i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 8

Η ιδέα της αυτονομίας γεννήθηκε μέσα από κείμενα στοχαστών που ήταν αγωνιστές και έπαιρναν μέρος στις καθημερινές διαδικασίες του κινήματος. Δεν υπήρχε διαχωρισμός δηλαδή διανοούμενου και αγωνιστή, υπήρξε συνένωση και όχι διαχωρισμός ρόλων. Στοχαστές όπως ο Negri, o Scalzone, o Piperno, o Berardi, και άλλοι. βρίσκονταν πάντα εκεί μπροστά.
Όταν το πράγμα πήγε να ξεφύγει το κράτος σκέφτηκε το εξής πανούργο. Καθότι οι περισσότεροι από τους θεωρητικούς της οργανωμένης Αυτονομίας προέρχονταν από το Potere Operaio που διαλύθηκε την περίοδο που ξεκινούσε η ακμή των BR ,κατηγόρησαν όλους αυτούς τους ανθρώπους σαν ηγέτες των Ταξιαρχιών, οπότε αυτόματα ποινικοποιήθηκε στο σύνολό της η οργανωμένη Αυτονομία, λόγω της ιδεολογικής και πρακτικής ‘συγγένειάς’ τους ,για συμμετοχή σε ανατρεπτικές της υπάρχουσας κατάστασης οργανώσεις.

Έτσι ξεκίνησε ένα κύμα συλλήψεων, κλήσεων σε απολογία, φυλακίσεων, σχηματισμό δικογραφιών κλπ. Μιλάμε για χιλιάδες διώξεων. Κι όποιος αντέξει. Σκαρφίστηκαν και το υπέροχο ότι όποιος συνεργαστεί με τις αρχές και καταθέσει ότι γνωρίζει αυτόματα αποποινικοποιείται.

Ανοίγω παρένθεση. Το κίνημα της αυτονομίας ήταν στενά συνδεδεμένο με την κοινωνία, ήταν μέσα στην κοινωνία, ήταν το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της ,ένα κίνημα που αμφισβήτησε όλους τους ρόλους και τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι όταν λέω όλους εννοώ όλους. Ένα κίνημα που έκανε τον λόγο πράξη και σίγουρα στελέχωσε όλες τις αντάρτικες οργανώσεις.
Σάρκα από την σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Επαναλαμβάνω πως λόγος και μέθοδοι γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν μέσα στην κοινωνία. Το ίδιο συνέβη και στη γέννηση στο ξεκίνημα και στα πρώτα χρόνια της δράσης των ένοπλων οργανώσεων.

Θεωρώ πως η αναστροφή στη θέση της ‘κοινής γνώμης’ υπήρξε ξεκάθαρα από το σημείο και μετά που οι οργανώσεις ύψωσαν υπερβολικά τον πήχυ στη δύναμη πυρός. Ξεκάθαρα. Επαναλαμβάνω πως ,στην κοινωνία του θεάματος που ζούμε, με σχεδόν αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κόσμου να είναι τα κανάλια, χωρίς τον παραμικρό κώδικα δεοντολογίας, με τους συντάκτες και παρουσιαστές των ειδήσεων να είναι ανοιχτά φερέφωνα της εκάστοτε εξουσίας ,το παιχνίδι άρχισε να παίζεται στο πεδίο της παραπληροφόρησης, τονίζοντας τον φόβο και την ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα, [τόνος στη βιαιότητα των αντάρτικων ενεργειών, τόνος στην τρομοκράτηση του πληθυσμού, αποκαλώντας τρομοκράτες τους επαναστάτες, αποκρύπτοντας τελείως τον ρόλο των στόχων κλπ.]

Έβαλαν και οι οργανώσεις το χεράκι τους, περνώντας από τις γαμποποιήσεις ,στις εκτελέσεις. Με αποκορύφωση αυτή του Μόρο. Από εκείνη τη μέρα άρχισε η αντιστροφή της πορείας στην αποδοχή του κόσμου ,των αντάρτικων θέσεων και πρακτικών.
Ο γραμματέας ,μέσα από τα γράμματά του, έχει βγάλει έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα, ξεφτιλίζοντας πρακτικά όλο το σύστημα που αυτός και οι σύντροφοί και φίλοι του, στους οποίους τώρα απευθύνεται εγκαλώντας τους να μη τον εγκαταλείψουν ,έχουν πιστά υπηρετήσει. Αυτοί το κάνουν ,καθιστώντας ακόμα πιο αδύναμη τη θέση του. Βρίσκεται σε κατάσταση αιχμαλωσίας και ομηρίας, τον κάνουν ακόμα πιο συμπαθή. Μιλά πια σαν άνθρωπος, όχι πολιτικός. Έχει αναγνωρίσει τον ρόλο του, είναι πια τόσο ευάλωτος.

