θεωρία, teoria · οικονομία, economia

Για την ελληνική εφεύρεση της λέξης ‘Οικονομία’

economia[4]Sull’invenzione greca della parola ‘Economia’
di Clément Homs
Για την ελληνική εφεύρεση της λέξης ‘Οικονομία’

fonte: SORTIR DE L’ECONOMIE

Στη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων του V αιώνος προ Χριστού, στην αρχαία Ελλάδα, γεννιέται ένα νέο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό είδος που στη διάρκεια του επόμενου αιώνα θα δει τον πολλαπλασιασμό έργων που μιλούν για τον τρόπο διαχείρισης μια μεγάλη κληρονομιά αγροτική και γεωργική : πρόκειται για την εφεύρεση της οικονομικής βιβλιογραφίας. Η λέξη οικονομία εμφανίζεται για πρώτη φορά, γύρω στο 380 προ Χριστού, σε ένα κείμενο του Αθηναίου Ξενοφώντα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την εμφάνιση αυτών των συγγραμμάτων παρά μόνο βασιζόμενοι επάνω στις συγκεκριμένες πρακτικές που προηγήθηκαν.Είναι γύρω στο τέλος του V αιώνα, με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξεκινά να απογειώνεται το εμπόριο και η χρηματική αποτίμηση, και η ξαφνική έκρηξη αυτού του οικονομικού φαινομένου είναι συνδεδεμένη στις σημαντικές μετατροπές που εμφανίζονται στο στρατιωτικό πεδίο : το μοντέλο του πολίτη-στρατιώτη, που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν από τις πόλεις και τα βασίλεια, παραχωρεί τη θέση του στο πρότυπο του μισθοφόρου. Τα πρόσωπα πουλούν σώματα και δραστηριότητες σε αντάλλαγμα χρήματος. Αυτά τα πρόσωπα στη συνέχεια θα πάνε να καταναλώσουν το χρήμα – που είναι ο σκοπός αυτών των δραστηριοτήτων – αγοράζοντας προϊόντα, και με αυτό τον τρόπο συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εμπορευματοποίησης και της νομισματοποίησης της παραγωγής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή περιορίζονταν σε αυτό-κατανάλωση σαν βάση της ζωής, στην οποία η εμπορική ανταλλαγή ήταν μόνο συμπληρωματική. Επίσης, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος, στο τέλος του IV αιώνα, νικάει τους Πέρσες, χρησιμοποιεί τον θησαυρό των ηττημένων για να ‘προσλάβει’ μεγάλες μάζες μισθοφόρων που θα επηρεάσουν με την ξεχωριστή τους κατανάλωση από κάθε παραγωγική δραστηριότητα.

Ξενοφών ο Αθηναίος, όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, είναι ένας μεγάλος ξεπεσμένος αριστοκρατικός, που μετατρέπεται σε έναν απλό στρατιώτη μισθοφόρο και που, με αυτό τον τρόπο, κάνει την τύχη του, καταφέρνοντας να επιτρέψει στον εαυτό του, προς το τέλος της ζωής του, να γίνει μεγάλος ιδιοκτήτης γης, αγοράζοντας εκτάσεις κοντά στην Ολυμπία. Στο πρώτο του πόνημα, που πήρε τον τίτλο ‘Οικονομικό’, στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος ‘οικονομία’, ο Ξενοφών μας μιλά για την εμπειρία του, σε σχέση με την ιδιοκτησία του στη Σιλούντα, εμπειρία που θέλει να μοιραστεί με τους άλλους μεγάλους ιδιοκτήτες γης, παρουσιάζοντας την ιδέα του για την εκμετάλλευση της γης. Αυτός, ο αριστοκράτης που καταστράφηκε και ανάκτησε μια νομισματική περιουσία που χρησιμοποιεί για την καινούργια του ιδιοκτησία. Το βιβλίο παρουσιάζεται σαν μια συνθήκη, ένα πόνημα πάνω στην γεωργία από το οποίο προκύπτει πώς αυτή μπορεί να καταστεί κερδοφόρα, επιτρέποντας του να ανακτήσει την τύχη του και την προηγούμενη κοινωνική του κατάσταση, μόνο εάν ο ιδιοκτήτης ασχολείται με την διαχείριση και καταφέρει να κυβερνήσει τη γυναίκα του, τους δούλους του και τον παράγοντα του. Όλο ένα πρόγραμμα. Ο συγγραφέας μας μεταφέρει μια συζήτηση φανταστική με έναν κτηματία, τον Ισόμαχο, ο οποίος διηγείται πως κανονίζει economia DomesticFrieze[6]για την παραγωγή και πως προμηθεύει κατά το πλείστον την αγορά. Πράγματι, ο Ξενοφών ασκεί γεωργία όσο το δυνατόν περισσότερο προσανατολισμένη στην εμπορία, και όχι μοναχά στην οικογενειακή αυτό κατανάλωση έτσι όπως αντιθέτως είναι συνήθεια στις γεωργικές δομές [μόνο το 15% ανταλλάσονταν, συνήθως, το υπόλοιπο προορίζονταν στην αυτό κατανάλωση ]. Για να αυξήσουν τη δυνατότητα εμπορίου των ιδιοκτησιών τους, προτείνει στο πόνημα του αυτό που για εκείνον λειτούργησε : τον συνδυασμό πολυκαλλιέργειας και εκτροφής-αναπαραγωγής αλόγων και βοοειδών. Εμπνεύστηκε, γι αυτό, από τους περσικούς ‘παραδείσους’ που είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει στην Μικρά Ασία : μοντέλα αγροτικής εκμετάλλευσης που είχαν αντιμετωπίσει ολότελα την εμπορία και που ήταν παραθεριστικές κατοικίες για την περσική αριστοκρατία, πέρα από το να είναι χώροι για το κυνήγι.

