i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 9

το πέταγμα, πινκ φλόιντ

Δεύτερο σπίτι μας από μικρά παιδιά τα καλοκαίρια ο Μπάτης .Εκεί από τον Θοδωρή τον Γιαννακούδη έμαθα wind surfing και θαλάσσιο σκι πρώτα, ιστιοπλοία ανοιχτής θάλασσας αργότερα. Όταν ένιωσα πως το να γίνω και εγώ εκπαιδευτής θαλάσσιων αθλημάτων ήταν κάτι πολύ ταιριαστό στο χαρακτήρα μου αυτός ήταν που με συμβούλευσε να μεταφερθώ στο Εστέλλα του Τοτού στην Ηρακλίτσα . Έλεγε πως εκεί θα ήταν η παραλία του μέλλοντος. . Και έπεσε διάνα .Στον Μπάτη μεγάλωσα και ενηλικιώθηκα, στα βραχάκια του έκανα και τον πρώτο μου γυμνισμό , οι αμμόλοφοι. είναι ακόμη πολύ μακριά. Γνωρίστηκα εν τω μεταξύ και με τα θαυμάσια παιδιά του Θεατρικού Εργαστηριού. Γιάννης Κουκιάς, Δημήτρης Μπουζάνης, Ζωή κι Γιούλη Αποκατανίδου με τον Λαδά της τον Ανδρέα , ο Λεόντιος ο Πετμεζάς ,η Έλσα ο Δημήτρης Ορφανίδης και ο Άγγελος ,ο Γιώργος Κρασογιάννης, η Πάτρα, η Ευγενία και η Μαρία η Κρεάδα, ο Γιώργος ο Μαστοράκης και ο Φάνης κάποια από τα ονόματα που θυμάμαι μαζί με πολλά ακόμη θαυμάσια αγόρια και κορίτσια . Μοιραστήκαμε υπέροχες στιγμές.

Μαθαίνω πολλά, γίναμε πολύ καλό τημ,, δουλέψαμε σκληρά, έχουμε γερούς δασκάλους. Πρώτα από τα Γιάννενα ο Νάκος ο Γιώργος με τα μούσια.. Μετά ο Δημήτρης ο Ιωάννου από τη Θεσσαλονίκη . Ανεβάζουμε παραστάσεις σε Θάσο, Καβάλα, Δράμα και Θεσσαλονίκη . Μου στάθηκαν πολύ τα παιδιά και στις δικαστικές μου διαμάχες με διαβήματα στις αρχές και την πόλη. Και βεβαίως στάθηκαν τα πιο δημιουργικά χρόνια της ‘νέας εποχής μου’, τα πιο συναρπαστικά. Και μιας και ο αέρας μου ταιριάζει ,φέρνουμε και το πρώτο ιδιωτικό ιστιοπλοϊκό σκαφάκι στην Καβάλα με τον ιδιοκτήτη και συμμαθητή και φίλο, τον Γιάννη τον Καραβά. Από τον Πειραιά στην Καβάλα σε τρία τριήμερα, εγώ πήρα μέρος στη διαδρομή Ραφήνα-Φτελιά Βόλου . Με την ευκαιρία να σας πω πως ο Πτελεός είναι το χωριό καταγωγής του παλιού μου φίλου Νίκου Αθανασίου και του Μάριου[ ο οποίος ,χρόνια αργότερα ,παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη την εξαιρετική Στέλλα, γλυκιά φίλη απ‘ τα παλιά]. . Θέλησα πολύ να πάρω μέρος και στα άλλα ταξίδια, μου ήταν όμως αδύνατο μιας και έγιναν καλοκαίρι κι εγώ ήμουν απασχολημένος με την δουλειά μου στην παραλία..

Εκείνα τα χρόνια είχα , και δεν την ξεχνώ με τίποτα, μια πολύ δυνατή εμπειρία στο νερό. Ήταν για μένα ‘βάπτισμα πυρός’ στα δύσκολα, στην πραγματικότητα της αληθινής θάλασσας. Που έχει και τα στραβά της. Βλέπετε ήμουν συνηθισμένος στα ήρεμα νερά μέσα στον κόλπο όπου εκπαίδευα τους πελάτες μου.

Βρέθηκα ένα Σαββατοκύριακο στη Θάσο με το σκαφάκι γιατί με χρειάζονταν ο φίλος μου ο Αλέξης ο Σαπουντζής. Ετούτος είχε ένα δωδεκάμετρο τότε ,ίσως και μεγαλύτερο, τη διάδοχο της βασιλικής Ναυκρατούσας. Άραξε τη νύχτα του Σαββάτου στον Λιμένα και φύγαμε με το δικό μου το μικρούλι να κάνει ψαροντούφεκο στα Κύνηρα. Όπως και έγινε. .Κοιμηθήκαμε αργότερα στο μεγάλο και το άλλο πρωί κάναμε το γύρο του νησιού, ψήσαμε και φάγαμε τη λεία στα βράχια στις Αλυκές, κολυμπήσαμε στον Αρχάγγελο, φάγαμε λουκουμάδες στα Λιμενάρια και δώστου απόγευμα προς βράδυ Κυριακής για επιστροφή. Μόνο που ο καιρός άρχισε να χαλάει και μας βρήκε το μπουρίνι μεσοπέλαγα! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε, πήγαινα στα επτά κοντά μέτρα πίσω από το μεγάλο για να κόβει, μέσα στα απόνερα του. Κι όμως ο αέρας με σήκωνε σαν καρυδότσουφλο, πείρα δεν είχα, βούτηξε στο νερό ο Αλέξης, ανέβηκε στο μικρό μιας και είχε αφήσει στο τιμόνι του δικού του τον Ντόρη τον Λυμπερόπουλο ,ο οποίος κάποια χρόνια μετά το έκανε δικό του, πήρε το τιμόνι και έτσι έμαθα πώς οδηγούν στην τρικυμία Μας οδήγησε ασφαλείς στην Ηρακλίτσα όπου είχα αφήσει στη θέση μου να κρατάει το ‘μαγαζί’ άλλο καλό φίλο τον Κώστα τον Χατζηγιώργη. Έτσι έμαθα τι σημαίνει πραγματικά θάλασσα!

