i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 12

σαντάνα

Μιλήσαμε νωρίτερα για τον ρατσισμό που επικρατεί σε διάφορες περιοχές της χώρας στο βορρά σε σχέση με τους νότιους. Θα σου διηγηθώ λοιπόν για την εμπειρία που έζησα με τις οικογένειες δυο κοριτσιών με τα οποία σχετίστηκα στα πρώτα χρόνια που βρέθηκα φοιτητής στη Φλωρεντία.
Η πρώτη είναι η περίπτωση των γονιών της Φραντσέσκα, νεαρής μαθήτριας του Λυκείου που έχω γνωρίσει σε μία καντίνα όπου συχνάζω και βρίσκεται από την άλλη μεριά του Άρνο, διασχίζοντας την γέφυρα των Ευχαριστιών, Ponte alle Grazie, κοντά σε σπίτι που κατοίκησα κάποια χρόνια αργότερα. Στις παρυφές των λόφων που οδηγούν στο Piazzale Michelangelo, την μεγάλη πλατεία του Μιχαήλ Αγγέλου από όπου μπορείς να θαυμάσεις την πόλη από ψηλά.

Οι καντίνες είναι χώροι που νοικιάζονται στους νέους για να τα κάνουν στέκια τους. Αυτή για την οποία μιλάμε είναι ένα μεγάλο υπόγειο όπου μαζευόμαστε για να ακούμε μουσική, να χορεύουμε και να συζητάμε. Με πάγκους και μαξιλάρια γύρο- γύρο και κρυφό φωτισμό. Ένα μικρό δωματιάκι που χρησιμοποιούμε για κουζινούλα, προετοιμάζουμε σαντουιτσάκια και ποτά και ότι άλλο χρειαστεί. Υπάρχει η τουαλέτα , και κατεβαίνοντας τα σκαλιά προς τον κυρίως χώρο, στα αριστερά έχουμε διαμορφώσει ένα πολύ ζεστό ,χαμηλοτάβανο δωμάτιο γεμάτο στρώματα, όπου βρίσκονται τα ζευγαράκια την ώρα της απομόνωσης τους. Μακριά από τα βλέμματα, κοντά όμως στην φασαρία.
Τα νοίκια είναι χαμηλότερα φυσικά ,τα χρήματα μαζεύονται από όλους τους θαμώνες.

Εδώ λοιπόν γνωρίζω το κορίτσι μου, σύντομα επισκέπτομαι και την οικογένεια για να μπορούμε να συναντιόμαστε με άνεση ,συχνότερα.
Ε, λοιπόν, από την πρώτη μέρα με αντιμετώπισαν κάπως, για να το πω ευγενικά ,δεν είμαι και τόσο επιθυμητός. Με το γάντι φυσικά, όχι απροκάλυπτα όπως γίνεται βορειότερα. Στης Ρέας τα μέρη με εντυπωσιάζει πως το κάνουν και οι νεότεροι, αυτό δεν το περίμενα ποτέ. Εδώ με τους νέους πρόβλημα δεν παρουσιάστηκε . Γνωριστήκαμε και συναναστραφήκαμε με παιδιά από όλα τη κοινωνικά στρώματα και πάντοτε δίχως να δημιουργηθεί δυσάρεστη κατάσταση.
Ορίστε, με αγαπούν μάλιστα πολύ και μου το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία, σχετίζονται μαζί μου, μου δίνονται.

Τέλος πάντων, οι γονείς του κοριτσιού τίποτα, η σχέση μας είναι προς το ψυχρό, με ευγένεια. Το κρατούν μανιάτικο και κάνουν τα πάντα για να μας χωρίσουν.. Στο τέλος τα καταφέρνουν, πίρι πίρι, ψυχράνθηκε το κορίτσι. Όχι ότι την δικαιολογώ, την καταλαβαίνω όμως. Ένα βράδυ ,στο Βιαρέτζιο που έχουν εξοχικό και βρισκόμαστε τέλος εβδομάδας με χωρίζει.

