη, lotta armata

Ανένδοτοι, αμετανόητοι σε τι ;

Irriducibili a cosa?
Posted on febbraio 4, 2013
Una risposta a Benedetta Tobagi… 1/continua

Αδιάλλακτοι, αμετανόητοι σε τι ;
Απάντηση στη Benedetta Tobagi

In nome di quale presente abbiamo il diritto di giudicare il nostro passato?
Roland Barthes

Στο όνομα ποιού παρόντος έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε το παρελθόν ;
Roland Barthes

di Paolo Persichetti

Yπάρχει μια λέξη που φοβίζει πολύ : εκείνη του ‘αδιάλλακτου’. Γράφτηκαν πολλά γύρω από αυτό τον όρο τις προηγούμενες μέρες μετά το θάνατο και την αποχαιρετιστήρια τελετή στον Prospero Gallinari, στιγμή κατά την οποία οι αποκαλούμενοι αμετακίνητοι, δηλαδή εκείνοι που περιγράφηκαν σαν ακούραστοι, οι πεισματάρηδες και άκαμπτοι, ή αλλιώς ‘εκείνοι που δεν έκλεισαν τους λογαριασμούς με το παρελθόν’, και γι αυτό το λόγο θεωρούμενοι θαμποί και σταθεροί μάρτυρες της επαναστατικής εποχής των χρόνων 70, απροσδόκητα επανέρχονται – πράγμα ακόμη πιο ανησυχητικό – σε πυκνή παρέα.
Έγραψε στη Repubblica, σε δυο περιπτώσεις, στις 15 και στις 24 ιανουαρίου, η Benedetta Tobagi, νεοδιορισθείσα στο cda της Rai και προβλεπόμενη, ίσως λιγάκι βιαστικά, για το ρόλο της διαχειρίστριας της μνήμης εκείνης της δεκαετίας.

