i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 6

Μια μέρα, οι κολεκτίβες Mensa [του φοιτητικού εστιατορίου δηλαδή] και Αρχιτεκτονικής αποφασίζουν να ‘επισκεφτούν’ το μεγάλο πολυκατάστημα που βρίσκεται κοντά στο Ταχυδρομείο. Ζητά λοιπόν από τους περισσότερο έμπειρους να οργανώσουν τη φάση, τους παλιότερους δηλαδή.
Θα πάρουμε μέρος καμιά τριανταριά σύντροφοι, αγόρια και κορίτσια. Σχεδόν μοιρασμένοι, ίσως και περισσότεροι από τριάντα. Σχεδιάζουμε το πλάνο εξονυχιστικά. Θα αποκλείσουμε όλο το τετράγωνο και θα εμποδίσουμε τη μηχανοκίνητη πρόσβαση γεμίζοντας τον δρόμο σπασμένα μπουκάλια ώστε να προκαλέσουμε κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα και κομφούζιο. Ουρές αυτοκινήτων, εμπόδια. Ως συνήθως, θα εξουδετερώσουμε τα τηλέφωνα και τρεις από εμάς, με το καλό, θα ακινητοποιήσουμε τον φρουρό. Αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα. Θα γεμίσουμε τις τσάντες μας και θα καλέσουμε τον κόσμο να κάνει το ίδιο. Προλεταριακή απαλλοτρίωση. Φυσικά θα σκορπίσουμε φυλλάδια, μέσα στο κατάστημα και σε όλη την γειτονιά, κατά την αποχώρησή μας. Εξηγώντας τα κίνητρα της ενέργειας για την επανοικιοποίηση του πλούτου που παράγουμε και καρπώνεται το αφεντικό. Θα χαθούμε τραγουδώντας στα στενά.

Φτάνουμε σε ομαδούλες, την καθορισμένη ώρα είμαστε όλοι εκεί. Όταν οι πρώτοι δημιουργούν το φράξιμο στις συγκοινωνίες οι υπόλοιποι, μέσα σε συνθήματα και παροτρύνσεις ξεκινάμε τα ψώνια μας. Τα τηλέφωνα έχουν σιγήσει και ο φύλακας ξεκουράζεται στο γραφείο μαζί με τον διευθυντή, κλειδωμένοι. Όλα κυλούν ομαλά. Οι πελάτες κάνουν τις αγορές τους ενθουσιασμένοι, τα ταμεία έχουν εγκαταλειφθεί από τους υπαλλήλους μετά από τις ευγενικές μας πιέσεις. Όλα τέλεια.
Ξεχυνόμαστε προς το κέντρο της συνοικίας Santa Croce τραγουδώντας. Αρκετοί χειροκροτούν από τα μπαλκόνια, το νέο έχει διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής, ο κόσμος ανταποκρίνεται με χαρά, επιτέλους ψωνίζουν δωρεάν.
Περπατούμε λοιπόν ενωμένοι περί τα τριακόσια μέτρα και μετά διασκορπιζόμαστε στα στενά για να χαθούν τα ίχνη μας. Το μποτιλιάρισμα κράτησε περί το μισάωρο, όσο χρειαζόμαστε για την ασφάλειά μας.

Να μας ξανάρθετε φωνάζουν από τα μπαλκόνια αρκετοί. Ανατριχιάζω. Γείτονες και περαστικοί. Είμαστε βέβαια στην καρδιά κόκκινης συνοικίας.
Μπορεί το κόμμα να συνεργάζεται πλέον με την δεξιά, να συνομιλεί για συνδιαχείριση του μοντέλου ,και άλλα παρόμοια, αλλά ο λαός δεν μασάει, δεν τα έχει ακόμα ‘παίξει’. Η βάση έχει μεγάλη ιστορία ταξικών, σκληρών αγώνων στην πλάτη της.
Εννοώ πως, όταν καταλαβαίνεις πως σε εκμεταλλεύονται ,δεν έχει σημασία ποια είναι η δουλειά σου, εάν έχεις δουλειά, ή πόσα καταφέρνεις να εξοικονομήσεις από τ’ αφεντικά. Στο κάτω κάτω δεν έχει σημασία ούτε τι ψηφίζεις, εάν ψηφίζεις.
Τα αφεντικά είναι πάντα ίδια, ότι χρώμα κι αν φοράνε.
Ο κόσμος είναι μαζί μας. Για πολλά πολλά χρόνια.
Τώρα που πέρασε η μπόρα, που καταλάγιασε η σκόνη, νιώθω, επίτρεψέ μου να σου πω πως, τα μάτια μας τα βγάλαμε λιγάκι κι από μόνοι μας! Τώρα που καταστάλαξαν τα πράγματα ,γίνεται πολύ εμφανές.
Διότι, εκεί που όλοι συμπαθούσαν αυτόνομους και αντάρτες γινόμαστε ξαφνικά υπέρ το δέον ….άγριοι και …..αντιπαθητικοί. Ας το παραδεχτούμε.

Ίσως όχι όλοι, τώρα πια πολύ λίγη σημασία έχει.
Κάποιες μεγάλες θεαματικές ενέργειες απελευθέρωσαν πολύ βία ,και αυτό τρόμαξε. Δεν την σήκωσε το στομάχι του κόσμου. Δεν μπόρεσε να την απορροφήσει η κοινωνία, ούτε εμείς οι ίδιοι καλά καλά.
Και έκαναν πίσω οι άνθρωποι , γύρισε εναντίον μας αυτή η κατάσταση.
Θυμάμαι τα χαμόγελα του κόσμου, όχι τόσο όταν άρπαζε το απαραίτητο, όσο το απαγορευμένο. Μας λέγανε πως ξανάβρισκαν μαζί μας την χαμένη τους αξιοπρέπεια.
Ιδιοποιούνται το απρόσιτο. Αυτό που φτιάχνονταν για λίγους.
Γιατί, και θυμάμαι τα λόγια ενός τραγουδιού που μας μετέφρασες Μιχάλη κάποια στιγμή, λέει πως ‘εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο’!

Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε όλοι μαζί ελεύθερα τη ζωή. Χωρίς διακρίσεις. Δίχως εξαιρέσεις.
Ο Πίνο αρπάζει αυτό, η Πάολα εκείνο και η νοικοκυρά λίγο πιο πέρα, μαζί με το γάλα του μικρού και ένα μπουκάλι από εκείνο το καλό κρασί ,το απαγορευμένο για τα οικονομικά της, που εδώ και τόσες μέρες χαλβαδιάζει. Αυτό που πίνουν με τον άντρα της μια φορά τον χρόνο, στην γιορτή της.
Όταν στην άλλη γειτονιά, με τους κήπους και τους ιδιωτικούς φύλακες, η γυναίκα του τάδε επώνυμου, που γεννήθηκε με γαλάζιο αντί για κόκκινα αίμα, το πίνει κάθε μέρα.
Γυμνή γεννήθηκε και η μια, γυμνή και η άλλη. Και έτσι θα φύγουν. Σαν την Εύα. Προς τι οι διακρίσεις και οι ανισότητες ;
‘Η ζωή είναι ωραία, αλλά τα έχει με άλλον’,λένε στην ταβέρνα οι μεγαλύτεροι.
Εμείς δεν το δεχόμαστε αυτό. Παίρνουμε πίσω αυτό που είναι δικό σου και δικό μας.
Τα φτιάχνουμε κι εμείς μαζί της, είναι πράγματι πολύ όμορφη, κουκλάρα η ζωή!
Παίρνουμε πίσω αυτό που μας ανήκει.
Παροτρύνουμε όλους να το κάνουν!

Το δείχνουμε με το παράδειγμά μας. Γίνεται. Εύκολο είναι. Φτάνει να θέλεις.
‘άντε θύμα, άντε ψώνιο, άντε σύμβολο αιώνιο’ δεν λέει το τραγούδι σας Μιχάλη ;
‘αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς’, δεν λέει ;
Εσύ μας τα έπαιζες αυτά, το ξεχνάς ;
Τίποτα δεν είναι αδύνατο. Όλα είναι εφικτά. Η ιστορία δεν έχει τέλος!
Ο άνθρωπος θέλει να ορίζει μόνος την τύχη του.
Δεν χρειάζεται μεσάζοντες. Δεν χρειάζονται νταβατζήδες.

Imagine, John Lennon.

Δες τι γίνεται με το φαγητό μας, θυμάσαι, πες τα να ξαλαφρώσω.
Χρησιμοποιούμε γενικά το φοιτητικό εστιατόριο. Είναι καλούτσικο το φαγητό. Επιβλητικό το κτίριο. Πανέμορφο. Ένα σωρό νεολαίοι εκεί μέσα, μας αρέσει πολύ να βρισκόμαστε εκεί.
Η Μensa.
Στο κέντρο, λίγα λεπτά από τον υπέροχο Καθεδρικό Ναό, την Μητρόπολη της πόλης. Δύο λεπτά από τις σχολές και την αγαπημένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Κέντρο αγώνα, κέντρο συνεύρεσης. Πίχτρα στους νέους.
Φτηνό φαγητό, τρώγεται. Το σερβίρουν όμως μοναχά συγκεκριμένες ώρες και γίνεται το αδιαχώρητο.
Πρέπει να περιμένεις στην ουρά, μέσο όρο ,μιάμιση ώρα.
Στην αρχή δεν δίνεις σημασία. Κουβεντιάζεις, φλερτάρεις με τα κορίτσια, κάνεις γνωριμίες.
Σιγά σιγά κουράζεσαι στο πόδι τόση ώρα, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει λόγος.
Υπάρχει ανεργία. Ζητούν δουλειά εκατοντάδες άνθρωποι στην πόλη. Με ακόμη μια βάρδια, το πρόβλημα λύνεται. Θα είναι ανοιχτά όλη μέρα και θα τρως με την ησυχία σου, νωρίτερα ή αργότερα.
Δοκιμάστε, τους λέμε.
Τίποτα. Μας έχουν όρθιους με τις ώρες. Σκέτη ταλαιπωρία.

Να μην υπήρχαν λεφτά, να κάνω όσες θυσίες θέλεις. Με τον πλούτο που υπάρχει διάσπαρτος, σε συγκεκριμένες τσέπες, όχι, δεν θα πάρω.
Δυο φορές τη μέρα μας θέλουν στρατιωτάκια, εν δυο- εν δυο.
Δεν θα πάρουν.
Η τεράστια αυτή ουρά που ξετυλίγονταν στις αίθουσες, μέσα και έξω, αυτού του θαυμάσιου κτιρίου, εξελίσσεται σε αυθόρμητη γενική συνέλευση αρκετές φορές, δημιουργεί αιτήματα, τα παρουσιάζει, πάπαλα. Παίρνει σαν απάντηση τον τρίτο τον μακρύτερο.
Φτιάχνουμε την αυτόνομη ομάδα μας, την επιτροπή μας.
Αποφασίζει λοιπόν την κατάληψη, την πραγματοποιεί και κερδίζει καλύτερες συνθήκες. Δηλαδή το εστιατόριο ανοικτό όλη μέρα και φαγητό δίχως αναμονή, ορθοστασία και ουρές.
Έλα μου όμως πως προσωπικό δεν προσλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να βγαίνει η ψυχή των νυν εργαζομένων.
Αυτό δεν το θέλουμε. Χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας για να τρώμε εμείς με άνεση. Δεν είναι αυτό που επιθυμούμε.

