i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Αντί επίλογου λοιπόν θα σας διαβάσω κάποια μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο της Κάρμεν Καστίγιο, ‘Μία νύχτα στο Σαντιάγο’.

Η Κάρμεν Καστίγιο έζησε από κοντά την ιστορία του MIR – Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς – [όταν η λέξη αριστερά είχε ακόμη σημασία], τόσο πριν όσο και μετά τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Α λλιέντε και την άνοδο του Πινοσέτ στην Χιλή.
Από τον πρόλογο λοιπόν του βιβλίου : ‘δεν είναι η στρατευμένη γυναίκα που μιλάει, είναι η γυναίκα. Μια γυναίκα όμως που ανακαλεί στρατευμένους’ τονίζει χαρακτηριστικά για το βιβλίο της το οποίο χαρακτηρίζει ’σπάνιο δημιούργημα’ ο Nouvelle Observateur, που είναι μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 1979.
Διαβάζουμε λοιπόν :

‘Χιλή. Ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, γενικός γραμματέας του Επαναστατικού Αριστερού Κινήματος, σκοτώθηκε στο Σαντιάγκο, κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τον στρατό. Σκοτώθηκε το Σάββατο, 5 Οκτώβρη, κατά τη διάρκεια πολύωρης ανταλλαγής πυροβολισμών μεταξύ μελών του MIR που ήταν περικυκλωμένοι σ’ ένα σπίτι του Σαν- Μιγκέλ, λαϊκής συνοικίας του Σαντιάγκο, και ένοπλων δυνάμεων’.

Το σύντομο και λακωνικό επίσημο ανακοινωθέν, που αναγγέλλει το θάνατο του κυριότερου αρχηγού του ΕΑΚ δεν δίνει ούτε τον αριθμό ούτε τα ονόματα των άλλων θυμάτων, εκτός από την κόρη του πρώην πρύτανη του καθολικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, κα Κάρμεν Καστίγιο Ετσεβερρία, που αγωνίστηκε στο πλευρό του. Τραυματισμένη, έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο.
Μια εφημερίδα του Σαντιάγκο, η Τercera, αναφέρει ότι ένας ανιψιός του τελευταίου προέδρου της Χιλής, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, από τους ηγέτες του MIR, έχει επίσης τραυματιστεί κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, αλλά η είδηση δεν επιβεβαιώθηκε επίσημα.
Μ’ αυτές τις λέξεις ανακοίνωσε η Monde της 8ης Οκτώβρη του ‘74 το επεισόδιο απ’ το οποίο αντλεί την καταγωγή του αυτό το βιβλίο. Η Κάρμεν Καστίγιο – που πιάστηκε και, αργότερα, εξορίστηκε στη Γαλλία – επιχειρεί εδώ μια πλατιά αναδρομή στις αναμνήσεις, προς εκείνη την 5η του Οκτώβρη.

Μας εκθέτει ένα ημερολόγιο με πολλές σκηνές : το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φε, όπου ένας άντρας, μια γυναίκα και τα παιδιά τους έζησαν την αντίσταση στη δικτατορία. Το σπίτι των βασανιστηρίων ‘Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας’, στην καρδιά του Σαντιάγκο, η Κούβα, όπου βρίσκονται όσοι επέζησαν, το Παρίσι.
Ένα πολυφωνικό ημερολόγιο, που αντηχεί και τον λόγο των άλλων. Της αδελφής του Αλλιέντε, του βασανιστή αξιωματικού, της μαχήτριας του ΕΑΚ, Της ΒΑΣΑΝΙΖΌΜΕΝΗς, ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΎ, ΤΟΥ ΦΊΛΟΥ.
ΣΕΛΊΔΕΣ ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΈΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΉ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ Της ΚΑΤΑΠΊΕΣΗΣ. ΣΤΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΌ ΞΕΤΎΛΙΓΜΑ των εικόνων, που όλες τους συγκλίνουν προς εκείνη την ημέρα-τομή, η απελπισία συνυπάρχει με την ζωή, η προσμονή της ελευθερίας με την επιθυμία της εκδίκησης, το μίσος ,ε την αγάπη. Ανασυντίθεται, κομμάτι-κομμάτι, το παζλ, που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο την Αντίσταση στη Χιλή, ρέει αβίαστα ο λόγος, που ομολογεί ότι κάθε αντίσταση δεν μπορεί να ξεπηδάει παρά μόνο από την αγάπη.

Jean-Claude Barreau.

Σελίδες 170-176:

Η Λάουρα Αλλιέντε, αδελφή του δολοφονημένου Προέδρου, γιαγιά της Καμίλ, βρίσκεται στο νοσοκομείο της Αβάνας βαριά άρρωστη. Εδώ και τρεις μέρες αναλαβαίνει από μια εγχείρηση, πονάει πολύ, πάρα πολύ. Ούτε ένα παράπονο, δεν μπορεί καν ν’ ανεχτεί την ιδέα ότι θα ενοχλήσει τους άλλους. Στην Κούβα, όπου η οικογένεια κρατάει τις βάρδιες στο νοσοκομείο, διαλέγω το βραδινό ωράριο.
Οι επισκέψεις αραιώνουν, μαζί με το σκοτάδι έρχεται κι η γαλήνη. Η Λαουρίτα είναι ξαπλωμένη σ’ ένα λευκό κρεβάτι, απ’ το μικρό παράθυρο φαίνονται μερικά αστέρια σ’ ένα κομμάτι ουρανού, σύννεφα που γλιστρούν γρήγορα, μαρτιάτικος άνεμος φυσάει στην Αβάνα.
Αισθανόμαστε όμορφα, μοναχές μας, και μετά από μια σιωπή, αρχίζουμε αβίαστα, χωρίς κανένα βολονταρισμό- η ερώτηση θαρρείς αναβλύζει.

