φυλακές, carcere · ένοπλη πάλη, lotta armata · εξορία, esilio

από την δικαστική εκδίκηση στην πολιτική λύση

Dalla vendetta giudiziaria alla soluzione politica
Posted on luglio 1, 2004
από την δικαστική εκδίκηση στην πολιτική λύση
«προκαλώντας την αμνηστία είναι σαν να αποδεχόμαστε την ύπαρξη βαθύτερων συγκρούσεων, ρήξεων που υποδηλώνουν την αναγνώριση καταστολών που έχουν προϋπάρξει, της παρουσίας μιας προφανούς πολιτικής δυσαρμονίας »
Insorgenze
Paolo Persichetti
il manifesto 1 ιουλίου 2004

τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες οι ιταλικές αρχές, χρησιμοποιώντας τα πιο διαφορετικά μέσα, έφεραν πίσω στις πάτριες φυλακές τέσσερις πρώην μαχητές καταδικασμένους για γεγονότα ανατρεπτικά που έλαβαν χώρα στη διάρκεια των χρόνων 70 και 80: τον συγγραφέα αυτού του κειμένου, τον Nicola Bortone, την Rita Algranati και τον Maurizio Falessi. γαλβανισμένη από αυτή την μικρή επιτυχία η κυβέρνηση επαναφέρει τις υποθέσεις έκδοσης εναντίον αυτών που έχουν βρει καταφύγιο στην Γαλλία.

από αυτούς ο πρώτος που έχει πέσει στο δίχτυ είναι ο Cesare Battisti, γύρω από την περίπτωση του οποίου άνοιξε μια έντονη δικαστική και ιστορική διαμάχη που έφερε στην επικαιρότητα θέματα με μεγάλη σημασία : την άσκηση ή όχι της δικαιοσύνης εξαίρεσης – έκτακτης ανάγκης, τη σχέση με το παρελθόν, το ρόλο και την πολιτική χρήση της μνήμης; ή και θέματα ηθικής όπως η επίκληση του κακού, το πρόβλημα της ευθύνης και της οποιαδήποτε κοινωνικής επεξεργασίας του πένθους.

μια πλατιά συζήτηση με τόνους συχνά ακατέργαστους, μερικές φορές μάλιστα ακατάλληλους και διαστρεβλωτικούς, που δείχνει πως τα επαναστατικά παρελθόντα δυσκολεύονται να καταστούν ιστορία. ξαπλωμένα στο χρονοντούλαπο της λήθης περιοδικά βλέπουν να ανοίγουν οι καταπακτές της κόλασης που ρουφάει τρίμματα ζωής, που σέρνει ζωές σε αναστολή. κληροδοτήματα, υπολείμματα εποχών που έχουν τελειώσει και δεν γίνονται μνήμη, μα είναι μονάχα όμηροι εκείνου στο οποίο θα καταφύγει η ιστορία.
sarkozy_casse-toiπάνω από τριάντα χρόνια μας χωρίζουν από την έναρξη της ένοπλης πάλης, τουλάχιστον δεκαπέντε από τον τερματισμό της, αναγνωρισμένη με πολιτικά ντοκουμέντα και επίσημες ανακοινώσεις, ανάμεσα στο 1987 και το 1989, από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. το 80% των φυλακισμένων είναι στη φυλακή για μια περίοδο που ταλαντώνεται από τα 21 στα 26 χρόνια; οι υπόλοιποι τουλάχιστον από 16. μετά υπάρχουν οι ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνη του Paolo Maurizio Ferrari κλεισμένος εδώ και τριάντα χρόνια. όλο αυτό δεν ικανοποιεί με τίποτα τους παρτιζάνους του δικαίου της τιμωρίας.

οι υποστηριχτές της νομιμότητας θεωρούν, όντως, πως υπάρχουν ακόμα ανοικτοί λογαριασμοί, ακόμη και τότε που οι έρευνες απέδειξαν πως οι δύο επιθέσεις του 1999 και του 2002, που ήρθαν απροσδόκητα να σπάσουν πάνω από μια δεκαετία σιωπής, δεν έχουν τίποτα κοινό με το παρελθόν και ακόμη περισσότερο με ένα μυστηριώδες ‘γαλλικό καταφύγιο’, στο οποίο έδωσαν βάση αρχικά οι αρχές για να δικαιολογήσουν τις εκδόσεις.