Τελειοποίησα και την ιστιοπλοία μου πάντα με τον Γιαννάκη τον Καραβά σε διήμερα Καβάλα Ηρακλίτσα και Καβάλα Θάσος, αρχές φθινοπώρου που σταματούσε η δουλειά. Ψαρέματα, ψησίματα, ύπνος στο σκάφος και γυμνισμός όταν μας έπαιρνε. Μαθαίνουμε να πετάμε και με αλεξίπτωτο πλαγιάς, μια μεγάλη παρέα, τη Φαίη θυμάμαι μοναχά.

Παντρεύομαι κιόλας τη Λίνα, γεννιέται πρώτα η Έλλη και μετά η Μαριλένα, έχουμε δοκιμάσει εν τω μεταξύ μήπως και καταφέρουμε να εγκατασταθούμε Θεσσαλονίκη μιας και η αδελφή μου η Μανίνα και ο γαμπρός μου ο Δημήτρης μας προσφέρουν δουλειά σε μόνιμη βάση. Κάθε φορά που μπαίνει άνοιξη όμως και μυρίζει καλοκαίρι το μυαλό πετάει στην θάλασσα με την οποία ακόμη είμαι πολύ καψούρης , κι έτσι ο εγκλιματισμός αποτυγχάνει. Οι παραλίες με τραβάνε σαν μαγνήτης. Ήταν τα χρόνια της Σελήνης και του Δον Κιχώτη, του λίγο Berlin αργότερα. Και του Ηρακλή του Δούκα. Ανατέλλει το άστρο του Παπάζογλου και του Ρασούλη, ας είναι και οι δύο καλά στην καινούρια τους κατοικία. Λίγο μετά και αυτό του Ζερβουδάκη, αμούστακο ακόμη τον γνωρίσαμε στην Αμουλιανή, ‘πεταμένο’ ένα Πάσχα στην αμμουδιά με την Μαρία Φωτίου. Μας γνώρισαν την Τήνελα στην Τούμπα. Εκείνο το διάστημα τραγούδησαν με τον μεγάλο Παύλο Σιδηρόπουλο για τον άλλο τεράστιο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ‘μάθε το ζήτω κι έλα μαζί μας’ και άλλα πολλά, σε συναυλία μάλιστα στο Ηρώδειο.

Στο μεταξύ η Ελλάδα αναστενάζει στα γήπεδα, δεν υπάρχουν ακόμη μαγαζιά στα Λαδάδικα, ή άλλες τέτοιες γειτονιές στέκια, αν εξαιρέσεις τα βραδινά Κάστρα, με τις ταβέρνες τους, υπάρχει όμως το Κρυφό Σχολειό [νύχτες] ,και το Όλυμπος Νάουσα [μεσημέρια] ,όπου τρώει το φοιτηταριό. Τριγυρνώ συχνά στις σχολές, παρακολουθώ, αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας. Συνεργάζομαι στην Καβάλα με τον Σάββα τον Σιμιτσή,[που εν τω μεταξύ μας βάπτισε την Έλλη], και τον Καφά τον Χρήστο στο Απαραίτητο. Και λίγο μετά με τον Σαλαβάτη στο 32 που πήρε ο Νικόλας από τον Γιώργο τον Καψιτίδη και τον Περικλή. Είναι η περίοδος που δένομαι ακόμη περισσότερο με τον Καρρά. Μουσική παίζει ο Σάκης ο Ασβεστάς και σερβίρει ο εξαιρετικός με τα πινέλα Μανώλης Κελαϊδίτης.

Είναι τα χρόνια που ανθίζει ξανά το κίνημα του ζηλωτισμού, Άγιο Όρος, Μονή Εσφιγμένου, ‘Ορθοδοξία ή Θάνατος’, σας μίλησα νωρίτερα για τον φίλο μου τον Μαλέζη. Μου έχει αφήσει τον σπόρο ,ψάχνομαι κι εγώ, πηγαίνω με τον φίλο και σύντροφο τον Χρήστο Γεωργιάδη στο Όρος, στη μονή Διονυσίου, γνωρίζω τον παπα Παύλο και τον μοναχό Αγάπιο, μελετώ το κήρυγμα της αγάπης, ερωτεύομαι το περιβάλλον και την ησυχία, το ταπεινό πνεύμα και το κήρυγμα της συμπόνιας, πέφτω με τα μούτρα στο ψάξιμο, νιώθω ξανά χρήσιμος, εξομολογούμαι στον Παύλο, μου βάζει κανόνα.