Ανένδοτος, αμετανόητος : μια έννοια ξένη στο λεξικό της ένοπλης πάλης
Και όμως, αντίθετα με ότι γράφτηκε στο παρελθόν και συνεχίζει να γράφεται, η λέξη ‘αδιάλλακτος’ δεν ανήκει στο ταξιαρχίτικο λεξικό. Η διάχυση αυτής της επισήμανσης βοήθησε πολύ στη παροχή μιας εικόνας παραμορφωμένης της πολιτικής κουλτούρας των αγωνιστών που πήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα. Ας προσπαθήσουμε να δούμε το γιατί.
Το λήμμα, στη πραγματικότητα, διαδραμάτισε ένα κεντρικό ρόλο στο λεξικό έκτακτης δικαστικής κατάστασης και αυτής των φυλακών. Είναι το κώνειο της ιταλικής κατάστασης εξαίρεσης, που απασχόλησε τις δικαστικές αρχές, χρησιμοποίησαν τα αστυνομικά σώματα και αυτά των φυλακών και, στη συνέχεια, κατέστη σύνηθες στο κόσμο των Μέσων για να ταξινομηθούν οι πολιτικοί κρατούμενοι που αρνήθηκαν να υποστούν την ειδική νομοθεσία και διαφορετική ανταμοιβή ; η αμειβόμενη πληροφόρηση των συνεργαζόμενων με τη δικαιοσύνη [οι αποκαλούμενοι ‘μετανιωμένοι’] και η αναίρεση, κι εδώ υπάρχει ανταμοιβή, η λεγόμενη διάσταση, ο διαχωρισμός.
Ανένδοτος, είναι και παραμένει, αυτός που αρνήθηκε να προσχωρήσει σε αυτές τις δυο κατηγορίες. Ένας χώρος, που περιλαμβάνει φιγούρες και γενιές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σε πολιτική άποψη και συμπεριφορές [ για τη συνέχιση ή όχι της ένοπλης αναμέτρησης και στην ανάλυση της κοινωνίας].
Για να αντιλαμβανόμαστε : θεωρούνται αμετακίνητοι οι λεγόμενοι ‘συνεχιστές’, δηλαδή αυτοί που διατηρούν σταθερή την πεποίθηση στη συνέχιση της ένοπλης πάλης μπροστά στις ριζικές αλλαγές, κοινωνικές και γεωπολιτικές, που συνέβησαν στη διάρκεια των χρόνων του 80, όπως κι αυτές που αναφέρθηκαν υπέρ μιας ασυνέχειας, μιας υπέρβασης της ένοπλης εμπειρίας, ή εκείνων που σε διάφορες μορφές, ακόμη και λιγότερο εμφανείς δημόσια, θεώρησαν ολοκληρωμένη, τελειωμένη την εμπειρία του ένοπλου αγώνα, εκκινώντας άλλες διαδρομές όχι πλέον, και όχι πάντα, πολιτικά, στρατευμένοι – όταν μπορούν – σε κοινωνικούς και πολιτιστικούς χώρους.
Αυτό που ενώνει αυτό το πολύπλευρο χώρο, που επισημαίνεται πάντως σαν ‘ανένδοτος’, είναι λοιπόν η άρνηση των ανακριτικών λογικών της έκτακτης δικαστικής κατάστασης. Τίποτα που να έχει να κάνει με το στερεότυπο που αναπαράγεται από την Benedetta Tobagi στα άρθρα της [όπως και από άλλους], ΄ήτοι : ‘ιστορική σημασία που αναλαμβάνει το επίθετο, ουσιαστικά για να ορίσει τον τρομοκράτη ή πολιτικό κρατούμενο που »δεν υποχωρεί από τις πεποιθήσεις του». Εκεί όπου το δεν υποχωρεί – είναι καλό να το υπογραμμίζουμε – δεν πρέπει να εννούμε μια ελεύθερη πράξη διαλογισμού, μια διάθεση της ψυχής, μια ανάσα της συνείδησης, μια ανάταση του πνεύματος, που θα μπορούσε να εμπνεύσει και να συνοδέψει ευγενή μονοπάτια εσωτερικής απόσπασης, στιγμές αυτοκριτικής τελείως ανιδιοτελούς, αυτόνομες και γνήσιες, αλλά την τήρηση των διατάξεων υποταγής που έχουν προγραμματιστεί σε ποινικό πλαίσιο όπως και σε αυτό της φυλάκισης, δια μέσω μιας μακράς σειράς διαταγμάτων και νομοθετικών διατάξεων τύπου ανταμοιβών, που ξεκίνησαν ανάμεσα στο 1979 και το 1987, που εισάγοντας διαφορετική μεταχείριση ράγισαν την αρχή της ισότητας μπροστά στο νόμο και μετέτρεψαν την έρευνα, τη δίκη και τη φυλακή από έδρα επαλήθευσης και έρευνας των αποδεικτικών στοιχείων ή εκτέλεσης της ποινής, σε αγορά επιείκειας, έκθεση και παζάρι πολιτικής ανταλλαγής, τόπους όπου δέχεσαι λίγο από το μέλλον σε αντάλλαγμα του παρελθόντος σου. Κάτι τελείως αντίθετο σε οποιαδήποτε ιστορικοποίηση ή ελεύθερη άσκηση και αυτόνομη της κριτικής.
Από αυτή την άποψη έλεγε ο Jeremy Bentham πως ‘η σφαίρα της ανταμοιβής είναι το τελευταίο άσυλο όπου οχυρώνεται η αυθαίρετη εξουσία’.
Εάν οι λέξεις έχουν ακόμη ένα νόημα, σε αυτή την εποχή όπου ήδη το νόημα φαίνεται να έχει χάσει κάθε λέξη, η έννοια του αμείωτου θα έπρεπε να σχεδιάσει τη κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη δικαιοσύνη, τη συνεχιζόμενη για πάνω από τρεις δεκαετίες απόστασης των ανεπίλυτων ποινικών διώξεων, των ισοβίων, των εξορίστων, των ukaze ενάντια στο λόγο των πρώην μαχητών του τότε. Αμείωτη είναι η δικαστική μνήμη που μετά από πολλές δεκαετίες βάζει πάνω απ την ποινική λήθη τη λήθη των κοινωνικών γεγονότων και από την ιστορική μνήμη τη δικαστική μνήμη.