Στενοχωριέμαι αφάνταστα, φεύγω διακοπές στα μέρη μου, πηγαίνω και ένα ταξιδάκι με φίλους, καλοκαίρι γίνονται αυτά, ξεχνιέμαι. Την φωτογραφία της την κρατώ νομίζω ακόμη, την ερωτεύτηκα πολύ. Έχω προλάβει να κάνω και ατύχημα, στον εαυτό μου. Καβαλώντας το μηχανάκι ενός φίλου για να πεταχτώ σε μια δουλίτσα χάνω τον έλεγχο ,αφηρημένος, σε μια στροφή και ξυπνώ στο Νοσοκομείο, ώρες αργότερα, με διάσειση ,μιας και χτύπησα στο κεφάλι. Δεν θυμάμαι τίποτα φυσικά. Οι γιατροί με συμβουλεύουν να αποφεύγω οποιοδήποτε χτύπημα, και το πιο σιγανό στο κρανίο μου, για ένα εξάμηνο τουλάχιστον. Ούτε καρπαζιά. Διαφορετικά θα υπάρξουν επιπτώσεις.
Έχει προηγηθεί η γνωριμία μου με την Αντονέλλα, νεαρή φοιτήτρια κι εκείνη, επίσης από πλούσια οικογένεια, γιατροί οι γονείς της, και οι δυο. Πόσο ρόλο παίζει η μόρφωση στην εξέλιξη του ανθρώπου τελικά!

Μου φέρονται σαν γονείς. Και οι άλλοι μου άνοιξαν το σπίτι τους. Αυτοί εδώ όμως με μια ζέστη που δεν περιγράφεται. Με μια τρυφερότητα, σαν παιδί τους. Οι άλλοι ξινοί σαν άγουρα σταφύλια. Όλο παρατηρήσεις καρφιά και σπόντες. Αυτοί εδώ μέσα στην καλή χαρά.
Το σπίτι τους βρίσκεται στον τρίτο όροφο ενός κτίσματος στην άκρη της πόλης, αμέσως μετά ξεχύνεται η εξοχή. Αρέσει και στην κοπελιά η φύση, κάνουμε ατέλειωτες βόλτες στο δάσος, υπάρχει και ένα ποταμάκι εκεί μέσα ,συνηθίζουμε να το περπατάμε κατά μήκος της κοίτης του. Σε κάποια σημεία μπορείς να πηδήξεις και απέναντι, αλλού πλαταίνει , υπάρχουν και ανοίγματα που βαθαίνει αρκετά, βουτάμε συχνά.
Λίγο αργότερα, σε αυτή την περιοχή που γνωρίζω πλέον απ’ έξω κι ανακατωτά φέρνω τους συντρόφους για ασκήσεις με τα μπουκάλια και τα στάλιν.
Παρένθεση.

Είναι η Αντονέλλα που με μαθαίνει να οδηγώ, με το πεντακοσαράκι της. Παλιά τεχνολογία, δεν ξέρω εάν γνωρίζεις ,αν έχεις οδηγήσει τέτοιο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει τουλάχιστον την ηλικία μου. Οι ταχύτητες δεν αλλάζουν κατευθείαν, έπρεπε ανάμεσα να πατήσεις νεκρά. Έχω οδηγήσει το αυτοκίνητο του πατέρα μου, άδεια όμως δεν έχω βγάλει ακόμη. Δεν έχω καθόλου εμπειρία, είναι σαν να μαθαίνω από την αρχή, με αυτόν τον παράξενο τρόπο που απαιτεί μεγάλη ταχύτητα στις αντιδράσεις για να κάνεις αυτό το αμάξι να προχωρήσει.

Ένα βράδυ που επιστρέφουμε στο σπίτι της και τα έχουμε μάλιστα τσούξει γερά νωρίτερα χάνω τον έλεγχο και πέφτουμε πάνω στον τοίχο αυλής με σφοδρότητα. Χτυπώ το κεφάλι μου με δύναμη πίσω από το αριστερό αυτί, το σημάδι το κουβαλώ ακόμη, στις λαμαρίνες που χωρίζουν το μπροστά από το πίσω μέρος, μιας και κρατώ το τιμόνι. Βρίσκομαι λιπόθυμος στη μέση του δρόμου όπου σέρνεται και με απομακρύνει η επίσης χτυπημένη, όχι τόσο δυνατά κοπέλα μου.
Παίρνει την ευθύνη επάνω της για να μην έχω μπλεξίματα με την τροχαία, μόλις φτάνει η βοήθεια.
Ξυπνώ τη στιγμή του τελευταίου ράμματος στο Νοσοκομείο. Μας τοποθετούν δίπλα δίπλα, δεν έμαθα ποτέ εάν είπε σε κάποιον την αλήθεια.
Πληρώθηκε και αποζημίωση για την πτώση του φράχτη, φαντάζομαι από την ασφάλεια. Το αυτοκίνητο στα σκουπίδια για παλιοσίδερα.