Η χριστιανοδημοκρατία ήδη έχει αθετήσει το λόγο της λίγο καιρό νωρίτερα στα αιτήματα των ΕΤ, μετά την απελευθέρωση απαγχθέντα δικαστή. Δεν μπορούν λοιπόν οι αντάρτες να κάνουν πίσω ξανά, αυτό ανακοινώνουν. Τον κόσμο όμως δεν τον ενδιαφέρουν τα πολιτικά παιχνίδια και οι ρόλοι εξουσίας και αντεξουσίας. Επικροτεί ,ανοιχτά πια ,παντού τον ανθρωπισμό, σε όλες τις συζητήσεις ,με κάθε μέσο που υπάρχει στέλνονται μηνύματα, ελευθερώστε τον Άλντο Μόρο, και ας μη βγάζει ούτε έναν αντάρτη το κράτος από τη φυλακή. Και πιο σθεναροί στην άρνησή τους οι ‘κομμουνιστές’ του ΚΚΙ ,με τον αρχιτέκτονα του ιστορικού συμβιβασμού Ενρίκο Μπερλινγκουέρ στο τιμόνι τους. Ξαναείπαμε πως ο πρόεδρος θα ήταν κινούμενη βόμβα πια στα θεμέλια του συστήματος που τον έχει παρατήσει ολότελα, σίξιλο.
Αλλά και ο σταλινισμός καλά κρατεί. Τύφλωσε, και την πλήρωσαν όλοι.!

7 aprile 1979, απρίλιος

Ας κάνουμε ακόμη μία στάση, θα επιστρέψουμε πάλι στο σήμερα..
Η κόκκινη σημαία είναι πια περιθώριο, την κερδίζει με νοκ άουτ η μαυροκόκκινη. Έμειναν μόνοι οι αναρχικοί να σηκώνουν το βάρος του αγώνα ενάντια στο σύστημα, για να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος από τη δουλεία της εκμετάλλευσης από άλλον άνθρωπο, για την ισότητα και την αυτονομία από κάθε ετερονομία, για την ελευθερία.
Μου στέκεται στο στομάχι το μαύρο, είναι το χρώμα του φασισμού, μελανοχίτωνες ήταν οι φασίστες του Μουσολίνι, στα μαύρα ντυμένα και τα ςς.
Η συζήτηση, ο κλήρος, η ανακλητότητα, η κυκλικότητα, εμποδίζουν τη δημιουργία ιεραρχίας. Βλέπεις σήμερα εκατοντάδες πραγματικότητες αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης ,όχι όμως συντονισμό.
Πάντα μου άρεσε να ακούω τις εμπειρίες άλλων, σε θέματα, για χώρους,, για τόπους άγνωστους λίγο ή περισσότερο σε εμένα. Θέλω να σέβομαι τη διαφορετικότητα. Από εκεί έρχεται και η σύνθεση. Σύνθεση ποικιλιών είναι αυτό που ζούμε.

Υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια που θα βαδίσουμε ως την ελευθερία. Όλα σεβαστά. Δεν ξέρω από που θα πάμε γρηγορότερα, πιο είναι το μακρύτερο ή το πιο φαρδύ. Δεν υπάρχουν πλέον βεβαιότητες.
Το σφυροδρέπανο δεν μου λέει τίποτα. Ο εργάτης δεν είναι από τη φύση του επαναστάτης, αποδείχτηκε ιστορικά. Ο Μάρξ ξεπεράστηκε ιστορικά , παραμένει σίγουρα τεράστιος, τον καπιταλισμό ανέλυσε στο κάτω- κάτω ο άνθρωπος και το έκανε σπουδαία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του έδρασαν οι καπιταλιστές για να επιβραδύνουν την κατάρρευση του συστήματός τους, που έτσι κι αλλιώς θα έρθει. Και δεν είπε ποτέ σε κανέναν πώς πρέπει να κτιστεί η καινούρια κατάσταση. Ο Λένιν και οι υπόλοιποι το έκαναν.
Δεν φτιάχνουν λοιπόν τα ρούχα τον παπά. Και τον φασισμό στήριξε ο εργάτης και τον ναζισμό. Και το ‘68 στη Γαλλία ,μόλις πήρε τις αυξήσεις έγινε το στήριγμα της σύμβασης.
Η επανάσταση δεν ξεκίνησε ποτές από εκεί που πίστευε ο Μάρξ. Επικράτησε στη φεουδαρχική Ρωσία ,τη γεμάτη αγροτιά ,καθυστερημένη και όχι βιομηχανική.