‘Τα τελευταία δέκα χρόνια η Ιταλία βίωσε την πιο ριζική
μεταμόρφωση κοινωνικο-οικονομική μετά τον δεύτερο παγκόσμιο
πόλεμο και είχαν αλλάξει τόσο τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα
των αγώνων από τους οποίους γεννήθηκαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες, όσο και οι όροι
της επαναστατικής μας στρατηγικής. Το να λάβουμε γνώση αυτών
των μετασχηματισμών ήταν ιστορική ανάγκη που είχε αξία για μένα,
και για όσους επιθυμούσαν να αναρωτηθούν με σοβαρότητα για τη
σημασία όλων αυτών που συνέβησαν. Σε εκείνο το σημείο η λέξη
‘ανένδοτος’ , ‘αμετανόητος’, ΄΄αδιάλλακτος» δεν υπονοούσε καμία κοινωνική πραγμα-
τικότητα. Σε ποιο πράγμα θα έπρεπε να είμαστε ‘μειωμένοι’ ;
Σύμφωνα με την εξουσία, στην διάσταση[απόψεων], στο διαχωρισμό : με την έννοια πως
όποιος δεν ήταν αδδιάλακτος, δεν ήταν παρά ένας που διαχώριζε τη θέση του,
δήλωνε διάσταση !’.

Renato Curcio (σε συνέντευξη από τον Mario Scialoja), A viso aperto, Mondadori 1993, p. 209
Με ξεσκέπαστο πρόσωπο.

‘Η αναίρεση είναι σαν μια μακρινή ηχώ, μια κουβέντα που ξαναρχίζει πάντα από το ίδιο σημείο, ένα βουητό δίχως τέλος.
Κρύβει, δεν αποκαλύπτει. Θα πω κάτι που θα ήθελε να προκαλέσει εκείνους της γενιάς μου. Εκείνο που συνέβει στα
χρόνια του Εβδομήντα είναι δικιά μας δουλειά, δεν μπορείς να το παρακάμψεις. Αυτοί που διαχώρησαν παρακάμπτουν.
Ενώ θα είχε γίνει δυνατό – δύσκολο αλλά πιθανό – να κάνουμε όλοι μαζί ένα διαλογισμό αληθινό, να συλλογιστούμε πλήρως,
δίχως αντικατοπτρισμούς και αφαιρέσεις, δηλώνοντας το τέλος. Διότι το σχέδιο είχε αποτύχει πραγματικά, αυτό ήταν ξεκάθαρο,
ακόμη και σ’ αυτούς που συνέχιζαν μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά. […] Να κάνουμε αυτή τη δημόσια συζήτηση στα
σοβαρά και πέρα ως πέρα σήμαινε να αναλάβουμε τις πολιτικές ευθύνες μας για όλα, την ώρα που τα κλείναμε όλα. Πόσοι
ήταν διατεθειμένοι να το κάνουν ; Ανάμεσά μας και έξω από εμάς ; Μόλις θα φτάναμε σε μια σοβαρή κουβέντα ακόμη και στον
τρόπο με τον οποίο έγινε η αντίδραση στο φαινόμενο εΤ και πολεμήθηκε, εκείνοι που δεν θέλουν να κάνουν το λογαριασμό
με εκείνα τα χρόνια, θα είχαν καρφώσει τη συζήτηση με τα συνηθισμένα ψευτο μυστήρια που χρειάζονται για να εμποδίσουν να
συζητηθεί το θέμα. Θα είχαν κάνει και θα είχαν πει τα πάντα εναντίον μας – στην ήττα, μας θυμίζει τη σχολή των κυνικών, όποιος
χάνει όχι μόνο χάνει, πρέπει και να διαγραφεί, να παραμορφωθεί, να εκμηδενιστεί’.
Mario Moretti (σε συνέντευξη από τις Rossana Rossanda και Carla Mosca), Brigate rosse, una storia italiana, Abanasi 1° έκδοση 1994, σελίδες, 252 e 254