Πες-μου Λαουρίτα, por favor, που ήσουν το Σάββατο, στις 5 Οκτώβρη ;
Με κοιτάζει, και μου κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση. Μετά δάκρυα- ένα, δύο, κι άλλα, κι άλλα. …και σιωπή.
Φαντάζομαι ότι αποκοιμήθηκε. Θα είναι κουρασμένη, σίγουρα, δεν μπορώ να επιμείνω.
Ξανανοίγει τα μάτια, εκείνα τα ωραία χρυσά μάτια της, πετάει αλλού, πολύ μακριά, κοντά στον Μιγκέλ. Το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι, και μετά μένει πάνω μου. Είμαι καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι, έτοιμη να την ακούσω.
Γιατί, με ρωτάει, γιατί να βασανιζόμαστε έτσι ;
Δεν ξέρω. …η ανάγκη να μάθουμε περισσότερα, δεν ξεχνούμε – γιατί λοιπόν να σωπαίνουμε ; Κάθε άλλο, είναι καλό να μοιραζόμαστε, να ξαναζούμε τις αγάπες μας μαζί μ’ αυτούς που αγαπούμε. Ο καθένας, βέβαια, το βλέπει διαφορετικά, αν δεν μπορείς, αν δεν θέλεις. …αύριο, ή μεθαύριο. …έχουμε καιρό, δεν πρέπει να βιαζόμαστε.

Η Λαουρίτα αρχίζει να μιλάει, σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, η λευκή γύμνια της κάμαρας σβήνει, σκιαγραφεί εικόνες που αρχίζουν να ζουν, το νοσοκομείο εξαφανίζεται, και ξαναβρισκόμαστε στο Σαντιάγκο.
Η νύχτα του Σαββάτου 5 Οκτώβρη : η ψυχρότητα μιας ραδιοφωνικής είδησης, λιγόλογης και αδυσώπητης.
Η Λαουρίτα αποφεύγει εκείνες τις λέξεις, της αναστάτωσης και της φρίκης. Δεν λέει πως ξεπέρασε το χτύπημα και τα πρώτα λεπτά της παγωμένης περισυλλογής. Προχωρεί, στα γρήγορα, σ’ εκείνην τη δύναμη που την έστησε και πάλι όρθια, που την ώθησε έξω, να πάει να βρει εκείνους που υποφέρουν όσο κανείς άλλος.

Η Λαουρίτα ξέρει ότι θα καταφέρει να τους δει, θέλει να πάει εκεί, να είναι με τους γονείς του Μιγκέλ το ίδιο εκείνο βράδυ. Κατευθύνεται, χωρίς δισταγμό, προς το σπίτι της λεωφόρου Προβιντέντσια.
Έχει περάσει μήνας, ίσως, από τότε που οι στρατιωτικοί είχαν μεταφέρει το Δον Εντγκάρντο Ενρίκεζ, υπουργό της λαϊκής κυβέρνησης, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του νησιού Ντάουζον, στο σπίτι του. Του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ήταν κρατούμενος, σπίτι του, κάτω από αυστηρή επιτήρηση.

Η Λαουρίτα δεν υπακούει στις διαταγές αυτού του συρφετού των δολοφόνων. Πηγαίνει στο πλευρό του δον Εντγκάρντο και της σενιόρα Ρακέλ, περνάει τα μπλόκα που κυκλώνουν το τετράγωνο.
Είχε πλημμυρίσει ο τόπος, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, το πάρκο, απέναντι απ’ το κτίριο το πλάτωμα, βρίθουν από στρατιώτες. Άντρες με πολιτικά, οπλισμένοι, είναι μαζεμένοι στο χωλ, στην είσοδο, ακουμπάνε στους τοίχους, στη σκάλα και στους διαδρόμους.
Οι άνθρωποι με τα γκρι και τα μαύρα χαμηλώνουν τα βλέμματα, κολλούν στους τοίχους, εκμηδενίζονται στο πέρασμα αυτής της περήφανης γυναίκας. Φοβούνται και τις σκιές που την συνοδεύουν. Δεν ζητάει την άδεια, περνάει με το αγέρωχο βήμα της, χωρίς καν να τους κοιτάξει.

Η Λαουρίτα, η αριστοκρατικότητα αυτής της γυναίκας, η ομορφιά των λεπτών χαρακτηριστικών της, τα μελιά της μάτια, γεμάτα θέληση. Καταλαβαίνω γιατί δεν τόλμησαν να εμποδίσουν το σίγουρο βήμα της που ανεβαίνει τη σκάλα, προς το μέρος όπου απόθεσαν το σώμα του ‘τρομοκράτη’.
Της ανοίγει την πόρτα ο δον Εντγκάρντο. Είναι ακόμα πιο επιβλητικός απ’ ότι συνήθως, η ευγένεια της φυσιογνωμίας του εντονότερη μέσα στον πόνο του, μια απροσδόκητη λάμψη στο βλέμμα του. Ήταν μόνοι τους, νομίζω, η σενιόρα Ρακέλ κι ο δον Εντγκάρντο. Στη μεγάλη σάλα, το φέρετρο.

Δον Εντγκάρντο : δεν είναι ο υιός μου αυτός, Λαουρίτα, κοιτάξτε πως τον κατάντησαν.
Η Λαουρίτα αρνείται. Όχι, δεν θα τον δει. Ο Μιγκέλ δεν πέθανε. Είναι δυο βδομάδες μόλις που τον είχε συναντήσει. Ο Μιγκέλ γελούσε – δεν θα χαλάσει αυτή την εικόνα, τη λεπτότητα του χιούμορ του, την αλλόκοτη ταχύτητα των λέξεων του, που μπερδεύονται, το πάθος που κυριαρχεί – ο Μιγκέλ έχει τη χάρη, τη λάμψη του γέλιου και απότομα, τη δύναμη της σοβαρότητας. Όχι, η Λαουρίτα μένει στη διπλανή κάμαρα, ένας τοίχος την χωρίζει απ’ το φέρετρο, που δίπλα του ξαπλώνουν αργότερα ο δον Εντγκάρντο και η σενιόρα Ρακέλ, τις ατέλειωτες ώρες μιας νύχτας, της νύχτας του Σαββάτου 5 Οκτώβρη.
Η κηδεία, που μόνο η οικογένεια την ακολουθεί.

Η συνοδεία : δεκάδες στρατιωτικά τζιπ, φορτηγάκια κι άλλα αυτοκίνητα της D.I.N.A. ‘Αυτοί’ φοβόταν, τι όμως ; Στρατιωτικοί, με στολή και με πολιτικά, γεμίζουν τα πεζοδρόμια, τις διασταυρώσεις, τις όχθες του ποταμού Μαπότσο μέχρι την καρδιά της βορειανατολικής περιοχής της πόλης. Πλήθος στρατιωτών στις πόρτες του νεκροταφείου. Οι φάτσες τους, αυτή η επίδειξη δύναμης, δείχνουν καθαρά ότι, ακόμα και στο ζενίθ του θριάμβου τους, αισθάνονται κίνδυνο. Σαν να φοβούνται μήπως πέσει τίποτα στα κεφάλια τους, και πυκνώνουν τις γραμμές τους για να αντιμετωπίσουν αυτήν την εναγώνια, υπερκόσμια προαίσθηση, σαν κάτι να ‘πρεπε να συμβεί. Κι όμως. …ο Μιγκέλ ήταν μόνος, εκείνη την μέρα.