Έχουν πλησιάσει οι διακοπές των Χριστουγέννων, γυρνώ για λίγες μέρες στους γονείς μου. Στην επιστροφή έρχεται να με βρει η αδελφή της ,μικρότερη. Τα φτιάχνουμε, τώρα δεν έχω όμως μούτρα να πηγαίνω ξανά στο σπίτι τους, με άλλη φιλενάδα κόρη αυτή τη φορά, λίγες μόνο μέρες μετά εκείνο το δυσάρεστο γεγονός. Δυνατό συμβάν, δεν ξαναείδα αυτούς τους θαυμάσιους ανθρώπους.
Και κάτι ξεχωριστό. Στο σπίτι μπαίνεις από ιδιωτικό ανελκυστήρα που ξεκλειδώνει… κάτι που βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Φτάνεις από το ισόγειο απευθείας στο διαμέρισμά τους.
Το κερασάκι στην τούρτα υπάρχει και στην προηγούμενή μας αναφορά. Το ξεχωριστό συμβάν. Ξέχασα να το αναφέρω, το διηγούμαι τώρα.

Κάποια στιγμή η Φραντσέσκα ανακαλύπτει πως είναι έγκυος. Ούτε λόγος να το πούμε στους γονείς της, θα την κρεμάσουν. Καθολική ακραία η Ιταλία, η έκτρωση απαγορεύεται δια νόμου και ροπάλου. Η εκκλησία πανίσχυρη και οπισθοδρομική. Το κορίτσι πηγαίνει ακόμη σχολείο, το παιδάκι είναι επιθυμητό αλλά έρχεται πολύ, μα πολύ νωρίς. Εγώ κρατώ μια στάση άκρως ρομαντική, ‘ότι πεις εσύ αγάπη μου’, είμαι πολύ ερωτευμένος σου θυμίζω, ‘θα σου σταθώ ότι και ν’ αποφασίσεις’.
Τι θα αποφασίσει δηλαδή ; το αυτονόητο έτσι που έχουν τα πράγματα.
Βρίσκουμε γιατρό, χρειάζονται πολλά χρήματα. Πιάνω λοιπόν δουλειά. …στον πατέρα της, στο εργοστάσιο.

Φτιάχνουμε σιδερένια μπουλόνια για κάποια μεγαλύτερη μονάδα, είμαστε καμιά εικοσαριά εργάτες. Κάνω την ίδια κίνηση οκτώ ώρες την μέρα, για ένα μήνα που χρειάζομαι να μαζέψω τα λεφτά για την επέμβαση. Κατακαλόκαιρο. Φρίκη. Ζω στο πετσί μου, βλέπω με τα μάτια μου την αλλοτρίωση του εργάτη. Τη διαρκή επανάληψη σε μια καθημερινότητα γκρίζα. Για το μεροκάματο. Το κάνεις αυτό για μια ζωή και καταντάς φυτό. Συμβαίνει σε εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Για δεκάρες. Μία τρέλα. Το πόσο δίκιο έχουν οι κομουνιστές και οι αναρχικοί το διαπιστώνω για μια ακόμη φορά, με τα μάτια μου.
Εμπειρία και αυτή ! η πρώτη του είδους στη ζωή μου.

Η άλλη ακόμη δυσκολότερη, από τις χειρότερες που είναι αναγκασμένος καμιά φορά ο άνθρωπος να έχει στη ζωή του. Και το ακόμη πιο άσχημο είναι πως δεν δίνουμε και την πρέπουσα σημασία, συχνά.
Εκείνη τη μέρα το κορίτσι γίνεται ράκος, βρίσκεται και σε τόσο τρυφερή ηλικία. Της στάθηκα με όλο μου το είναι, σιωπηλά και με τρυφερότητα, το τραύμα όμως δεν αποφεύγεται, το κακό έχει γίνει. Λίγες βδομάδες μετά, αυτό δεν το περίμενα με τίποτα, τα βροντάει και με αφήνει στα κρύα του λουτρού. Εγώ πιστεύω πως το γεγονός θα μας ενώσει ακόμη περισσότερο. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Μας απομακρύνει τελικά, εκείνη δηλαδή.
Δεν μπορώ να της κακιώσω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Don’t cry Guns N’ Roses.

