i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Πόσες φορές θα επαναλάβουμε πως ο πλούτος που υπάρχει φτάνει και περισσεύει για πολλές γενιές μετά από μας. ‘Φτάνει λοιπόν,’ φωνάζει ,‘σας τον χαρίζω τον πολιτισμό σας, δεν θα πάρω. Να τον χαίρεστε.’
Ο άνθρωπος ήρθε σε αυτόν εδώ τον θαυμαστό κόσμο για να ζήσει με άλλους, να κάνει παρέες, αρμονικά.
Βιάσαμε τη φύση, βιάζουμε τα παιδιά μας οι αχαίρευτοι ,καταδικάζοντας τα σε ένα αβέβαιο αύριο. Παλεύουμε να αναρριχηθούμε σε μια μοναχική σκάλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Πανηγύριζαν πριν λίγες μέρες στη Καβάλα γιατί λέει παρέλυσε η πόλη τη μέρα της διαμαρτυρίας ενάντια στον λιθάνθρακα ,επειδή κατέβηκαν στο δρόμο δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Μα περισσότεροι από τους μισούς και βάλε ήταν οι μαθητές και οι φοιτητές. Που ήταν ο λαός ; Αν αδιαφορεί ο λαός για τη ζωή του την ίδια χέσε μέσα.
Και μας υποχρεώνουν μετά να υποστούμε τις αποφάσεις και τις επιλογές τους. Από εδώ βγαίνουν οι ‘κοινοβουλευτικές’ πλειοψηφίες .Σας τις επιστρέφουμε.

Κάνει ένα διάλειμμα, πίνουμε λίγο νεράκι και συνεχίζει.

Προσπάθησαν τότε να με απελάσουν γιατί ανακατευόμουν ‘εκεί που δεν με έσπερναν’, λες και το να ασχολείσαι με τα κοινά είναι έγκλημα, οι κινητοποιήσεις το απέτρεψαν.

Με συνέλαβε η αστυνομία στο σπίτι της κοπέλας μου ένα πρωινό για φθορές στη σχολή στο τέλος διαμαρτυρίας που είχε προηγηθεί και εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία των μαθημάτων και των εξετάσεων. Βέβαια δεν υπολόγισαν πως την ώρα των επεισοδίων μαζί με άλλους φοιτητές έχοντας την συγκατάθεση καθηγητών και του κοσμήτορα της σχολής καλούμε τους φοιτητές να αποχωρήσουν από την σχολή και να παραβρεθούν στα δικαστήρια της πόλης συμπαραστεκόμενοι σε συντρόφους μας που δικάζονται για επεισόδια που έχουν δημιουργηθεί στο φοιτητικό εστιατόριο την προηγούμενη χρονιά . Δεν διακόψαμε τίποτα ,απλά ενημερώσαμε , μοιράσαμε φυλλάδια και ζητήσαμε συμπαράσταση σε άλλο όροφο από αυτόν στον οποίο γίνονται τα επεισόδια. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι σύσσωμοι κατέθεσαν ,μάρτυρες υπεράσπισης. Γίνεται αντιληπτό πως η σύλληψη έγινε αυτεπάγγελτα, δίχως μαρτυρικές καταθέσεις, αναπάντεχα.

Έμεινα στις Murate δέκα μέρες, η δίκη έγινε πολύ γρήγορα, με απάλλαξαν. Ήρθαν να τσιμπήσουν εμένα διότι σε περίπτωση καταδίκης θα ήταν πολύ εύκολο να με εκδώσουν αμέσως μετά, ατύχησαν. Χίλιοι σύντροφοι κοντά με σήκωσαν στην αγκαλιά τους και τραγούδησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου ενθουσιασμένοι.
Μuro στα Ιταλικά σημαίνει τοίχος. Άγρια φυλακή, κτίσμα μεσαιωνικό, στην καρδιά της ιστορικής, λαϊκής και αριστερής συνοικίας του Άγιου Σταυρού.Santa croce. Ήταν φοβερά εκεί μέσα ,πρώτη φορά εγκλεισμός. Μου συμπαραστάθηκαν αφάνταστα. Είχε ήδη κάποιους πολιτικούς κρατούμενους, αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν εκεί μέσα σύντροφοι των Οπλισμένων Προλεταριακών Κυττάρων, NAP, που είχαν συλληφθεί καιρό πριν κατά τη διάρκεια ένοπλης ληστείας στην οποία έχασαν και ένα compagno όταν ανταλλάχτηκαν πυρά με την αστυνομία. Μου λέει πως τον είχαν όλη μέρα υπό την προστασία τους.

Στο κελί βρίσκονταν με ποινικούς. Υπήρχε γενικά ταξική αλληλεγγύη και οι άγραφοι κανόνες εναντίον βιαστών και ρουφιάνων. Μάλιστα την πρώτη μέρα κιόλας έπεσε πάνω στην τιμωρία ενός από αυτούς, αμέσως με την άφιξή του, πριν ακόμη προλάβει να εγκλιματιστεί. Τα νέα βλέπετε ταξιδεύουν γρηγορότερα. Τον στρίμωξαν σε μια από τις γέφυρες που ένωναν τον δεύτερο όροφο και τον έκαναν τόπι στο ξύλο καμιά εικοσαριά πριν καταφέρεις να πεις κύμινο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που καλά-καλά ούτε ο ίδιος δεν θα κατάλαβε τι έγινε. Σωριάστηκε λιπόθυμος για να τον περιμαζέψουν οι δεσμοφύλακες.

Στην τεράστια πλατεία με το όνομα της πανέμορφης αχανούς εκκλησίας του Αγίου Σταυρού, που για πολλά χρόνια απετέλεσε το στέκι μας, περάσαμε ατέλειωτα απογευματόβραδα παρέα με κρασάκι και κουβέντα, στα σκαλιά καθισμένοι της εκκλησίας. Συχνά καταφεύγαμε στη ζεστούλα της pizzeria ,στην αριστερή πλευρά της πλατείας, το χειμώνα κυρίως όταν το κρύο γίνονταν τσουχτερό. Στην ανοικτωσιά της δώσαμε πολλά ποδοσφαιρικά ντέρμπι τα καλοκαιρινά βράδια. Και μια μεγάλη κατάληψη για να κοιμίζουμε συντρόφους και να βρισκόμαστε γενικότερα, να στεγάζουμε τις εκδηλώσεις μας ,και διάφορες ομάδες, πολιτιστικές και άλλες έλαβε χώρα σε έναν τεράστιο χώρο από χρόνια παρατημένο ,αλλά σε καλή κατάσταση στην πίσω πλευρά του κτιρίου στο ισόγειο του οποίου στεγάζονταν η πιτσερία. Borgo la Croce.Ένα δρομάκι πιο πίσω ο Άρνο, το όμορφο ποτάμι της πόλης με τις πανέμορφες γέφυρες. Πολύ κοντά η σπουδαιότερη και ωραιότερη, η Γριά Γέφυρα, Ponte Vecchio, που ένωνε το παλάτι των Μεδίκων με τα Κάστρα ψηλά στους λόφους, την Fortezza. Η οροφή και όλη η γέφυρα γενικά ήταν κτισμένη για να κρύβει από τα μάτια του λαού το πήγαινε και έλα των ευγενών που στα δύσκολα έβρισκαν καταφύγιο από τα παλάτια στα οχυρωμένα υψώματα χωρίς να χρειάζεται να διασχίσουν τους δρόμους και ανοχύρωτα περάσματα. Η κτισμένη λοιπόν γέφυρα είναι πλέον γεμάτη μαγαζιά λαϊκής τέχνης αλλά κυρίως χρυσοχοεία ,γεμάτα τουρίστες όλες τις εποχές του χρόνου, όπως και όλη η πόλη γενικότερα.