Έτσι, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος ‘οικονομία’, η έννοια που αποδίδεται στη λέξη είναι εκείνη της διαχείρισης του οίκου, δηλαδή της μεγάλης γεωργικής ιδιοκτησίας που το αφεντικό πρέπει να αποκτήσει και να διαχειριστεί. Υπάρχει ένα δεύτερο πόνημα με τον ίδιο τίτλο, Το οικονομικό, γραμμένο από τη Σχολή του Αριστοτέλη, που τίθεται στην ίδια γραμμή με εκείνο του Ξενοφώντα, που αντανακλά επίσης τη διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και οικονομία, και αυτό επίσης ένα εγχειρίδιο καλής διαχείρισης για ιδιοκτήτη μεγάλης έκτασης.
Στη διάρκεια του ΙV αιώνα, η λέξη ‘οικονομία’ χάνει γρήγορα την σημασία που της έχει αποδοθεί από τα εγχειρίδια για τους γεωργικούς διαχειριστές των περιουσιών της ελληνικής αριστοκρατίας, και ξεκινά να γνωρίζει μια επέκταση της σημασίας της στην δημόσια περιουσία, που αναφέρεται στις περιοχές των βασιλείων και εκείνων των πόλεων. Λαμβάνει χώρα κατά κάποιο τρόπο, μάλλον χρόνο, η εφεύρεση της πολιτικής οικονομίας. Η στιγμή κατά την οποία η πολιτική γίνεται οικονομία και η οικονομία γίνεται πολιτική. Θα είναι ο ίδιος ο Ξενοφών που, επιστρέφοντας στην Αθήνα το 335 προ Χριστού, βλέπει τον θησαυρό της αγαπημένης του πόλης υπερφορτωμένο από τον Συμμαχικό Πόλεμο, από τον οποίο η Αθήνα βγαίνει, και αποφασίζει να γράψει ένα δεύτερο πόνημα οικονομίας, τους ‘Πόρους’ [τα ‘έσοδα’], με σκοπό να επιρρεάσει έναν πολιτικό άνδρα που κατά την γνώμη του πρόκειται να φτάσει στην εξουσία, τον Εύβουλο. Σαν να λέμε, μπροστά από την εξουσία, ο Ξενοφών είναι με κάποιο τρόπο ένα είδος Serge Latouche της εποχής : ο αιώνιος πωλητής από σαλάτες στους πάγκους των ‘πολιτικών προγραμμάτων’ που έχουν κρυώσει με αυτόματες ρίψεις υδρατμών.