‘Βρισκόμαστε στη λατρεία των πληροφοριοδοτών, [της ρουφιανιάς] στην αγιοποίηση των συνεργατών της δικαιοσύνης. Και εν μέρη είναι λάθος δικό μου. Θα σας ομολογήσω κάτι : κάθε βράδυ απαγγέλω μια πράξη στεναχώριας στο να έχω συμβάλλει, στα χρόνια του Εβδομήντα, στη διάχυση αυτού του τρόπου να επιτελείς δικαιοσύνη […]
Ξέρετε, σκέφτομαι να παρουσιάσω ένα σχέδιο νόμου για να αλλάξουν τα πράγματα : παίρνω τους κανόνες της Inquisizione di Torquemada [Ιερά Εξέταση – Ανάκριση του Torquemada]
και τους μεταφράζω σε σύγχρονα ιταλικά. Υπάρχουν περισσότερες εγγυήσεις εκεί παρά στη δική μας ποινική δικονομία’.

Francesco Cossiga, υπουργός εσωτερικών, εφημερίδα La Stampa, 19 απριλίου 1995

Τι θα πει αδιάλλακτος ;
Η πρώτη έννοια που μας προτείνει η Tobagi στο άρθρο της και περιλαμβάνεται στο λεξικό online της Treccani είναι ‘Που δεν μπορεί να μειωθεί, δηλαδή να μικρύνει, να περιοριστεί, να έλθει σε απλούστερη μορφή’.
Για να είμαστε ξεκάθαροι : αμείωτος σημαίνει κάποιος ‘που δεν μπορεί να αναχθεί’, που δηλαδή δεν είναι δυνατόν ή δεν αφήνει να αλλαχθεί το μέγεθός του, που δεν απλοποιείται, που δεν πτωχοποιείται κλπ. Και καθότι οι λέξεις έχουν σημασία μοναχά όταν βρίσκονται στο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν για να δώσουν ορισμό, στη φυλακή αμείωτος είναι εκείνος που δεν αφήνει να καμφθεί από την τιμωρητική πειθαρχία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, είναι αυτός που αντιστέκεται και διαφωνεί και αντιτίθεται στην προσπάθεια μείωσης, της προσαρμογής και μορφοποίησης στις κυρίαρχες αξίες, έγκρισης του προτύπου, με τον πλούτο της δικιάς του εμπειρίας, της ιστορίας από την οποία προέρχεται. Σε αυτό το περιβάλλον αμείωτος είναι συνώνυμο της πολυπλοκότητας, επέκτασης, πολλαπλότητας, διαστρωμάτωσης.
Αμείωτος είσαι όταν θέλουν να σου επιβάλλουν μια φόρμα και εσύ αντιτίθεσαι διότι εμπεριέχεις χίλιες άλλες. Όχι από λάθος η Benedetta Tobagi για να αμφισβητήσει κάτι τέτοιο είναι αναγκασμένη να ορίσει σαν αμείωτο αυτόν που ‘δεν καταθέτει το ιδεολογικό οπλοστάσιο για να αναγνωρισθεί στις αρχές του συναγματικού Κράτους’, σαν το συναγματικό Κράτος – σύμφωνα με εκείνους που έχουν τα θεωρητικά αξιώματα – δύναται να συμφιλιωθεί με το αντίθετό του, μια απόλυτη ηθική με την οποία όλοι πρέπει να συμμορφωθούν, όπου δεν υπάρχει κοινωνικός ή δημόσιος χώρος αυτόνομος και ξεχωριστός από τον κρατικό χώρο και έτσι όλο αυτό που είναι αυτονομία, πόσο μάλλον κριτική, μετατρέπεται αμέσως σε μορφή ανατρεπτική αυτής που θεωρείται η θεσμική ηθική.
Από αμείωτους είναι γεμάτη η ιστορία, σκεφτείται τον Γαλιλαίο και τον Giordano Bruno.