ο εξαναγκασμός στην επανάληψη άδειες χειρονομίες του παρελθόντος, ήταν μοναχά έργο μιας μικρής ομάδας που βρήκε άνεση στους σκοπούς της χάρη στην ανακίνηση των χρόνων 70, στην πεισματική άρνηση της αμνηστίας που πάγωσε τον χρόνο και κρυστάλλωσε τις εποχές, προσπαθώντας να εμποδίσει σε εκείνη την φυλακισμένη γνώση, σε εκείνες τις κλειδωμένες ή εξόριστες εμπειρίες, να επιβεβαιώσουν τις αιτίες πως δεν είναι δυνατό να αναπαραχθούν και πως είναι ξεπερασμένα εκείνα τα μοντέλα ένοπλης πάλης που ζήσαμε στο παρελθόν.

στη le Monde της 27ης μαρτίου, ο πρόεδρος της Associazione nazionale magistrati, εθνικής Ένωσης δικαστών, Edmomdo Bruti Liberati, εξήγησε πως η ιταλική δικαιοσύνη εκδίκασε- έκρινε εκείνη την μακρά περίοδο πολιτικών εκδηλώσεων με τρόπο απόλυτα ήρεμο και ισορροπημένο, ακόμη και δίχως την βοήθεια έκτακτων μέτρων, έχοντας παραιτηθεί της αναστολής των τακτικών δικαστηρίων και διατηρώντας ανέπαφες τις συνταγματικές εγγυήσεις.

κι όμως κάποιες αποφάσεις του συνταγματικού δικαστηρίου των πρώτων χρόνων ογδόντα αναγνώρισαν την προσφυγή εξαίρεσης, δικαιολογώντας το δικαίωμα της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου να υιοθετήσει μια ειδική νομοθεσία απελευθερωμένη από τις συνταγματικές εγγυήσεις. στην πραγματικότητα η ιταλική εμπειρία ανανέωσε το κλασικό ρεπερτόριο του κράτους εξαίρεσης, εφαρμόζοντας στην πράξη ένα μοντέλο πολύ διαφορετικό από εκείνη την κατάσταση ‘κενού’ ή ‘αναστολής του δικαίου για την οποία πρόσφατα έγραψε ο φιλόσοφος Giorgio Agamben (Lo stato d’eccezione , το Κράτος εξαίρεσης, Bollati Boringhieri 2003).
basta1bg7η Ιταλία δεν χρειάστηκε να αναστείλει το κοινό δίκαιο, δεν χρειάστηκε να υιοθετήσει ειδικές δικαιοδοσίες (είναι ακόμη πολύ δυνατή η θύμηση του ειδικού φασιστικού δικαστηρίου). αντιθέτως ανέτρεψε, παραμόρφωσε, μόλυνε το τρέχον ποινικό δίκαιο, συγκαλύπτοντας-μεταμφιέζοντας με εξυπνάδα την εξαίρεση-κατάσταση έκτακτης ανάγκης και καθιστώντας την με αυτό τον τρόπο μόνιμη κατάσταση. η Ιταλία δεν χρειάστηκε στρατιωτικούς δικαστές διότι, κάτω από την τήβεννο, το συνηθισμένο δικαστικό σώμα φόρεσε την στολή του ηθικού Κράτους, ερχόμενη σε γάμο με ένα λειτούργημα μάχης καθαρτήριο του ρόλου του, εξοπλισμένη με ένα πολύ δυνατό ποινικό οπλοστάσιο εξαίρεσης-έκτακτης ανάγκης.