Αλλάζουμε λοιπόν τακτική.
Αρχίζουμε και σνομπάρουμε την Μένσα, οργανωνόμαστε σε ομάδες των τριάντα και επισκεπτόμαστε με την σειρά τα εστιατόρια του κέντρου, που τρίβουν τα χέρια τους γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει.
Τρώμε παρέα όλοι μαζί, την καθορισμένη, στο περίπου βέβαια ώρα, και για αντίτιμο αφήνουμε το πολύ χαμηλό που πληρώνουμε σαν φοιτητές!
Και για τα παράπονα στέλνουμε τους ιδιοκτήτες στην διοίκηση του Πανεπιστημίου.
Μια, δυο, τρεις, σκάνε. Υποχωρούν.

Κλείνουν λοιπόν σύμβαση με δυο-τρία μεγάλα εστιατόρια κι έτσι το φοιτητικό αποσυμφορίζεται ,και εμείς διασκορπιζόμαστε στην πόλη με φυσικό επακόλουθο να τρώμε σαν άνθρωποι.
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.
Αλλάζει το οργανωτικό πλάνο, διευκολύνονται οι πάντες. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρίσκεις λύση στα προβλήματα. Φτάνει να θέλεις.
Θέλει ν’ αρπάζεις τη ζωή απ’ τα κέρατα.
Εσείς δεν είστε που λέτε πως όποιος δεν ακούει με τα λόγια θα ακούσει με το ραβδί ; Το χρησιμοποιούμε, μεταφορικά, και όχι μόνο, για να σας κάνουμε να ακούσετε.
Πάλι αιφνιδιασμός.
Που να μας περιμένουν, κάθε μέρα, πρωί βράδυ ; Τι να προφυλάξουν ;
Περιπολίες και αυτές, σε δράση. Γεμάτη η πόλη φυλλάδια. Δημιουργούμε συναίνεση. Και όταν προσπαθούν να μας φέρουν ενάντια στους εργαζόμενους, δεν μασάμε.
Γενικά, δεν μασάμε εκείνο τον καιρό.

Με τις τιμές στους οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας, το ίδιο. Ζητάμε συμβολικό τιμολόγιο. Οργανώνουμε αυτομειώσεις στα δελτία τηλεφώνου και ρεύματος. Ανά διαστήματα.
Οι αυξήσεις είναι αδικαιολόγητες. Μόνος γνώμονας το κέρδος.
Λέμε πως είναι άδικο να ψάχνεις το κέρδος σε αυτά που είναι κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης. Κατοικία, νερό, ρεύμα,τροφή, μεταφορές, παιδεία. Εργασία.
Πρέπει να είναι εγγυημένα σε όλους, σε τιμές συμβολικές, εξασφαλισμένες από την κοινότητα. Αυτή είναι εμείς οι ίδιοι. Όχι ευκαιρία για να προσκομίζουν κάποιοι κέρδος.
Κερδίζουμε , χάνουμε μάχες. Δεν σταματάμε μέρα να ανακινούμε αυτά τα ζητήματα.
Και όταν δεν μας δίνουν σημασία ξεκινούμε τα σαμποτάζ. Και τις δολιοφθορές. Όχι στην τύχη. Με σχέδιο. Εκεί που ο αντίπαλος πονά. Όταν ατονούν τα κινήματα και οι μαζικές διαδικασίες. Όταν ατονεί η συμμετοχή. Όταν το κράτος καταστέλλει.
Στις μεταφορές δεν σταματάμε ποτές. Όταν χρησιμοποιούμαι τα δημόσια μέσα, το κάνουμε πάντα αρκετοί μαζί, όταν είναι εφικτό φυσικά. Δεν πληρώνουμε ποτέ. Έτσι και οι οδηγοί συμμαχούν. Οι ελεγκτές κάνουν τα στραβά μάτια.

οι καγκελόπορτες της μνήμης 1

Θέλω να ανοίξω μια παρένθεση. Σταματώ για δύο λεπτά τη συγγραφή της διήγησης του Μάριο και σας μιλώ για λίγο εγώ, ο Μιχάλης. Δυο λόγια μοναχά.
Διάβασα χθες στο διαδίκτυο την κατάθεση ψυχής του Κώστα Γουρνά στο Ειδικό Δικαστήριο που ‘δικάζει’ τον Επαναστατικό Αγώνα. Συγκλονίστηκα.
Από την άλλη ,γίνομαι ολοένα μάρτυρας, όπου βρεθώ και όπου καθίσω της ολοκληρωτικής απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, και των προσώπων που το απαρτίζουν. Και μιλώ για την άποψη ανθρώπων τελείως διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ανεξαρτήτως θέσεως, ρόλου ή βαθμίδας :
‘Και λίγα τους κάνουν’, εννοώντας τις βόμβες σε δημοσιογράφους.