‘Η ιστορία, το έχουμε ξαναπεί, είναι πάντα εκείνη που διηγούνται οι νικητές. Θα έπρεπε να προσθέσουμε και να ορίσουμε πως οι συγγραφείς της συχνά προσλαμβάνονται από τους χαμένους ή τους αποστάτες, οι οποίοι με αυτό τον τρόπο μετατρέπονται σε ανθρώπους ηττημένους. Φαίνεται πς το μάθημα που μας δίνει ο ηττημένος άνθρωπος βρίσκεται στη βάση της μνήμης μας. Και σήμερα, από πολλές απόψεις, είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια κατάσταση θεμελιακή, ανάλογη με εκείνη των πρώτων αιώνων των καιρών μας. Την ιστορία των αιρετικών για παράδειγμα, μας τη διηγήθηκαν κυρίως οι μεγάλοι τους αντίπαλοι, οι αιρεσιολόγοι, και στην οπτική τους βασίστηκε η ορθοδοξία. Πρέπει όμως να θυμήσουμε πως το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αιρεσιολόγων ήταν πρώην αιρετικοί ή παγανιστές μετανιωμένοι όπως ο πρώην μανιχαίος άγιος Αυγουστίνος, που έτσι έγινε πανίσχυρος επίσκοπος Καρχηδόνας, ή ο πρώην παγανιστής Άγιος Ειρηναίος επίσκοπος της Λυών, συγγραφέας ενός κειμένου – Ενάντια στις αιρέσεις – τεράστιας σπουδαιότητας για την ιστορία της χριστιανικής ορθοδοξίας. Μπορούμε να θυμήσουμε τον εβραίο ιστορικό Flavio Giuseppe. Αυτός και οι σύντροφοί του έμειναν περικυκλωμένοι από τους ρωμαίους και αποφάσισαν ν’ αυτοκτονήσουν για να μη παραδοθούν στον εχθρό. Τελευταίος έμεινε ο Ιωσήφ, άλλαξε γνώμη, πέρασε απ’ τη μεριά των ρωμαίων και ξεκίνησε να γράφει την ιστορία των εβραίων…για τους ρωμαίους, του συμπεριφέρθηκε άψογα ο αυτοκράτωρ Βεσπασιανός και του προστέθηκε το όνομα Φλάβιος’.

Vincenzo Guagliardo, Dei dolori e delle pene, Sensibili alle foglie 1997, p. 89

Να κάνουμε το λογαριασμό ;

Γράφει η Benedetta Tobagi πως ένα χαρακτηριστικό του αμείωτου είναι πως δεν μπορεί να κλείσει το λογαριασμό με το παρελθόν του.
Τι θα πει όμως να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας ; ‘να κάνουμε τον λογαριασμό’ ; ένας γερμανός νομικός, ο Helmut Quaritsch (Giustizia politica, Giuffré 1995) το εξηγεί μέσες άκρες με αυτό τον τρόπο :
‘νΑ ΚΆΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΌ’ ΣΗΜΑΊΝΕΙ, γίνεται κατανοητό σαν έκφραση που περιέχει μέσα της την έννοια της επεξεργασίας και της υπέρβασης του παρελθόντος. Διαδικασία όχι τελική, εκεί όπου είναι δεμένη με το πρόβλημα της ιστορικής έρευνας, της συνειδητοποίησης της μνήμης, όμως και κλείσιμο εκεί όπου η νομική σκέψη διαμορφώνει την παρουσία ενός τυπικού στοιχείου απόφασης και διαδικασίας υπέρβασης του παρελθόντος που εκφράζεται στις αποφάσεις μα και στις αμνηστίες’.

συνεχίζεται/1

Per farla finita con l’ideologia giustizialista 1/continua
Posted on febbraio 20, 2013
di Paolo Persichetti

Libri dal carcere e dall’esilio

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s