Εξασφαλίζονταν λοιπόν τα περασμένα χρόνια από αυτήν ακριβώς την πανέμορφη γέφυρα η διαφυγή των αρχόντων σε περίπτωση κινδύνου, μακριά από τα ξίφη ή τα πυροβόλα των ανεπιθύμητων και των εχθρών τους.
Το σπίτι που έζησα μου λέει τις τελευταίες περίοδες της Φλωρεντινής μου ζωής ήταν εκεί κοντά, πίσω ακριβώς από το κυβερνείο της πόλης, τα πάλαι ποτέ ανάκτορα των Μεδίκων, και την Βιβλιοθήκη Πινακοθήκη, Μουσείο της πόλης. Στην Οδό λοιπόν της ‘Ταβέρνας του Γαντιού’ όπως ονομάζεται ο δρόμος ‘Via Osteria del Guanto.’ Γάντι λένε το …προφυλακτικό. Ήταν λοιπόν ο δρόμος με τα μπουρδέλα παλαιότερα, στα προηγούμενα χρόνια.
Το μοιράστηκα με εξαιρετικούς συντρόφους, όλοι φυλακίστηκαν την περίοδο των διωγμών για πολλά χρόνια. Υπήρξε μια εξαιρετική σχέση ανάμεσά μας, αλληλοεκτίμησης, αφοσίωσης και αγάπης. Χαθήκαμε τελείως πλέον και αυτό σίγουρα με θλίβει. Αναντικατάστατοι. Τους σκέφτομαι συχνά και πάντα με τον καλύτερο τρόπο.
Κάτι γίνεται πλέον με το facebook, να δείτε που θα ξαναβρεθούνε τα ίχνη μας.

Το κίνημα ζούσε την καθημερινότητά του, αποφάσιζε συλλογικά διαδρομές και στόχους, σύμφωνα με τις ανάγκες, αυτόνομα. Δρούσε κοινωνικά. Οι οργανώσεις έπραξαν πιο πολιτικά θα λέγαμε, υπήρχε ιεραρχία και διαχωρισμός δραστηριοτήτων ,και για λόγους ασφαλείας στεγανοποίηση, όχι όμως διαχωρισμός του πολιτικού από το στρατιωτικό. Οι οργανώσεις με λίγα λόγια ήταν κλειστές ομάδες, ο καταμερισμός ευθυνών και υποχρεώσεων ήταν συγκεκριμένος. Στις ομαδοποιήσεις του κινήματος τα πράγματα ήταν πιο ελεύθερα αν και εκεί υπήρχε μεγάλη προφύλαξη, πάντως πιο ευχάριστα. Αυτή η μεγαλύτερη ανεκτικότητα όμως ήταν και το ευάλωτο σημείο τα χρόνια που χρειάστηκε η σκληρή και απόλυτη αμυντική στάση. Στα πέτρινα χρόνια της καταστολής δεν άντεξαν όλοι. Δεν υπήρξε ποτέ η ανάλογη ψυχολογική προετοιμασία και υποδομή των συντρόφων, των συνελεύσεων ,των ομάδων και των περιπόλων, για τις συνθήκες που διαμορφώνονταν ,συνθήκες παρανομίας για πολλούς και ημιπαρανομίας για περισσότερους από αυτούς. Και αυτό, για να υποστηριχτούν ενέργειες και πράξεις που μόλις λίγο καιρό νωρίτερα θεωρούντο κοινά αποδεκτές από μεγάλα κομμάτια λαού, φαινόμενο κοινό, καθημερινότητα θα λέγαμε, μαζικά διαδεδομένες και λαϊκές.

Ονομάστηκε εκείνη η περίοδος ‘τα χρόνια του μολυβιού’, ‘gli anni del piombo.’ Εγώ ,μου λέει, θα τα ονόμαζα ‘τα χρόνια της αμφισβήτησης στην πράξη’, η ουτοπία έγινε πράξη για κάποιο διάστημα, και πιστεύω ακράδαντα ,επιμένει ,πως μια μέρα θα γίνει μόνιμη. Αν μη τι άλλο ,είμαι ευτυχής που το προσπάθησα. Γι αυτούς που επηρέασαν ριζικά και αμετάκλητα την πραγματικότητα ήταν σίγουρα χρόνια μολυβιού .Ανέβασαν το επίπεδο μάχης τόσο όσο δεν αντέχονταν.
Φτάνει πια με την μίρλα ,ξεσπά. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, τα έχει όλα εξηγήσει με σαφήνεια. Οι σύντροφοι,, η κοινωνία θα λέγαμε μάλλον, δεν άντεχε τόσο πολύ πόλεμο, έτσι απλά.
Η κοινωνία δεν το άντεξε, κατ’ επέκταση και οι σύντροφοι, που ήταν κομμάτι αυτής της κοινωνίας.
Υπήρξαν ‘κομμάτια’ ελευθερίας που προφανώς αρκούσαν για το παρόν. Σίγουρα ήταν ‘νησίδες ελευθερίας’, και προφανώς ήταν αρκετές. Οι συνθήκες επέτρεπαν αυτές τις νησίδες, όχι παραπάνω. Είναι βέβαια πολύ εύκολο να το λες τόσα χρόνια μετά, όμως πολλοί το σημείωναν ήδη από τότε. Δεν εισακούστηκαν ,μάταιο να το συζητάμε τώρα. Δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουμε περισσότερο πάνω στο θέμα, γρυλίζει. Κάνει μπάμ πως τον πονά πολύ η όλη κατάσταση.

Έπρεπε να χαμηλώσουν οι τόνοι ξαναλέει. υποχώρηση για όσο χρειαστεί, ανασύνταξη. Στην αναμέτρηση με ένα αντίπαλο άριστα εξοπλισμένο, και το κυριότερο ,που είχε τον τρόπο και τα μέσα να δημιουργεί συναίνεση, έπρεπε να αναθεωρήσουμε τακτικές και στρατηγική, να αντιτάξουμε την εξυπνάδα και την πονηριά μας ,τονίζει. Τελεία και παύλα.
Ηττήθηκαν στη μάχη ,έχασαν τον αγώνα.
Εγκατάλειψη!
Δεν έχω ακούσει τίποτα για τότε, από τότε και από κανένα ,και για κανένα μου λέει.
Νιώθει δύσκολα, φαίνεται.