Κρατάει χρόνια, παρακολουθώ και την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Αν εξαιρέσουμε τους φοιτητές και τους μαθητές που συχνά με τους αγώνες τους ταράζουν τα νερά του πράσινου ύπνου στον οποίο έχει βυθιστεί η κοινωνία ,είναι τα χτυπήματα της 17ης Νοέμβρη , του ΕΛΑ και της Αντικρατικής Πάλης που τραντάζουν την ψευτο ευδαιμονία της πήλινης νιρβάνα που έχει καταλάβει τους μικροαστούς, τους στηλοβάτες του σοσιαλφασισμού που έχει σαρώσει τα πάντα. Τα ελεύθερα Εξάρχεια, Κουφοντίνας, Τσουτσουβής ,Πρέκας ,Μαρίνος, Σμυρναίος, Μαζοκόπος, Καλτεζάς, Κουμής Κανελοπούλου. Και Αρκουδέας, Ντάνος Κρυστάλης μερικά από τα ονόματα που έμειναν χαραγμένα στη συλλογική μνήμη. Μαζί με τους αδελφούς Παλαιοκώστα αργότερα.

url

θα πληρώσετε για όλα 3

Τα καλοκαίρια στην παραλία ξεφεύγω τελείως, σαν να βρίσκομαι σε άλλον πλανήτη. Πρώτα σκηνή μετά τροχόσπιτο. Μεταξύ άλλων γνωρίζω τον Βαγγέλη τον Καψιμάλη και τον Ιορδάνη . Όλη μέρα στο σκάφος, το βράδυ φωτιά στην αμμουδιά, κρασάκια και κουβέντα, μουσική και χορός πολύ συχνά. Η άλλη πραγματικότητα είναι πολύ μακριά, δεν έχει τηλεόραση και ραδιόφωνο ,δεν ακούμε ‘ειδήσεις’. Στην εξοχή ,για εμάς, μια αυτάρκης ελεύθερη νησίδα στη μέση του ’πολιτισμού’ που είναι το κάμπινγκ. Με τους δικούς μας κανόνες. Δεν υπάρχουν αρχές παρά μόνο εμείς. Εξωτερική ενόχληση καμία.

Μόνο τώρα, τόσα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ τι σήμαινε για όλους όσους το έζησαν εκείνα τα φοβερά καλοκαίρια στην ελεύθερη παραλία της Ηρακλίτσας. Η ουτοπία έχει ξαναγίνει πραγματικότητα. Επί μήνες , κάθε καλοκαίρι , για πάνω από 15 χρόνια ζούσαμε χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο κάμποσοι άνθρωποι , δίχως διαχωρισμούς και προκαταλήψεις ,δίχως αποκλεισμούς και ανισότητες.! ΔΊΧΩΣ ΝΑ Μας ‘ΖΑΛΊΖΕΙ ΚΑΝΈΝΑΣ ΤΟΝ ΈΡΩΤΑ.’. Ένα μαγιώ όλη μέρα εξισώνει όποια ανισσότητα.

Πετάω αβέρτα αλεξίπτωτα, τους ξεκινάω και τους προσγειώνω όλους στην αμμουδιά ,ανάμεσα στις ομπρέλες και τους λιαζόμενους. Έχω σκοινί εκατό μέτρα και μπορώ και μανουβράρω το σκάφος μακριά από αυτούς που κολυμπούν, σε απόσταση από την αμμουδιά. Χρησιμοποιώ τον αέρα που με βοηθά να κρατώ ψηλά το αλεξίπτωτο και να οδηγώ με χαμηλές ταχύτητες, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο για όλους. Και μιας και είμαι μακριά από την ακτή και οι υπολογισμοί στις αποστάσεις καμιά φορά αστοχούν ,δύο οι τρεις φορές μου μπλέχτηκε το πανί στα μπροστινά δέντρα της αμμουδιάς, πάνω από τα κεφάλια των ‘θεατών’, λίγο πριν την προσγείωση, πάνω από το μπαράκι. Προς τέρψη όλων .Ακόμη τα θυμούνται και γελούν.

Είναι φοβερή εμπειρία το πέταγμα, κάθε φορά σαν τη πρώτη ! δεν βαριόμουν να τραβώ ποτέ. Μου έμαθε ο Άκης ο Βέτας πως να ανεβοκατεβάζω το αλεξίπτωτο , μαλακά πάνω από τα νερά,χρησιμοποιώντας τον αέρα , με τον δεμένο ‘αναβάτη’ να το απολαμβάνει. Εγώ απλά το πήγα πιο πέρα και τους ανεβοκατέβαζα πάνω από τα κεφάλια τουριστών και ντόπιων που ξάπλωναν στην αμμουδιά ηλιοκαμένοι.. Αν μάλιστα επρόκειτο για κάποια όμορφη κοπέλα τότε την προσοχή όλων μονοπωλούσε η πτήση. Στην αμμουδιά όλοι ‘ξεβρακώνονται’.