Και χιλιάδες αγρότες στήριξαν την αναρχική κολλεκτιβοποίηση της παραγωγής στην επίσης προβιομηχανική Ισπανία.
Στην δε συντριπτική τους πλειοψηφία στα Τσιάπας και στις άλλες αυτοθεσμισμένες φυλές του Μεξικού, οι ιθαγενείς είναι αγρότες.
Έχω δει πως όταν ο άνθρωπος θέλει ,ξεβολεύεται, σηκώνεται από το σκαμνί ή την καρέκλα και αρχίζει την αναζήτηση του μονοπατιού που θα τον φέρει στην χειραφέτηση, κατά πως ταιριάζει στον χαρακτήρα του και τα βιώματά του. Σε συνδυασμό πάντα και με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα του. Για να πάρει την τύχη στα χέρια του. Να πάρει την πρωτοβουλία, να κρεμάσει στον ώμο τη φαρέτρα με τα όπλα του και να οδηγηθεί παρέα με τους ‘όμοιούς του’ στη χώρα του ‘μη ρόλου’ και της ‘μη ειδικότητας’, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποιος τώρα κοντά. Τροχίζοντας ‘τα πόδια της καρέκλας της εξουσίας’ που λέει και ο Ντουρίτο στην παρέα των Τσιάπας ,‘ώστε εάν κάποιος παραστρατημένος επαναστάτης στρογγυλοκάτσει, ‘τολμήσει’ να καθίσει επάνω της ,να τσακιστεί αμέσως κάτω.’

Πολλοί είναι οι δρόμοι που οδηγούν στην ελευθερία. Διάλεξε έναν και τράβα. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις ρότα κάποιες φορές ,να κάνεις πίσω και να ξαναφύγεις μπροστά. Σαν ποτάμι ορμητικό.
Θέλει όμως ξεκούνημα. Και κούρδισμα του μυαλού.
Δεν υπάρχουν Ευαγγέλια ούτε Βίβλοι., δεν υπάρχει μαγικό ραβδάκι που μόλις τινάξει ο ‘ειδικός’ αυτόματα να γίνει δυνατή η κοινονικοποίηση της ζωής μας ,η κοινοκτημοσύνη, η απελευθέρωση από τη σκλαβιά της απληστίας.
Υπάρχουν έργα τεράστιων, γνωρίζουμε τις εμπειρίες τεράστιων. Ανάλυση της πραγματικότητας που ζούμε χρειάζεται, και ξεκούνημα.! Και προσπάθεια προσαρμογής των περασμένων εμπειριών στο τώρα και εδώ. Οπωσδήποτε απαραίτητο το μπλοκάρισμα του υπάρχοντος όπως αυτό υφίσταται, από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε, όπου αυτό καθίσταται δυνατό.

Σαμποτάζ του παλιού, δολιοφθορά. Δημιουργία του νέου. Δομές αντεξουσίας, νησίδες ελευθερίας. Όχι στην ενσωμάτωση. Ο νέος κόσμος είναι εφικτός και είναι εδώ. Ο παλαιός στο σκουπιδοντενεκέ!! Εσείς μαζί αποφασίστε το πώς, ο καθένας ατομικά και όλοι μαζί.
Κλείνω την παρένθεση και ξαναγυρνώ πίσω.

θυμάμαι ακόμα, ήρωας

Έχουμε λοιπόν ένα’ κυνήγι μαγισσών’ εναντίον των αυτόνομων και θέσπιση νόμου που στην πράξη απαλλάσσει τους ’μετανιωμένους’. Αυτό ήταν. Σε μια περίοδο όπου δεν φαίνεται καμία διέξοδος στον ορίζοντα, όπου όλα μοιάζουν χαμένα, όπου η ήττα είναι εμφανής και κάθε τι προοδευτικό κυνηγιέται αμείλικτα. Τι στιγμή που η ζούγκλα λείπει, τα ψάρια είναι έξω από τα νερά τους γιατί ,ή δεν υπάρχουν καθόλου νερά ή τραβιούνται μακριά σαν μια τεράστια άμπωτη ,και κάθε τι που θυμίζει αυτονομία είναι σαν επιδημία λέπρας ,και οι αυτόνομοι λιώνουν σαν τους λεπρούς. Δεν είναι δύσκολο για τους πιο αδύναμους ,τους λιγότερο προετοιμασμένους να τρεκλίσουν, να κλατάρουν, να τα φτύσουν που λέμε και να φτύσουν τους συντρόφους τους. Αυτούς με τους οποίους μέχρι πρότινος έτρωγαν ψωμί κι αλάτι.
Ψέματα και αλήθειες έγιναν ένα. Μες τη θολούρα λες και πολλές βλακείες. Είχε υπάρξει εν τω μεταξύ και η επέλαση της ηρωίνης.

θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα! Β

Γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσα και τόσα. Θα επαναλάβω, με το χέρι στην καρδιά, πως η ένοπλη εμπειρία γεννήθηκε σαν αναγκαιότητα μέσα σε μια κατάσταση τέτοια που να μοιάζει αναπόφευκτη. Δεν θα επεκταθώ παραπέρα σε αυτό το θέμα, το έχουμε εξαντλήσει και με το παραπάνω, δεν θέλω να αποδείξω τίποτα.

1974 ΘΗΤΕΙΑ ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές ,τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες , μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’ αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να σουν ράφτρα μες την Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ’ αυτήν την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερεις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή, πως έγινε μ’ ετούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πως το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις ένα ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ,ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή [μέρα κακή] τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί, και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες, παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια, κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Αδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Έμοιαξε αιώνας εκείνη η περίοδος, γεμάτη ένταση και περιεχόμενο. Γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, κάποιους όταν τους αποχωρίστηκα μου στοίχισε πολύ, ήμασταν τόσο δεμένοι .Εκείνη την ενότητα, την συντροφικότητα την πελεκημένη μες τον κίνδυνο δεν την ξανάζησα ποτέ.

Να τους χαιρετήσω λοιπόν, έστω όσους θυμάμαι ακόμη, Giovanna ed Enrico,Salvatore e Gabriella, Lucio e Benigno, Augusto, Sergio e Corrado, Ruggero. Nico,Patrizia, Giuliana, Marco και Νicο.

Ήμουν ελεύθερος κατά τύχη, όταν το λιγότερο που έμεινε στα μπουντρούμια κάποιος από αυτούς ήταν επτά με οκτώ χρόνια αν θυμάμαι καλά.

Στην περίπτωση μου έγινε δίκη εδώ στην Ελλάδα, που έλαβε υπ όψη τα στοιχεία, όχι παρωδία όπως στις περιπτώσεις που ακολούθησαν αργότερα, 17 Νοέμβρη, ΕΛΑ, Πυρήνες, Αγώνας. Δικάστηκα δύο φορές μιας και μετά την πρώτη ,αθωωτική, ακολούθησαν καινούριες καταθέσεις από Ιταλία.
Έμεινα προφυλακισμένος στην Κομοτηνή, περιμένοντας να δικαστώ, κάτι λιγότερο από χρόνο. Στη διάρκεια πέρασα και στρατοδικείο μιας και οι στρατιωτικές αρχές με θεώρησαν ανυπότακτο. Το διάστημα της δίκης δεν υπήρχε Μεταγωγών, δεν γνωρίζω γιατί, και με μετέφεραν στην Καβάλα με το ΚΤΕΛ. Θυμάμαι πως μου άρεσε πολύ ,περπάτησα σε πόλη ύστερα από καιρό, μες τη βουή και την κίνηση. Στο ταξίδι δεν χόρταινα να κοιτάζω τη φύση από τα παράθυρα, την κίνηση, όλα ήταν πανέμορφα, μου είχαν βγάλει και τις χειροπέδες. Στην Καβάλα τα ίδια, μας περίμενε περιπολικό, την νύχτα στα κρατητήρια. Αθωώθηκα την άλλη μέρα, πως να καταταγώ προφυλακισμένος ; Πίσω λοιπόν, ξανά με το ΚΤΕΛ, μόνο που όταν φτάνουμε Κομοτηνή οι φυλακές έχουν κλείσει κι έτσι πρέπει να περάσω τη νύχτα στο Τμήμα. Έχω χάσει και το βραδινό συσσίτιο, κάτι πρέπει να γίνει, πεινούν και οι αστυνομικοί που με συνοδεύουν και συμβαίνει το μοναδικό! πηγαίνουμε όλοι μαζί σε ταβέρνα, τρώμε και πίνουμε μάλιστα! Ήπια ρετσίνα ύστερα από μήνες. Ούτε χειροπέδες, ούτε τίποτα! Ταβέρνα! Το βράδυ στο υπόγειο κρατητήριο έκανα τον καλύτερο ύπνο στο τελευταίο διάστημα.