Θέλω ν’ αλλάξω λιγάκι θέμα.
Εσύ Μιχάλη, μέσες άκρες, γνωρίζεις πολλά από αυτά για τα οποία μιλώ. Όχι όλες τις λεπτομέρειες, γνωρίζεις όμως. Είσαι μέσα στο κίνημα με τα μπούνια, έζησες τη γέννηση και το θάνατό του, πήρες μέρος στους αγώνες, έζησες κοντά μας κι ας είσαι από άλλη χώρα. Είσαι ένας από εμάς. Έκανες τη συνειδητή επιλογή να μείνεις έξω από κάποια πράγματα, νομίζω ακριβώς επειδή γνωρίζεις κατά βάθος πως πίσω κάποιοι σε περιμένουν. Ζεις μέσα στην πραγματικότητά μας όμως.

Ξέρεις πως για όλους εμάς, στο μεγαλύτερό της μέρος, η κατάσταση είναι ονειρική. Ειδικά τώρα που αναπολώ, που φέρνω στην μνήμη μου γεγονότα και καταστάσεις και τα περιγράφω και τα διηγούμαι και τα ξαναζώ μοιάζει με παραμύθι, είναι ένα παραμύθι.
Στις μεγάλες πόλεις σίγουρα η κατάσταση είναι άγρια, είναι σκληρότερη. Διαβάσαμε μαζί νωρίτερα τα λόγια του Σέρτζιο. Πως άλλαξαν σιγά σιγά οι σύντροφοι, πως έγιναν σκληροί εκείνοι οι τρυφεροί νέοι που πάνω στην αγάπη τους για τον άνθρωπο άρπαξαν τα όπλα και διακινδύνεψαν τα πάντα για την απελευθέρωσή του από την σκλαβιά της απληστίας, των αγορών, της εμπορευματοποίησης της ζωής τους.
Ο Φορντισμός σκοτώνει.
Χιλιάδες σύντροφοι έχουν να παλέψουν τον εφιάλτη του εργοστασίου, της βιοτεχνίας, της ανέχειας. Την ώρα που εμείς συζητούμε σε συνελεύσεις, δημοκρατικά, για τα σεμινάρια στις σχολές. Εκείνοι, ξανά και ξανά ,στην αλυσίδα ή στα reparti, με τους σμπίρους και τους επιστάτες πάνω απ’ τα κεφάλια τους να επαναλαμβάνουν μια καθημερινότητα αποπνικτική, άχρωμη και άοσμη, ανεπιθύμητη και κακιά σαν τον καρκίνο.
Υπάρχουν σύντροφοι που βασανίζονται σκληρά για να συνεργαστούν, την ώρα που γίνονται ζωντανοί μάρτυρες των βασανιστηρίων στα οποία υποβάλλονται οι συντρόφισσες τους.
Πόσο πολύ μας ταλαιπωρεί αυτό το θέμα.

Χωρίς να γνωρίζουμε καλά -καλά εάν πιστεύουμε, και πού, παρακαλούμε βαθιά μέσα μας να αντέξουμε, σε περίπτωση σύλληψης ,και να μη συνεργαστούμε! Γνωρίζουμε πως η ανθρώπινη φύση είναι ευάλωτη στον πόνο, στον φόβο του θανάτου, στον εκβιασμό. Δεν θέλουμε να καταδώσουμε, να αποκαλύψουμε. Κάποιοι δεν αντέχουν, άνθρωποι είμαστε όλοι.
Η ψυχολογία γίνεται σμπαράλια σε αυτές τις σκέψεις, κάποιες φορές. Δεν σε αφήνει να κλείσεις μάτι. Έρχονται και ξανάρχονται οι ίδιες μονότονες εικόνες, μύριες φορές, και ταλαιπωρούν.
Μας δολοφονούν τους συντρόφους εν ψυχρώ, δεν είναι παιχνιδάκι.