Σε αυτό το νέο πόνημα, οι λύσεις που προτείνονται για να μπουν ξανά σε τάξη τα αθηναϊκά οικονομικά συνοψίζονται κάπως έτσι : στην θαλασσοκρατική αυτοκρατορία της Αθήνας, που βρίσκεται πλέον σε κομμάτια εξ αιτίας του πολέμου, θα πρέπει να αντικατασταθεί ένα σύστημα συνεπές και ορθολογικό οικονομικών σχέσεων. Παρακολουθούμε έτσι το ντεμπούτο στη σκηνή της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας, που εμφανίζεται στην πληρότητα της συνδεδεμένη με την μεταφορά της στην εξουσία. Για να ισορροπήσουν τις εισαγωγές, απαραίτητες για τον ανεφοδιασμό της πόλης [300.000 άτομα], πρέπει σύμφωνα με τον πρωτο-τεχνοκράτη μας, με τρόπο τελείως πρωτο-colbertista [από τον Jean-Baptiste Colbert], να αναπτυχθούν οι εξαγωγές [μάρμαρα, μεταλλεύματα ασημιού] χάρη σε ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της πόλης, ήτοι την κεντρική θέση του λιμανιού της, του Πειραιά. Ζητείται λοιπόν από τους πολιτικούς άνδρες που βρίσκονται μέσα στα πράγματα να θέσουν σε πράξη τρεις καινοτομίες, για να προμηθεύσουν την πόλη με τα απαραίτητα έσοδα για τις δαπάνες της :
-πρέπει να τραβήξουν προς τον Πειραιά με ελκυστικά μέτρα, τους δημιουργούς νομισματικού πλούτου, δηλαδή τους ‘μέτοικους’, τους ξένους, διότι, όσοι περισσότεροι έλθουν, τόσοι περισσότεροι φόροι επί των ξένων κατοίκων θα παρέχουν έσοδα στην πόλη,
-πρέπει επίσης να ενταθεί και να ορθολογισθεί η εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου, με σκοπό την αύξηση των εξαγωγών : παρακολουθούμε έτσι επίσης στο ντεμπούτο της ‘εθνικοποίησης’ : η πόλη πρέπει να καταστεί ιδιοκτήτης της δουλικής εργατικής δύναμης που είναι απαραίτητη και θα παρείχε σημαντικά τακτικά έσοδα. Let’s Dance!!!

Αυτή η επέκταση της έννοιας της λέξης ‘οικονομία’, από την μεγάλη ιδιοκτησία γης της αριστοκρατίας που εμπορικοποιείται προς τα δημόσια οικονομικά της πόλης ή του βασιλείου, βρίσκεται και σε ένα άλλο πόνημα : το κείμενο του Ψευδο Αριστοτέλη, ‘Τα Οικονομικά’, που γράφτηκε γύρω στο 340 πΧ. Εδώ έχουμε το πρώτο εγχειρίδιο που προορίζεται όχι για μια πόλη, αλλά για βασίλειο, και ιδιαίτερα για την διαχείρηση ενός τμήματος [η σατραπία που διοικείται από σατράπη και η διαχείρηση του, ένα είδος περιφερειακής κυβέρνησης] του βασιλείου των Σελευκιδών, όπου μαθαίνουνε πως να εφαρμόζουν χρηματικούς φόρους, πως να εξασφαλίζουν μεγάλα έσοδα από τις αγροτικές περιουσίες και από τις εξορυκτικές εγκαταστάσεις, όπως και τις βιοτεχνικές, του βασιλείου, πως να εξασφαλίζουν χρηματικά πλούτη, και θα ληφθεί ξανά σε όλα και για όλα το 1616, στη Συνθήκη πολιτικής οικονομίας του Antoine de Montchrétien, στην οποία αυτός ο συγραφφέας ορίζει την λέξη ‘οικονομία’ σαν το μέσο για την αύξηση του πλούτου του ηγεμόνα μαζί με την ποσότητα πολύτιμων μετάλλων που αυτός κατέχει. Τον XVIII αιώνα, τον μεγάλο αιώνα που θέτει σε γραπτό την οικονομική επιστήμη, θα οριστεί η οικονομία με τον ίδιο τρόπο, χρηματιστικά, σαν την ‘επιστήμη του πλούτου’. Η οικονομία είναι μια τέχνη, δηλαδή, με ετυμολογική έννοια, μια ‘τέχνη’, μια ‘γνώση’ – ‘γνωρίζω να κάνω’ – με σκοπό να αποκτήσω ‘πλούτους’ που μειώνονται σε χρηματικούς πλούτους, στην παραγωγή τους και συσσώρευση τους στα θησαυροφυλάκια, εν συντομία όλο αυτό που έχει να κάνει με θέματα χρημάτων, το εμπόριο και την επιχείρηση. Η οικονομία δεν είναι, για τη σημερινή μας μέρα, ‘το σύνολο των μέσων και των συνθηκών παραγωγής, κατανάλωσης και ανταλλαγής’, όπως θα θέλαμε να πιστέψουμε, μειώνοντας με ένα τέτοιο ορισμό την οικονομία σε σύστημα όπου απαντούμε, μηχανικά και φυσικά’, ‘παραγωγή’, ‘κατανάλωση’ και ‘ανταλλαγή’, σαν να ήταν τα κορδόνια που πρέπει να τραβήξουμε για να σηκωθούμε από την γη, αντί να είναι η επιστήμη που προσπαθεί να απαντήσει στην ερώτηση : ‘πως θα βγάλουμε περισσότερα χρήματα ;’