Ένας τάφος είναι σκαμμένος στην σκληρή γη.
Το θάρρος της μητέρας του, η δύναμη της περηφάνιας της : ‘δεν πέθανες, υιέ μου, ζεις στην καρδιά του λαού, ανάμεσά μας’. χρειάζονταν κουράγιο – αλλά και πόση αγάπη! Αυτά τα απλά λόγια ηχούν διαφορετικά, ανάμεσα στις στολές, το γκρίζο και το μαύρο. Μου είπαν ότι πάνω στον τάφο του υπάρχουν κόκκινα λουλούδια όλο τον χρόνο.

Τέλος, η Λαουρίτα φεύγει. Κάτω, στη σκάλα, την συγκρατεί μια ομάδα αντρών της DINA. Καρφώνει πάνω τους τα μάτια της και τους λέει : ‘έχετε άραγε ακόμη την ικανότητα να σκέφτεστε ; Μήπως δεν καταλαβαίνετε ; Σκοτώσατε ένα αγόρι, ένα αγόρι που έδωσε τη ζωή του για σας. Ναι. …δεν ήθελε άλλο, παρά δικαιοσύνη και ελευθερία. Θα έπρεπε να αισθάνεστε να σας πνίγει η ντροπή, ντροπή για την χυδαιότητα της δουλειάς που κάνετε εδώ’.
Μένουν άφωνοι, καρφωμένοι στο πάτωμα, ούτε μια λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα τους. Η εξουσία τους καταρρέει, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τους φοβάται.

Η Λαουρίτα τους αντιπαραθέτει τη σιγουριά της, τους φωνάζει την πίστη της. Ακόμα κι εγώ, σήμερα, είμαι αναστατωμένη. Ποιος θα τολμούσε να μιλήσει έτσι ; Η δύναμη της πίστης της κλονίζει τον εχθρό. Και μας ελέγχει.
Η Λάουρα Αλλιέντε ήταν βουλευτίνα των σοσιαλιστών, με απόλυτη πλειοψηφία στις τρεις ψηφοφορίες, στην περιφέρειά της. Η δημοτικότητά της ανάμεσα στους φτωχούς και τους άκληρους αναγνωρίζεται από φίλους και εχθρούς. Είναι εξήντα χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Ένα τους, ο Αντρές Πασκάλ Αλλιέντε, ανάλαβε τη διεύθυνση του MIR. έτσι έγραψαν οι εφημερίδες.

Και εμείς, στην Αβάνα, αναθυμόμαστε.
Ο Μιγκέλ λείπει, το ξέρω. Όμως αγαπούμε – και με τι παράξενο πάθος- κι αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο Μιγκέλ, είναι μια νίκη ενάντια στην βιαιότητα και την μνησικακία. Για πάντα.
Η Λαουρίτα συνεχίζει την αφήγησή της, ακολουθεί τα νήματα των αναμνήσεών της. Ξεχνάει την αρρώστια της, αυτή τη στιγμή γελάει, μ’ ένα από εκείνα τα ξεσπάσματα του Μιγκέλ, τον καιρό της πρώτης τους συνάντησης στην παρανομία. Ήταν τον Αύγουστο του ‘74, νομίζω, όταν ο Μιγκέλ τα κατάφερε να της στείλει το πρώτο μήνυμα. Μα αυτό το αίτημα, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια, δεν ήταν η πρώτη πράξη της Λαουρίτα ενάντια στους στρατιωτικούς. Απ’ την επαύριο, κιόλας, του πραξικοπήματος, έκανε κάθε είδους διαβήματα, για να βοηθήσει τους ανθρώπους ν’ αντισταθούν στην πείνα και την καταπίεση. Βοηθούσε τους καταζητούμενους να γίνουν δεκτοί στις πρεσβείες, μάζευε χρήματα και τρόφιμα, που τα πήγαινε στις φυλακές και τις φτωχογειτονιές. Μια μέρα είδε το μικρό της διαμέρισμα, στα προάστια του Σαν Βοργία, γεμάτο μέχρι το ταβάνι αυγά, δωρεά, ‘δεν ήξερα τι να τα κάνω, κυριολεκτικά υπήρχαν παντού αυγά’. απ’ τις φυλακές στις φτωχογειτονιές, προλαβαίνοντας τους όλους, έτσι περνούσαν οι μέρες της Λαουρίτα στο Σαντιάγκο. Ένα πρωί κάποιος της έφερε ένα γράμμα του Μιγκέλ, σε κίτρινο χαρτί, από τσιγάρα.

Δεν μπορεί να ξεχάσει το πυκνό γράψιμο, μερικές φράσεις : ‘είναι ανάγκη να σας ζητήσουμε μια υπηρεσία, που μπορεί να σας δημιουργήσει προβλήματα. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι θα τολμήσουν να σας αγγίξουν. Η υπόθεση είναι ότι πρέπει να συζητήσετε με τον Κόνιο Αγκιλάρ, τον ‘Ισπανό’ – τον ξέρετε – και τον Πελάο, τον ‘φαλακρό’, στην φυλακή της πολεμικής Ακαδημίας της Αεροπορίας, την A.G.A. είναι μια από τις προϋποθέσεις, που βάλαμε στον στρατηγό Σεμπάλλος, αρχηγό της S.I.F.A.[ της μυστικής υπηρεσίας του στρατού αέρος] και που εμπεριέχεται στο πνεύμα μιας υποτιθέμενης ‘διαπραγμάτευσης’ ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς : μας προτείνει την απελευθέρωση των φυλακισμένων, και αμνήστευση, έξω από τα σύνορα της χώρας – και σε αντάλλαγμα το οριστικό σταμάτημα του αγώνα του ΕΑΚ. ΕΊΝΑΙ ΜΆΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΌ ΝΑ Σας ΞΕΚΑΘΑΡΊΣΟΥΜΕ ΌΤΙ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΎΜΕ ΚΙ ΌΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΓΓΕΊΛΟΥΜΕ ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΟΠΟΊΗΣΉΣ ΜΑΣ και διαίρεσης της αριστεράς. Πίσω απ’ τον Σεμπάλλος θα βρούμε σίγουρα τον στρατηγό Λέιθ – εφ όσον η έκταση της προσφοράς μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει η συγκατάθεση της χούντας. Εν ολίγοις, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία για να συναντήσουμε τα δύο μέλη του Πολιτικού Γραφείου, που είναι φυλακισμένοι. Αυτό είναι που σας ζητούμε να κάνετε. Ούτε που θα περάσει απ’ το μυαλό του Σεμπάλλος ότι σκεφτήκαμε εσάς.