‘Ειδικό δικαστήριο χρειάζονται αυτοί’!, εννοώντας το πολιτικό προσωπικό.‘Kαι όχι φυλάκιση. Δήμευση περιουσίας και κοινωνική εργασία από εδώ και εμπρός’.
‘Μα γιατί ο κόσμος δεν εξεγείρεται’ ; αναρωτιούνται όλοι από την θαλπωρή του γραφείου τους.
Κάθε φορά που κατεβαίνω στην πλατεία ή στον δρόμο, οι ίδιοι και οι ίδιοι. Αυτοί που δεν αναρωτιούνται ΑΓΩΝΊΖΟΝΤΑΙ.
Με όλα αυτά θέλω να πω πως όσα μου διηγείται ο Μάριος είναι τόσο μα τόσο αληθινά ΚΑΙ ΕΠΊΚΑΙΡΑ. Όσα λέμε αυτές τις μέρες αποτυπώνουν με χειρουργική ακρίβεια την πραγματικότητα που βιώνουμε και σήμερα. Όλοι καταλαβαίνουν, όλοι βλέπουν. Αρνούνται ,προς το παρόν, να ξεκουνηθούν. Κι έτσι το κράτος, ο μεγάλος ένοχος, ο μόνος τρομοκράτης, ο γδάρτης των ονείρων των ανθρώπων, λακές του μεγάλου κεφαλαίου, βρίσκει την ευκαιρία να χτυπά αμείλικτα, βάναυσα ,όλους εκείνους ,που με τον ένα ή άλλο τρόπο εξεγείρονται. Αντάρτες, καταλήψεις, εργατικές μαχητικές κινητοποιήσεις. Τον άλλο τρόπο σκέψης, την άλλη κοινωνία. Τους ασυμβίβαστους.
Ας μη ξεχνάμε πως ‘το πάθος για την λευτεριά ,είναι μεγαλύτερο απ’ όλα τα κελιά’.
Και πως ‘το μεγάλο όπλο των λαών είναι η αλληλεγγύη’, μέσα στον πόλεμο που υπάρχει ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους.
Ας διαλέξουμε πλευρά!.
Και μη ξεχνάτε πως ‘δεν μπορούν να καταστείλουν αυτό που αδυνατούν να καταλάβουν’.

O Aχιλλέας από το Κάιρο, Κώστας Τουρνάς.

Πάμε λοιπόν πίσω στα δικά μας.
Έχουμε βέβαια και τα στέκια μας στην πόλη. Ένα εστιατόριο, ‘Da Mario’. Πήρε το όνομά του από τον φίλο μας ιδιοκτήτη του, σήμερα το δουλεύουν τα παιδιά απ’ ότι μαθαίνω.
Μια βινερία, κρασάδικο, εκεί στο δρόμο ανάμεσα στην Αρχιτεκτονική, την σχολή Πολιτικών επιστημών και την πλατεία του Borgo ogni Santi.
Μια πιτσερία στην πλατεία του Σταυρού.
Αργότερα φτιάχνουμε σχέση με μια ακόμη ταβέρνα, πάλι κοντά στην αγαπημένη μας πλατεία. Da Annita λέγονταν. Εδώ γνωριζόμαστε με την Πάολα, αν θυμάμαι καλά το όνομά της. Πρόκειται για την πιο γνωστή τραβεστί της πόλης, μια πανέμορφη, πανύψηλη ,εντυπωσιακή κοπέλα που συχνάζει εδώ, Via della Spada, η Οδός του Ξίφους, κάτω σχεδόν από το σπίτι μας. Ελληνίδα, πρώην φοιτήτρια ,αν δεν κάνω λάθος.
Βλέπεις, όταν συχνάζεις σε ένα μέρος, στο τέλος καταλήγεις να αποκτήσεις φιλικές σχέσεις με τους εργαζόμενους, τους ιδιοκτήτες και τους πελάτες.
Σε αυτήν εδώ την ταβέρνα συφάγαμε και με γνωστές πανιταλικά φυσιογνωμίες της αυτονομίας που επισκέφτηκαν την πόλη μας κάποιες φορές.

Λίγο πιο πέρα είναι και το Βίβολι, γνωστή ανά τον κόσμο τζελατερία, ζαχαροπλαστείο. Φανταστικό παγωτό-τούρτα σε απίθανες δεκάδες γεύσεις, ημιπαγωμένο όπως το αποκαλούμε.
Συνηθίζουν οι πελάτες να στέλνουν στη διεύθυνση του καταστήματος αποκόμματα από εφημερίδες με φωτογραφίες και άρθρα γραμμένα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου από τα άτομα που κάνουν την καταχώρηση. Με θερμά λόγια και ευχαριστίες για την φιλοξενία και την απόλαυση του εξαιρετικού παγωτού. Από την Αυστραλία μέχρι το Νεπάλ και από την Ιαπωνία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αίγυπτο. Όλες οι εθνικότητες περνούν από εδώ. Το ζαχαροπλαστείο είναι πασίγνωστο και βρίσκεται στο επίκεντρο της πόλης.

Ειδικά στις βραδινές ώρες γίνεται το αδιαχώρητο. Στο μέσο της διαδρομής από την Πλατεία των Ευγενών [Piazza Signoria] προς Santa Croce όπου βρίσκονται τα λημέρια μας. Συναντιόμαστε πολύ συχνά εκεί, άτυπα ραντεβού σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα για να βγουν τα προγράμματα της συνέχειας. Συνήθως Άνοιξη και καλοκαίρι στις πλατείες, χειμώνα σε σπίτια με κρασάκι και μουσικούλα. Η μακαρονάδα πάντα απαραίτητη, σε όλες της τις μορφές και ποικιλίες. Στο ρεφενέ, ως συνήθως.
Στα σκαλοπάτια της εκκλησίας γίνεται χαμός, συνωστισμός.
Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες νέοι κάθε βράδυ δίνουν το παρόν τους εκεί, συντροφιά για ώρες.
Παίχτηκαν αρκετά ντέρμπι υπό το φως των προβολέων.
Η πλατεία γίνεται το δεύτερό μας σπίτι. Για να μην πω, το σπίτι μας, μιας και κατοικίες αλλάξαμε πολλές, όχι όμως και πλατεία.

Είναι και αυτή του Αγίου Μάρκου στέκι, μιας και βρίσκεται κοντά στις σχολές. Εδώ θα παίξουμε φλιπεράκι, πινγκ πονγκ, μπαλάκια και άλλα τέτοια παιχνίδια στο καφέ που μας φιλοξενεί. Βραδινό, αδιαφιλονίκητο όμως θα παραμείνει για πάντα αυτή του Σταυρού. Εδώ η κατάσταση είναι πιο ζεστή, αυτό που λέμε ‘πιο οικογενειακή’. Πως λες ‘σαν στο σπίτι σου’ σε κάποιον. Κάπως έτσι.
Εδώ οργανώθηκαν τόσα και τόσα πολλά, από αυτά που μόνο εμείς ξέρουμε να κάνουμε.
Φτάνει να μη βρέχει.