Έμαθα να προσαρμόζομαι και στάθηκε δύσκολο γιατί είμαι νευρικός από μικρός. Ήταν σχολείο για να μπορέσω να αντέξω τις μετέπειτα ασθένειες. Βρήκα διεξόδους να διοχετεύσω ενέργεια και δημιουργικότητα. Δεν ήταν και πολύ ευχάριστα στην αρχή ,εννοώ μετά την επιστροφή, γιατί ο Μichele έμοιαζε αόρατος και ο Μιχάλης κάποιος άλλος. Έπρεπε να αρνούμαι μια πραγματικότητα που με τιμούσε και έμοιαζε τόσο μακρινή και δύσκολη να την ακουμπήσεις , [και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μου είπαν σε ανύποπτο χρόνο πόσο απρόσιτος φάνταζα στα μάτια τους] ,τόσο απόμακρη στην κοινωνία της μικρής μας πόλης.

Προσαρμόστηκα πάντως, αναγκασμένος να ‘πολεμήσω’ με τη δικαιοσύνη, πρώτα προφυλακισμένος και μετά ελεύθερος με όρους κλπ.

Να πω με την ευκαιρία πως πριν τις συλλήψεις μας, μέσα του 80 – Απρίλης η Ροσσάνα και Μάης εγώ – κατεβήκαμε να εγκατασταθούμε Αθήνα για καλύτερα ,εδώ στην Καβάλα η κατάσταση που βιώναμε ήταν ασφυκτική, συχνά αποπνικτική, δεν συνηθίζονταν με τίποτα !
Για διάφορους λόγους που δεν αξίζει να αναφέρουμε επιστρέψαμε πίσω μετά από κάποιο καιρό που μας φιλοξένησε ο ξάδερφος μου ο Μιχάλης που ζούσε τότε στον Βύρωνα. Ήταν η περίοδος που πέθανε ο Νίκος ο Ξυλούρης ,και δεν το ξεχνώ ποτέ γιατί τον αγαπούσα πολύ και στενοχωρήθηκα αφάνταστα ,όπως και ολόκληρη η χώρα . Θυμάμαι ακόμη τη μαυρίλα που γέμισε η είδηση τον κόσμο.

Και αν θυμάμαι καλά πρέπει την ίδια περίοδο να κυνηγήθηκε και ο Γιώργος Βότσης ,που έγραφε στην Ελευθεροτυπία ,σαν ηγέτης της 17 Νοέμβρη ! Λόγω του ότι οι θέσεις του ήταν ‘πολύ αριστερές’ !! και το κατεστημένο δεν το ανέχτηκε !
Λίγο μετά πρέπει να ‘έφυγε’ στη Μόσχα και άλλος μεγάλος ,ο Μάνος ο Λοίζος.

Με κράτησε σε εγρήγορση η άθληση. Μαζί με άλλα που εξάσκησα ήταν κολύμπι στη θάλασσα τα καλοκαίρια και κάποιους χειμώνες .Στην πισίνα όλο τον χρόνο. Και ατέλειωτες πορείες στο βουνό, με τον βουδιστή φίλο μου Σωκράτη Διαμαντόπουλο του τότε βιβλιοπωλείου ‘Ήλιος’ και τον Μαλέζη ,του οποίου το μικρό όνομα το ξεχνώ .Γνωστός πρώην αριστεριστής και νυν νεοορθόδοξος. Είχαμε οι τρείς μας στις μεγάλες πορείες ατέλειωτες συζητήσεις επάνω στην θρησκεία και το πώς τη βίωνε ο καθένας από τους δύο με εμένα στη μέση να θέλω να καταλάβω, μα συγχρόνως να είμαι σκληρά αφιερωμένος στην επανάσταση, γειωμένος στα εγκόσμια, και να αντιμάχομαι μαζί τους. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως το ‘σποράκι’ μέσα μου το άφησαν μιας και χρόνια αργότερα ψάχτηκα κι εγώ στα μονοπάτια της πίστης. Ήταν πάντως στιγμές πανέμορφες, ένας αριστεριστής ένας βουδιστής και ένας ζηλωτής χριστιανός να περπατούν στο πανέμορφο τοπίο και να διαλογίζονται! Δεν θα τις ξεχάσω αυτές τις πορείες με τις διαμάχες και τους διαξιφισμούς μας ,με όλους τους καιρούς, κάθε μεσημέρι μέχρι να πέσει βαθύ σκοτάδι, με ήλιο βροχή και αέρα, συχνά και χιόνι. Όλους τους λόφους γύρω από την πόλη τους περπατήσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τα πρωινά καφεδάκι στη Μυροβόλο του Σωτήρη ,[ εκεί γνώρισα , πριν ακόμη μας συλλάβουν ,και τον Μπάμπη τον Τσουρουκίδη ,που έχει και αυτός Ιταλίδα φιλενάδα, κι έτσι βρίσκει και η Ροσσάνα συντροφιά, μιλούσαμε όλοι μαζί την ίδια γλώσσα ,και καταλαβαινόμαστε χωρίς να χρειάζονται τα εγγλέζικα]. Και πέρασμα από τον Γιάννη τον Καρρά που μόλις έχει έρθει από την Αθήνα ν’ ανοίξει μαγαζί με παπούτσια ,στην Ομόνοια, εκείνο τον καιρό. Τα βράδια στο Vanitas του Σαλαβάτη ή στο Νησί του Σιμήτα. Ο Νίκος έγραψε τη δική του ιστορία στην αυθεντική πλευρά της πόλης, μας λείπει πολύ. Γνήσιος, .Να είναι καλά ο Παύλος ο Φιλίδης που του συμπαραστάθηκε και στάθηκε κοντά του την τελευταία περίοδο της ζωής, και όχι μόνο.