…αλλά εσείς μας εμπνέετε την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γι αυτή τη λεπτή υπόθεση. Δεν σας κρύβω ότι μπορεί να υπάρξει, στη συνέχεια, πιθανότητα εξορίας σας από την χώρα. Σας φιλώ. Μιγκέλ’.
Η απάντηση της Λαουρίτα στον Μιγκέλ : ‘ Σύμφωνοι, το μόνο που θέλω είναι να κάνω περισσότερα πράγματα. Είμαι ευτυχής που θα δουλέψω μαζί σου’.

Από την σελίδα 184 :

‘τα λόγια του Μιγκέλ αντηχούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην Αβάνα, και η Λαουρίτα φέρνει κοντά-κοντά δύο ημερομηνίες, η απόστασή τους ενός χρόνου, σβήνεται για την Λαουρίτα εκείνη η μέρα, η 5η Οκτώβρη, μπερδεύεται, συμπλέκεται με τις 11 Σεπτέμβρη του 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος. Τις δύο αυτές μέρες, τις κάνει ένα, κι απ’ την μια φτιάχνει δυο, από τη μια πάει στην άλλη, χωρίς ασυνέχεια, απροειδοποίητα. Βρίσκει περιττή κάθε διευκρίνηση, συνεχίζει, μια και μόνη αφήγηση.

Δεν πρέπει να παρέμβω. Εκείνη έχει τώρα τον λόγο.
Στις 9 Σεπτέμβρη του ‘73, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Η Λαουρίτα αναλαμβάνει από μια εγχείρηση. Είναι η πρώτη της έξοδος. Πάει να συναντήσει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε, τον Τσίκο, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, στο Τόμας Μόρο, την προεδρική κατοικία. Μετά το φαγητό κάνουν μια βόλτα στον κήπο.
Η Λαουρίτα σφίγγεται πάνω του, παίρνει το χέρι του, δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό της. Ο Τσίκο την ρωτάει γιατί κλαίει. Του απαντάει ότι δεν ξέρει, ότι αισθάνεται μια καταθλιπτική αγωνία εδώ και λίγες μέρες. Ο Τσίκο, την σφίγγει πιο δυνατά πάνω του, σταματάει, την κοιτάζει στα μάτια, της λέει : ‘Κάναμε το καθήκον μας χωρίς να υποχωρήσουμε ούτε στιγμή. Έκανα ότι μου ήταν δυνατό. …Αν συμβεί και πεθάνω. …[σιωπή. Μετά :]. …έγινε, τι περισσότερο, δηλαδή, θα μπορούσα να κάνω ;’

Μια συνεδρίαση περιμένει τον Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα τον αφήνει, δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι της, θα πάει να επισκεφτεί την ανιψιά της. Αλλά μια ώρα αργότερα θα ξαναγυρίσει στο Τομάς Μόρο. Θέλει να ξαναδεί τον Σαλβαδόρ.
Ο Τσίκο είναι στο γραφείο του.
Έλα να σε πάω στο αεροδρόμιο.
Όχι, δεν θέλω. …η παραμικρότερη προσπάθεια με κουράζει, δεν αισθάνομαι καλά.
Τα δάκρυα κυλούν, χωρίς να μπορεί να τα καταπιεί.

Δεν έχει πολύ καιρό που πέθανε η Ινές, η μεγαλύτερη αδελφή του Αλλιέντε. Η Λαουρίτα, αρρώστησε κι εκείνη. Ενάμισι μήνα μακριά από τα πάντα, καμία επαφή με τα γεγονότα, απομακρυσμένη από την μάχη. Δεν ξέρει γιατί αυτή η καταθλιπτική αίσθηση, που απλώνει τα φτερά της πάνω από το Σαντιάγκο.
Ο Τσίκο : Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. …Η Χριστιανοδημοκρατία δεν θέλει να έρθουμε σε συμφωνία.

Θα της εξηγήσει τις διαφορετικές στάσεις των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κρίση. Σωπαίνει για μια στιγμή, σκέφτεται, σίγουρα, και συνεχίζει : ‘Θέλω να σου πω κάτι, Λαουρίτα, όχι επειδή είσαι μάνα του Αντρές. Δεν έχω κανένα παράπονο απ’ το MIR. Όσες διαφωνίες είχαν μαζί μου, τις συζητούσαν, μου τις εξέθεταν ακόμη και εδώ. Πόσες φορές ήρθε ο Μιγκέλ σ’ αυτό το γραφείο ; Ποτέ δεν με χτύπησαν πισώπλατα, με προειδοποιούσαν όταν επρόκειτο να μου αντιπαρατεθούν δημόσια. Τους εκτιμώ πάρα πολύ’.
Και η Λαουρίτα θα ξαναφύγει. Αγκαλιάζει τον Τσίκο για τελευταία φορά.

Την Τρίτη 11 Σεπτέμβρη, η Λαουρίτα ξυπνάει πολύ νωρίς. Σκέφτεται να πάει πρώτα στη Βουλή και να περάσει μετά από την Μονέδα, να δει τον Αλλιέντε. Κατά τις οχτώ παρά τέταρτο της τηλεφωνεί ένας σύντροφος. Την ειδοποιεί ότι γίνονται κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο. Είναι το πραξικόπημα. Το μόνο που σκέφτεται η Λαουρίτα είναι να πάει να βρει τον Τσίκο, τους μαχόμενους. Προσπαθεί να βάλει μπρος την 2CV.Αδύνατο. Ο γείτονας ανακαλύπτει ότι τα καλώδια του μοτέρ έχουν βγει απ’ τη θέση τους. Η Λαουρίτα σκέφτεται ότι θα πρέπει να είναι ο καραμπινιέρος που φύλαγε σκοπιά στο σπίτι της. Είχαν γίνει κιόλας πολλές απόπειρες της ακροδεξιάς στο σπίτι της. Την αυγή της 11ης, αυτός ο μπάτσος ολοκλήρωσε το χυδαίο του σαμποτάζ πριν πάει να πυκνώσει τις γραμμές των πραξικοπηματιών. Τέλος, η Λαουρίτα παίρνει τον δρόμο της, αυτόν που ακολουθεί την Κορδελλιέρα και τον ποταμό Ελ Μαπότσο. Οι μετακινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων την μπλοκάρουν πενήντα μέτρα μακριά απ’ την προεδρική κατοικία.