Πιστέψαμε, παίρνει ξανά τ’ απάνω του, πιστέψαμε πως θα καταφέρναμε ν’ αλλάξουμε τα πράγματα, τη ζωή στην Ιταλία. Ο εαυτός μας ήταν αρκετά αμόλυντος ακόμη, δεν ίσχυε σε κανένα μας αυτό που βλέπουμε σήμερα σε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας και του λαού, η σχεδόν ολοκληρωτική αλλοτρίωση.

Ρενάτο Κούρτσιο!

Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, ,είναι πια 2012, συμπληρώνει : ‘Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘ η ευτυχία θα σας συντρίψει’ .ε λοιπόν ,αυτό ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε.’
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία …,γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος ,όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε λέει δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να είσαι καμιά φορά δειλός, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια ;με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια ,αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει ,φωνάζει ,όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι ,κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά ,αν μ’ εννοείς .Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων ,και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική .Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία ,Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό ,χίλια Βιετνάμ’ .Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα ,και θα ,είναι για τον Παπανδρέου ,λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρη Κλύν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γιάπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μιν ,οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του Κάρλος Μαριγκέλα ,που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης ,όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των Ιρλανδών του IRA.
Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄ όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος ,ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης.. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε ζούγκλα για τους μαχητές ,απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’ ,από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη ,τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής ,που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/#/page/1

 

Πετάγεται πάνω, και αλλάζει για λίγο θέμα. Αναφέρει τώρα κάτι άλλο που τον είχε εντυπωσιάσει ευθύς εξ’ αρχής πάτησε το πόδι του σε εκείνη την πανέμορφη πόλη και χώρα γενικότερα. Την τεράστια διαφορά με την οποία αντιμετώπισαν οι κάτοικοί της την πολιτιστική τους κληρονομιά και ιστορία. Όποιος έχει περπατήσει μια Ιταλική πόλη έστω και για λίγο θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Θα βρει το ιστορικό κέντρο της καθεμιάς από αυτές, και όλες τις τοποθεσίες ,μέχρι και το μικρότερο χωριουδάκι, κυριολεκτικά άθικτα, δίχως να έχουν πειραχτεί. Δίχως παρεμβάσεις. Ότι νεότερο κτίστηκε έγινε με σεβασμό στον περιβάλλοντα χώρο , και πάντα γύρω από το κέντρο. Βλέπεις όλα όπως ήταν, αναπαλαιωμένα. Μέσα ,φυσικά, ξανακτισμένα εκεί που πρέπει, μοντέρνα. Φυσιολογικά. Παρουσιάζεται η εξέλιξη της ιστορίας., αντιλαμβάνεσαι τα χρόνια που περνούν, ότι μεσολάβησε. Όλη η ιστορία του τόπου αναπαραγμένη.
Εδώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, καταστράφηκε η φυσική ροή, οι περίοδες. Με τον νόμο για την αντιπαροχή του ‘60 τέλειωσαν όλα, ισοπεδώθηκε η χώρα Έτσι που δεν είχε κάνει ο μεγάλος πόλεμος. Στο βωμό του εύκολου ,πρόσκαιρου κέρδους που άφησε πίσω του ασχήμια. Τη σύγχρονη ελληνική γύμνια από το παρελθόν της.

Έχουμε ονομάσει ‘εθνάρχη’ τον άνθρωπο που θα έπρεπε να καταδικάσουμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας .Να είναι φυσικά ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Το σωστό όμως να λέγεται. Για να μη μιλήσουμε φυσικά για τις εκλογές ‘βίας και νοθείας’.
Εδώ κάποιοι άλλοι, και γελάμε όλοι μαζί, έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης στον θεωρητικό των άμεσων επεμβάσεων από τους αμερικάνους εκεί που απειλούνται τα συμφέροντά τους, Χένρυ Κίσινγκερ, τον εγκληματία των ‘απείθαρχων’ λαών !
Δεν θα κουραστεί να φωνάζει πως κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν, και πως οι λαοί γράφουν την ιστορία που τους αρμόζει.
Τα παπαγαλάκια κατηγόρησαν το λαό για τα συνθήματα του στην πρώτη μεγαλειώδη μεταπολιτευτική πορεία για το Πολυτεχνείο. Τότε μεγάλα κομμάτια από το πλήθος φώναζαν πως ο λαός θα έπρεπε να ντρέπεται για την επιλογή του να ψηφίσει ξανά για πρωθυπουργό της χώρας τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο.

Πόσα συγχωροχάρτια έχουν χαρίσει στον ‘αρχιερέα της διαπλοκής’ Κ. Μητσοτάκη, τον μεγαλύτερο κωλοτούμπα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, πολιτικό ντριμπλέρ εφάμιλλο του Δεληκάρη. Αυτός ήταν ,προσθέτει, ο υπεύθυνος για την ‘αποστασία’ τα χρόνια που προετοιμάζονταν η έλευση της στρατιωτικής χούντας, ‘64 με ‘65, αν φυσικά θυμάται καλά, τότε μετά τα Ιουλιανά. Κλπ. Αυτοαναγορεύτηκε αθώος τώρα που οι αντίπαλοί του έφυγαν στον άλλο κόσμο και δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Μαθαίνω πάντως λέει πως τον αθωώνει πλήρως άλλο μεγάλο νούμερο, άλλος κασκαντέρ, ο Λεωνίδας Κύρκος.

http://video-morfwsh.blogspot.gr/search/label/%27%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%27-%CE%A6%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE#/page/1

φυλακισμένος κόσμος

Λίγες μέρες αργότερα που ξανασυναντιόμαστε περιγράφει την καθημερινότητά τους.
Πολύ γεμάτη η μέρα, στο χώρο του ο καθένας τα πρωινά, ο φίλος μας στη σχολή του, μαθήματα, σεμινάρια, συζητήσεις με τους συντρόφους, τις ομάδες, συντονισμός δράσεων, κουβέντες με τους συμφοιτητές και άλλα τέτοια.