Κάποιο απόγευμα, ένα γυφτάκι μου αρπάζει ένα κομμάτι μαύρο ,ακουμπισμένο στο γόνατο, την ώρα που κολλάω τα χαρτάκια, φτιάχνοντας τσιγάρο στην παρέα. Μας διπλαρώνει ζητώντας χρήματα και μιας και δεν τα παίρνει, έχουν πέσει αφραγκιές, αρπάζει αυτό που βρίσκει μπροστά του και γίνεται καπνός , αφήνοντάς μας αποσβολωμένους. Μέχρι να πάρουμε χαμπάρι τι έχει συμβεί εξαφανίστηκε. Άντε πιάστον !
Μέχρι να νυχτώσει, τα πούλμαν ξεφορτώνουν αβέρτα. Τουρίστες, κυρίως σχιστομάτηδες, που επισκέπτονται τον περίφημο, τεράστιο Ναό . Με τις φωτογραφικές, προκλητικά κρεμασμένες στο λαιμό. Γιατί, περί πρόκλησης πρόκειται αυτή η επίδειξη στην καρδιά μιας προλεταριακής γειτονιάς. Έτσι το βλέπουν οι νεαροί, που για να σταυρώσουν καμία δουλειά, του ποδαριού κυρίως, τους βγαίνει η πίστη. Μικροαστική καθαρά η πόλη, δεν έχει εργοστάσια. Όποιος λοιπόν δεν είναι ‘εμφανίσιμος’ ή δεν έχει ‘γνωριμίες’ μένει στα αζήτητα. Ψάχνει λοιπόν μεροκάματο στον δρόμο. Αναπόφευκτο.
Βογγούνε λοιπόν οι τουρίστες, που κατακλύζουν την πόλη, χειμώνα καλοκαίρι.

Η χαρά για τα κλεφτρόνια. Τους την πέφτουν και φορτώνονται λάφυρα όλων των ειδών. Ειδικότητα όμως παραμένουν οι μηχανές. Άντε να τους κυνηγήσεις στα γύρω στενά που τα γνωρίζουν καλύτερα από το σπιτικό τους. Σαν τα δάχτυλα των χεριών τους.
Είμαι εκεί μπροστά ένα απογευματάκι, μόλις αρχίζει να σουρουπώνει, ορμάνε τρεις με το που ανοίγουν οι πόρτες στο λεωφορείο, απειλώντας με φωνές δυνατές τον οδηγό ,για να μη κουνηθεί, ξαφρίζουν από τους Γιαπωνέζους τα πάντα.
Τα τουριστικά γραφεία απτόητα, μέχρι να πέσει σκοτάδι ξεφορτώνουν λαό, σε όλη την πόλη. Κάποιες ώρες της μέρας δεν ξεχωρίζεις ντόπιους από τουρίστες, γίνεται ένας χαμός. Βέβαια, μια στάση είναι υποχρεωτική και στον ‘δικό’ μας ναό.

Πρέπει να σου πω όμως, για τους αναγνώστες μας, πως πρόβλημα σοβαρότατο γεννιέται όταν οξύνεται η κατάσταση εξ αιτίας γεγονότων στη διεθνή σκηνή. Κυρίως όσον αφορά σχέσεις κυβερνήσεων με τις αντάρτικες οργανώσεις και τα ανατρεπτικά κινήματα. Ξεσπά τότε ο επαναστατικός διεθνισμός και αλληλεγγύη στους δοκιμαζόμενους συντρόφους πάνω σε σταθμευμένα λεωφορεία. Γίνεται πολλές φορές αυτό και βλέπουμε να παραδίδονται στη φωτιά γερμανικά πούλμαν τουριστικών γραφείων την περίοδο της δολοφονίας στις φυλακές των μαχητών της ΡΑΦ.. Χιλή και Ισπανία έχουν επίσης την τιμητική τους, όπως και η Ιρλανδία, μερικές περιπτώσεις που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό, τότε που οι σύντροφοι μαχητές Ιρλανδοί άφηναν την τελευταία τους πνοή μετά από απεργία πείνας.
Αντίθετα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο με τον οποίο υποδέχονταν οι συμπατριώτες μου Πορτογάλους τουρίστες την περίοδο της Επανάστασης των γαρύφαλλων! Πραγματική αποθέωση κάθε φορά που διέσχιζε την πλατεία πορτογαλέζικο πούλμαν. Και τα κεράσματα άφθονα, και τα πειράγματα άπειρα.
Μισητός ο Φράνκο, μισητός ο Πινοσέτ και αργότερα η Θάτσερ. Υπεραγαπημένος ο Οτέλλο ντε Καρβάλιο.
Για Νίξον, Ρέιγκαν κλπ δεν συζητώ.

El Pueblo Unido, Inti Illimani.

μια ιστορία του εννιακόσια 7 Prospero Gallinari

συνεχίζεται

DSC02225

Το άλλοτε «παιδί-θαύμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου» μιλάει στο «Βήμα» για την τελευταία του ταινία, «Ghost Dog: Ο τρόπος των σαμουράι»