Η Λαουρίτα ξαναθυμάται εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Τσίκο, την Κυριακή : ‘Αν συμβεί οτιδήποτε, μην έρθεις, σε παρακαλώ, στην Μονέδα’. Όταν η Λαουρίτα διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε : ‘Αν δεν μπορείς να μείνεις σπίτι σου, πήγαινε στο σοσιαλιστικό κόμμα, εδώ δεν θα μπορέσεις να με βοηθήσεις, μόνο που θα με απασχολούσες’.
Τα άρματα βομβαρδίζουν την Μονέδα. Κατεβαίνει, αφήνει το αυτοκίνητο με ορθάνοιχτες τις πόρτες. Κάποιος στρατιώτης την απειλεί να την συλλάβει αν δεν πάρει το 2CV απ’ την μέση του δρόμου.

Η Λαουρίτα ξαναπιάνει το τιμόνι, αδύνατο να σταματήσει κάπου κοντά στο προεδρικό μέγαρο, κάτω απ’ το σφύριγμα των οβίδων, την μυρωδιά της σκόνης και τις εκρήξεις των βομβών. Κατευθύνεται προς τα βορινά γραφεία του σοσιαλιστικού κόμματος. Βρίσκει εκεί δύο χωρικούς έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Κανείς άλλος. Οι δυο άντρες περπάτησαν όλη τη νύχτα απ’ το χωριό τους, την Λάμπα, μέχρι το Σαντιάγκο. Ήρθαν μέχρι το κόμμα για να ειδοποιήσουν γι αυτά που είχαν δει εκεί πέρα, στην ύπαιθρο. Οι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει την πυριτιδαποθήκη. Έχοντας φτάσει στην πρωτεύουσα στις έξι το πρωί, οι χωρικοί δεν βρήκαν κανέναν να του ανακοινώσουν το νέο. Και περίμεναν σιωπηλοί απ’ εκείνη την ώρα.

Η Λαουρίτα απογοητεύεται, ότι θα συναντήσει τους συντρόφους. Συνεχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Προσπαθεί, τώρα, να βρει ένα τρόπο να διασχίσει το κέντρο, να πολεμήσει, κοντά στους pobladores. Ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω, ξανακατεβαίνει, αλλά δεν μπορεί να περάσει την αρτηρία προς τα νότια, την λεωφόρο, οι δρόμοι ερημώνουν και μετά πλημμυρίζουν από στρατιωτικές μονάδες. Σε κάποια διασταύρωση βλέπει ένα νεαρό ζευγάρι, τους κάνει νόημα ν’ ανέβουν. Η γυναίκα της λέει ότι ο Πρόεδρος παραδόθηκε. Η Λαουρίτα της απαντάει, με σταθερή φωνή : ‘Ο πρόεδρος Αλλιέντε δεν θα παραδοθεί ποτέ’. ποτέ δεν έμαθαν ποια ήταν εκείνη η γυναίκα που αλώνιζε το Σαντιάγο, μόνη της, μέσα στο 2CV της.

Γύρο με τον γύρο, τα καταφέρνει να πλησιάσει το μέγαρο Τομάς Μόρο. Οι γλώσσες της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Ο βομβαρδισμός έκανε την δουλειά του.
Λαουρίτα : Αφήστε με να περάσω, είμαι η αδελφή του Προέδρου.
Ένας στρατιωτικός : Απαγορεύεται η είσοδος.
Ένας άλλος στρατιωτικός μουρμουρίζει : φύγετε, κυρία μου, δεν υπάρχει πια κανένας μέσα. θα σας πιάσουν άδικα, ούτε η γυναίκα του Προέδρου δεν είναι πια εκεί.
Ένας περαστικός : Λεηλάτησαν τα πάντα. …η πυρκαγιά προχωράει. Θα ήμουν ευτυχής, αν θέλατε να έρθετε σπίτι μου.

Εκεί, στο σπίτι ενός αγνώστου, μαθαίνει ότι ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε σκοτώθηκε στη μάχη της Μονέδα. Η Λαουρίτα δεν κλαίει.
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ακούει μια στρατιωτική ανακοίνωση : ‘Η Λαουρίτα Αλλιέντε οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως στο Υπουργείο Αμύνης’. Αρνείται. Δεν θα πάει να παραδοθεί μόνη της.
Την επόμενη, ανεβαίνει τις σκάλες του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Την ειδοποίησαν ότι εκεί είναι το σώμα του Σαλβατόρ Αλλιέντε, ότι ένα ελικόπτερο θα το πάει στο νεκροταφείο Σάντα Ινές, στη Βίνια ντελ Μάρ. Αλλά μια ομάδα αξιωματικών, την εμποδίζει να μπει, πρέπει να τους δείξει την άδεια του Υπουργείου Αμύνης. Ε λοιπόν, ναι, θα πάει πρώτα εκεί πέρα. Διασχίζει το Σαντιάγκο, οι δρόμοι, στο κέντρο είναι έρημοι – τα ίχνη των μαχών, οι εκρήξεις των οβίδων στα κτίρια, το αίμα που ξερένεται στα πεζοδρόμια, οι γκρίζες στολές και τα κράνη, τα κρύα πολυβόλα στον κρόταφο, σε κάθε γωνία. Και, ακόμα, οι αντάρτες που έχουν καταφύγει στα τελευταία πατώματα του υπουργείου Δημοσίων Έργων και του Ταμιευτηρίου. Οι σφαίρες σφυρίζουν, σκόρπιες, στην αρχή, ύστερα κατά ριπές. Η Λαουρίτα συγκλονίζεται μ’ αυτούς, που αντιστέκονται ακλόνητοι. Ξέρουν ότι μπροστά τους, βρίσκεται ο θάνατος, κι όμως συνεχίζουν τη μάχη, το πρωί της 12ης Σεπτέμβρη.