Από τον Νίκο γνωρίσαμε  τον Στέργιο τον Μήττα και την Ελένη, ξημεροβραδιαζόμασταν στο ωραίο, δίπατο σπίτι του, εκεί δίπλα στην ταβέρνα του Φίλιππα, στα ιστορικά κόκκινα Ποταμούδια.

Τεράστιος φίλος και ο Παύλος, εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας. Μαζί του έζησα μια από τις πιο αυθεντικές στιγμές στη  ζωή μου, μέρα γιορτής! Τα πίναμε όλη νύχτα στο Νικόλα τον Σαλαβάτη ο οποίος έκλεισε νωρίς, κι εμείς είχαμε ακόμη όρεξη, οπότε καταλήξαμε στα μπουζούκια, στο ΝΟΚ, όπου δούλευε ο Παβλίτο, είχε ρεπό εκείνη την ημέρα πάρει, ακριβώς για να γιορτάσει μαζί μου. Όχι ότι πηγαίναμε ποτέ σε μαγαζιά της ‘νύχτας’, απλά, ο Νίκος μας άφησε στα κρύα του λουτρού, το Νησί επίσης έκλεισε νωρίς εκείνη την ημέρα, φαίνεται πως όλα είχαν συνωμοτήσει για να καταλήξουμε στο μαγαζί του λιμανιού, το Απαραίτητο επίσης δεν είχε ακόμη ξεκινήσει την μεγάλη ένδοξη ιστορία του.

Βρεθήκαμε λοιπόν πρώτο τραπέζι πίστα, μισοάδειο το κατάστημα πλέον, ήταν αργά, ήμασταν γνωστοί, ο ένας δούλευε στον χώρο, αμέσως πέσαν επάνω μας οι συνάδελφοι του, καταλαβαίνετε τώρα οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν, υπήρχε μια οικειότητα, ζητάει ο Παυλάρας παραγγελιά, σπάει λίγα πιάτα μέσα σ’ ένα τραπεζομάντηλο και ζώνεται τον μπόγο στους ώμους του σαν τον »παλιατζή» χορεύοντας αμέσως στους ήχους του πασίγνωστου τότε άσματος στη μέση της πίστας κάτω απ’ τα παλαμάκια ενός μαγαζιού παραληρούντος πλέον βλέποντας τον συμπαθέστατο Παύλο να γυροφέρνει κρατώντας στον ώμο του την πραμάτεια παλιών αντικειμένων που όλη τη μέρα μάζευε δεξιά κι αριστερά στις γειτονιές της πόλης!

Μέρα αξέχαστη, αυθεντική μες την απλότητα της!

Και ο Γιώργος γράφει ιστορία, είναι πλέον μακράν ο παλαιότερος στην μουσική νύχτα της πόλης με τα διάφορα Νησιά του, μικρά ή μεγαλύτερα.
Τρίτος ‘αρχαίος’ στην παρέα των από παιδιά φίλων ο Πελέ του Νικηφόρου. Φοβερό ‘φρούτο’ ο Βασιλάκης,, στα χρόνια της νεότητάς του αναστέναξε η Καβάλα ,η Αλεξανδρούπολη όπου παντρεύτηκε για κάποιο διάστημα πριν γνωρίσει την Αντιγόνη και η Σαμοθράκη που διακοπίζονταν. Τα καμώματά του την διάρκεια της θητείας έμειναν θρυλικά μιας και δύσκολα τον κρατούσες κλεισμένο, τότες που ο στρατός ήταν . …….κάτσε καλά! . Κάποια στιγμή για να την κοπανήσει από το στρατόπεδο άρπαξε ένα τανκ, πέρασε την πύλη και το έσκασε. Μέρες τον κυνηγούσε η στρατονομία, υπηρετούσε στην Θράκη θυμάμαι, τον έψαχναν και αυτός μπανιαρίζονταν με τις κοπελίτσες στον Μπάτη. Το θυμάμαι γιατί μαγιό του έδωσα εγώ μιας και δεν μπορούσε να πάει από το σπίτι του ,του την είχανε στημένη. Δίδυμο φωτιά με τον άλλο αγαπημένο φίλο , τον Βασιλάκη τον Αποστόλου ! Αυτοί οι δύο με βγάλανε στο κλαρί!