Τζιμ Τζάρμους

κινηματογράφος
Τζιμ Τζάρμους
Ενας μοναχικός παρατηρητής κοιτάζει προς το παρελθόν
Εχουν περάσει 14 χρόνια από την πρώτη φορά που αποκαλέσαμε τον Τζιμ Τζάρμους «παιδί-θαύμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου». Μας είχε εντυπωσιάσει με τη λιτότητα και την ουσία τού «Πέρα από τον Παράδεισο». Στην τελευταία του ταινία, «Ghost Dog: Ο τρόπος των σαμουράι», ο Τζάρμους, πιστός υπηρέτης των κωδίκων του, παραμένει πλήρως ανεξάρτητος στη σκέψη και στο ύφος. «Η αμερικανική κουλτούρα είναι ένα μείγμα ποικίλων πολιτισμών» θα μας πει ο ίδιος στο εφετεινό Φεστιβάλ των Καννών, όπου το «Ghost Dog: Ο τρόπος των σαμουράι» διαγωνίστηκε στο επίσημο τμήμα χωρίς ­ δυστυχώς ­ να κερδίσει σε κανέναν τομέα. «Θεωρώ λογικό το ότι για να φτιάξεις μια ταινία για την Αμερική θα πρέπει να το κάνεις μέσα από μια «μεταφυτευμένη» οπτική κάποιας διαφορετικής κουλτούρας ­ διότι ο δικός μας πολιτισμός είναι μια συλλογή «μεταφυτευμένων» εμπνεύσεων». Στο «Ghost Dog», αυτό το πολιτισμικό μείγμα έχει ως εξής: Ενας αφροαμερικανός πληρωμένος δολοφόνος (Φόρεστ Γουίτακερ) υπηρετεί ευλαβικά τους «κανόνες των σαμουράι». Ζει μόνος σε μια ταράτσα εκτρέφοντας περιστέρια και δουλεύει σποραδικά για λογαριασμό μιας άθλιας συμμορίας Ιταλοαμερικανών. Είναι ένας «ακόλουθος» νίντζα χωρίς μέλλον και με τη σκέψη του στραμμένη στις αξίες του παρελθόντος. Οπως άλλωστε και το βλέμμα του Τζάρμους.

Γιατί επιλέξατε τους κώδικες των σαμουράι ως αφετηρία ενός σεναρίου σας;

«Στη μοντέρνα κοινωνία, αυτήν που ζούμε, ο κόσμος δείχνει να μη στηρίζεται σε ισχυρούς κώδικες. Η ταινία μου αυτό λέει ­ ή αυτό πραγματεύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πολλές πηγές έμπνευσής μου για αυτήν είναι ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες. Ο Δον Κιχώτης ζει με ισχυρούς κώδικες αλλά δεν μπορεί εμπλακεί στη μοντέρνα κοινωνία της εποχής του. Επιμένει όμως να τους ακολουθεί, έχει έναν ηθικό πυρήνα. Στον ήρωά μου αυτός ο πυρήνας είναι ο κώδικας του πολεμιστή σαμουράι. Είναι ένας κώδικας που προέρχεται από έναν αρχαίο πολιτισμό με τον οποίο ο ίδιος ο εκπρόσωπός του δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Και όμως όλη η ζωή του ορίζεται από αυτόν τον κώδικα. Είναι προετοιμασμένος να πεθάνει υπηρετώντας τον. Προτιμά να τον διατηρήσει ανέπαφο από το να τον προδώσει συμβιβαζόμενος. Ετσι, θα έχανε».

Σε πολλά σημεία το «Ghost Dog» θυμίζει τον «Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο» του Ζαν-Πιερ Μελβίλ. Είναι μια άσκηση σκηνοθετικού ύφους πάνω στο ίδιο θέμα ή κάτι βαθύτερο;

«Ελπίζω κάτι παραπάνω από άσκηση στυλ. Η ταινία του Μελβίλ υπήρξε σίγουρα πηγή έμπνευσης, όπως άλλωστε και πολλές άλλες, όχι όμως μόνο οι δικές του ­ ταινίες του Μιζοκούτσι, του Ακίρα Κουροσάβα, ο «Επαναστάτης του Αλκατράζ» («Point blank») του Τζον Μπούρμαν… Το «Ghost Dog» όμως είναι μια ταινία που δεν κρύβει τις επιρροές της και από άλλα πράγματα ­ κάποια βιβλία, διάφορα είδη μουσικής. Ο Μελβίλ πάντως είναι ένας από τους αγαπημένους μου σε ό,τι έχει να κάνει με ταινίες «εγκλήματος»».

Δεν είναι αλήθεια ότι ανέκαθεν σας ενδιέφερε ο ιαπωνικός πολιτισμός ­ ο σύγχρονος αλλά και του παρελθόντος;

«Βεβαίως. Αλλά δέχομαι επιρροές από τον πολιτισμό κάθε χώρας. Νομίζω πως ειδικά αυτή η ταινία είναι το αποτέλεσμα πολλών, διαφορετικών εμπνεύσεων, περισσότερο από κάθε άλλη μου. Μόνο μη μου ζητήσετε να γίνω συγκεκριμένος, διότι μου είναι κάπως περίπλοκο να το εκφράσω».

Πώς και αποφασίσατε να επιλέξετε έναν ηθοποιό όπως ο Φόρεστ Γουίτακερ για τον ρόλο του σύγχρονου σαμουράι;

«Συχνά γράφω για συγκεκριμένους ηθοποιούς. Το σενάριο αυτής της ταινίας γράφτηκε για δύο ήρωες, με δύο ηθοποιούς στο μυαλό μου: τον σαμουράι του Φόρεστ Γουίτακερ και τον παγωτατζή που δεν μιλάει αγγλικά, δηλαδή τον Ισάκ ντε Μπανγκολέ. Τους υπόλοιπους ηθοποιούς ήμουν αρκετά τυχερός να τους βρω αργότερα. Είχα μια ιδέα για αυτή την ιστορία, τηλεφώνησα στον Φόρεστ, του άρεσε και έγραψα το προσχέδιο. Συμφωνήσαμε αμέσως. Ηταν πολύ βοηθητικός στη γένεση του όλου σχεδίου. Πολλά πράγματα προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας κινείται, τη φυσική του κατάσταση ­ δηλαδή από τον Φόρεστ. Εγώ έγραψα μεν κάποια πράγματα, αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ο Φόρεστ με βοήθησε με τις ιδέες του».