Στρατιωτικό αεροδρόμιο. Το φέρετρο του Σαλβαδόρ Αλλιέντε. Η Λαουρίτα συναντάει την Τένσα, τη γυναίκα του Προέδρου – υπάρχει επίσης και η μονάδα εδάφους της στρατιωτικής αεροπορίας. Την αγκαλιάζει, τα μάτια υγραίνονται : ‘Λαουρίτα, ο Πρόεδρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. …το κουράγιο του δεν ήξερε όρια’. η Τένσα ζητάει από έναν αξιωματικό ν’ ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου, ήθελε να δει τον Σαλβατόρ, το πρόσωπό του, για μια μόνο στιγμή. Απαγορεύεται.

Το κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μάρ. Οι τέσσερις της οικογένειας και πολλοί ναυτικοί. Η Λαουρίτα κόβει ένα κίτρινο λουλουδάκι, ένα χρυσάνθεμο, ανάμεσα από τα χόρτα που τριγυρίζουν τον τάφο. Το αποθέτει πάνω στο φέρετρο. Το λουλούδι πέφτει στο βάθος του τάφου. Οι στρατιώτες χασκογελούν. Η Λαουρίτα ξεσπάει : ‘Θα έπρεπε να ντρέπεστε. …να ντρέπεστε που θάβετε έτσι τον Πρόεδρο της Χιλής’. Μετά από μια μικρή σιγή, ξαναλέει αργά : ‘Δεν έχει σημασία αυτό. …ότι και να κάνετε, ο λαός της Χιλής δεν τον ξέχασε, ούτε θα τον ξεχάσει’.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και ο νεκροθάφτης πηδάει στην τρύπα, μαζεύει το λουλούδι και το ξανακουμπάει πάνω στο φέρετρο. Κανείς δεν κινήθηκε.
Μόλις γυρνούν στο Σαντιάγκο, η Τένσα πάει κατευθείαν στην πρεσβεία του Μεξικού, να δει τις κόρες της. Η Λαουρίτα της λέει το τελευταίο αντίο, την despendida : ‘Τένσα, πρέπει να φύγεις από την χώρα, να πας να καταγγείλεις σ’ όλον τον κόσμο αυτά που έγιναν στην Χιλή. Εγώ θα μείνω, αυτό είναι το καθήκον μου, έχω αναλάβει μια υποχρέωση απέναντι στους pobladores που με ψήφισαν βουλευτίνα. Η κάθε μια πρέπει να πάρει τον δρόμο της’.

Λίγες μέρες αργότερα της επιβάλλεται ‘κατ’ οίκον περιορισμός’. Εκείνη όμως κυκλοφορεί στους δρόμους. Κρυμμένη στα μαύρα. ‘Όσο θα βρίσκεστε εσείς στην εξουσία’ ,απαντάει στον στρατηγό Αρρελάνο Στάρκ, που την ρωτάει, ‘θα φορώ το πένθος της χώρας μου’.
Ανώνυμα χέρια, μες στα σκοτάδια κινηματογραφικών αιθουσών, στις ουρές μπροστά στις πόρτες των φυλακών, στις στάσεις των λεωφορείων, της σφίγγουν το χέρι και της ψιθυρίζουν : ‘Είμαστε εδώ, ο Πρόεδρος δεν σκοτώθηκε άδικα, θα τους νικήσουμε. …’ Η Λαουρίτα μετράει κάθε μέρα τη δύναμη που δίνει η παρουσία της στο Σαντιάγκο.

Οι στρατιωτικοί δεν ξέρουν τι να κάνουν μ’ αυτή τη γυναίκα. Μερικές φορές την πιάνουν. Ο Κοντρέρας την ανακρίνει αυτοπροσώπως, προσπαθεί να της πάρει με κάθε τρόπο πληροφορίες ,για τον υιό της, τον Αντρές, το MIR. Δεν ξέρει τίποτα. Την απειλεί για το ότι κυκλοφορεί στην πόλη. Έχει πολλά να κάνει, δεν θα μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Δεν το ‘κανε ποτέ, γιατί να το κάνει τώρα ;

Ένας αστυνόμος της ψιθυρίζει στο αυτί : ‘Πόσο θάρρος είχε ο Πρόεδρος, Λαουρίτα’. Του απαντάει : ‘Έδρασε πάντα με θάρρος, για σας αγωνίστηκε, ενάντια στους πλούσιους και τ’ αφεντικά’.
Ένα χρόνο αργότερα, στα τέλη του Οκτώβρη του ‘74, η Λαουρίτα πιάστηκε από την DINA. ΉΤΑΝ Η ΜΆΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΊΟ ΣΤΉΘΗΚΕ ΤΟ ΑΓΡΙΌΤΕΡΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΌ. ΉΘΕΛΑΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΏΣΕΙ ΚΆΠΟΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΈΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΙΡΥ-ΑΝ, όφειλε να πληρώσει και γι αυτό το λάθος και για άλλα. Θα την κακοποιήσουν, θα την απομονώσουν για μήνες ολόκληρους. Έμεινε αλύγιστη. Ακόμα και στην τραχεία ερημιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Τρές Αλάμος, η Λάουρα Αλλιέντε στέκεται όρθια. Κανείς δεν μπορεί να την νικήσει.

Από σελίδα 193 :

Στις αρχές του φθινοπώρου το μήνυμα που περιμέναμε από πολλούς μήνες έφτασε. Μαζί με τις οδηγίες του Μανουέλ. Η συνάντηση επιτέλους θα γίνει.
Θα συναντήσει επιτέλους τον Αντρές. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου τώρα πια, και για κείνον και για τους άλλους. Είναι υποχρεωμένη να κάνει τον μηχανισμό να ξαναδουλέψει. Πρέπει να δικαιώσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι υποχρεωμένη να συλλάβει κάθε απόχρωση. Ο κίνδυνος κρύβεται στις λέξεις που περιγράφουν την δράση. Να ξαναπάρουν τις θέσεις τους της μάχης οι σύντροφοι στη Χιλή – γι αυτό πρόκειται, και είναι ήδη πάρα πολύ.