πλατιά τμήματα της ιταλικής κοινωνίας μέμφονται τους φυλακισμένους και τους εξόριστους πως δεν έκαναν ποτέ πράξη δημόσιας μετάνοιας και δια τούτο ξέφυγαν του αισθήματος ενοχής, διατηρώντας μάλιστα στάση ασαφή σε σχέση με μια πολιτική κουλτούρα που δεν αποκλείει την προσφυγή στη βία. το ξεπέρασμα του παρελθόντος παραμένει ακόμη και τώρα χώρος διαμάχης.

αυτό όλο που για τους φυλακισμένους και τους εξόριστους είναι πλέον ιστορία, υλικό για έρευνα και μελέτη, για συζητήσεις με τις σφιχτές ψυχρές και σχολαστικές τεχνικές των κοινωνικών επιστημών; για τα Μέσα, για το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου και για πλατιά τμήματα της κοινωνίας είναι ακόμη μια ανοικτή πληγή, μια ζωντανή πληγή που δεν μπορεί και δεν θέλει να επουλωθεί. στο βυθόμετρο της ιστορικής εργασίας αντιτίθεται το προσκύνημα μιας μνήμης που μεταμορφώνεται σε λατρεία ενός πόνου μη απορροφήσιμου.

την εργασία ενσωμάτωσης του παρελθόντος, πονεμένου και συγκρουσιακού, αντικαθιστά μια συμπεριφορά απόρριψης που κάνει το παρελθόν να μοιάζει μια τάφρος στην οποία να στήσουμε τις δυνάμεις μας. η επεξεργασία του πένθους καθίσταται με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με μια ενοποιημένη ανακριτική παράδοση, ένα εργαλείο αποκατάστασης των συνειδήσεων, που προσθέτει στην τιμωρία επί των σωμάτων και την διόρθωση του νου, του πνεύματος. μια διαδρομή μονόδρομος που έχει την απαίτηση να επιβάλει τις αξίες των νικητών σαν ορίζοντα ωριμότητας.

οι ηττημένοι, αν μη τι άλλο λόγω εκείνης της σοφίας που προέρχεται από την δυσφορία αυτού που έχει να κάνει με περιστάσεις δυσμενείς, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με την ήττα εξερευνώντας τις πιο εσωτερικές πτυχές της, ζώντας την στα προσωπικά τους υπαρξιακά ταξίδια, ανάμεσα σε εξορίες δίχως άσυλο και τιμωρίες. στο ανάθεμα αντέταξαν τον προβληματισμό.

θα μπορούσαν να έχουν ταμπουρωθεί στους θωρακισμένους τσιμεντένιους πύργους των φυλακών, να ψάξουν την στήριξη στην απομόνωση της φυλακής που τους έλαχε, να περιχαρακωθούν στον πόνο για τα θύματα της δικής τους πλευράς, να αισθανθούν εμβλήματα θυσιαστικά ενός μεταϊστορικού μαρτυρίου, να ζουν στην θανατηφόρα νοσταλγία που όπως γράφει ο Milan Kundera, «δεν εντείνει την δραστηριότητα της μνήμης, δεν ξυπνά αναμνήσεις, αρκετή από μόνη της, στο συναίσθημα της, όπως είναι απορροφημένη από την ταλαιπωρία».

αντιθέτως αρνήθηκαν όλα αυτά. δεν τραβήχτηκαν πέρα από την πραγματικότητα που είχε αλλάξει κι καθιστούσε ξεπερασμένες τις επιλογές τους. έψαξαν, παρά τους τοίχους και τα κάγκελα, να προχωρήσουν πέρα. απέδρασαν από την ποινή τους, το έσκασαν από τους φύλακες τους που παρέμειναν να παρακολουθούν μονάχα τα φαντάσματα μιας κοινωνίας καθυστερημένης, υγρής ακόμη από μνησικακία ενάντια στις άδειες παραστάσεις από εικόνες μίσους. οι νικητές δεν γνώρισαν ποτέ πως να αγκαλιάσουν αυτή την ευκαιρία. μια συμπεριφορά που θυμίζει έναν γνωστό αφορισμό του Oscar Wilde: «Ah, οι νικητές! δεν γνωρίζουν αυτό που χάνουν». δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το ότι μέχρι στιγμής παραμένει ακατανόητη, ή μάλιστα και το ότι προκαλεί σκάνδαλο, η επιλογή του François Mitterand να παρέχει χώρο ασύλου ανεπίσημου στους ιταλούς εξόριστους. μια συμπεριφορά που δεν έψαχνε απαντήσεις για το πώς ξέσπασε η πολιτική βία αλλά για το πως θα μπορούσαμε να βγούμε από αυτήν.

