i libri di michele · τα βιβλία του μιχάλη

στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1

Αλήθειες και ψέμματα γύρω από ένα φανταστικό ταξίδι ,γεμάτο εικόνες και περιπέτεια.

Ήρθαν και κτύπησαν την πόρτα μας ένα πρωινό, στο ξεκίνημα της άνοιξης του 1980. Βρισκόμαστε στην Καβάλα από τα τέλη του ’79, λίγο για να χαθούν τα ίχνη μας κάποιο διάστημα, λίγο για να δω τον πατέρα μου φυσικά.
Οι συλλήψεις των συντρόφων μας έχουν ξεκινήσει κάποιους μήνες νωρίτερα, μες την άνοιξη, κι έτσι κάναμε πρώτα το μεγάλο ταξίδι στην Κεντρική Αμερική. Δεν αντέξαμε περισσότερο από ένα δίμηνο και επιστρέψαμε στη Φλωρεντία το φθινόπωρο.
Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, αλλάζω το ένα σπίτι πίσω από το άλλο.

Μου συμπεριφέρονται άψογα νέοι άνθρωποι που με συναντούν για πρώτη φορά οι περισσότεροι, μόλις με γνωρίζουν ελάχιστα κάποιοι άλλοι. Ρωτούν λίγα και κάνουν πολλά περισσότερα.
Το κλίμα είναι γενικά βαρύ στην πόλη, σε όλη τη χώρα. Η παρέα που μου κάνουν, με τις ώρες κλεισμένο στο σπίτι ,μέσα, αρκεί.
Όχι ότι δεν βγαίνω, κυκλοφορώ όμως πολύ λιγότερο σε σχέση με παλιότερα και μόνο στις ερημιές, σε συνοικίες άγνωστες, παράμερα, εκεί που δεν έχει κίνηση. Σε μέρη απόμερα. Είμαι πολύ γνωστή φάτσα μέσα στο κίνημα, στους νεανικούς χώρους γενικότερα.

Μου έχει μείνει αξέχαστη η εμπειρία μιας νυχτιάς που βρέθηκα στο καφέ πάνω στην πλατεία του περίχωρου της πόλης όπου βρίσκεται το τελευταίο μου καταφύγιο. Πήγα λοιπόν μια βολτούλα, ήθελα πολύ να βρεθώ ανάμεσα σε κόσμο και χώθηκα στο μπαράκι για να πιω ένα ποτήρι λευκό δροσερό κρασί. Υπήρχε μεγάλη κινητικότητα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γι αυτό και το προτίμησα.
Και ξέρετε που οφείλονταν αυτή η φασαρία ; η τηλεόραση μετέδιδε ένα διεθνές ποδοσφαιρικό παιχνίδι για το κύπελλο Ευρώπης, της πολύ δυνατής εκείνο τον καιρό ομάδας της Περούτζια του Πάολο Ρόσσι
που αγωνίζονταν ενάντια στον Άρη Θεσσαλονίκης!
Κόκκαλο ο Μιχάλης!
Με το άλλο φυσικά όνομα που χρησιμοποιεί και δεν χρειάζεται να το αναφέρω, το θυμάμαι ακόμη διότι είναι συνδεδεμένο με γεγονότα ανεπανάληπτα, που έγραψαν ιστορία λίγα χρόνια ενωρίτερα.

Έμεινα μέχρι το τέλος από περιέργεια,
γαύρος εγώ, δεν είχα ποτέ τον νταλγκά πως όταν παίζει ελληνική ομάδα με θα έπρεπε να την υποστηρίζω,
ειδικά τον βάζελο, πάντοτε αντίθετος. Άσε που είμαι χωμένος με τα μπούνια την ιταλική πραγματικότητα. Η Ελλάδα είναι πολύ ‘μακριά’ εκείνο το διάστημα της ζωής μου
πού να ‘ ξερα πως στην πραγματικότητα απέχει μόλις μιαν ανάσα!
Είναι όμως σημαδιακό.