Τα βράδια στα σπίτια ή στην πλατεία, πολύ μουσική, ρόκ κυρίως αλλά και ιταλική λαϊκή μουσική, ξέρετε , ταραντέλες ας πούμε. Ξαφνικά έγινε η εισβολή της ρέγγε με τον ήρωα και άγιο των Τζαμαϊκανών τον Μπόμπ Μάρλεϊ. Και μιας και υπήρχαν πάντα πολλοί ξένοι φοιτητές από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ακούγονταν και έθνικ μουσικές, προερχόμενες από τις πατρίδες των γνωστών τους. Μπαράκια και τέτοια δεν συνηθίζονταν, άσε που δεν υπήρχαν με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Δύο ντίσκο όλες κι όλες είχε η πόλη, ζήτημα να πάτησε δύο φορές το πόδι του εκεί μέσα. Στα σπίτια λοιπόν και τις πλατείες ,κυρίως Santa Croce αλλά και San Marco με τη σχολή Καλών Τεχνών και μπόλικο πράσινο. Piazza Reppublica και Piazza Signoria με το Δημαρχείο ήταν πιο τουριστικές όπως και η Duomo με τον φανταστικό Καθεδρικό Ναό και το πανύψηλο καμπαναριό από την κορυφή του οποίου η θέα από ψηλά μέσα στην πόλη είναι μαγευτική. Στα καφέ ,όπου είναι ζήτημα να υπάρχει ένα τραπεζάκι ,έτσι για μόστρα ,μιας κι ο Ιταλός πίνει μονορούφι τον καφέ του, στα όρθια για να ξαναγυρίσει αμέσως στις ασχολίες του ,αφού έχει ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον μπάρμαν. Τα ζαχαροπλαστεία βγάζουν τραπεζάκια έξω, γεμίζουν τουρίστες ,και εκεί βλέπεις καθισμένους ανθρώπους. Συνήθως είναι ακριβούτσικα, όπου βλέπεις τουρίστες είναι ακριβά , ο καφές όμως πολύ φθηνός. Είναι κούκλα η πόλη περιτριγυρισμένη από λόφους με υπέροχα κτίσματα, άφθονο πράσινο και το ποτάμι να την διασχίζει.

Και να μη ξεχάσω να σας πω για το Vivoli ,πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με το ξακουστό παγωτό του, που ήταν και τόπος συνεύρεσης σε κάθε εποχή. Από το απόγευμα κυρίως και μετά ως αργά το βράδυ που έκλεινε ,ήταν ασφυκτικά γεμάτο ,από νέους κυρίως κάθε φυλής στους οποίους άρεσε ,όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους να δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες στο Τύπο και μετά να τα στέλνουν στη διεύθυνση .Έτσι έβλεπες αποκόμματα εφημερίδων σε όλες τις γλώσσες που εγκωμίαζαν το μαγαζί, το παγωτό και την πόλη !

Βλέπαμε συνεχίζει πολύ κινηματογράφο, κυρίως τις ανεξάρτητες παραγωγές και πάντα δεύτερη και τρίτη προβολή για φθηνότερα. Άσε που καμιά φορά νόμιζες πως είχαμε σύναξη, εάν η ταινία ήταν ιδιαίτερη, μέχρι και συνθήματα δονούσαν αυθόρμητα την αίθουσα στις κρίσιμες στιγμές.
Αγαπημένο στέκι ο κινηματογράφος ‘Ουνιβερσάλε’.
Δεν χρειάζονταν ραντεβού για να συναντήσεις τον φίλο και τον σύντροφο, οι διαδρομές ήταν συγκεκριμένες, δεν χρειάζονταν κινητά.

Να σας πω για τρεις ταινίες που χάραξαν βαθιά την ψυχή μας, αποδομώντας όλο το στήσιμο της αμερικανικής πολιτιστικής και ιστορικής βορειοαμερικανικής προπαγάνδας των Ηνωμένων Πολιτειών και το »Αμερικανικό όνειρο» :

‘το μικρό μεγάλο ανθρωπάκι’, »ο καουμπόυ του μεσονυκτίου» και ‘ο πρωτάρης’,

και στις τρεις ο φανταστικός Ντάστιν Χόφμαν, νεαρότατος και γλυκύτατος.

Και κάτι που συνηθίζαμε πολύ, ειδικά τότε που η παρέα συνεχίζονταν μέχρι αργά τη νύχτα, να βγαίνουμε στην αναζήτηση του κοντινότερου στο σπίτι εργαστηρίου για ολόφρεσκα κρουασάν που μόλις έβγαιναν από τους φούρνους για να εφοδιαστεί νωρίς το πρωί η αγορά ,μια και η παραγωγή ξεκινούσε με το καληνύχτα και έβρισκες τα πρώτα αχνιστά βουτήγματα γύρω στις τρείς το πρωί. Ήταν και αυτό ένα άτυπο ραντεβού για τη νεολαία.

Παίζανε και ναρκωτικά, ελαφριά και με μέτρο. Ο αγώνας σε χρειάζονταν γερό και νηφάλιο. Κυνηγήσαμε τα σκληρά που έπεσαν μαζεμένα ξαφνικά και κόντεψαν να διαλύσουν τα πάντα, όταν εκατοντάδες νεαροί σε κάθε πόλη έπεσαν με τα μούτρα, χιλιάδες. Είχε βλέπετε τρομάξει το κατεστημένο με τη δυναμική της επίθεσης που δέχονταν ,έριξε στη πιάτσα ότι όπλο βρήκε στη φαρέτρα του. Στις πλατείες και στους χώρους μας η παρουσία εμπόρων και χρηστών κυνηγήθηκε.

Μου διέφυγε να σου πω πως για πολλά χρόνια κέντρο στις κινητοποιήσεις και τον αγώνα ήταν η Αρχιτεκτονική σχολή, με την μεγάλη πράσινη αυλή της όπου οι φοιτητές ,και όχι μόνο ,μιας και οι σχολές ήταν ανοιχτές σε όλους ,και κέντρα αγώνα ,μάζευαν τον ήλιο καθισμένοι στο χορτάρι και σχεδίαζαν τις κινήσεις τους. Εκεί στο γρασίδι λιάζονταν ,διάβαζαν και συζητούσαν με τις ώρες οι νεολαίοι σχεδιάζοντας το μέλλον, δημιουργώντας το παρόν. Και μόνο τις πολύ κρύες μέρες εύρισκαν καταφύγιο στις αίθουσες ,μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό.

Τα μεσημέρια φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο που ήταν και αυτό λίγο πιο κάτω ,επειδή όμως οι ουρές ήταν τεράστιες πολλές φορές προτιμούσαμε τα κρασάδικα ,μικροί χώροι όπου έβρισκες ποικιλίες τυριών και αλλαντικών που είναι εξαιρετικά, με Τοσκάνικο κρασί και ψωμί, άντε και καμιά σαλάτα. Απλά, φτηνά και πολύ χορταστικά. Δίπλα στις σχολές και κοντά στα σπίτια μας .Γιατί πρέπει να σας πω πως όλη η καθημερινότητα βιώνονταν στο κέντρο της πόλης, όλα κινούνταν εκεί ,όλα συμβαίνουν στο κέντρο.
Το ΚΚ έκανε και κάτι καλό, ήξερε και μπορούσε και οργάνωνε εξαιρετικές συναυλίες, κυρίως το καλοκαίρι, και σχεδόν πάντα την περίοδο του φεστιβάλ του, αρχές φθινοπώρου στο τεράστιο πάρκο delle Cascine, δίπλα στο ποτάμι, στην αριστερή πλευρά της πόλης όταν κοιτάζεις από την Φορτέτσα, Fortezza. Συναυλίες επίσης οργανώνονταν και στην πισίνα της πόλης ,στην άλλη της πλευρά, στη συνοικία του Coverciano, όπου το γνωστό αθλητικό κέντρο της χώρας στο οποίο γυμνάζονται οι εθνικές της ομάδες. Φυσικά εξαιρετικά κοντσέρτα έγιναν και στις υπέροχες πλατείες του ιστορικού κέντρου .Στην περιοχή για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα βρίσκονταν και το Communale, το Δημοτικό γήπεδο, έδρα της Φιορεντίνα, κτισμένο στους πρόποδες της συνοικίας Fiesole ,με τα όμορφα κτίσματα στους λόφους.
Όλα τα ονόματα της διεθνούς σκηνής τζάζ όπως φυσικά και της Ιταλικής σκηνής, και αντιστασιακά γκρούπ ,κυρίως Λατινοαμερικάνικα πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το Πάρκο.
Στο γήπεδο δεν πηγαίναμε συχνά, υπήρχε όμως ο αυτόνομος σύνδεσμος viola, βιολετί τα χρώματα της ομάδας, η θέση τους στο πέταλο ακριβώς κάτω από τους λόφους , curva Fiesole. Απαρτίζονταν κυρίως από μαθητές και φοιτητές ,η ομάδα έπαιζε εκείνο το διάστημα θαυμάσιο ποδόσφαιρο. Με φυσικό της ηγέτη τον περίφημο Giancarlo Antonioni στις γραμμές της.