Δεν ξεχνιούνται τα τσιμπούσια που ετοίμαζε ο Αποστόλου στη ‘σπηλιά’, στα βράχια της ‘Τόσκας’, στη μεγάλη παρέα, κάθε μεσημέρι, με τσίπουρα και φανταστικούς μεζέδες!Άριστος κολυμβητής και βουτηχτής ο Βασίλης ,έδειξε πόσο εύκολο είναι να περνάς θαυμάσια όταν η παρέα είναι καλή! αξέχαστες στιγμές, με απλότητα, στη φύση.Στις Καβαλιώτικες θάλασσες. Στην παραλία. Εκεί όπου μια όμορφη νύχτα ο εξαιρετικός Κηλαηδόνης επανέλαβε μέσα σε κατάσταση μεγάλου ενθουσιασμού το πάρτι της Βουλιαγμένης, και η νεολαία μας τον αγκάλιασε πολύ ζεστά. Ωραίος ο Λουκιανός! άξιζε όλη την αποθέωση που του χαρίσαμε!

Έφτιαξα τη δουλειά στη θάλασσα, κοντά μου εκείνο τον πρώτο καιρό ο Γιώργος ο ‘Αραχτός’, ο Θοδωρής ο ‘Λουκουμάς’ και ο Θόδωρος ο Μουριάδης που αγαπάει κι αυτός πολύ το πανί με τη σανίδα και με συντροφεύει στις τσάρκες στο νερό. Με γνώρισε όλη η πόλη, κι αυτοί που δεν με ήξεραν από τις ‘περιπέτειες’ μου με την δικαιοσύνη. Σταθερός φίλος ο Παύλος, μου στάθηκε όσο κανένας άλλος.
‘Συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο’ τραγουδά για την αγαπημένη του ο Αργύρης. Είναι τότε που φτιάχνονται καινούρια στέκια στην πόλη, για τους λιγότερο πολιτικοποιημένους ,οι παλιοί ‘ψηφίζουν’ σταθερά τα προαναφερθέντα. Μικρό Καφέ λοιπόν και Μπαλάντα στην Ερυθρού Σταυρού όπου δημιουργείται κατάσταση, μαζεύεται εκεί η νεολαία της πόλης που ξεμυτά σιγά σιγά απ’ το σπίτι [θέλω να καταλάβετε πως τα πρώτα μπαράκια φτιάχτηκαν ακριβώς πάνω στην ανάγκη των νέων να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα του γονιού, φυσικό λοιπόν να δημιουργηθούν από τους πιο ανήσυχους. Οι υπόλοιποι ,κυρίως στη συνέχεια το είδαν σαν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για να βγάλουν χρήματα].
Λίγο μετά γίνεται το Κύτταρο και πάει λέγοντας, στην Ερυθρού Σταυρού βρίσκεις τους νέους της πόλης, πρωί βράδυ για πολλά χρόνια.

Πρέπει να είναι αυτή η περίοδος που μεταξύ άλλων μας συντροφεύουν και ο Δημήτρης ο Παπαθεοδώρου και η Καίτη με τον αδερφό της τον Τζανέτο, Έχω γνωρίσει και τ’ αδέλφια Καρακάντζα.
Θυμάμαι όλη τη διαδρομή μέχρι να αλλάξουν τα δεδομένα Ο Καράς με τον Κώστα τον Γκάλη στη μουσική σκηνή, φέρνουν στο προσκήνιο την ποιοτική μας μουσική. Μέχρι τότε μοναχά ο Σαλαβάτης και ο Σιμήτας ‘έπαιζαν’ τα ακούσματα που έκρυβε το κατεστημένο. Διαδρομή που περιελάμβανε και τη διαμάχη ανάμεσα στους ροκάδες και τους καρεκλάδες όπως αποκαλούσαμε τους άλλους.