για ένα είδος αντεκδίκησης της ιστορίας, η Γαλλία των χρόνων 80 επέστρεφε την βοήθεια που δέχτηκε στα χρόνια του πολέμου της Αλγερίας, όταν η Ιταλία συστηματικά αρνιόταν την έκδοση των μαχητών του Fln η της Oas, ανάμεσα στους οποίους και ένας από τους δράστες της απόπειρας του Petit-Clamart ενάντια στον De Gaulle. διαφορετικά όμως από τότε, η σύγχρονη παρακμή εκείνης της πολιτικής που έψαχνε απαντήσεις στο πρόβλημα της κοινωνικής συνύπαρξης, και προσπαθούσε με αυτό τον τρόπο να απορροφήσει την βία όταν αυτή κυλούσε έξω από την σύγκρουση, παραχώρησε τη θέση της σε ηθικές απόψεις που θέτουν στο κέντρο της δράσης τους ζητήματα ηθικής όπως το πρόβλημα της ενοχής.

η μακριά σκιά του Auschwitz έφερε μαζί της το πράττειν του ασυγχώρητου, που δεν διαγράφεται, που δεν συζητείται, του ανείπωτου, που δεν συγχωρείται. κακό, ενοχή, θύμα, είναι φιγούρες που καθίστανται νέες κατηγορίες μιας οπτικής ηθικής της ιστορίας που αποπέμπει την πολιτική σε τόπους κρυμμένους σκοτεινούς και μακρινούς και μηδενίζει κάθε διαφοροποίηση τόπου, χώρου και χρόνου. έχοντας βγάλει από πάνω τους ιστορικότητα και κοινωνικότητα, τα γεγονότα χρωματίζονται με μια αύρα ιερή. αλλάζει η τεταμένη αντίληψη που τα υποκείμενα έχουν για τον εαυτό τους και για την τοποθέτηση τους στο εσωτερικό εκείνων των πεπραγμένων. η ναρκισσιστική εξύψωση του πόνου παρουσιάζει μια νέα συμβολική διάσταση των γεγονότων. η αγωνιστική αμοιβαιότητα αντικαθίσταται από την θυματοποιημένη ασυμβατότητα.

ένας διαγωνισμός του πόνου, ανάμεσα σε θύμα κυρίαρχο και θύμα που έχει ηττηθεί, που υπονομεύει κάθε δυνατότητα συμφιλίωσης των πολιτών. γι αυτό η αμνηστία έχει καταστεί μια πρόταση απρεπής, αμνηστία κάτι που περικλείει το μάξιμουμ πολιτικού αρεαλισμού και ηθικής ανηθικότητας. παράξενη μοίρα εκείνη ενός θεσμού που γεννήθηκε με την αθηναϊκή δημοκρατία και έγινε ένα tabù για τις σύγχρονες δημοκρατίες.
amnistia__2 (2)ίσως μια εξήγηση να βρίσκεται σε εκείνη την ψευδαίσθηση που προϋποθέτει το δημοκρατικό παιχνίδι. η αμνηστία γίνεται κατανοητή μόνο αν λάβει κανείς υπ όψη το πολιτικό σώμα της χώρας σαν χωρισμένο ή δυνητικά διαιρετό. αντίθετα σήμερα τα πολιτικά δημοκρατικά συστήματα έχουν όλο και περισσότερο αποστολή να αυτοπαρουσιάζονται σαν μοντέλα ολοκληρωμένα, τελείως αξεπέραστα αν όχι με οπισθοδρομικές διαδικασίες, μονοπάτια προς τα πίσω που αποκαθιστούν αυταρχικές μορφές ή ολιγαρχικές.