Για να τρομάξουν τους υπόλοιπους, τους συμπαθούντες, την κοινωνία.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια πάστα, τα υλικά διαφέρουν. Δεν αντέχουν όλοι με τον ίδιο τρόπο την πίεση. Δεν καταπίνουν όλοι το ίδιο.
Το μυαλό θολώνει, η κρίση επίσης. Σηκώνει πολύ ψυχραιμία.
Τα βλέπουμε όλα αυτά. Αφουγκραζόμαστε το αδιέξοδο που πλησιάζει. Η πάλη δεν είναι μοναχά προσωπική, την κοινωνία αφορά εξίσου.
Η ρίζα μας ,η κληρονομιά μας είναι η κοινωνία, οι αγώνες της. Η επιθυμία για ελευθερία, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ισότητα.
Προτείνουν λοιπόν κάποιοι την αναδίπλωση. Πρόσεξε, αναδίπλωση.
Έχουμε συντρόφους έγκλειστους, δεν θα τους εγκαταλείψουμε. Θα τους παρακολουθήσουμε καλύτερα ελεύθεροι εμείς οι υπόλοιποι. Θα αγωνιστούμε για την απελευθέρωσή τους κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες, καλύτερες.

Θα μιλήσουμε καλύτερα. Θα μας παρακολουθήσουν καλύτερα. Θα τους προσέξουμε περισσότερο.
Έχουμε συγγενείς και φίλους που περιμένουν κι αυτοί. Όλοι κάτι περιμένουν. Θέλεις δεν θέλεις είμαστε εκεί μπροστά, στα μάτια όλων εκτεθειμένοι, όλοι περιμένουν την κίνησή μας την καταλληλότερη.
Ηγέτης γίνεσαι, δεν γεννιέσαι, ίσως. Όσο και να σε τρομάζει σήμερα αυτή η λέξη. Όσο κι αν τρομάζει από τα πάντα αυτή η λέξη είναι η υπαρκτή πραγματικότητα ,που την κάνει ίσως απαραίτητη, σαν ανάγκη, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή.
Μέχρι η κοινωνική επαναστατική κληρονομιά να κάνει την ύπαρξη ηγετών αχρείαστη, μέσα από την συζήτηση ,την σπορά, την άνθιση ταλέντων που ξεπετάγονται παντού, σε κάθε γωνιά.

Δεν λέω πως ένας ηγέτης θα άλλαζε τα πράγματα. Λέω πως όλοι πρέπει να δράσουμε ηγετικά, εμείς που είμαστε μέσα στην φωτιά. Έτσι είναι και φώναζε αν θέλεις, όσο θέλεις.
Κοντοστεκόμαστε, αργούμε, αυτό λέω. Και τα γεγονότα μας ξεπερνούν.
Όλοι πρέπει ν’ ανθίσουμε και να καρποφορήσουμε, μέσα στην κουβέντα και τις διαδικασίες, ισότιμα.
Κάποιοι το κάνουν νωρίτερα ,ευλογία, γίνεται, δεν ακούμε, αυτό έγινε!
Δεν ακούμε όσο είναι νωρίς, όσο έχουμε ακόμη χρόνο, καιρό, ανάσες, διάστημα, αντοχές, πες το όπως θες.
Το κάνουμε αργότερα.

CANCELLI DELLA MEMORIA 4 punk rap e mutoid,καγκελόπορτες της μνήμης 4

Εμείς οι δυο βέβαια είμαστε ήδη φευγάτοι. Για κάποια συνωμοσία της μοίρας γλιτώνουμε, ξεκομμένοι στο εξωτερικό, μακριά από την χώρα. Εσύ από εδώ κι εγώ από εκεί.
Αδυνατούμε να πάρουμε μέρος στο διάλογο που συνεχίζεται, στη συζήτηση. Να επηρεαστούμε και να επηρεάσουμε., έστω και λίγο. Αποκοπήκαμε.
Τώρα γίνεται ο απολογισμός. Σίγουρα είναι ειλικρινής και αποσπασματικός.
Νιώθουμε και τύψεις, τα έχουμε πει διεξοδικά.
Νιώθουμε και τυχεροί γιατί τα τραύματα λιγότερα. Δεν είναι και λίγα φυσικά, δεχτήκαμε και οι δυο πολλά, διαφορετικές οι αιτίες και τα αποτελέσματα. Πονέσαμε, τραυματιστήκαμε.