Καλύτερος βοηθός από τον αέρα δεν υπάρχει, μπορείς να κάνεις όλους τους ελιγμούς με την ελάχιστη ταχύτητα. Και προσγειώνεις τον ‘αναβάτη’ πολύ μαλακά. Εάν δεν φυσά ,τον αφήνουμε μαλακά στο νερό ‘κόβοντας’ σιγά- σιγά ταχύτητα στο σκάφος. Η παραλία περίμενε κάθε μέρα αυτόν που θα κάνει την αρχή, για να ξεκινήσει το θέαμα. Εάν οι συνθήκες είναι καλές μπορείς να κρατάς μια αμμουδιά καθηλωμένη. Πολύ συχνά συνέβαινε αυτό ,και κάθε καλοκαίρι επέστρεφαν πολλοί ‘θαμώνες’ του προηγούμενου έτους. Όταν καθυστερούσε να ξεκινήσει η εργασιακή μέρα πετούσα για κράχτη την Έλλη, ξεκίνησε να πετά από τα τέσσερά της, η Μαριλένα δεν πρόλαβε. Να ανοίξω όμως μια μικρή παρένθεση και να θυμηθώ εκείνη τη ζόρικη μέρα ,με την απίστευτη φάση, όταν γλιτώσαμε τη ζωή ενός ανθρώπου σχεδόν από θαύμα. Ξέχασαν [και όμως είναι δυνατόν !] τα παιδιά στην αμμουδιά να δέσουν από το αλεξίπτωτο μια κοπελιά, Ελληνογερμανίδα ! δεν το πρόσεξα κι εγώ ! και το κακό έρχεται τρέχοντας! Αυτή η τρομερή όμως καταφέρνει ν’ ανέβει τα πάνω από εξήντα μέτρα από την επιφάνεια του νερού, κρεμασμένη από τα μπράτσα της!! Κάτι κατάλαβα, η στάση του σώματος δεν ήταν φυσιολογική, άρχισα να την κατεβάζω σιγά- σιγά , για να μη πανικοβληθεί, να ζοριστεί λιγότερο. Και η απίστευτη, μου κάνει νόημα, όχι, θέλει να ξανανέβει, έτσι κρεμασμένη από τη δύναμή της. Αργότερα μου είπε πως πίστευε πως αυτό ήταν το φυσιολογικό! Για να μη σας τα πολυλογώ, την ανέβασα δεύτερη φορά ψηλά αλλά πλέον ήμουν πολύ ανήσυχος, δεν μου άρεσε αυτό που έβλεπα και αποφάσισα ότι θα την κατεβάσω αμέσως, όπως και έκανα , σωθήκαμε όλοι μαζί. Διότι, όπως είχα σωστά καταλάβει, το κορίτσι δεν πετούσε δεμένο!

Εκτός από ατέλειωτες συγνώμες και άπειρα κεράσματα γίναμε και πολύ καλοί φίλοι. Τα επόμενο καλοκαίρι ήταν πάλι εκεί. Εκεί γύρω βρίσκονται και τα νυχτερινά μαγαζιά με την μεγαλύτερη κίνηση σε όλη την περιοχή. Κάθε νύχτα κανονική κατάληψη από τη νεολαία. Στην αμμουδιά αμέτρητος κόσμος σε παρέες με κιθάρες, φωτιές και μουσική, τα μπαράκια και τα κλαμπ γεμάτα πιτσιρικάδες και μεγαλύτερους. Φυσικό λοιπόν, όταν όλα ησύχαζαν, αργά τα χαράματα, κάποιοι θερμόαιμοι να ρίχνουν τα θαλάσσια ποδήλατα στο νερό για μια βόλτα στα ανοιχτά!

Ένα πρωϊνό λοιπόν που κατεβαίνω στην αμμουδιά βλέπω πως ένα ποδήλατο λείπει. Βρε αμάν, που πήγε το ευλογημένο; περιμένω λιγάκι να μαζευτούν οι ‘βοηθοί’ μου, και με το που καταφτάνουν αρπάζω έναν, πρέπει να είναι ο Βασάκης, παίρνουμε το σκάφος και ορμάμε στο ψάξιμο. Με τα πολλά βρίσκουμαι το καημένο ριγμένο στα βράχια, στη διαδρομή προς Παλιό, λίγο πριν το σπίτι του Γιώργου του Πετρίδη και της Λίλης. Το δένουμε πίσω από τη βάρκα και το ρυμουλκούμε σιγά σιγά. Έχει τρύπα, μπάζει νερά, καβαντζάρουμε την στροφή της Αρετούσας, εκατό μέτρα από την ακτή το χάνουμε τελείως. Πάτωσε.

Το βάθος είναι καμιά τέσσερα με πέντε μέτρα υπολογίζουμε. Τώρα ; Αποφασίζουμε το απίστευτο. Ρίχνουμε σημαδούρα για να μη το χάσουμε μιας και ο πάτος είναι γεμάτος φύκια ,η θάλασσα σκουραίνει και δεν μπορείς να δεις στο βυθό από την επιφάνεια. Βγαίνουμε στην ακτή, παίρνουμε μαζί μας ένα ακόμη έμπειρο παλικάρι και επιστρέφουμε πίσω. Οι δυό μας λοιπόν βουτάμε και ο τρίτος βγάζει έξω το σκάφος. Εμείς θα μεταφέρουμε το ποδήλατο στην ακτή περπατώντας στον πάτο! Όσο και να σας φαίνεται απίθανο, τα καταφέρνουμε. Το σηκώνουμε στα χέρια μας μες το νερό, κάνουμε λίγα βήματα, βγαίνουμε επάνω στην επιφάνεια για να πάρουμε ανάσες, ξανά πίσω, στον πάτο. Τα ίδια, μέχρι που φτάνουμε στην παραλία, μέτρο μέτρο, βήμα βήμα. Κάθε τι βυθισμένο στο νερό χάνει το μισό του τουλάχιστον βάρος, γίνεται ελαφρύτερο. Τα καταφέραμε σηκώνοντας το κυριολεκτικά στις πλάτες μας στον βυθό περπατώντας λίγο λίγο!. Χρειάστηκε πολύ ώρα και υπομονή, τα πνευμόνια μας αντέχουν γερά, είμαστε αποφασισμένοι να γυρίσουμε οπωσδήποτε πίσω με το τρόπαιο μας! Έτσι κι έγινε! Αξέχαστη εμπειρία.