Τον Άρη τον συμπάθησα στη συνέχεια γιατί τον υποστήριζαν τ’ ανίψια μου που ζούνε στη Θεσσαλονίκη. Αυτό όμως γίνεται πολύ αργότερα, εκείνο τον καιρό ίσως είναι μωρούδι ο Κωνσταντίνος, ο οποίος γεννήθηκε όσο η αδελφή μου σπουδάζει ακόμη στη Φλωρεντία.
Εκείνο το διάστημα λοιπόν δεν έχω ακόμη Αρειανούς στην οικογένεια και η ομάδα μου είναι εντελώς αδιάφορη, όπως βέβαια και η αντίπαλος. Είμαι πάντα με τους κόκκινους. Όταν όμως στο τέλος του αγώνα έφυγε νομίζω νικητής, σίγουρα όχι ηττημένος, ένιωσα χαρά μέσα μου για τα παιδιά.
Για την ιστορία να σας πω πως τον επαναληπτικό τον είδα στην Καβάλα, στο σπίτι του φίλου μου του Σωτήρη του Αλεξανδρίδη που είναι βάζελος αλλά έχει αδέλφια Αρειανούς. Έχω πια επιστρέψει στην Ελλάδα.

Διακινδύνεψα το ταξίδι, είχα κάποιες επαφές με τους δικηγόρους των συντρόφων μου, και μέσω τρίτων, εγνώριζα πως ένταλμα εναντίον μου δεν έχει εκδοθεί. Ξέρω όμως πως κουβέντα μαζί μου θέλουν οπωσδήποτε να κάνουν οι διωκτικές αρχές εάν πέσω επάνω τους,και το αποφεύγω.
Όλη μου η παρέα χρόνων είναι μέσα!
Περάσαμε λοιπόν τα σύνορα με την Ροσσάνα, δίχως προβλήματα ευτυχώς, δεν θυμάμαι εάν ταξιδέψαμε μαζί ή ξεχωριστά, και εγκατασταθήκαμε στο πατρικό μου.

Εδώ τα πράγματα είναι εξίσου δύσκολα, αλλά από άλλη σκοπιά. Μας αρέσει πολύ το φυσικό περιβάλλον, κάνουμε βόλτες ατελείωτες, στις αμμουδιές κυρίως που μας λείπουν στην Φλωρεντία, κι ας έχει ποτάμι.
Κάθε μεσημέρι βρισκόμαστε στον Μπάτη με διάφορα παιδιά, παίζουμε μπάλα, χαζολογάμε. Τα βράδια στου Σαλαβάτη, τα πρωϊνά στη Μυροβόλο του Σωτήρη. Οι νέοι μας αγκαλιάζουν με συμπάθεια, μιλάμε όλη μέρα για μουσική και αρκετά πολιτικά. Βλέπετε η Ιταλία εκείνα τα χρόνια βρίσκεται στο παγκόσμιο επίκεντρο. Λίγο το διάχυτο αντάρτικο στις πόλεις, λίγο το φαινόμενο του κινήματος της Αυτονομίας, λίγο η προσπάθεια του Μπερλιγκουέρ, ηγέτη του ΙΚΚ να πείσει την δεξιά να το συμπεριλάβει στα σχέδια εξουσίας δια μέσω του ‘Ιστορικού Συμβιβασμού’,
μόλις κάποιος συναντούσε την κοπέλα ήθελε να μάθει ‘από πρώτο χέρι’ τις ειδήσεις από την πατρίδα της.
Εμείς όμως είμαστε μαχητές!
Έχουμε φίλους κλεισμένους στα μπουντρούμια!

Prospero

Αυτά τα πράγματα δεν λέγονται όσο κι αν υποστηρίζεις στα λόγια, εμμέσως, τους αντάρτες.Κι ακόμη πιο ξεκάθαρα τους αυτόνομους.
Μας λείπει η δράση και η ένταση.
Εδώ τα πράγματα είναι πολύ λάιτ και παραδοσιακά.
Άφοβα μπορώ να πω : συντηρητικά. Στις σχέσεις, στη γλώσσα του σώματος, στα βλέμματα. Και στην πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά.