Το μυαλό μας ήταν αλλού. Τα χρήματά μας προτιμούσαμε να τα κάνουμε εκδρομές, ρεφενέ τα έξοδα αυτοκίνητο τραίνο ή auto stop. Sleeping bags, κανένα σκοινάκι και δρόμο. Είναι πανέμορφη χώρα, δεν ξέρεις που να πρωτο πας. Αμολιόμασταν στην ύπαιθρο και στα υπέροχα μεσαιωνικά χωριά της. Παραλιακά τα καλοκαίρια , στα εσώτερα τον χειμώνα. Δυσκολεύεσαι να διαλέξεις αυτό που θα επισκεφτείς την κάθε φορά.Φυσικά και στις μεγάλες πόλεις πήγαμε ,κυρίως όταν συνέβαιναν πράγματα και events ή όταν έτρεχαν τα γεγονότα. Πορείες τεράστιες.

Στην εκπαίδευση είχαμε καταφέρει να επιβάλλουμε την κατάργηση της ατομικής εξέτασης και της ‘παπαγαλίας’, αμφισβητώντας την ‘αυθεντία’ του καθηγητικού προσωπικού, λέει. Όλα γίνονταν με σεμινάρια. Διαλέγαμε από κοινού ένα θέμα που ενδιέφερε όλους , το εξετάζαμε στη διάρκεια της χρονιάς σε όλες του τις ‘αποχρώσεις’, εξονυχιστικά. Θέματα που αναφέρονταν στις σύγχρονες συνθήκες. Προετοιμάζαμε όλοι μαζί την εργασία και την παρουσιάζαμε στο τέλος της χρονιάς από κοινού ,εξασφαλίζονταν ομαδική επιτυχία. Έτσι κατέρρευσε ο παραδοσιακός αρχαϊκός τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης και βαθμολόγησης ,όλα συλλογικά και με μεράκι. Και δεν θυμάται εάν μας έχει αναφέρει πως σπούδαζε Πολιτικές Επιστήμες στο πεδίο της Κοινωνιολογίας.

Όταν γύρισε πίσω βρήκε μια κατάσταση ‘κάπως’. Καμία σχέση! Του θύμισε την στροφή του στοίχου στον Ύμνο ,‘άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’.
Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους ,υπήρχε μία σχετική κινητικότητα ,η οποία και έφερε λίγο διάστημα μετά την ‘αλλαγή’ του Ανδρέα Παπανδρέου, αυτού του εξαιρετικού ρήτορα με την τεράστια ικανότητα επικοινωνίας με το πλήθος, που την χρησιμοποίησε σχεδόν τέλεια για να παραμυθιάσει την μάζα και να καταφέρει να εγκαταστήσει τον σοσιάλ φασισμό στην ελληνική εκδοχή του. ‘Ο λαοπλάνος’.

Έπεσε με τα μούτρα στα σπορ για να ξεδίνει την ενέργειά του. Ασχολήθηκε και με το ερασιτεχνικό θέατρο ,μιας και η πόλη με το Εργαστήρι της έχει παράδοση στον πολιτισμό.
Γράφτηκε στον Ορειβατικό και γύρισε τα βουνά της μισής Ελλάδας., με τον Αλέκο τον Τσιλογιώργη και τ’ άλλα παιδιά.
Έγινε εκπαιδευτής θαλάσσιων σπορ και μάθαινε σε Έλληνες και τουρίστες να γλιστράνε με τα πέδιλα στο νερό, τους τραβούσε δεμένους στο σκάφος με αλεξίπτωτο έλξης. Είχε περάσει από σεμινάριο της Γραμματείας Αθλητισμού για να έχει την άδεια.
Έμαθε να κατεβαίνει τα χιόνια με snow board και να σκίζει τα νερά με wind surfing και wave board. Μαθήτευσε στις σχολές του Σίμου του Ζαχόπουλου και του Σωκράτη του Καραίτη σε καράτε και kick boxing.για κάποιο διάστημα.
Πήδηξε από τον γερανό δεμένος με το ελαστικό σκοινί, και κολυμπούσε μικρός στον Ναυτικό όμιλο ,του έδωσε και κατάλαβε στις ακτές της Καβάλας.

Έπαιξε τένις και επιτραπέζιο ,ποδόσφαιρο και βόλεϋ στην αμμουδιά, και δεν είναι σίγουρος μήπως ξέχασε κάτι άλλο που προσπάθησε για να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του όλα αυτά τα χρόνια ,πριν τον επισκεφτούν νέες ‘εμπειρίες’, ‘διαφορετικού τύπου’, δυσάρεστες.
Και θυμάται πως κατέβηκε αρκετές φορές τον Αγγίτη ράφτινγκ με τον Βασάκη οδηγό ,τον Άκη, και άλλους φίλους από Θεσσαλονίκη ,όπως και τον Νέστο με οδηγό τον Αλτικουλάκη τον Μιχάλη.

Ασχολήθηκε για λίγο με τα κοινά στο πρώτο αυτόνομο στέκι μαζί με τους εναλλακτικούς οικολόγους ,τον Μακρή και άλλα παιδιά, την Κατερίνα Γεροστεργίου, τον Γιώργο Πασχαλίδη, τον Θοδωρή τον Μπόδο. Τον Χρήστο Γεωργιάδη, τον Ιορδάνη τον Καλία. Πήρε ενεργό μέρος στην κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης ,τον πρώτο καιρό της θητείας του Λευτέρη του Αθανασιάδη.

Στη ψυχή του υπήρχε πικρία για την μεγάλη οπισθοδρόμηση των κινημάτων στην Ευρώπη από το ‘80 και μετά, για το πισωγύρισμα της ιστορίας.

