φυλακές, carcere · ένοπλη πάλη, lotta armata · βασανιστήρια, tortura

στη μαμά Κλάρα….’ποιος αποφάσισε πως δεν μπορώ ν’ αγγίξω τα χέρια του παιδιού μου ;’

A mamma Clara… “chi ha deciso che non posso toccare le mani di mio figlio?”
12 settembre 2012baruda
θα προσπαθήσω να στείλω ένα χαιρετισμό στη Clara, εκείνη που πάντα άκουγα να αποκαλούν “mamma Clara”.
τη μητέρα όλων εκείνων που εκείνα τα χρόνια πολεμούσαν ανάμεσα στο άρθρο 90, τα ισόβια που έπεφταν σαν βροχή, τα βασανιστήρια, τις συνεχείς μεταφράσεις, τις ολοκληρωτικές και διαρκείς στερήσεις.

η Mamma Clara έφυγε πριν λίγες μέρες, παίρνοντας μαζί της ένα τεράστιο φορτίο αγάπης,
παίρνοντας μαζί της χιλιάδες χιλιόμετρα καμωμένα πάνω κάτω στην Ιταλία, τις αναρίθμητες γροθιές που άρπαξε κατ’ επανάληψη, μαζί με άλλες γυναίκες, κόρες, συζύγους, μητέρες, φίλες….
όλες, και αυτές, θύματα ξεχασμένα εκείνων των καιρών;
έφυγε παίρνοντας μαζί της τα δέματα, τα τζάμια πάνω στα οποία ακουμπούσαν τα χέρια τους αυτή και ο Bruno,
ο φυλακισμένος γιός της,
ο γιός της τρομοκράτης, ο γιός της brigatista, ταξιαρχίτης,
ο γιός της, τελεία.   

ήταν πολλές και πολλοί εκείνοι που είχαν την Clara σαν μητέρα τους, πλάτη να ακουμπήσουν, σαν φίλη…..
έτσι λοιπόν ας χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της για να την χαιρετήσουμε, διότι είναι όμορφα και αληθινά,
διότι υπάρχει όλη εκείνη η γυναίκα φτιαγμένη από φουρνάκια και ρωμαϊκά δρομάκια, fatta di fornelli e borgate romane,
που έγινε διαυγής μαχήτρια, γεμάτη αγάπη. che è diventata combattente lucida, piena d’amore.

“δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου μια φυλακή, ούτε που το είχα σκεφτεί. δεν ήξερα καν πως ήταν φτιαγμένη.
πριν τριάντα χρόνια άκουγα πως έκτιζαν την Rebibbia, ούτε που ήξερα όμως πως ήταν φυλακή.
ύστερα από μια εβδομάδα, όταν τον μετέφεραν πήγα να τον βρω στη Νάπολι. ήμασταν αγκαλιασμένοι όλη την ώρα, δεν του ζήτησα τίποτα, δεν μπορούσα να τον ρωτήσω κάτι.
του είπα μόνο αυτά τα λόγια : “από ετούτο εδώ μπορούσες να με διαφυλάξεις, παιδί μου ”. αυτός δεν είπε τίποτα, εγώ δεν ξαναμίλησα.
όταν τον είδα εκεί μέσα δεν σκέφτηκα κάτι, δεν μπορούσα να σκεφτώ, τι μπορούσα να σκεφτώ;
έκλαιγα και τίποτα άλλο. μου έφτανε πως ήταν ζωντανός.
ύστερα από λίγο καιρό, όταν ξεκίνησε ή ιστορία με τους μετανιωμένους, του είπα αυτό: “πριν κάνεις τον ρουφιάνο κρεμάσου, θα ήταν το πιο δίκαιο πράγμα.

η πρώτη επαφή με τη φυλακή ήταν τραυματική. υπήρχε το άπειρο από κάγκελα και πόρτες σιδερένιες που έκλειναν στις πλάτες μου στο μάκρος ενός μακρύ διαδρόμου σκοτεινού που οδηγούσε στο υπόγειο. εκεί με έγδυσαν τελείως, μου έβγαλαν μέχρι και τον στηθόδεσμο και το σλιπάκι. έκλαιγα, όσο με έγδυναν έκλαιγα.
[…] εκείνη την μέρα άρχισαν τα ταξίδια.
εκείνη τη μέρα επίσης άρχισαν και οι εξευτελισμοί.
ύστερα από μια δυο βδομάδες ο Bruno μεταφέρθηκε στο Palmi.