Άσε που μας προσβάλλουν με τον τρόπο που την κοιτάζουν μερικοί.
Την πιάνει άγχος, ταχυπαλμίες, πηγαίνουμε στους γιατρούς.
Περνούν οι γιορτές και αποφασίζουμε να κάνουμε μια δοκιμή να επιστρέψουμε. Κι ότι γίνει. Είμαστε λίγο ανήσυχοι αλλά κι απ’ την άλλη αυτή η απραξία σκοτώνει.Δεν γνωρίζουμε εάν έχουν εκδοθεί εντάλματα, στους συντρόφους μας έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη, ευρήματα που να συνδέουν εμάς με τις καταστάσεις δεν υπάρχουν, έχει περάσει τόσος χρόνος και κανένας δεν μιλά.
Η αλήθεια όμως είναι πως δεν γνωρίζουμε μέχρι που έχουν φτάσει οι διωκτικές αρχές στις έρευνές τους.

Όπως προείπα, η αδελφή μου μένει Σαλονίκη. Μας κλείνει εισιτήρια με πρακτορείο ταξιδίων που στέλνει λεωφορεία στην Ιταλία. Τα γραφεία είναι στην πλατεία Ναυαρίνου. Σάββατο απόγευμα πηγαίνει να τα πάρει, τα βρίσκει κλειστά και στην τζαμαρία κολλημένο ένα σημείωμα που προειδοποιεί τον Μιχάλη Μαυρόπουλο να μην ταξιδέψει προς Φλωρεντία διότι στα σύνορα θα τον συλλάβουν με την κοπέλα του! Ένα άγνωστο χέρι μας γράφει να καθίσουμε στ’ αυγά μας διότι πρόκειται να μας τσιμπήσουν έτσι και κάνουμε το λάθος να ταξιδέψουμε προς την επιστροφή!
Τόμπολα!
Μετά την πρώτη κρυάδα καταλαβαίνουμε πως η δίωξη ξεκίνησε και για μας και πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε ,προς το παρόν τουλάχιστον, είναι να περιμένουμε.Μεγάλη η ανακούφιση του αγαπημένου μου πατέρα που εδώ και καιρό είναι μες την ανησυχία.

Η πόλη όμως μας ζορίζει, αποφασίζουμε να κατέβουμε προς Αθήνα. Μεγάλο μέρος, όλα εκεί συμβαίνουν, ότι καινούριο από εκεί ξεκινά, από εκεί θα περάσει, εκεί θα ακουστεί, εκεί θα γεννηθεί΄
ΕΊΝΑΙ ΣΑΦΏΣ ΚΑΛΎΤΕΡΑ ΕΔΏ. ΤΡΙΓΥΡΝΆΜΕ ΣΤΑ ΑΜΦΙΘΈΑΤΡΑ, ΥΠΆΡΧΕΙ ΚΊΝΗΣΗ, ΖΥΜΏΣΕΙΣ. ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΊΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΊΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΊΑ, ΈΧΕΙΣ ΧΊΛΙΑ ΠΡΆΓΜΑΤΑ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΉΣΕΙΣ ΕΔΏ ΠΈΡΑ.
Μεταφράζω συνέχεια στη Ροσσάνα.
Από αυτή την περίοδο θυμάμαι πως μια μέρα συναντηθήκαμε με τον φίλο μου τον Παύλο τον Φιλίδη, που τελειώνει στην πρωτεύουσα σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων, πιθανό μάλιστα να δουλεύει σε κάποιο ξενοδοχείο. Το βραδάκι το περνάμε στην Πλάκα, σε μπουάτ που τραγουδούν μαζί ο Βασίλης ο Παπακωνσταντίνου, αγαπημένος της νεολαίας εκείνο τον καιρό, ο Κηλαηδόνης ,ο Νταλάρας που δεν έχει ακόμη καταντήσει αυτό που είναι σήμερα, και ο λαός τον αγαπά διότι τραγουδά τους πόνους και τους καημούς της εργατιάς. Μαζί τους και η Χαρούλα Αλεξίου.
Πάντα εκεί στην Πλάκα, ένα-δυο καλοκαίρια νωρίτερα, πάλι με την Ρόσσα έχουμε βρεθεί στο νότο, παρακολουθούμε μία φοβερή παράσταση που έδωσε στην Λήδρα με τα αντάρτικά του τραγούδια ο μεγάλος Πάνος Τζαβέλλας. Τραγούδησε ότι επαναστατικό κομμάτι μπορείς να φανταστείς. Αθάνατος. Μας έφυγε πριν λίγες μέρες. Ας του κάνουμε λοιπόν ένα μικρό μνημόσυνο :
ΞΥΠΝΉΣΤΕ 1975 Στίχοι και μουσική δικά του :
Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο τον γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά ,παραμιλά
Πως μας την φτιάξαν τη ζωή
μίση πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο τον βαθύ.
Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
προπό, λαχεία, διαφθορά
κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμής
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί.
Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μ’ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
το Ισραήλ για να σωθεί
ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή.
Η CIA βαράει νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στον μπερντέ
κι εσύ να κλαίς πικρέ λαέ
κι ο Βάρναλης μας το ‘χε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει.
Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και ΙΧ
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή.
Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας

Είπατε τίποτα ;

Έχω ξαδέλφια αγαπημένα, έχουμε ζήσει μαζί παλιότερα, όταν είχε αρρωστήσει η μάνα μου κι ο πατέρας μου έπρεπε να προσέξει εκείνη.
Με φιλοξενούν ,στο Βύρωνα, αράζουμε εκεί. Ψάχνουμε δουλειά για μεταφραστές ιταλικών.
Πεθαίνει ο Ξυλούρης, πένθος ,μαυρίλα.
Και ξαφνικά, λίγο πιο πέρα, η 17 Νοέμβρη καθαρίζει τον Μάλλιο, αν θυμάμαι καλά. Βασανιστής της χούντας ήταν, καλά του έκαναν είπε η μισή τουλάχιστον Ελλάδα! Για μας όμως είναι καμπανάκι. Βρισκόμαστε μέσα σε πυρακτωμένη ζώνη.
Αποφασίζουμε και γυρίζουμε πίσω. Είμαστε εμφανώς μπερδεμένοι. Η Ροσσάνα πρέπει να πάρει άδεια παραμονής. Θα παντρευτούμε λοιπόν, όχι ότι μας ενοχλεί, αντίθετα.Αγαπιόμαστε, είμαστε χρόνια μαζί,
δεν μας αρέσουν οι σχέσεις ιδιοκτησίας, οι γάμοι, τα συμβόλαια,
δεν μας χαλάει όμως και ο συμβιβασμός, συμβιώνουμε τόσα χρόνια άριστα χάρη στο συνεχή διάλογο, την εμπιστοσύνη, την αμοιβαία ελευθερία και όχι την εξάρτηση ή την υποκρισία.

Σας τα λέω γρήγορα και επιγραμματικά, όπως τα θυμάμαι.
1η Μάη του ’13 σήμερα,ξεκινώ το γράψιμο, ψήνομαι στον πυρετό, έχω λοίμωξη του αναπνευστικού εδώ και κάποιες μέρες, ίσως, μάλλον πριν ακόμη ξεκινήσει η μεγάλη εβδομάδα. Ο γιατρός μου συνέστησε ξεκούραση, έτσι κι αλλιώς οι δυνάμεις μου είναι ελάχιστες, το μυαλό όμως δουλεύει.
Συνεχίζω λοιπόν, δεν μ’ αρέσουν τα γραπτά με φιοριτούρες,
απλά πράγματα, γεγονότα.
Τώρα έχουμε πλέον τα καρακόλια στο κατόπι μας. Κάνουμε αίτηση στην αστυνομία για να μας δώσει την άδεια να ξεκινήσουμε την διαδικασία γάμου, έτσι γίνεται όταν υπάρχει αλλοδαπός στην μέση. Δεν γινόταν διαφορετικά.Η σχέση μας είναι δοκιμασμένη, στον γάμο δεν πιστεύουμε, δεν θα σταθεί όμως εμπόδιο στη ζωή μας, είναι δευτερεύον ζήτημα μπροστά στη θέληση να είμαστε μαζί.Στην ανάγκη για ελευθερία.