Τα κανάλια ,σαν παραμορφωτικοί καθρέπτες ,παρουσιάζουν την πραγματικότητα των Ελλήνων μαϊντανών, για να χρησιμοποιήσει έκφραση αρεστή στον …Μένιο Κουτσόγιωργα. Όπου χαμογελάνε όλη μέρα και ασχολούνται με μια πραγματικότητα που αρέσει μόνο σε ρηχούς και στους αργόσχολους. Στα ατέλειωτα σήριαλ αντιμετωπίζεις όλη την ψυχοπλακωτική μετριότητα των φελλών, μικροαστών ή μεγαλοαστών, λες και ο κόσμος της εργασίας της έρευνας και της ανησυχίας δεν υφίσταται. Η πραγματικότητα γέρνει μονόπλευρα προς το απόλυτο κενό. Η Ελλάδα ζει στην τηλεόραση, μονίμως σε λειτουργία σε κάθε σπίτι .Αυτό που απουσιάζει .είναι η πραγματικότητα. Αυτοί που συνωστίζονται καθημερινά στο γυαλί ζουν κυριολεκτικά αλλού.

Έκανε όλες τις δουλειές σε μπαράκια, έκανε τον ραδιοφωνικό παραγωγό. Από την παραλία ,τόσα χρόνια έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, απέκτησε πολλές εμπειρίες. Ο Θόδωρος ο Γιαννακούδης τον δίδαξε ιστιοπλοία ανοικτής θαλάσσης.

Θυμάται πάντα τους παλιούς του συντρόφους με τον καλύτερο τρόπο .Γνώρισε εξαιρετικούς ανθρώπους και το θεωρεί τιμή του. Και δεν ξεχνά ούτε και τον dottor Fasano, τον αστυνομικό διευθυντή της Φλωρεντίας , αντίπαλό του, πανύψηλο, με το αρχοντικό παρουσιαστικό του.

Ξανασυναντιόμαστε λίγες μέρες αργότερα ,συνεχίζει, ’77, η χρονιά ορόσημο, μια χρονιά σαν μία στιγμή, δίχως σταματημό, ‘μία συνέχεια γεγονότων θα έλεγα,’ μια διαρκής ένταση. Η Ιταλία βρίσκεται σε αναβρασμό, καταλήψεις στις σχολές, οδοφράγματα παντού, για μέρες πολλές τα αστικά κέντρα βρίσκονται υπό κατάληψη. Οι δυνάμεις καταστολής αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, πυροβολούν, σκοτώνουν στη Bologna, Francesco lo Russo πρέπει να έλεγαν το παλικάρι, οι φασίστες σκοτώνουν στη Ρώμη. Οι σύντροφοι οργανώνονται, υποκλέπτουν τις οδηγίες από τις συχνότητες της αστυνομίας στους ασυρμάτους, καθοδηγούνται από ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που ανθίζουν εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις αστυνομικές επιθέσεις, απαντώντας στα πυρά με πυρά. Κινήματα συμπαράστασης μεταφέρουν τρόφιμα στους καταληψίες. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε στον τύπο εκείνη η υπέροχη φωτογραφία με τον νεαρό που παίζει πιάνο στη μέση των συγκρούσεων, ανάμεσα στους καπνούς και τα οδοφράγματα, γύρω χαμός ,και στην ουρά του πιάνου ξεκουράζεται ακουμπισμένο το πιστόλι. Μαντήλι κόκκινο να κρύβει το πρόσωπο. Στις μάχες της Βοlogna. Τρεις μέρες έκανε η αστυνομία να ανακαταλάβει τους χώρους γύρω από το Πανεπιστήμιο της πόλης. Οι φοιτητές ήταν όλοι μια γροθιά, η αυτονομία στα καλύτερά της και το κατεστημένο άκρως θορυβημένο.

Σήμερα λέγεται πως η νεολαία πάσχει από κατάθλιψη. Λέξεις όπως άγχος, στα χρόνια της δικής του νεότητας ήταν άγνωστες. Υπήρχε όραμα και ξεσπούσαν στην καταπίεση. Αλληλεγγύη. Σήμερα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ένας εναντίον όλων, με κάθε μέσο, και αθέμιτο να’ ναι.

Το καλοκαίρι του ‘78 επεδίωξαν σύντροφοι μαχητές της Πρώτης Γραμμής να ελευθερώσουν δύο συντρόφους τους που ήταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια της Φλωρεντίας. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί κατά το πολύ τελευταίο στάδιο της επιχείρησης, λίγα μόνο μέτρα πριν την ελευθερία. Στην υποχώρηση έπεσε χειροβομβίδα και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί με αποτέλεσμα ένας αστυνομικός να καταλήξει νεκρός. Στη δικογραφία εναντίον όλων όσων δικάστηκαν για συμμετοχή στην οργάνωση και τις επιθέσεις της κατηγορήθηκα και εγώ για συμμετοχή στη συγκεκριμένη απόπειρα απόδρασης κρατουμένων μαζί με άλλες ενέργειες της ομάδας, μου λέει. Για μια φορά ακόμη οι μηχανισμοί λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο μια και την ημερομηνία που έλαβε χώρα η απόπειρα εγώ βρισκόμουν αποδεδειγμένα στην Ελλάδα για να επισκεφτώ τον πατέρα μου ,όπως γίνονταν κάθε καλοκαίρι του χρόνου χαμογελάει ο φίλος μας, για πολλές μέρες.

Αναφέρεται στην υποκρισία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της βίας από τους συστημικούς και τα παπαγαλάκια, τον τύπο και τα μέσα .‘Στον πόλεμο λεν πως υπάρχουν θύματα. Η επανάσταση είναι ταξικός πόλεμος. Οι αστυνομικοί είναι ταξικά όργανα. Τους χιλιάδες άμαχους που καθαρίζουν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους ονομάζουν ‘παράπλευρες απώλειες’. Και αυτοί οι πόλεμοι ταξικοί είναι ,για την κονόμα και τον έλεγχό της γίνονται .Ας θεωρήσουμε λοιπόν το θάνατο του αστυνομικού Dionisi παράπλευρη απώλεια ,την οποία μάλιστα αυτός ο ίδιος επιδίωξε.’

για τον Fabrizio…τον Valerio…και δυστυχώς για πολλούς, πολλούς, άλλους. για όλους, χθες και σήμερα!
‘.

‘Την πρώτη μου κατάληψη δεν θα την ξεχάσω ποτέ σαν εμπειρία’ ,αλλάζει θέμα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, μοναδικό. Όλα έγιναν αυθόρμητα, δεν υπήρχαν οργανώσεις στη σχολή κατάσταση σχετικά παρθένα, είχαμε στήσει την αυτόνομη κολλεκτίβα λίγο καιρό πριν .Πάρθηκε η απόφαση σε μια ενθουσιώδη γενική συνέλευση που για πρώτη φορά συσπείρωνε τόσο πολύ κόσμο στα χρονικά’ .Επαναλαμβάνει πως η κατάσταση ήταν πολύ ‘ξεσηκωτική’ σε όλη τη χώρα, συνέπαιρνε τους νέους. Δεν υπήρχαν καθοδηγητές, πολύ σημαντικό εκείνη τη στιγμή, συνέβαινε αυτό που ο Καστοριάδης ονόμασε δημοκρατία, την αληθινή και άμεση. Γέμισαν τους τοίχους συνθήματα, δεν το κουνούσαν ρούπι από εκεί μέσα, τα έκαναν όλα μαζί, κουβέντα, φαγητό, ύπνο, έρωτα. Δίχως ντροπή, δίπλα- δίπλα, δεν υπήρχε κάτι για να ντρέπεσαι. Ανήθικος είναι ο διαχωρισμός. Μοιράζονταν τον έρωτα την παρέα τη φιλία τα αγαθά. Αυτός είναι ο πλούτος μας λέει, το μοίρασμα.