Στην ταινία επιλέξατε ένα μικρό κορίτσι ως «κληρονόμο» του κώδικα. Γιατί;

«Για να είμαι ειλικρινής, όταν έγραφα το σενάριο και είχα φθάσει στο σημείο όπου εμφανίζεται αυτή η ηρωίδα, άκουγα έναν παλιό δίσκο ρυθμ εν μπλουζ του Σον Χάουζ. Το τραγούδι που έπαιζε ήταν το «Περλίν», ένα από τα αγαπημένα μου. Ετσι αποφάσισα να ονομάσω τον «κληρονόμο» Περλίν. Ενα αγόρι με αυτό το όνομα θα ήταν κάπως παράξενο…».

Μια και το αναφέρατε, το στοιχείο της μουσικής είναι πολύ έντονο στο «Ghost Dog», κυριαρχεί περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ταινία σας. Αν το πιστεύετε και εσείς, πείτε μου γιατί το θελήσατε;

«Η μουσική ήταν πάντοτε ένα σημαντικό στοιχείο για μένα. Προσωπικά πιστεύω ότι μια ταινία είναι πάντοτε μοιρασμένη στη μέση: μισή ταινία, μισή μουσική. Δεν νομίζω ότι η συγκεκριμένη περιέχει περισσότερη μουσική από άλλες δικές μου. Ισως και να έχει, δεν ξέρω. Το θέμα είναι πως όταν φτιάχνεις την ταινία πρέπει να σου «μιλάει», να σε καθοδηγεί. Ελπίζω να μη θεωρηθεί βιντεοκλιπίστικη… Πάντως αισθάνομαι υπερήφανος από τη συνεργασία μου με τον RZA. Απεχθάνομαι τη μουσική που προσπαθεί να σου πει πώς να νιώσεις και πώς να σκεφθείς για την ιστορία, τη μουσική που εκβιάζει τα συναισθήματά σου. Η μουσική, πιστεύω, πρέπει να απορρέει οργανικά, μέσα από την ιστορία που λες. Σε άλλες περιπτώσεις αγοράζουν τη μουσική και την «κολλάνε» στην ιστορία αδιαφορώντας για τη συναισθηματική σχέση της με αυτήν. Την αντιμετωπίζουν περισσότερο σαν εργαλείο του μάρκετινγκ για να ανεβούν οι πωλήσεις του σάουντρακ. Στην ταινία μου, εκτός από τρεις ή τέσσερις περιπτώσεις όπου ο κεντρικός ήρωας επιλέγει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο, όλη η υπόλοιπη μουσική είναι γραμμένη κατευθείαν για την ταινία. Ο RZA τη δημιούργησε σύμφωνα με τα δικά του συναισθήματα για την ταινία. Η μουσική είναι οργανική. Θα μπορούσα να αποκαλέσω το «Ghost Dog» ταινία χιπ χοπ, ωστόσο ποτέ δεν κατηγοριοποιώ δικά μου πράγματα…».

Αυτή η μεταφορά πάντως από τον Τομ Γουέιτς, τον Νιλ Γιανγκ και τον Ιγκι Ποπ στο χιπ χοπ είναι κάπως παράξενη για σας, σωστά;

«Δεν νομίζω. Μένω στη Νέα Υόρκη, επομένως γνωρίζω και επηρεάζομαι από τη μουσική χιπ χοπ και από εκπροσώπους της ­ τον Κέρτις Φλόου, τους Double Trouble, τους Afrika Bambaata. Παρακολουθώ αυτή τη μουσική από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η χιπ χοπ ήταν για μένα η πιο νεωτεριστική μουσική φόρμα. Οπως κάθε είδος μουσικής, έτσι και η χιπ χοπ είναι μια σύνθεση και μια προέκταση άλλων μουσικών, από τα μπλουζ και τα ρυθμ εν μπλουζ ως τη φανκ. Είναι πολύ πλούσια μουσική και πολλοί εκπρόσωποί της ιδιοφυΐες σε πολλά επίπεδα. Σε μουσικό επίπεδο, άνθρωποι όπως ο RZA είναι για μένα αντίστοιχοι του Θελόνιους Μονκ στην τζαζ και του Τζίμι Χέντριξ στη ροκ. Οπως έλεγα και πριν, αυτή η ταινία είναι γένεση πολλών εμπνεύσεων, από τον Μελβίλ ως τη Μαίρη Σέλεϊ, τον Ακούτα Γκάουα, τον Μεχάγκα Κούρε που έγραψε το «Βιβλίο του σαμουράι»… Επίσης, η φιλοσοφία της κολεκτίβας των ραπ συγκροτημάτων Wu-Tang-Clan έχει πλούτο δημιουργίας. Γράφοντας το σενάριο της ταινίας πάντως ανάμεσα σε άλλα άκουγα RZA και άρα ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου».

Πότε έγραψε τη μουσική;

«Αφού είχα γυρίσει την ταινία. Κατάλαβα ότι είχαμε την ίδια περίπου μεθοδολογία στη σκέψη».