Ζητούν οι Έλληνες πληροφορίες από τους Ιταλούς και από εκεί ξεκινούν όλα.
Αρχίζει η παρακολούθηση.
Είναι πολύ εμφανής, το παίρνουμε χαμπάρι από την πρώτη στιγμή, έχουμε διαρκώς κάποιον στο κατόπι μας, πρωί-βράδυ.Μπάτης, Σαλαβάτης, Μυροβόλος και οι μπάτσοι από πίσω.
Στη θάλασσα, ο Βασιλάκης μου μαθαίνει να σουτάρω τη μπάλα και με το αριστερό, που μέχρι τότε το χρησιμοποιώ μονάχα για να τρέχω.
Μου θυμίζει ο Θέμος ο Ανανιάδης που μας παίρνει μια φορά γυρίζοντας στην πόλη με ώτο στόπ, πως αναφέρεται κάποια στιγμή στον Μπετίνο Κράξι. Το πιάνει η Ροσσάνα και πετάει ένα ‘testa di porco’, γουρούνι.
Κάνουμε και μια εκδρομούλα στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζουμε κάποια παιδιά που μας φιλοξενούν, φίλοι γνωστών μας από εδώ. Τα βράδια Δον Κιχώτης, τη μέρα βόλτες στην παραλία.Το σπίτι στις Σαράντα Εκκλησιές νομίζω, ψηλά πάντως, έξω από τα Κάστρα.
Πανέμορφη θέα.

Λατρεύω την Αθήνα, είναι όμορφη όμως και η Θεσσαλονίκη, εκεί ψηλά. Τα αρχαία κομμάτια όλων των ελληνικών πόλεων είναι υπέροχα. Όπου δεν πέρασε σαν σίφουνας η λαίλαπα της αντιπαροχής και έχει κρατηθεί το παλιό, αυθεντικό ,τοπικό στοιχείο, το παραδοσιακό,εκεί υπάρχει ομορφιά.
Όμορφη η παραλία του Θερμαϊκού να την σουλατσάρεις.
Η παρακολούθηση εντείνεται. Θυμάμαι ένα απογευματάκι στην Μυροβόλο, τα λέμε με το φιλαράκι μου τον Θοδωρή τον Θεοδωρίδη που γνωριζόμαστε από μικροί, δουλεύει εκεί στον Σωτήρη. Κάνουμε να φύγουμε και βλέπουμε έναν μπάρμπα να μας παίρνει αμέσως από πίσω. Μέχρι τότε δεν έδινα και πολύ σημασία, εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είχα κέφια και αποφασίσαμε να του κάνουμε καψόνι του σμπίρου. Διασχίζουμε όλο το κέντρο, περνάμε τον Αι Γιάννη και ανηφορίζουμε προς Αγίους Αναργύρους μέσα από τα στενά, δεξιά-αριστερά σαν φίδια. Αργά, νωχελικά στην αρχή και όλο δυναμώνουμε ταχύτητα!. Φτάνοντας στο Σουηδικό ο φίλος μας έχει εξαφανιστεί, τα έχει φτύσει κανονικά.