Μόλις έρχονταν το σούρουπο γίνονταν το ρεφενέ και όσοι παρέμεναν μοιράζονταν τα ‘διακονήματα’ ενώ εγώ έπλενα τον εξοπλισμό. Όταν η δουλειά ήταν λιγότερη, αρχή και τέλος καλοκαιριού που η κίνηση ήταν σπασμένη, είχα τον χρόνο πριν βραδιάσει, έπαιρνα δυο- τρεις ακόμη, πάντα τον Σάκη, και ‘τρέχαμε’ στην Αρετούσα να βγάλουμε φούσκες αχινούς και μύδια. Ο Νικολαίδης ο Νίκος που έρχονταν συχνά μαζί μας έδειξε και ένα ‘γερό’ μέρος πίσω από τα κόκκινα βράχια και εκεί σε βάθος δύο, δυόμισι μέτρων βρίσκαμε μύδια τεράστια, τα βγάζαμε ένα- ένα με το χέρι. Έξω κάποιος ετοίμαζε τη φωτιά , ο Μάξ αναλάμβανε τα ψησίματα. Κρασί είχαμε μπόλικο και μερικά τσιγάρα καμιά φορά.

Κιθάρες που και που, καθημερινά το κασετοφωνάκι. Σουξέ μας για πολλά χρόνια το Sunday, Bloody Sunday, ακούγαμε πολύ U2 τότε. Και Dire Straits. Hey hey May may , Rock and Roll can never die τραγουδάει ο Νηλ Γιάνγκ.

Οι αναμνήσεις τρέχουν. Θα σας διηγηθώ εν τάχει ένα συμβάν που αξίζει ν’ ακούσουμε μιας και θαύμα θυμίζει, κάποια χρόνια πριν έτσι θα το ονόμαζαν, σίγουρα. Η ιστορία του Παύλου στα βράχια της Ηρακλίτσας. είναι αρχή καλοκαιριού, αργά το απόγευμα, ο ήλιος έχει πέσει, είναι μέρα ακόμη. Λίγος ο κόσμος στην αμμουδιά. μας καλούν στο μπαράκι που βρίσκεται στο εσωτερικό, πίσω από τα δέντρα, μια παρέα Γερμανών τουριστών που επιθυμούν να μας κεράσουν κάποια ποτά. Τους ευχαριστήσαμε νωρίτερα στην παραλία με τα θαλασσινά παιχνίδια και θέλουν να δείξουν τη χαρά τους κερνώντας μας ότι επιθυμούμε. Δεν αρνιόμαστε, η αμμουδιά σχεδόν άδεια, έχουμε καθαρίσει και συμμαζέψει τον εξοπλισμό μας, το σκάφος δεμένο στη σημαδούρα του στα βαθιά, μπορούμε άνετα να ανέβουμε για ποτάκι, πράγμα που κάνουμε αμέσως.

Πίνουμε μπύρες με σφηνάκια όταν με πλησιάζει έντρομος ένας κύριος και τρέμοντας μου λέει πως μόλις παρακολούθησε τρομαγμένος την πτήση ενός αυτοκινήτου από τον απέναντι γκρεμό προς την θάλασσα. και πως πρέπει κάτι να κάνω μιας και είμαι ο μόνος εκείνη τη στιγμή που θα μπορούσα να δώσω ένα χέρι βοήθειας σε περίπτωση που υπήρχε ζωντανός! το πράγμα φαίνεται απίθανο, η πτήση είναι κοντά στα 70 μέτρα, τόσο το ύψος του γκρεμού, από κάτω βράχια, το βάθος του νερού όχι περισσότερο από μισό μέτρο σε εκείνο σο σημείο. Η πρόσκρουση είναι τρομερή! Τρέχω προς τη θάλασσα, με ακολουθεί και ο Σάκης. Από πίσω μας τα παιδιά μας, Ο ΓΙΩΡΓΆΚΗς ΦΩΝΆΖΕΙ ΠΩΣ ΘΈΛΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΚΡΌ. ΠΑΡΑΚΑΛΏ ΑΠΌ ΜΈΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΘΈΑΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΙΚΡΎΣΩ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΣΟΚΆΡΕΙ ΠΟΛΎ, ΝΑ ΚΑΤΑΦΈΡΩ ΝΑ ΣΤΑΘΏ ΣΤΟ ΎΨΟς ΤΗΣ ΠΕΡΊΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΒΟΗΘΉΣΩ ΌΠΩς ΜΠΟΡΏ.

Πλησιάζουμε στα γρήγορα, έχει κύμα και μας δυσκολεύει, το αυτοκίνητο είναι καρφωμένο στα τέσσερα, μισό μέσα στο νερό και μισό απ’ έξω, ένας τύπος ντυμένος, μούσκεμα, ξυπόλητος είναι καθισμένος στα βράχια και μονολογεί! άθικτος. Ούτε γρατζουνιά, σε κατάσταση σοκ! Επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια λόγια. Τον ανεβάζουμε στο σκάφος, τον κοιτάμε από πάνω μέχρι κάτω, δεν πονάει πουθενά, σκέφτεται τον πατέρα του, την κακιά του τύχη, εμείς την καλή του που τον έχει ζωντανό και άθικτο. Τον βγάζουμε στην αμμουδιά, τον ξαπλώνουμε σε μια ξαπλώστρα, τον φορτώνουμε στο τζιπάκι του Μανιού του Γιάννη και τον ανεβάζουμε στο Νοσοκομείο. Ασθενοφόρο πουθενά.