Έγιναν και κάποιες καταστροφές στην αρχή, όταν κάποιοι ένιωθαν ακόμη ‘ξένοι’ εκεί μέσα. Όταν ένιωσαν τον τόπο ολοκληρωτικά ‘δικό τους’ σταμάτησαν., τονίζει.
Οι καθηγητές φέρθηκαν σαν δάσκαλοι. Το θυμάται πολύ καλά πως φέρθηκαν ανοιχτόμυαλα. Τους επέτρεπαν λοιπόν να πηγαινοέρχονται συχνά. Στα γραφεία τους. Συζήτησαν, άκουσαν, πρότειναν, υπήρχε κατανόηση, αποδέχτηκαν θυμάται τα πάντα, όσα ενδιέφεραν τους φοιτητές, τα σπουδαία Έχουμε ξαναπεί πως η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού. Είναι σαν το παζλ και ο καθένας κρατά ένα κομματάκι .Όταν ο διάλογος γίνεται και είναι καλοπροαίρετος τότε άκρη βρίσκεται. Μάτια και αυτιά ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Με όρθιες και καθαρές από προκαταλήψεις και συντηρητισμούς τις κεραίες. Και βρέθηκε η χρυσή τομή, και ήμασταν όλοι χαρούμενοι και ευχαριστημένοι καταλήγει.

Η ζωή είναι γέννα .Νιώθεις πλήρης και ήρεμος και ευτυχισμένος όταν γεννάς το καινούριο .Κοιλοπονάς ,ζορίζεσαι και η καινούρια ζωή σκάει μύτη και ηρεμείς και χαλαρώνεις. Έτσι είναι και οι αγώνες.
Εσύ και οι άλλοι, από την ατομικότητα στο σύνολο.

‘Βία στη βία της εξουσίας’ είναι το σύνθημα που χρόνια τώρα δονεί τις εκδηλώσεις της νεολαίας. Και μιλάμε για νέους ανθρώπους διότι φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι έχουν αράξει στα τόσα ευρώπουλα τους και αρνούνται να ρισκάρουν. Δεν είναι αυτοσκοπός η βία ,ίσως να είναι η μοναδική απάντηση που καταλαβαίνουν αυτοί οι ανέραστοι που έχουν καταλάβει τις θέσεις και μας βομβαρδίζουν με ότι πιο ευτελές κατεβάζουν τα αρρωστημένα μυαλά τους.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν Βγενόπουλοι να απειλούν να φιμώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με τόση αναίδεια μόνο και μόνο για να μη ξεστομίζουν τα αυτονόητα. Εάν υπήρχαν οι ταξικοί τους τιμωροί ;
ΜΕ ΤΌΣΗ ΒΊΑ Μας ΈΧΟΥΝ ΠΕΡΙΚΥΚΛΏΣΕΙ, με ότι πιο βρώμικο και βρωμερό, κενά μυαλά με φουσκωμένες τσέπες και χοντρά στομάχια. Φαλακροί ή με κούρεμα αμερικάνου μαρίν και πανάκριβα κουστούμια μ’ αστραφτερές γραβάτες, χαρτογιακάδες μανατζαρέοι που ξεπουλάν την περιουσία που δεν τους ανήκει, που άλλοι έστησαν με κόπο χρόνια ολόκληρα ,λαοί κουρασμένοι. Που ξεπουλάν για την προμήθεια και μόνο ,παραδεχόμενοι ανοικτά πως είναι άχρηστοι να διοικήσουν ,και ξεπουλάν για να οικονομήσουν. Τόσο πολύ έχει απαξιωθεί η πολιτική σήμερα, αναστενάζει. Που θα έπρεπε να είναι λειτούργημα στην υπηρεσία των αδυνάτων [μέχρι να ‘καταργηθούν οι αδύνατοι’].
Τους οποίους καθιστούν κάθε χρόνο αδυνατότερους χωρίς ίχνος ντροπής. Ποιά ντροπή όμως όταν δεν ντρέπονται αυτοί που υφίστανται αυτή την κοροϊδία .

Γι αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, γι αυτό χρειάζεται η ένοπλη πρωτοπορία. Μόνο ο φόβος της τιμωρίας, εδώ που είναι τα πράγματα, της απάντησης με τα ίδια μέσα μπορεί να μπλοκάρει αυτούς που με τόση αναίδεια μας σπρώχνουν σιγά σιγά στον γκρεμό. Με αυτούς που μας κλέψανε το χαμόγελο, τη χαρά του να ζούμε ανέμελα. Πλούτος υπάρχει πολύς, μέσα ακόμη περισσότερα. Θέληση δεν υπάρχει, από εδώ και από εκεί. Από εκεί λόγω βαρέματος, λόγω βολέματος. Από εδώ κονόμα μεγάλη, από εκεί χαμηλό βλέμμα, προς τα κάτω. Από την άλλη ξεσάλωμα, από εδώ φόβος. Ο φόβος πρέπει να περάσει ξανά προς τα εκεί. Μάλλον μόνο έτσι θα ξεμπλοκάρουν τα πράγματα.
Δεν θα είναι η γενιά μου που θα το κάνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτή η γενιά, η προηγούμενη και η επόμενη είναι η μεγάλη υπεύθυνη της κατρακύλας που ακολούθησε τη γενιά του 114, τη χούντα και τη μεταπολίτευση. Αυτές είναι οι γενιές του βολέματος και του ξεπουλήματος. Στην ψυχή των νέων ελπίζουμε.

Λέει πως θέλει πολλά κότσια να είσαι ειρηνικός μέσα σου και μαχητής στην κοινωνία. Να προσπαθείς ,όσο μπορείς ,να ζεις σε αρμονία με τους νόμους της φύσης και του σύμπαντος, να συγχωρείς τον εαυτό σου και τους άλλους και συγχρόνως να είσαι δίκαιος κοινωνικά. Θέλει μεγάλη ισορροπία, καθαρό μυαλό, διαρκή παρατήρηση, να ζεις το σήμερα και να αγωνίζεσαι γι αυτό διαρκώς.
Είπε κάποιος που τον αγαπώ τονίζει ‘δεν ελπίζω τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα, είμαι λεύτερος.’ Φοβάμαι πως άνοιξε τον δρόμο στην απάθεια και την παραίτηση. Ίσως να μην έχω καταλάβει καλά, μπορεί να εννοούσε κάτι άλλο. Όμως πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε, μπορούμε να γίνουμε όταν έχουν καθίσει στο σβέρκο μας απ’ όλες τις μπάντες; Και μας ρίχνουν σφαλιάρες με χίλια χέρια ;
Θέλει τεράστιες δυνάμεις να κρατήσουμε τον εαυτό μας ανέπαφο, τον χαρακτήρα μας ανέγγιχτο, τις αξίες μας αναλλοίωτες. Άξιος μοναχικός αγώνας γι αυτούς που ζουν σε μοναστήρι. Εμείς όμως ζούμε σε κοινωνία. Και η ελευθερία μας καταπατιέται δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Η ποιότητα ζωής μας. Μέχρι με ορυκτέλαιο μας τάισαν .Θέλουν ξύλο με δέκα βρεγμένα σανίδια ο καθένας. Βιάζουν τα παιδιά μας. Εμπορεύονται τα παιδιά μας καθημερινά. Με τον ‘πολιτισμό’ τους. Τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί. Αγωνίζομαι να μη τους μισήσω και όμως τους μισώ.