Από σελίδα 209 :

Αρχίζω πάλι να συλλογιέμαι την τελευταία μου έμμονη ιδέα, χρησιμοποιώ ένα ύφος που επιζητά να είναι πειστικό, τι σκέφτεσαι κι εσύ ; Γιατί δεν μιλούμε ποτέ για την ζωή των επαναστατών ; Η μπουρζουαζία στέκεται πάντα στο θάνατο των μαχητών. Μερικές φορές πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα, ιεράρχηση των θανάτων, οι ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι, και οι αθάνατοι, αυτοί που πληθαίνουν το Πάνθεον. Οι καλοί και οι κακοί – μια γυναίκα που αυτοκτονεί, για παράδειγμα, μας ενοχλεί, δεν ξέρουμε που θα την τοποθετήσουμε, πως να την τιμήσουμε, την βγάζουμε λοιπόν ταχυδακτυλουργικά απ’ την μέση ή την αρνούμαστε, αλλά ο θάνατός της είναι μια πολιτική πράξη στην εξορία, μια τελευταία κραυγή εξέγερσης ενάντια στην απουσία του πολιτικού, μια τελευταία αγωνιστική φλόγα και ίσως-ίσως, η έσχατη απελπισία όπου οδηγεί αυτή η λατρεία του θανάτου. Δεν συμφωνώ να αυτοκτονούν οι άνθρωποι, η ζωή είναι που ενδιαφέρει. Θυμήσου την εμπειρία μας στην Αντίσταση : το να καταφέρεις να επιβιώσεις στην παρανομία, είναι ακριβώς να καταφέρνεις να ζεις.

Κάνουμε σαν να μη ξέρουμε ότι ο θάνατος είναι μια άμεση πραγματικότητα, επιλέγουμε τη ζωή, ακόμα κι αν το κάνουμε για να φτάσουμε στον θάνατο. Αυτό τ’ αλλάζει όλα. Η ευτυχία. …εμείς την είδαμε, την γνωρίσαμε, ήταν εκεί, μέσα στα κρησφύγετα και τις κρύπτες, δίπλα στις γυναίκες, τους άντρες, και τα παιδιά, σε κάθε χώρο, όπου υπήρχε ζωντανή αντίδραση. Περιττό να το κρύβουμε, μόνο η σύζευξη κάποιου με τον αγώνα φέρνει την ευτυχία, ακόμα κι αν αυτά δεν κρατήσουν περισσότερο απ’ όσο κρατήσει ένας στεναγμός.
Σιγά-σιγά φτάνεις να κάνεις μια ζωή κανονική, κοινή, με μερικές απαγορεύσεις. Δεν μπορείς να πας σινεμά, εκδρομή στη θάλασσα, βόλτες στον ζωολογικό κήπο, αλλά είναι μέρες με τον ίδιο ρυθμό, όπως όλου του κόσμου. Τα όπλα ;. …μα ζούμε μαζί τους στο σπίτι, γίνονται κομμάτι μας, προέκταση του χεριού μας. Χάνουν κάθε μυστήριο, ξαναπαίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, εντάσσονται στο καθημερινό σκηνικό. Τώρα ξέρω ότι ένα όπλο δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά για να το χρησιμοποιείς όταν αγωνίζεσαι. Συνηθίζεις τον ρυθμό της γειτονιάς, μέσα στην πείνα και τα πηγαινέλα των στρατιωτικών. Τίποτα το παράξενο, κι όμως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξεις επί πολύ. Και ν’ αντιστέκεσαι.

Ο Αντρές με ακούει, χαμογελάει με το πάθος μου, απορρίπτει μερικές λέξεις, επικροτεί άλλες, σκέφτεται σιωπηλός, καθησυχάζει την ανυπομονησία μου, ακολουθεί τις δικές του σκέψεις, μου μιλάει – ήρεμα : μας κατηγορούν για βολονταρισμό, που τον θεωρούν αυτοκτονία για το MIR, γι αυτήν την απόφασή μας να μείνουμε στην χώρα στα χρόνια της τρομοκρατίας, του άγριου κυνηγητού που έχει εξαπολύσει πάνω μας η δικτατορία. Αλλά το αύριο εγγράφεται ήδη στο χθες, δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον χιλιανό λαό να καταφύγει στις πρεσβείες, ούτε να φύγει μαζικά στο εξωτερικό αφήνοντας έρημα τα εργοστάσια και την ύπαιθρο. Ο Τσέ, ο Μιγκέλ, ο Σαντούτσο, κι όλοι οι άλλοι, γίνονται ζωντανή ιστορία στις μαύρες και κόκκινες σημαίες των Σαντινίστας, παράδειγμα και πάνω απ’ όλα, ενέργεια για το λαϊκό και δημοκρατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. ‘Αφού μπορούμε, θα μείνουμε – εδώ υπάρχουν οι ανάγκες’, έλεγε ο Μιγκέλ : ‘για να αποφύγουμε τη διάλυση, να οργανώσουμε την υποχώρηση, να οργανώσουμε τον αντιστασιακό αγώνα, να εμποδίσουμε την οριστική σταθεροποίηση της δικτατορίας. Για να απαντήσουμε στο πραξικόπημα, στην στρατιωτική βία, στην ήττα, φτιάχνοντας χαρακώματα, υποχωρώντας μαχόμενοι. Αν ηττηθήκαμε για μια στιγμή, να σκορπιστούμε με τάξη, να ξαναγυρίσουμε απ’ τον ίδιο δρόμο, να υποχωρήσουμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε μια στιγμή την εξέγερση, αγωνιζόμενοι πάντα’, έλεγε στα γράμματά του, που έγραφε σε τσιγαρόχαρτα : ‘η έκταση της ήττας θα εξαρτηθεί από το πως αντιδρά και θα συμπεριφέρεται η αγωνιστική μας θέληση, απ’ το αν θαφτεί, θα ενδώσει, θα γίνει απαισιοδοξία – απ’ το αν θα υποχωρήσει, θα εξασθενήσει και θ’ αφεθεί να νικηθεί. Αν κρατήσει, αν ξεδιπλώσει την πρωτοβουλία και την πανουργία της, τότε θ’ αντέξει, θα διατηρηθεί ακέραια, ζωντανή, και θα εξαπλωθεί’. Είχε δίκιο ο Μιγκέλ : ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι υπήρχαν κι άλλοι στην Χιλή, εκτός απ’ τους στρατιωτικούς και τ’ αφεντικά – ζωογονήσαμε μια υπόγεια, σιωπηλή αντίσταση. Οι παράνομοι ήταν αυτοί που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγώνα, τώρα αυτή η προσπάθεια αποδίδει καρπούς. Η δράση είχε μια συγκεκριμένη έννοια………