Ξέχασα να πω πως στα βράχια έχει κατέβει γνωστός μου ορειβάτης από τη Δράμα, το όνομα του οποίου λησμονώ, για να βοηθήσει όπου χρειαστεί. Στην αλάνα πάνω από το συμβάν έχει μαζευτεί άπειρος κόσμος που παρακολουθεί σαστισμένος τα τεκταινόμενα. Για να μη πολυλογώ, ο Παύλος τη γλίτωσε με το σπάσιμο μιας και μοναδικής κλείδας κάτω από τον λαιμό του. Συνήλθε από το σοκ την ώρα που πλησιάζαμε στο Σανατόριο και ζήτησε το σκυλάκι του. Επικοινωνήσαμε με τους φίλους που αφήσαμε πίσω κι έτσι ο Σάκης ξαναπήρε το σκάφος, πήγε πάλι στα βράχια, βρήκε από τα γαβγίσματα το σκυλάκι ,και το άλλο πρωί ο Παύλος έχει ξανά τη συντροφιά του. γίναμε φίλοι έκτοτε και όποτε συναντιόμαστε να δείτε αγκαλιές και φιλιά! Αυτά με τον φίλο μας και την περιπέτειά του στον γκρεμό της Ηρακλίτσας.

Κλείνω την παρένθεση και επιστρέφω στις ροκιές, Do ‘nt forghet about me και Simple Minds για να ελευθερώσουμε τον Μαντέλα. Και Bico, που τον δολοφονούν στη γαμημένη νότια Αφρική οι λευκοί φασίστες στο κελί γιατί ήταν μαύρος και κομουνιστής! τα αιώνια κακά! κι εκεί όπως κι εδώ όπως και παντού σε αυτό τον άχρηστο ντουνιά!

Και όσο και αν μοιάζει αντιφατικό με το όλο κλίμα ,βοηθώ στους ψαλμούς ,τους χειμώνες βέβαια ,στην εκκλησία του Αγίου Παύλου με τον παπα Βασίλη και τον μεγάλο δάσκαλο της Βυζαντινής μουσικής και εξαιρετικό ψάλτη κ Βασιλειάδη Θανάση .ΜΊΑ ΦΟΒΕΡΉ ΕΜΠΕΙΡΊΑ ΚΑΙ ΑΥΤΉ! Να πω πως με τον δάσκαλο ξανασυναντιόμαστε χρόνια μετά μιας και ήταν καθηγητής μου μουσικής στο γυμνάσιο .

Φωτιές σε Καβάλα και Θάσο, το βυθισμένο στο λιμάνι καράβι αμολάει λιπάσματα και ρυπαίνει τη θάλασσα, έρχεται και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία να δώσει τη χαριστική βολή σε μια περιοχή που χάνει τον τουρισμό της μέρα με τη μέρα, η δουλειά πέφτει κατακόρυφα, πρέπει να τα παρατήσουμε μιας και ξαναεμφανίζεται μπροστά η προοπτική της Θεσσαλονίκης , ο γαμπρός μου με χρειάζεται, έχουμε φτάσει στο 1997 πλέον , ξαναγυρνάμε για μια πενταετία που ίσως να είναι και η τελευταία. Βέβαια στη ζωή πρέπει να ξέρεις να μη λες ποτές ποτέ. Εκεί γνωρίσαμε και τον Σάκη τον Μανάφη όπως και άλλα αξιόλογα παιδιά.

Με κρατάει το 5επί 5, στου Κωφίδη, του Νικολούδη και σε όλα τα γηπεδάκια τελικά της κεντρικής και ανατολικής Θεσσαλονίκης, κολύμπησα στις πισίνες της καλοκαίρι και χειμώνα, τότε ήταν που ο φίλος μου ο Βασάκης μου έδειξε να κατεβαίνω με snow board στο χιόνι ,πρώτα στον Λαϊλιά στις Σέρρες ,απ’ όπου κατάγεται, και μετά στο Σέλι. Τον Άκη τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη μιας και για πολλά χρόνια με συντρόφευσε στις παραλιακές μου ασχολίες, ήταν για μεγάλο διάστημα ο βοηθός μου στην αμμουδιά. Εκεί ξανασυνάντησα επίσης και τον Αντώνη τον ‘Λυκουρέζο’, δικηγόρο που ζει στην Θεσ-νίκη και η καταγωγή του είναι από Ηρακλίτσα. Αυτός μου έδειξε τη Σμίξη και τη Βασιλίτσα . Τη Νάουσα με τα τρία πέντε πηγάδια είχα προλάβει να τα επισκεφτώ με τον Θανάση τον Μαρωνόπουλο όπως και το Νυμφαίο και τόσα πολλά άλλα μέρη, Όλυμπο, Ζαγοροχώρια κλπ με τον ορειβατικό όμιλο.

Γνώρισα το Καϊμακτσαλάν και το Ελατοχώρι. Οι κατεβασιές στην ησυχία των πλαγιών των κάτασπρων από το χιόνι είναι το κάτι άλλο, η ησυχία του βουνού, η θέα η απίθανη από τις κορυφές, εκείνη η καθαρότητα, η φρεσκάδα. Στη θάλασσα κουράζεσαι, στο βουνό ηρεμείς. Στην αμμουδιά τσιτώνεις, μόνο στο πέλαγος βαθιά, στην ησυχία του πανιού μπορείς να ηρεμήσεις, μετά το μεσημέρι. Οι κατεβασιές δίνουν πνοή, σε ανεβάζουν, είσαι λεύτερος ειδικά όταν χάνεσαι στο απάτητο μακριά απ’ τους άλλους. Ξεπηδούν από μέσα αρχαία ένστικτα. Όπως στο πέταγμα στην αφρισμένη θάλασσα με το πανί. Εδώ ταιριάζει απόλυτα ο Moby και οι φοβερές του μουσικές, όπως επίσης Placebo.