1975 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν τους ψευτο φίλους που με κολακεύουν,
που από τους άλλους θεν παλικαριά και οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή, τους έχω βαρεθεί
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους τους ευρωπαίους τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβιτσιάρηδες ,δούλοι παχιοί, τους έχω βαρεθεί
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος κέρδος ποτέ μα από παθήματα γεμάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί , τον έχω βαρεθεί
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες κόβουν στα μέτρα τους ,τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί μα υπακοή έχουν περισσή, τους έχω βαρεθεί
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα χουνε πλακάκια, σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ WOLF BIERMAN.

συνεχίζεται

17/8/09

 

 

«Ο Λύκος της Στέπας» του Herman Esse (γεν.1877 Καλβ, Βυρτεμβέργης – 1962 Ελβετία)

Το απόφθεγμά του: «Μπορεί κανείς να μεταδώσει τη γνώση αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, να τη ζήσει, να ενισχυθεί απ’ αυτή, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.»

Ένα από τα αριστουργηματικά του έργα είναι «ο Λύκος της Στέπας», που ξαναδιαβάζοντάς το, ήταν σαν να το έπιανα στα χέρια μου για πρώτη φορά, γιατί όπως λεει και ο ίδιος η σοφία δεν διδάσκεται, όμως πιστεύω ότι μπορεί κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντας τους σοφούς να πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα.

Τα νοήματα μέσα από τη μαγεία της μυθιστορίας υψηλά, αληθινά, λόγια ψυχής, λόγια πόνου μιας προσωπικότητας καταπιεσμένης, μοναχικής ανάμεσα σε σύνολο ατόμων που συμβιώνουν σε κοινωνία ακατανοησίας, μη ομαδοποιημένης, μη αδελφωμένης, που βασίζεται σε θεωρίες ατομοκρατίας και βαδίζει με ταχύτητα φωτός στο «τίποτα» και στη «δυστυχία.»

Ένας έξυπνος, πνευματικός άνθρωπος είναι ο ήρωας της ιστορίας, με το όνομα Χάρυ Χάλερ, όμως η καταγγελτική του στάση σ’ ένα σύστημα αστικό με βάση την αλαζονεία και τον διαχωρισμό ανθρώπων σε κατηγορίες όπως οι ονομαστοί- κάποιοι και ο συρφετός, τον κάνει ένα μοναχικό ον που παλεύει με δυνάμεις εσώτερες όπως το πνεύμα του καλού με το δαιμονικό της ύπαρξής του, όπου το τελευταίο είναι αυτό που τον οδηγεί στην εξιλέωση και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος όπως αυτός πιστεύει, και επιθυμεί να επέλθει από το δικό του χέρι με μια γερή ξυραφιά στο λαιμό του.

Ο παράφορος εαυτός μοναχικός, οργισμένος, αποκλεισμένος στο περιθώριο, το διαφορετικό σ’ ένα σύστημα ατομισμού, απάτης, όπου το ερώτημα είναι είμαστε άραγε ίδιοι; είμαστε διαφορετικοί; μπορούμε να ζούμε σ’ ένα ψεύτικο κόσμο; καλύτερα μόνοι; ή με ένα σωρό γλείφτες ολόγυρά μας; Όπως «ο λύκος της στέπας» που τρίζει δόντια και βγάζει φωτιές από τα μάτια έτοιμος να ξεσκίσει σάρκες για την ικανοποίηση της αχορταγιάς του, έτσι κι ο ήρωάς μας βασανίζεται από τον εσώτερό του «λύκο» που αδυνατεί να τιθασεύσει μέχρι που, η θεατρική μαγεία τον ξεκουνάει δείχνοντας ένα δρόμο γέλιου, χορού, μουσικής, φιλικής και ερωτικής συντροφιάς, και τον δικάζει για την μανία της καταστροφής έναντι της ζωής, για τη μανία του πόνου, έναντι της χαράς και τον καταδικάζει με τιμωρία την αιώνια ζωή.

Έτσι ο ήρωάς μας στο τέλος θέλει να τα δοκιμάσει όλα όπως σκοτωμούς, βάσανα, χαρές, πόνους, έρωτες, ζήλιες που μέσα από το αίμα της αρχέγονης μήτρας γεννήθηκαν και απαρτίζουν τη ζωή.

Μερικά απανθίσματα του βιβλίου:
(σελ.12) Στις πνευματικές υποθέσεις είχε εκείνη τη σχεδόν ψυχρή αντικειμενικότητα, εκείνη τη βέβαιη γνώση και το σίγουρο στοχασμό, όπως ακριβώς έχουν μόνο οι πραγματικά πνευματικοί άνθρωποι, όπου απουσιάζει κάθε φιλοδοξία, κάθε προσπάθεια για να προκαλέσουν το θαυμασμό ή να πείσουν τους άλλους ή να διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την επιβολή της γνώμης τους.

(σελ.33).. αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικάνικος τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου. είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

(σελ.118) … συχνά (τα θηρία) είναι τόσο φοβερά, αλά πολύ πιο σωστά από τους ανθρώπους… δεν θέλουν να σε κολακέψουν ούτε να σε εντυπωσιάσουν. Δεν παίζουν θέατρο. Είναι όπως είναι, σα φυτά και λουλούδια ή σαν αστέρια στον ουρανό.. πολλές φορές τα ζώα είναι λυπημένα κι όταν ένας άνθρωπος είναι λυπημένος, όχι γιατί έχει πονόδοντο ή γιατί έχει χάσει χρήματα, αλλά γιατί, για μια στιγμή αισθάνεται τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, τότε είναι λυπημένος και τότε μοιάζει με ένα ζώο. Είναι λυπημένος, αλλά η λύπη του είναι σωστή και ωραία.΄

(σελ. 194). Είστε ο Πάμπλο; ρώτησα. Δεν είμαι κανένας εξήγησε φιλικά. Εδώ δεν έχουμε κανένα όνομα, εδώ δεν έχουμε πρόσωπα…

Ένα απάνθισμα όλο το βιβλίο!

Ευγενία Μακαριάδη.

μιχαλης 264

Advertisements

One thought on “χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 4

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s