Δεν είχαμε να πάμε κάπου, απλώς του την σπάσαμε. Η πόλη είναι μικρή, η βιοτή μας αψεγάδιαστη, κανένα τσιγάρο πίναμε μοναχά που και πού, που μας κερνούσαν φίλοι στα κλεφτά, και αυτό παιδιά υπέρ άνω υποψίας.Μόνο τότε προσέχαμε λιγάκι, δεν θέλαμε να μπλέξουμε άλλους στα καλά καθούμενα.Και χωρίς να υπάρχει λόγος.Βλέπετε, οι μπάτσοι κυνηγάνε πάντα μονάχα τους προλετάριους,συνήθως δηλαδή. Και τους ανατρεπτικούς. Τους ‘καθώς πρέπει’ τους χαϊδεύουν, τους έχουν στα όπα-όπα.Αν κάνουν και καμία εξαίρεση είναι στάχτη στα μάτια του κόσμου, άλλου παπά ευαγγέλιο.

οι ερυθρές Ταξιαρχίες, le Brigate rosse 4

DSC02210

http://vimeo.com/90865784

Τουπαμάρος

 

από το ημερολόγιο του Τσε

να μετατρέψουμε την καθημερινή ζωή σε μια πυρκαγιά….

[…] αν μου το επιτρέπετε, θα σας ‘σπρώξω’ ένα μικρό στιχάκι [χειροκροτήματα]. μην ανησυχείτε, δεν πηγάζει από την δική μου έμπνευση, όπως λένε κάποιοι! είναι ένα ποίημα – απλώς μερικές στροφές ενός ποιήματος – κάποιου απελπισμένου άνδρα. είναι γραμμένο από έναν γέρο ποιητή που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, που είναι πάνω από 80 χρονών, που είδε την πολιτική υπόθεση για την οποία πάλεψε, την Ισπανική Δημοκρατία, να πέφτει πολλά χρόνια πριν και έκτοτε ζει στην εξορία, σήμερα στο Μεξικό. στο τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια, υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες στροφές. λέει :

μα ο άνθρωπος είναι ένα μωρό φιλόπονο και ανόητο
που μετέτρεψε τη δουλειά σε ένα μεροδούλι μεροφάι
μετέτρεψε την μπαγκέτα του τυμπάνου σε μια αξίνα
και αντί να παίζει πάνω στη γη ένα τραγούδι χαράς,
βάλθηκε να σκάβει…

και ύστερα έλεγε, μέσες άκρες, επειδή δεν έχω και πολύ καλή μνήμη :

θέλω να πω ότι κανένας δεν μπόρεσε να σκάψει στον ρυθμό του ήλιου,
και κανένας ακόμα δεν έχει κόψει ένα στάχυ με αγάπη και χάρη.

έτσι ακριβώς είναι η συμπεριφορά των ηττημένων μέσα σε έναν άλλο κόσμο, έναν άλλο κόσμο που εμείς τον έχουμε πια αφήσει πίσω μας χάρη στη στάση μας απέναντι στην εργασία, χάρη στην επιθυμία μας να επιστρέψουμε στη φύση, να μετατρέψουμε την καθημερινή ζωή σε μια πυρκαγιά.

Κάντο Χενεράλ του Πάμπλο Νερούδα

όταν ο χρόνος θα έχει απαλύνει κάπως αυτά τα πολιτικά γεγονότα και, ταυτόχρονα – αναπόφευκτα -, θα έχει δώσει στον λαό τον οριστικό του θρίαμβο, θα αναδυθεί αυτό το βιβλίο του Νερούδα ως το μεγαλύτερο συμφωνικό ποίημα της Αμερικής.
είναι ποίηση που αποτελεί ένα ορόσημο και, πιθανόν, μια κορυφή. τα πάντα σ’ αυτή, ως και οι λιγοστοί [και κατώτεροι] προσωπικοί στίχοι του τέλους, αναδίδουν την υπέρβαση. ο ποιητής αποκρυσταλλώνει εκείνη τη στροφή που έκανε όταν εγκατέλειψε τον διάλογο με τον εαυτό του και κατέβηκε [ή ανέβηκε] να συνομιλήσει μ’ εμάς, τους κοινούς θνητούς, τις συνιστώσες του λαού.
είναι ο γενικός ύμνος της Αμερικής, που κάνει μια ανακεφαλαίωση των πάντων, από τους γεωγραφικούς γίγαντες ως τα άμοιρα ζωάκια του Μίστερ Μονοπώλιο […]

…ο ποιητής στρέφεται έξαλλος εναντίον των κυριότερων ενόχων, εναντίον των μονοπωλίων, και αφιερώνει σε έναν αμερικανό στρατιώτη το ποίημα του Να Ξυπνήσει ο Ξυλοκόπος :

στα δυτικά του ποταμού Κολοράδο
είναι ένα μέρος που αγαπώ.