Η πτήση απ’ την πλαγιά έχει άλλη ομορφιά, εδώ πάλι γαληνεύεις. Νιώθεις μοναδικά, αξεπέραστα ,πάντα ο άνθρωπος ζήλευε το πουλί! Αυτές οι ομορφιές που ξεσηκώνουν τις αισθήσεις είναι αξεπέραστες, σαν πολλά τριπάκια μαζί, αξίζει κανείς να δοκιμάσει , αν μάλιστα διαλογιστεί πάνω στο πόσα χρήματα ξοδεύει στις πιόλες και στα τσιγάρα, κάθε είδους. Δεν μετράνε μία μπροστά στην αδρεναλίνη που εκρήγνυται στο βουνό ή στη θάλασσα. Να μνημονεύσω και έναν άλλο δάσκαλο, σε άλλο άθλημα, τον Ανδρέα τον Σαραλιώτη που με γύμναζε στη σχολή του Σίμου του Ζαχόπουλου. Ήμασταν γνωστοί από τον Νικόλα ,έρχονταν κι αυτός συχνά στο Vanitas.Πολύ γερός. Μαλλιάς, κι εκείνος, καλή καρδιά. Μεγάλος δάσκαλος και ο Σίμος, με τον τρόπο του, και ο Σωκράτης με το βάθος του. Απλός και προσιτός και ο Τάσος, καλό παλικάρι.

Και λέω πως δάσκαλος είναι αυτός που σου δείχνει τον δρόμο που ακολούθησε εκείνος για να φτάσει εκεί που στόχευσε, προκρίνοντας σε και σπρώχνοντας σε να βρεις τον δικό σου ,σύμφωνα με τον χαρακτήρα και τα μέτρα σου !.

Κατέβαινα συχνά στην Αθήνα για διάφορους λόγους, κυρίως για να δω μεγάλα παιχνίδια του Θρύλου. Συναντούσα με την ευκαιρία τον καλό μου φίλο τον Αποστόλη τον αγιογράφο του οποίου τα ίχνη δυστυχώς έχω χάσει. Κάποια στιγμή ο Απόστολος έχει σπουδάσει στο ΤΕΙ της Καβάλας κι έτσι τον γνωρίσαμε, δεν θυμάμαι ποιος πρώτος , τελευταίος συνδετικός κρίκος είναι ο Χρήστος ο Γεωργιάδης. Βλεπόμασταν εδώ με τον Γερούδη, την Ελλάδα και την Αννούλα την Ησαία που και αυτήν την χάσαμε πριν λίγο καιρό, να ναι καλά εκεί που βρίσκεται. Έλεγα λοιπόν για τον φίλο μου, δεν τον ξεχνώ, κάπου θα τον ξανασκαλώσω. Εξαιρετικός, ψυχούλα, με πήγαινε στη μαρίνα του Φλοίσβου, στον Άλιμο και πίναμε κρασάκι , και αναλύαμε τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του και τις ομορφιές της ζωής. Ανεβαίναμε στα βράχια του Λυκαβηττού, μπανίζαμε την Αθήνα από ψηλά και δώστου κουβεντούλα, και τα μεγάλα ερωτήματα. Για την επανάσταση που χάθηκε νωρίς. Και τον σκοπό της ζωής. Για τους νηπτικούς και την καρδιακή προσευχή. Μου γνώρισε και τον παπα Φιλόθεο τον Φάρο, στην Πλάκα, ήπιαμε τσιπουράκι στο Αρχονταρίκι του. Καπνίσαμε τσιγαράκι στο Θησείο, στα αρχαία, στην Αγορά. Μου έδειξε και τα Αναφιώτικα κάτω από τον Βράχο ,αν τα λέω καλά.

Και μιας και θυμήθηκα την Άννα ας μνημονεύσω και άλλους φίλους που έφυγαν ,με τους οποίους μοιράστηκα πράγματα και στιγμές μαζί σαν τον Μίμη ,τον Κωστίκα, τον Άρη τον Ανδριανάκη ,τον Φωστηρόπουλο, τον Μαρμάγκαλο, και την αδερφή της Γιούλης ,τη Ζωή που ήταν τόσο όμορφη και ευαίσθητη.! Τον Θανασάκη τον Βούρα και πολύ παλιότερα τον γιατρό τον Καμαράτο που ήταν πάντα δίπλα στους νέους, με εκείνο το τσιγάρο, μόνιμα κολλημένο στα χείλια. Τον Ηρακλή τον Ανανιάδη. Δεν θα ξεχάσουμε και τον Γιάννη, τον ‘Ζανώ’. Και φυσικά τον Άλκη τον Κριθαρέλη. Τον Γιώργο τον Κερανόπουλο, τον Παντελή την ‘Αλεπού’και τον κύριο Αντώνη, τον Γιάννη τον Ζαχαρόπουλο και τον Guido, τους δυο

ξάδελφους Γιάννη και Διαμαντή Γεωργιάδηδες,  έκανα πολύ παρέα με τον δεύτερο, είναι αυτός που μου γνώρισε τον Ηρακλή τον Δούκα με το Μπανάλ του στην Θεσσαλονίκη, μπαρ που και αυτό σημάδεψε την εποχή του.