Όλοι προχωρήσαμε, και οι μεν και οι δε.
Δώσαμε και πήραμε, προσωπικά, κοινωνικά. Κάναμε πράγματα, κακά τα ψέματα. Την ώρα που οι σύντροφοι ζουν την κατάρα της απομόνωσης, τη μονοτονία, τη βία στο μεγαλείο της.
Κάθε φορά που περπατώ στην εξοχή σκέφτομαι αυτούς. Εκεί ,μέσα στα αρώματα τους θορύβους της και τα χρώματα, τη φυσικότητα του περιβάλλοντος, στις εικόνες και τις εναλλαγές του τοπίου.
Στην πόλη επικρατεί εικονική πραγματικότητα. Σε πιάνει τρέλα να διασταυρώνεσαι καθημερινά με όλους αυτούς τους παθητικούς αποδέκτες του βιασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Που κοιτούν αμήχανα τη μετατροπή τους σε νούμερα αναλώσιμα σε ένα τηλεπαιχνίδι. Καταναλωτές προϊόντων και τίποτα άλλο. Δημιουργικότητα μηδέν, προσφορά μηδέν. Αυτοί όλοι μας σκλαβώνουν καθημερινά, εκούσια και ακούσια.
Και έχουν και την απαίτηση να καθόμαστε φρόνιμα.

Μέσα στο δάσος είναι αλλιώς. Εκεί φυσικά δεν πατούν το πόδι τους. Και όταν το κάνουν βρωμίζουν. Για την μεγάλη πλειοψηφία μιλώ. Καίνε και καταστρέφουν.
Πόσο θα έχει λείψει το δάσος στους έγκλειστους συντρόφους μας! Η θάλασσα, μέσα, βαθιά, στην ελευθερία της .Του ανέμου, του κυματισμού.
Έτσι έρχονται οι τύψεις.
Τριάντα χρόνια πίσω ένας εφιάλτης.
Ακόμα πιο πίσω ένα όνειρο.
Όνειρο ελπίδας, αγώνα, ομορφιάς. Σχέσεις αλληλεγγύης. Αγκαλιές. Αγάπη.
Μετά ο εφιάλτης. Ο χωρισμός. Η τιμωρία. Η τιμωρία της ελπίδας δηλαδή. Απαγορεύεται το όνειρο.

Πως ν’ αντέξεις όταν βλέπεις το τέλος, όταν το δηλώνεις.
Ανάμεσα σε μετανιωμένους, σε προδότες, σε βασανισμένους, σε αμετανόητους ; Πίσω από τοίχους.
Μακριά από τους πάντες.
Κάποιοι δεν αντέχουν, αυτοκτονούν.
Οι μετανιωμένοι είναι αυτοί που λεν πως μετανιώνουν για να ελαφρύνουν τη θέση τους, να προδώσουν και να βγουν.
Άλλους τους αυτοκτονούν. Και άλλους τους σπρώχνουν να το κάνουν.
Πάντα οι ίδιοι άλλοι. Για τα λεφτά. Την εξουσία. Απάνθρωποι. Υπάνθρωποι.
Οι περισσότεροι αντέχουν. Οι ήρωες μας.

εξέγερση, rivolta

Και σε πιάνει τρέλα ιερή όταν ακούς και βλέπεις να παρασημοφορούν σαν ήρωες κάποιους δολοφόνους πάνοπλους που κακοποιούν άμαχους αδιακρίτως, ή πρόχειρα οπλισμένους μαχητές, από το απυρόβλητο. Από ύψη απρόσβλητα με οποιονδήποτε τρόπο. Ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουνε ποτέ. Δίχως να τους κοιτούν στα μάτια. Με ‘έξυπνα’ όπλα που χτυπούν από μεγάλη απόσταση. Αόρατοι. Φαντάσματα σκοτώνουν τη ζωή την αληθινή.
Στην πράξη αόρατοι. Οι δικοί τους αόρατοι. Οι δολοφόνοι με το ψυχρό πρόσωπο που σκοτώνουν στο πλήθος, αδιακρίτως.
Οι δικοί μας αόρατοι είμαστε όλοι εμείς που σιωπούμε για χρόνια. Που μας σωπαίνουν για χρόνια. Που πήγανε να ρίξουνε ταφόπλακα επάνω μας.
Δεν τα κατάφεραν, πάντα.