Η ζωή στο Σαντιάγκο είναι αλλιώτικη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει απ’ τη χρονιά 74-75. δεν βλέπεις πια εκείνα τα φοβισμένα, ταπεινωμένα βλέμματα, εκείνη στη σκιασμένη ντροπή που ανάγκαζε τους ανθρώπους να χαμηλώνουν τα μάτια μπροστά στους περαστικούς. Ο φόβος λιγόστεψε, μια απεργία πείνας ξεσπάει σε μια γειτονιά, ξεκινούν κι άλλες, τα συνδικάτα αναδιοργανώνονται, ‘η εργασία σε αργό ρυθμό’ εξαπλώνεται απ’ τα χαλκορυχεία στη σιδηρουργία, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού του Κομπίνο παραλύει μετά από ένα σαμποτάζ, σ’ ένα τοπικό γραφείο της DINA γίνεται μια έκρηξη βόμβας και σκοτώνει ένα βασανιστή, η μαχητική ομάδα Manuel Rondriguez μοιράζει ένα φορτίο γάλα Νεστλέ σε μια φτωχογειτονιά, επιτροπές αντίστασης διακινούν την παράνομη προπαγάνδα, ένα βράδυ, μια διαδήλωση σπουδαστών σπάζει την σιωπή. Επιτέλους αναλαμπές, παντού από λίγο, οι άνθρωποι εκφράζουν τα αιτήματά τους, οργανώνονται ,μάχονται. Η κατάσταση αναταράζεται, μισανοίγουν πάλι οι πόρτες, αρχίζει η επίθεση – αλλά η παράνομη δουλειά παραμένει δύσκολη.

Είναι πάλι η ώρα της επιστροφής – αλλά οι περισσότεροι γυρνούν να στήσουν κάποια αντίσταση εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν να τους προσφέρουν ούτε κρυψώνες, ούτε δίκτυα, ο καθένας ψάχνει τον τρόπο να επιβιώσει, τα εργαλεία της δουλειάς του. Η οικονομική στήριξη από το εξωτερικό είναι ανεπαρκής, χρειάζεται να ληστέψεις, καθένας εξασφαλίζει τα της ζωής του. Πηγαίνουν στην χώρα τους ,σαν οικοδόμοι, και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Είδαμε, τελικά, ότι υπάρχουν και ζωντανοί ήρωες ,ότι, πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μαχητές – εφ’ όρου ζωής.

  • Και για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα, σας παραθέτω ένα μικρό κείμενο του ΕΝΤΟΥΆΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΆΝΟ. Από την ΟΥΡΟΥΓΟΥΆΗ, φιγουράρει ανάμεσα στους πιο γνωστούς σύγχρονους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Κατά καιρούς έχει υπάρξει δημοσιογράφος και ποιητής, αφηγητής και ιστορικός. Εδώ μας υπενθυμίζει ότι μια μικρή ιστορία έχει να πει μερικές φορές τόσα όσα μια μεγάλη ανάλυση. Το κείμενο αυτό, ΦΩΝΉ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΎ, ΕΊΝΑΙ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΤΟΥ ΈΡΓΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΆΣΤΗΚΕ ΣΤΑ Γαλλικά. Το πήραμε από το μπλόγκ JAQUOU VS L’ UTOPIE.
    MONTREAL 2011
    Μετάφραση από την LE MONDE DIPLOMATIQUE.
    Δεκέμβρης 2011.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ.
Ήμασταν στο 1964 και η Λερναία Ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματα της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.
Η κοινή γνώμη βομβαρδίζονταν από εικόνες φλεγομένων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.
Έγιναν εκλογές.
Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.

Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντέντσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

Κάντο Χενεράλ, Πάμπλο Νερούδα, Μίκης Θεοδωράκης.

Εν κατακλείδι λοιπόν. Παντού και πάντα ίδια τα αφεντικά. Φτιασιδώνουν τα καθεστώτα ανάλογα με τα συμφέροντα, τις συγκυρίες και τις αντιστάσεις των λαών. Σκληρά- σκληρότερα ή σκληρότατα. Πάντα για τον ένα και μοναδικό σκοπό, την απρόσκοπη συσσώρευση των κεφαλαίων και της εξουσίας στα ίδια ,λιγοστά χέρια.
Την διαιώνιση του είδους των.
Μέχρι να τους μπλοκάρει και εξαφανίσει ο λαϊκός αγώνας, η εξέγερση και η επανάσταση.
Αμήν.

http://www.archivochile.com/Miguel_Enriquez/Doc_sobre_miguel/MEsobre0027.pdf

http://www.lahaine.org/internacional/historia/ultimodiaEnriquez.htm

The Song Remains the Same, Led Zeppelin.

Συζητάω με την κόρη μου για κινηματογράφο και της λέω για το πόσο μου άρεσε η ταινία ‘ο Δρόμος της Επανάστασης’, με τον Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ που ξαναείδα προχθές.
Μου μίλησε για τον ‘Βασιλιά’ που παίζεται αυτές τις μέρες στον ‘Ζέφυρο’, την έψαξε και μου την έστειλε διαδικτυακά.
Θα την δούμε σήμερα το βράδυ.

Πριν χωρίσουμε της ανέφερα πως
μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε την κοινωνική επανάσταση αυτή τη στιγμή ας κάνουμε την προσωπική μας
που σημαίνει πως
έχουμε ιερή υποχρέωση, πάνω απ’ όλα,
ν’ αντέξουμε,
ψυχικά και σωματικά.
Να επιμείνουμε να υπάρχουμε
να μην παραδοθούμε.
Να τινάξουμε από πάνω μας τον αδηφάγο ατομικισμό.

Ν’ ανοιχτούμε στον σύντροφο
με μία τεράστια αγκαλιά,
στον διπλανό, στον κοντινό,
και στον ξένο ακόμη.
Με μπούσουλα την αγάπη, την αδελφοσύνη και την αλληλεγγύη
να προχωρήσουμε
μπροστά.
Ο καπιταλισμός έσβησε.
Δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της κοινωνίας.
Η έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις παρέες, επίσης,

η κηδεία του Πρόσπερο Γκαλλινάρι

DSC02244Είμαστε κοινωνία ανθρώπων
και όχι αγέλη άγριων ζώων που σκοτώνονται για το ποιο θα επικρατήσει.
Ας περιμένουμε λοιπόν με εμπιστοσύνη την μέρα εκείνη που η ιστορία θα μας ζητήσει
και θα μας δώσει την ευκαιρία
να κατασπαράξουμε το τέρας που λέγεται καπιταλισμός και τρώει αχόρταγο και ασταμάτητα τα παιδιά του.

Ευχαριστώ.

In the court of the crimson King, King Crimson.

η διεθνής στην κηδεία του Πρόσπερο

συνεχίζεται

Advertisements

2 thoughts on “εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 16

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s