και τον προειδοποιεί :

Αδυσώπητος θα ‘ναι για σας ο κόσμος.
Όχι μονάχα τα ξεκληρισμένα τα νησιά, μα
κι ο αγέρας που γνωρίζει πια τα λόγια
που του είναι αγαπητά.
Κι απ’ το επιστημονικό εργαστήριο, σκεπασμένο
με περικοκλάδες θα κινήσει το άτομο
αχαλίνωτο κατά τις δικές σας αλαζονικές πολιτείες.
και τελικά φωνάζει :

Εδώ τελειώνει:
και ξανά θα γεννηθεί τούτος ο λόγος,
σ’ έναν άλλο ίσως καιρό με δίχως βάσανα,
δίχως τα ρυπαρά τριχίδια που προσκολλήθηκαν
σα μαύρα αγριόχορτα στο τραγούδι μου,
και ξανά θα φλέγεται στα ύψη
η καυτή και έναστρη καρδιά μου.
Έτσι τελειώνει το βιβλίο αυτό, εδώ αφήνω
το Άσμα μου το Γενικό, που το ‘γραψα
μες στον καταδιωγμό, τραγουδώντας
κάτω απ’ τα παράνομα φτερά
της Πατρίδας μου.
Σήμερα 5 του Φλεβάρη, της Χρονιάς
του 1949, στη Χιλή, στο ‘Γοδομάρ
ντε Τσένα’, λίγους μήνες πριν γίνω
σαράντα πέντε χρονών.

Να ονειρεύεσαι σαν η μέρα πεθαίνει,
να ονειρεύεσαι, είναι φορές που το όνειρο βγαίνει,
πως είναι όλα τόσο μαύρα μη σκέφτεσαι,
να ονειρεύεσαι, να ονειρεύεσαι, να ονειρεύεσαι.
JOHNY MERGER,
από το ‘Dream’, σουξέ της δεκαετίας του 1940

το αναμενόμενο που σπανίως συμβαίνει….
από το ‘At Kenneth Burke’s Place’, 1946

από το βιβλίο του ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ, ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΌ ΕΙΔΎΛΙΟ.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ
κι έναν τεράστιο χαιρετισμό
στον αξέχαστο Σάντε Νοταρνικόλα,
μας πρωτοδίδαξε το πνεύμα της ολοκληρωτικής απείθειας.
Σε ευχαριστούμε όπου κι αν ευρίσκεσαι!

Σάντε

Πρέπει να σκληρύνουμε, αλλά χωρίς ποτέ ν’ απαρνηθούμε την τρυφερότητα.

Ο αγώνας αυτός μας δίνει την ευκαιρία να γίνουμε επαναστάτες και ν’ ανεβούμε στην πιο ψηλή βαθμίδα του ανθρώπινου είδους, αλλά παράλληλα μας δίνει την ευκαιρία να γίνουμε και άνθρωποι. Όσοι δεν αισθάνονται άξιοι να κατακτήσουν αυτά τα δύο επίπεδα ας το πουν κι ας εγκαταλείψουν το αντάρτικο.

ΕΡΝΈΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΆΡΑ
[κάπου στη Βολιβία]

από το βιβλίο της Regine Deforges, ΑΒΆΝΑ ΑΓΆΠΗ ΜΟΥ

συνεχίζεται

slide5

Advertisements

2 thoughts on “στη χώρα του ποτέ…ή ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat 1

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s