Και είμαστε ακόμα εδώ.
Κι αυτό το καλοκαίρι!
Είμαστε ο εφιάλτης στα όνειρά τους.
Με τον λόγο μας. Που συνεχίζει να σπάζει κόκαλα.
Ο εφιάλτης στα όνειρά τους, οι χιλιάδες νεαροί ,που σε κάθε γωνιά της γης, σιωπηλοί ή ουρλιάζοντας, με μολύβια με πέννες, με χαρτί, με φωτιά, με τραγούδια, με κείμενα, με συνθήματα, με μπογιά, με λόγια, με όπλα, ο καθένας με τον τρόπο του στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο της βλάσφημης εξουσίας. Του πλούτου που μοιράζεται σε λίγους, της απληστίας.
Είναι και οι χιλιάδες νεκροί, οι έγκλειστοι, οι κυνηγημένοι.
Δεν ξαναμπαίνω στο τριπάκι το παλιό Μιχάλη, μου αρέσει για τα καλά η τσάρκα μου στο δάσος, στην ξανθιά αμμουδιά, οι βουτιές από τον βράχο.
Σε βάζω λοιπόν να γράψεις, αύριο θα το προσπαθήσω κι από μόνος μου.

Άλλοι αναλαμβάνουν δράση. Ας το κάνουν. Δεν θα βγω να κατακρίνω κανέναν επειδή τα δικά μου κότσια δεν βαστούν άλλο.
Ψυχικά ή σωματικά.
Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί. Όλοι εσείς που από τη σιγουριά της απραξίας εξαπολύεται μύδρους σε αυτούς που τρέχουν στη φωτιά, που ζουν καθημερινά στον κίνδυνο γιατί ελεύθερα το διάλεξαν. Που κραδαίνουν τον δυναμίτη.
Κι αν είναι πολλά τα χρόνια που αποτέλεσμα δεν βλέπουμε, για σκεφτείτε, μήπως αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή όλοι εμείς λουφάξαμε και κοιτάμε τα γεγονότα να μας προσπερνούν από την ασφάλεια της απόστασης και της αποστασιοποίησης ;
Μήπως λοιπόν είναι αυτή η πικρή αλήθεια ; Γιατί εμένα κάπως έτσι μου φαίνεται. Δεν σου ακούγεται λογικό ;

Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Αυτό ξέρω.
Υπάρχει όμως και αυτό : Όσα δεν φτάνει η αλεπού, πηδάει και τα φτάνει !
Ας αφήσουμε τα λουλούδια να ανθίσουν, ας αφήσουμε τη βροχή να τα ποτίσει με το ιερό νερό της αγανάκτησης.
Ας ρίξουμε και καμιά σταγόνα ρε γαμώτο.
Και ας αφήσουμε κατά μέρος την μίρλα και την γκρίνια.
Κι ας οδηγήσουμε τους πραγματικούς ήρωες εκεί που τους πρέπει.
Όλους αυτούς που δεν έσκυψαν να ευνουχίσουν το λουλούδι.
Που δεν έσκυψαν να ζητιανέψουν λίγη κατανόηση.
Που δεν έσκυψαν να κλαψουρίσουνε μετάνοια.
Που μείνανε σταθεροί στα λόγια και τις αποφάσεις τους, που δεν πρόδωσαν το όνειρο, που τους αρέσει να ονειρεύονται ακόμη. Κι ας ξύπνησαν προσωρινά στην καταχνιά. Όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό το προσωρινά. Όσο κι αν κρατά για να το διανύσουμε. Όση κι αν είναι η απόσταση.

Όλοι αυτοί είναι οι ωραίοι δικοί μας.
Τα παιδιά μας, οι φίλοι μας, οι γυναίκες μας, τ’ αδέρφια μας, οι κοπέλες μας, οι μάνες και οι πατεράδες μας.
Οι χιλιάδες μαχητές της ελευθερίας.

1994, Ξύλινα Σπαθιά, Παύλος Παυλίδης

Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα, να σκοτώνεις αυτούς που σκοτώνουν τη μέρα.
Με τα μαύρα γυαλιά και το άσπρο φουστάνι να κοιτάς μακριά τη φωτιά στο λιμάνι.
Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει, ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι, στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέπτη, στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.
Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς…..
Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο και μου λες λοιπόν θυμήσου, μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.
Θα ‘μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα να χτυπάς το νερό, να χτυπάς τον αέρα, να θυμάσαι ξανά όσα είχαμε κάνει, τις φωτιές στα Ντεπώ, τη φωτιά στο λιμάνι.
Γελάς γιατί σε θέλω, κατεβάζεις το καπέλο και μου λες λοιπόν θυμήσου σαν ταινία η ζωή σου να κυλά.