Προέρχεστε από μια χώρα της οποίας το βλέμμα, ακόμη και των καλλιτεχνών,βρίσκεται στραμμένο προς το επόμενο σύνορο. Ωστόσο εσείς κοιτάτε πάντα το παρελθόν ­ ή, καλύτερα, εξετάζετε τη σοφία του παρελθόντος. Αυτή η εναλλαγή είναι πολύ σημαντική για έναν Αμερικανό. Πού οφείλεται;

«Οι άνθρωποι προσπαθούν να κατηγοριοποιήσουν την Ιστορία και είναι φυσικό, διότι βολεύει ­ η ρομαντική περίοδος, η μοντέρνα περίοδος κτλ. Εμένα όμως μου φαίνονται κάπως παράξενα όλα αυτά. Δεν μπόρεσα ποτέ να τα χωνέψω, διότι για μένα όλες αυτές οι έννοιες είναι σαν τα κύματα του ωκεανού: θαρρείς πως συνδέονται ενώ η Ιστορία κυλά. Πιστεύω ότι, αν κοιτάξεις τον κόσμο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το παρελθόν του, το παρόν, ακόμη και το μέλλον του, θα δεις μια συνέχεια. Θα δεις επίσης μια ανεξάντλητη δύναμη και τη σοφία που είχαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι πριν από εμάς. Δεν είμαι ένα άτομο που κοιτάζει μόνο πίσω του, αλλά ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι μόνο πίσω μπορούν να βρεθούν χιλιάδες, εκατομμύρια σημαντικά πράγματα. Στην κλασική λογοτεχνία, οπουδήποτε… Με ελκύουν λοιπόν τα πάντα. Δεν με ενδιαφέρει το μοδάτο όταν μπορείς να ανακαλύψεις πράγματα ουσίας στον Δάντη, στον Σαίξπηρ ή στις παλιές ταινίες. Δεν έχει σημασία το πότε φτιάχτηκαν ή σε ποιο ιστορικό «κεφάλαιο» εντάσσονται, από τη στιγμή που κουβεντιάζεις μαζί τους και εμπνέεσαι, συγκινείσαι. Βρίσκω πολύ παράξενο το ότι πολλοί νεότεροί μου συνάδελφοι καλλιτέχνες δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ή να μη γνωρίζουν τι υπήρξε πριν από αυτούς. Θυμώνω όταν τους ακούω να μιλούν για το ποιον ατζέντη θα πρέπει να προσλάβουν ή ποιο στούντιο θα πρέπει να πλησιάσουν και να μην έχουν ιδέα για την ιστορία του κινηματογράφου και για όλα αυτά τα σπουδαία πράγματα στα οποία έχουν πρόσβαση και με τα οποία μπορούν να γίνουν καλύτεροι. Για μένα, αυτά είναι το σπίτι μου».

Συζητήσαμε αρκετά για τη σχέση της ταινίας με τη λογοτεχνία και τη μουσική.Μιλήστε μου λίγο για τη σχέση της με τα καρτούν.

«Τα καρτούν χρησιμοποιούνται στην ταινία με έναν ανορθόδοξο τρόπο. Ισως χρειασθεί να την ξαναδεί κάποιος για να το παρατηρήσει. Οι καταστάσεις που συμβαίνουν στα καρτούν είναι η ηχώ ή η προαναγγελία αυτών που ακολουθούν στην ιστορία».

Η πρόσφατη ατμόσφαιρα στην Αμερική (Μάιος 1999) ίσως είναι κάπως ηλεκτρισμένη για να υποδεχθεί την ταινία σας στις αίθουσες. Αναφέρομαι στα ζητήματα της «κυριαρχίας των όπλων» (gun control) και στα τραγικά επεισόδια στο Κολοράντο, όπου νεαρά άτομα σκότωσαν χωρίς λόγο συμμαθητές και καθηγητές τους. Η ταινία σας αναφέρεται στη ζωή ενός πληρωμένου δολοφόνου που, φυσικά, ζει ανάμεσα σε όπλα. Πώς θα σχολιάζατε τη σχέση που έχει η βία στην τέχνη με τη βία στη ζωή;

«Νομίζω ότι τα πράγματα που οι άνθρωποι δημιουργούν αντικατοπτρίζουν τις καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα στον πολιτισμό μας. Η Αμερική είναι μια κοινωνία της κουλτούρας του όπλου, στηρίζεται στα όπλα. Από την εποχή που οι ευρωπαίοι πιονιέροι εξολόθρευσαν τους ιθαγενείς της και σκότωσαν πολλά ζώα της, τα όπλα είναι μέρος της ιστορίας των ΗΠΑ και κατά συνέπειαν μέρος της ίδιας της χώρας. Νομίζω ότι ο κόσμος κάνει σοβαρό λάθος όταν επιτίθεται στην τέχνη ανεξαρτήτως φόρμας και της επιρρίπτει ευθύνες επειδή εκφράζει πολιτισμικές καταστάσεις. Είναι ένας κάπως δειλός τρόπος παρακολούθησης των πραγμάτων. Δεν πιστεύω στη λογοκρισία και το θεωρώ πολύ παράξενο όταν ακούω τους δεξιούς πολιτικούς στην Αμερική να λένε «κοιτάξτε, έχω αυτές τις φωτογραφίες που δείχνουν γυμνά παιδιά στην παραλία. Είναι σεξουαλικές, άρα αυτός που τις τράβηξε είναι παιδεραστής». Για μένα, αν αυτές οι φωτογραφίες γυμνών παιδιών ερεθίζουν κάποιον, θα έλεγα ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Η τέχνη πάντως και η αφήγηση, οποιαδήποτε αφήγηση, πιστεύω ότι πρέπει να ανήκουν σε μια ζώνη απόλυτης ελευθερίας. Οταν μπαίνουν στη μέση οι κανονισμοί, τότε προκύπτει το μεγάλο πρόβλημα και πιστεύω ότι τότε ο κόσμος εκδηλώνει την καταπίεσή του. Η Αμερική είναι μια πολύ καταπιεσμένη χώρα. Οταν απαγορεύεις πολλά πράγματα, τότε έχεις πρόβλημα· ενώ, αν έχεις ελευθερία έκφρασης, υπάρχει υγεία. Και με ενοχλεί πολύ το ότι ο ίδιος κόσμος που είναι εναντίον των ταινιών gangsta rap αποδέχεται ταινίες όπως ο «Εξολοθρευτής». Μου αρέσει ο «Εξολοθρευτής», αλλά έχετε μετρήσει εκεί τα πτώματα;».

GHOST DOG, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

συνεχίζεται

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s