Διότι στον σημερινό ορισμό, [σαν ‘σύνολο γεγονότων που έχουν σχέση με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση του πλούτου σε μια συλλογικότητα’, από το λεξικό Le Petit Robert) ανακαλύπτουμε ξανά τη γεννετήσια έννοια της λέξης οικονομία, σαν ‘τη γνώση του τι να κάνεις’ για την παραγωγή χρήματος, για να δώσεις με καλύτερο, φυσικότερο και αποδοτικότερο τρόπο τον σύγχρονο ορισμό, σαν με το έτσι θέλω και σε όλους τους καιρούς, σε όλους τους τόπους και δίχως εξαιρέσεις, η ‘παραγωγή, η ‘διανομή’, [ συμπεριλαμβανομένης των εμπορικών συναλλαγών για τα απαραίτητα] και η ‘κατανάλωση’, δεν ήταν άλλο από τα ξεχωριστά στοιχεία ενός μοναδικού συνόλου που θα σχημάτιζε το φυσικό και trans- ιστορικό σύστημα της ‘οικονομίας’.
Για να αντιληφθούμε την τερατώδη κατασκευή αυτής της γενικευμένης αποκατάστασης, πρέπει να πάμε να δούμε πως, σαν στους καιρούς των Jacques Attali των αρχαίων χρόνων, οι πρώτοι οικονομιστές του XVII και XVIII αιώνα είναι κυρίως υψηλόβαθμοι Κρατικοί αξιωματούχοι που προσπαθούν να αυξήσουν τα έσοδα του βασιλείου και να βελτιστοποιήσουν τα έξοδα. Η έννοια της ‘οικονομίας’ που επανεμφανίζεται στην μοντέρνα εποχή προέρχεται απευθείας από τη σημασία που είχε στην αρχαία Ελλάδα.
Ο άνδρας του Κράτους Adam Smith, επηρεασμένος από τις ιδέες μιας ‘φυσικής τάξης’ που εμπλέκονται στην εποχή του, προτείνει τη δική του προσωπική λύση, [στο βιβλίο του, με τίτλο δίχως ασάφειες, ‘Ο Πλούτος των Εθνών’] : να ανακαλύψουμε τους ‘οικονομικούς νόμους’ αυτής που είναι μια φυσική τάξη για να τους ενσωματώσουμε σε μια λύση που διασφαλίζει τον μεγαλύτερο αριθμό δυνατών εσόδων για το Κράτος. Η λύση του είναι εκείνη που, εάν το Κράτος ευνοήσει και προωθήσει ‘αγορά που αυτοπροσαρμόζεται’, όπου το κάθε άτομο επιδιώκει το εγωϊστικό του συμφέρον, θα δημιουργηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός πλούτος, και έτσι ο όγκος των φορολογικών εισφορών θα καταστεί αυξημένος.
Ο ‘οικονομικός φιλελευθερισμός’, στη σμιθική του μορφή, είναι αφιερωμένος στην ατέλειωτη αύξηση των οργανικών μέσων-εργαλείων του Κράτους. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, έτσι όπως ο δικός μας σύγχρονος αντί-φιλελευθερισμός τυπικά γαλλικός, είναι οι δύο δυνατές μορφές της ίδιας λατρείας για το Κράτος και της ζωής οργανωμένης από την Αγορά [οργανωμένης ή αυτό-οργανωμένης]. Μια φορά που αυτή η οικονομία, σαν αληθινός και καινούργιος τρόπος ζωής, μπήκε για τα καλά στις ζωές μας, [στο τέλος των τριών αιώνων ‘εκσυγχρονισμού’ του Βόρειου ημισφαιρίου, και ενός ακόμη αιώνα για να ‘αναπτύξει’ το Νότιο ημισφαίριο] δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να διατηρήσει τον παλαιό ελληνικό ορισμό του όρου ‘οικονομία’. όλες οι ζωές μας πλέον είναι ήδη ‘οικονομικές ζωές’. Στις στερεές βάσεις του αρχαίου ορισμού που αναδιάρθρωσε ολοκληρωτικά τον κόσμο στη διάρκεια των αιώνων, η επιχείρηση να φυσικοποιήσουμε την οικονομία επέτρεψε τον σύγχρονο ορισμό : ‘σύνολο γεγονότων που έχουν σχέση με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση του πλούτου σε μια συλλογικότητα’.Η ζωντανή δραστηριότητα των ατόμων μας μιλά για την ιδεολογική προπαγάνδα, έτσι όπως η προπαγάνδα των γεγονότων εκφράζει σήμερα σε κάθε στιγμή την καθημερινότητας μας, και για την κατανομή της σε ‘παραγωγή’, ‘διανομή’ και ‘κατανάλωση’. Και οι πραγματικές κατηγορίες που έχουν δώσει ζωή σε αυτό το μοντέλο ζωής έχουν πλέον μεταφερθεί σε όλο το σύνολο του πλανήτη, έτσι όπως και στην ιστορία που πέρασε. Ad nauseam. Μέχρι κορεσμού. [μέχρι αηδίας].

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s