Τη πορεία των διάφορων djς που έδειξαν την εξέλιξη της εμπορικής μουσικής, τον Χρήστο τον Καφά, τον Τάκη ,τον Γρηγόρη και σε λίγο τον Νίκο τον Μαυρίδη για να αναφέρω τους περισσότερο γνωστούς. Όλοι φίλοι. Έρχεται και ο Boban τα δύσκολα χρόνια της Γιουγκοσλαβίας.
Δίσκους και κασέτες
αγοράζαμε από τον Ντίνο τον Σαμάνθα. ‘Τσιμπάμε’ στα Καλά Καθούμενα του Σάκη του Αρβανίτη. Γυρνάμε τα χαμάμ της βόρειας Ελλάδας με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο και την Κατερίνα, αρπάζει φωτιά το αμάξι του Τέλη στην Ηρακλίτσα. Έχει σαλτάρει λίγο νωρίτερα από την ταράτσα ο Γιαννάρας με την Ελπίδα, κλείνει η Μυροβόλος γιατί ο Σωτήρης φεύγει Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται το Νησί , έχουμε τη μεγάλη κοροϊδία της ‘αλλαγής’, τον πράσινο σοσιαλφασισμό που θέλει να μοιάσει τζαμαχιρία αλλά δεν μπορεί, δεν υπάρχει πετρέλαιο. Υπάρχουν όμως δανεικά.

Το Έρεβος του Ηρακλή όπου και γνώρισα τον Χατζηγιάννη.
Μαζί με τον Καρρά , όπως προείπα ,ο Κώστας έφεραν τα πάνω κάτω στο χώρο με το Ναυάγιο ,λίγα χρόνια αργότερα Ελλαδογραφία, μαζί και ο Μίλτος ο Σαμλίδης.
Και δεν γίνεται να ξεχάσω να αναφερθώ στις τόσες και τόσες συντροφιές στη ταβέρνα του Φάνη, το ‘Μεθυσμένο Αηδονάκι’ ,παρέα με την κιθάρα του ή τις δικές μας, για πολλά-πολλά χρόνια. Ειδικά το αμέσως προηγούμενο και επόμενο διάστημα που έπεφτε η χούντα εκεί ήταν κάτι σαν ορμητήριο για τους αντιστασιακούς νεολαίους που μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια διατράνωναν το πάθος για τη λευτεριά.

‘Παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα, αφήνω την κιθάρα μου και παίρνω την σφεντόνα’

Νοέμβρης του 84, έχουμε ένα μεγάλο γεγονός στην Καβάλα ,την κατάληψη της Μεγάλης Λέσχης , επί Λευτέρη Αθανασιάδη, από ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου .Ζήτησαν και πέτυχαν να δοθεί το κτίριο για κοινωνική χρήση. Πήρα αυθόρμητα μέρος από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα , κοιμήθηκα πολλά βράδια με τον υπνόσακο στο κτίριο μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και αλληλεγγύης. Ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή για την πόλη ,τότε που ο λαός συμμετείχε στις υποθέσεις που τον αφορούσαν. Έπαιξε ρόλο και το ότι από την πρώτη στιγμή η Δημοτική αρχή υπερασπίστηκε ενεργά τη δράση.

συνεχίζεται

η Αποστολή

Πρώτη Γραμμή

Δημοσιεύθηκε στις 16th Φεβρουαρίου, 2014

1239824_1633774420094883_90301300_nΟι «Κρίσις» ήταν ένα rock συγκρότημα από την Καβάλα και μεσουράνησε την περίοδο 1981-1988 τόσο στην Καβάλα όσο και σε όλη την Ελλάδα με πάρα πολλές συναυλίες στο ενεργητικό τους.

Διαλύθηκε το 1988 λόγω στρατιωτικού και σπουδών των μελών του, προς μεγάλη απογοήτευση των χιλιάδων φίλων του.

Στα τέλη του 1982 κυκλοφόρησαν και το μοναδικό τους δισκάκι 45 στροφών σε 500 αντίτυπα (αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία).

Περιείχε τα τραγούδια «Ανθρωπάκος» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Μάκη Καρακούση, και το «Απόβρασμα» σε μουσική του Δημήτρη Μπόσκου και σε στίχους του Χρήστου Γεωργιάδη και του Γρηγόρη Δροσόπουλου που έφυγε πρόωρα από την ζωή.

Στην διάρκεια των 7 χρόνων έπαιξαν οι παρακάτω μουσικοί:

Χρήστος Γεωργιάδης – Φωνή
Δημήτρης Μπόσκος – Κιθάρα
Στέλιος Χόης – Πλήκτρα
Μάκης Καρακούσης – Τύμπανα
Σάκης Ρώρρας – Μπάσο
Κώστας Κανελλόπουλος – Κιθάρα
Απόστολος Μπόσκος – Μπάσο
Χρήστος Τσουρής – Τύμπανα
Νίκος Χριστοφορίδης (Nikky) – Μπάσο

Στο τραγούδι «Τεκέ» την μουσική έγραψε ο Δημήτρης Μπόσκος και τους στίχους ο Μάκης Καρακούσης.

6

Advertisements

One thought on “χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 8

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s