Γράφω, τα λόγια, τα αισθήματα, τις σκέψεις του φίλου μου. Τα γεγονότα όμως τρέχουν, Λες ΚΑΙ ΒΆΛΘΗΚΑΝ ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΉΣΟΥΝ ΜΑΖΊ ΤΟΥ, ΚΙ Ας ΑΠΟΥΣΙΆΖΕΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΚΗΝΉ. ΕΊΝΑΙ ΌΜΩΣ ΤΌΣΟ ΈΝΤΟΝΗ Η ΠΑΡΟΥΣΊΑ ΤΟΥ. Τα παραπάνω λόγια του φίλου και συντρόφου μου μοιάζουν να είναι προφητικά. Κάτι γίνεται! Φρέσκος μυρωδιαστός αέρας γυροφέρνει στην ατμόσφαιρα λόγια άλλων ονειροπόλων, άλλων ευαίσθητων στην ομορφιά, στην ζωή την αληθινή, ‘στο νόημα που χει κάτι απ’ τις φωτιές’ .
Κάνω διάλειμμα λοιπόν. Το γιατί αυτονόητο. Από το χθες στο σήμερα ,κι από το σήμερα στο χθες. Γιατί η ζωή συνεχίζεται από εκεί που την αφήνουν οι πολεμιστές. ΈΝΑΣ ΠΈΦΤΕΙ, ΔΈΚΑ ΣΗΚΏΝΟΝΤΑΙ :

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΔΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΑΣ …

The Wall, Pink Floyd.

http://tvxs.gr/webtv/%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%BA-%CF%86%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%BD%CF%84-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82

Συνεχίζουμε από εκεί που σταματήσαμε :
‘πεθαμένες καλησπέρες δεν γουστάρω να μου πει’.
Όσο η εικόνα είναι καθαρή, φόβος δεν υπάρχει. Ούτε ανησυχία.
Απλά πίστη, εμπιστοσύνη, σιγουριά.
Το ένα φέρνει το άλλο.
Αρχίζει να φρενάρει λίγο το πράγμα, εμφανίζεται και η δυσπιστία, που γίνεται ανησυχία.
Έτσι είναι η ζωή, όταν είσαι ήσυχος όλα κυλούν ρολόι.

Θυμάμαι τότε που πρωτοξεκίνησε, πότε το νιώθω για πρώτη φορά.
Έχουμε βγει βράδυ να κολλήσουμε αυτοκόλλητα για την Πρίμα Λίνεα. Έχει κίνηση ακόμη αρκετή, κανονικά. Διαλέγουμε και ξεκινούμε από την γειτονιά δεξιά από το τελευταίο γεφύρι, απέναντι από το πάρκο Ντελλε Κασίνε. Εργατική συνοικία, με πολλές ανοιχτωσιές, καινούρια και αραιοκατοικημένη. Τριγυρνάμε κανένα δίωρο εκεί, και περνάμε στην γειτονιά του Αγίου Πνεύματος, Σάντο Σπίριτο. Έχει αραιώσει η κίνηση, έχει περάσει έντεκα η ώρα και …εκεί με πιάνει τρέμουλο και αγωνία. Νιώθω τον φόβο, είναι κάτι αόριστο, φοβάμαι για την τύχη μας, μου.

Παρακαλώ μέσα μου να περάσουμε απαρατήρητοι, να μη μας αντιληφθούν. Παρακαλώ ν’ αντέξω εάν τα πράγματα στραβώσουν. Να κρατήσω. Τρέμω, για πρώτη φορά. Νιώθω στενάχωρα.

DSC02249

πρώτη γραμμή

https://www.facebook.com/media/set/?set=oa.275299249154610&type=1

φωτογραφίες από την κηδεία της Μπάρμπαρα Ατζαρόνι

http://www.lastoriasiamonoi.rai.it/video/charlie-e-carla/1646/default.aspx

συνεχίζεται

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s