Και φυσικά την Λέτα.

Πολλά μου δίδαξε και ο μοναχός Αγάπιος στην Διονυσίου με εκείνο τον άμεσο τρόπο που είχε. Νομίζω πως μοιάζαμε πολύ. Ο παπα Παύλος με ‘έσκισε‘ στις νηστείες και τα διδάγματα. Την καρδιά μου την άγγιξε ο Αγάπιος. Τους τιμώ, όπως και τον γέροντα Ξάνθης. Σίγουρα στάθηκαν σταθμοί στην ζωή μου ,την ‘σφράγισαν‘. Στάθηκα τυχερός είχα εξαιρετικούς δασκάλους στο πέρασμά μου, έδειξαν το δρόμο τους για να ζωγραφίσω κι εγώ τον δικό μου, αυτόνομα! Η ιδέα του θείου και της αθανασίας με γοητεύει αφάνταστα. Έψαξα και το δρόμο της Ανατολής. Παντού μιλούν για την αγάπη!. Μιλούν για την ακινησία ,πρέπει να τα ζήσεις τελικά, δεν εξηγούνται .Σιντάρτα , αέναη κίνηση, παρατήρηση, διαλογισμός ,Όσσο , Κρισναμούρτι, τεράστιοι. Ο Όσσο στάθηκε δάσκαλος για τον Ρασούλη, και για μένα.

Παράδεισος ή μετεμψύχωση, μετενσάρκωση ή ανυπαρξία; Ποιος ξέρει; Ψάξου, αγάπησε, αφήσου. Ταπεινά, δέξου τη διαφορετικότητα. Κτύπα και θ’ ακούσεις. Την καρδιά σου. Άνοιξε τα μάτια και θα δεις. Αυτό που σου ταιριάζει. Άκου όμως. Δέξου. Δίχως φανατισμούς. Αιώνια ερωτήματα. Τα πάντα ρέουν. Όλα τριγύρω αλλάζουνε. Θυμάστε το εργοστάσιο του Αποστολόπουλου που χώριζε στα δύο τον δρόμο στο Περιστέρι; μύριζε ξύλο η περιοχή και ήταν όμορφα. Για να κλείσεις τη μύτη σου λίγο πιο κάτω στα Αλίπαστα εκεί στου Κατσόμαλου, στην Ιχθυόσκαλα που πάστωναν τα ψάρια. Στα καπνομάγαζα που τώρα υπάρχει ηλεκτρομάγαζο,στην Αμύντα, στον όροφο ήταν ο ‘Θείος’ με τα μπιλιάρδα και τα μπαλάκια κλπ .Και στην Αστυνομική Διεύθυνση η Πυροσβεστική. Θυμάστε το Εργατικό Κέντρο τότε που γίνονταν αγώνες; Καμία σχέση με το σημερινό παλάτι. Στη γωνία απέναντι από τον κτηνίατρο τον Συμεωνίδη κατεβαίνοντας την Δημοκρατίας ήταν το Χάνι, ποιός το θυμάται το αληθινό το χάνι με την αυλή του; όπου παίζαμε μπαλάκια στις κοπάνες μας απ’ το Αρρένων. Στην Αμύντα πίναμε κρασάκι από τα βαρέλια ,στου Μπαλτά.

Σήμερα έχουμε κινητά τηλέφωνα και δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς. Δίχως κινητό στην τσέπη νιώθουμε άδειοι ,χαμένοι. Καστοριάδης. Κάρλ Γιούνγκ .Καζαντζάκης. Φραγγίσκος. Ερμαν Έσσε. Σημάδεψαν τη ψυχή μου. Φιλοκαλία των νηπτικών Πατέρων. Και ο Ρουμί ,και ο Γέρος του Βουνού με τους Ασασσίνους του . Μαζί και ο Πάκο Ινιάσσιο Ταίμπο. Το Χρέος του Μίκη ήταν το πρώτο πολιτικό βιβλίο που διάβασα μετά τη Μυθολογία και τις ιστορίες για τον Αχιλλέα ,τον Αλέξανδρο και τους Σπαρτιάτες. Όπως επίσης και την Πηνελόπη Δέλτα. Και με την ευκαιρία θέλω να πω πως είναι τεράστιο λάθος που αφήνει η σύγχρονη διανόηση να αλωνίζουν και να διαστρεβλώνουν την Ιστορία μας τα φασισταριά.Να την ερμηνεύουν όπως θέλουν αυτοί. Αυτό έχω να πω κι αν ψαχτούμε καλά πιστεύω πως ο φασισμός καπηλεύεται την ιδέα της ανδρείας και της δόξας που έκανε τους αρχαίους να μεγαλουργούν. Απομονώνει φράσεις και έργα που δόξασαν λαούς, που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη μισαλλοδοξία του κηρύγματος του.

the end

Ο μέγιστος Γκεβάρα αιώνιο σύμβολο. Και λυπάμαι όταν ακούω τεράστιες παπαριές από κάθε είδους τύπους, δεν ξέρω πως να τους χαρακτηρίσω όλους αυτούς που αμολάνε στο διαδίκτυο ένα κάρο κοτσάνες ,από την ξενοιασιά του δωματίου τους, για τον μεγάλο Αργεντίνο. Μιλώ για προοδευτικά σάϊτς που φιλοξενούν αυτά τα σχόλια.

συνεχίζεται

μιχαλης 270

Advertisements

2 thoughts on “χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 9

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s