μια αντίληψη που βρίσκει αποτελεσματική σύνθεση στην καταχρηστική έκφραση, που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, του Fukuyama sulla “fine della storia”, γύρω από ‘το τέλος της ιστορίας’, που βλέπει στις δυτικές δημοκρατίες την πολιτική ολοκλήρωση της ανθρώπινης ανάπτυξης. η έννοια είναι σαφής : έξω από το σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει μια άλλη πολιτική σφαίρα καθώς το δημοκρατικό σύστημα είναι ή ίδια η ολοκλήρωση της πολιτικής, ο υψηλότερος βαθμός της ικανότητας της να συμπεριλαμβάνει. με αυτό τον τρόπο η φιγούρα του πολιτικού εχθρού απέχει πολύ μακριά από την υπέρβαση της. αναλαμβάνει μόνο η απαίτηση να την αρνηθεί, συγκαλύπτοντας την διαμέσου τεχνασμάτων απολιτικοποίησης που την υποβαθμίζουν σε μια ποινική υπόθεση. η προσφυγή σε αυτή την μυθοπλασία, η άρνηση σύλληψης πιθανών διαιρέσεων της κοινότητας, παράγει μια διεστραμμένη διάταξη που αυτοπεριορίζεται τελείως ώστε να εμποδίζει στο σύστημα να αυτοδιορθώνεται.

οι σύγχρονες δημοκρατίες μοιάζουν, όντως, να ανησυχούν μονάχα να διαφυλάξουν μια εικόνα συναινετική, όπου η κοινωνική ύπαρξη ξεδιπλώνεται σε μια πραγματικότητα που πρέπει να εμφανίζεται δίχως επιφυλάξεις. να θυμίζουμε την αμνηστία θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε την ύπαρξη υποκείμενων συγκρούσεων, ρήξεων που συνεπάγονται την αναγνώριση καταστολών που συνέβησαν, της παρουσίας προφανούς πολιτικής δυσαρμονίας. το να ξαναβρούμε την επίγνωση αυτής της μυθοπλασίας μπορεί επιτέλους να βοηθήσει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλύσεων που θα φέρουν ξανά στο προσκήνιο την ιδέα της δημοκρατίας στο εσωτερικό της ιστορίας, επαναφέροντας την πίσω σε εκείνη την εναρκτήρια χειρονομία της πολιτικής που είναι η »αναγνώριση της σύγκρουσης μέσα στην κοινωνία».

αυτό θα επέτρεπε την ανάκτηση εκείνων των εργαλείων επαναπολιτικοποίησης των διαφορών, ικανά να επιτρέψουν στο σύστημα να αυτοδιορθωθεί μετά από την αντιμετώπιση φάσεων τραυματικών διαίρεσης και σύγκρουσης. θα ήταν παράδοξο, όντως, να θελήσουμε να επαναλάβουμε την φιγούρα του ασυμβίβαστου εχθρού τη στιγμή κατά την οποία οι δημοκρατίες έχουν σκοπό να καθιερωθούν σαν μοντέλο υπέρβασης της πολιτικής εχθρότητας.

Pubblicato in Amnistia, Anni 70, cesare battisti, Emergenza e stato di eccezione, esilio, francia, Lotta armata | Contrassegnato Algeria, Amnistia, Anni 70, asilo di fatto, associazione nazionale magistrati, attentato del Petit-Clamart, certezza della pena, Cesare Battisti, Charles De Gaule, detenuti politici, dottrina Mitterrand, Edmomdo Bruti Liberati, esilio, estradizioni, Fln, francia, fuoriusciti, Giorgio Agamben, giustizia d’emergenza, latitanti lotta armata, Maurizio Falessi, Milan Kundera, Nicola Bortone, Oas, Paolo Maurizio Ferrari, Paolo Persichetti, prigionieri politici, Rita Algranati, soluzione politica, stato d’eccezione, Stato etico, uso politico memoria |

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s