[…]η πιο δύσκολη περίοδος ήταν εκείνη του άρθρου 90. δεν μπορούσα να του πηγαίνω φαγητό ούτε τίποτα, μόνο λίγα ασπρόρουχα, εσώρουχα.
οι συναντήσεις γίνονταν με ένα γυαλί να μας χωρίζει.
μιλούσαμε από απόσταση και η φωνή δεν ακούγονταν καλά, έτσι με βοηθούσαν οι χειρονομίες.
για δυο χρόνια δεν μπορούσαμε να αγγιχτούμε με τα παιδιά μου. ήταν φρικτά χρόνια, ένα διάστημα που δεν τέλειωνε ποτέ.

παντού, ακόμη και στον δρόμο νιώθαμε να μας ελέγχουν, να μας πιέζουν. στην φυλακή επρόκειτο για ώρες και ώρες αναμονής. μας πετούσαν σαν τα ζώα μέσα σε ένα δωμάτιο, από τις εννέα το πρωί έως το μεσημέρι, μέχρι τις δυο, σε αναμονή να μπορέσουμε να κάνουμε μια συνάντηση. όλες μας ερχόμασταν από διαφορετικά σημεία της χώρας και είχαμε ταξιδέψει όλο το βράδυ. νομίζω πως το έκαναν επίτηδες, από κακία, για να τιμωρήσουν κι εμάς τους συγγενείς. διότι δεν μας άφηναν να τους αγγίξουμε με τα χέρια μας, ούτε ένα χάδι και αυτό δεν μπορούσε να έχει άλλο νόημα.

[…] πήγαμε στη Genova γιατί μας είπαν πως εκεί θα μπορούσαμε να αγγιχτούμε.
μας είπαν πως μπορούσαν να περάσουν μόνο οι γυναίκες που είχαν μωρό στα χέρια, έτσι δανείστηκα την κουκλίτσα της Francesca. ήταν από χρόνια πλέον που δεν είχα αγγίξει το παιδί μου.

[…] την Laura την είχα συμπαθήσει πολύ, δεθήκαμε σφιχτά. όταν την συνέλαβαν ήμουν απελπισμένη, γιατί αυτή η κοπελίτσα δεν είχε κανέναν, ούτε μητέρα, ούτε πατέρα. προσπάθησα πάντα να της σταθώ δίπλα, κοντά της, με αποκαλούσε mamma Clara.
[…] μετά έγινα η mamma Clara για πολλά άλλα παιδιά; δεν έφτιαχνα δέματα μόνο για την Laura ! αυτά τα παιδιά μου προσπάθησα να τα βοηθήσω, να είμαι ίδια με όλους και όχι διαθέσιμη μόνο με το παιδί μου.

όλη λοιπόν η οικονομία του σπιτιού από δεκατρία χρόνια τώρα έχει σχέση όχι μόνο με τον Bruno, αλλά και με όλους τους άλλους.
στον Bruno που τώρα βρίσκεται εδώ στην Ρώμη στη Rebibbia φτιάχνω το δέμα κάθε εβδομάδα, κάθε πέμπτη. μαγειρεύω το ίδιο πρωί πριν πάω στη συνάντηση. το κάνω με πολύ αγάπη, είναι το μόνο πράγμα που μου έχει μείνει για να του δείχνω το καλό, την αγάπη μου : να του σιδερώνω τα πουκάμισα, να του πλένω καλά τα ρούχα, να μοσχομυρίζουν.
μόνο αυτό μου απέμεινε.
τα δέματα δεν είναι σημαντικά μόνο γι αυτόν που βρίσκεται στη φυλακή, αλλά και γι αυτόν που τα ετοιμάζει.
εγώ σκέφτομαι το παιδί μου….χθες του πήγα φασολάκια με ξιφία, αντσούγιες και φρούτα.”

το άρωμα των πιάτων σου μπήκε στα χειρότερα κελιά της χώρας μας, και κατάφερε να τα καταστήσει γλυκά.
ευχαριστούμε….χρειάζεται να ζητήσουμε από το χώμα που θα σε σκεπάσει να πέσει μαλακά επάνω σου ;
Buon viaggio mamma Clara… καλό ταξίδι μαμά Κλάρα

[το κομμάτι μέσα σε εισαγωγικά το πήραμε από το βιβλίο «Dall’altra parte. Odissea quotidiana delle donne dei detenuti politici» di Prospero Gallinari e Linda Santilli, »Από την άλλη πλευρά. Οδύσσεια των γυναικών των πολιτικών κρατουμένων», Feltrinelli Editore, settembre 1995]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s