σύγχρονη σκέψη

η αόρατη ουτοπία L’utopia invisibile

τρίτη 5 ΜΑΙΟΥ 2015

L’utopia invisibile Η αόρατη ουτοπία

Utopia-0-640x420

Da un’utopia all’altra Από την μια ουτοπία στην άλλη
του Anselm Jappe

είκοσι χρόνια πριν, τα Τραίνα Υψηλής Ταχύτητας, i Treni ad Alta Velocità, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται στην σιδηροδρομική γραμμή μέσα στην γαλλική επικράτεια. παρόλα αυτά, μέσα στον χορό της έγκρισης, υψώθηκαν, οργανωμένες ή αυθόρμητες, οι αντίθετες φωνές μικρών ομάδων που εξέφρασαν τις επιφυλάξεις τους ενάντια σε αυτό που αποκαλούσαν »δεσποτισμό της ταχύτητας»,  il «dispotismo della velocità«.

δεν διατύπωναν αντιρρήσεις στις λεπτομέρειες, αλλά ασκούσαν επίθεση με ευγλωττία ενάντια στην κοινωνία που είχε παράξει την δυνατότητα, γι αυτούς ανώμαλη και άχρηστη, να διασχίζουν την Γαλλία ολόκληρη οι άνθρωποι μέσα σε λίγες ώρες. Προφανώς, για να μπορέσουν να διατυπώσουν μια παρόμοια συνολική κρίση,  και συνολικά αρνητική, στην στάση και τον τρόπο ζωής που βρήκε στα τραίνα υψηλής ταχύτητας TAV την έκφρασή της, θα έπρεπε να είναι σίγουροι πως είναι δυνατός ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ διαφορετικός.

σε αυτόν που παραπέμπει σε μια τέτοια δυνατότητα,  είναι σύνηθες κάποιοι άνθρωποι να δίνουν τον χαρακτηρισμό του »ουτοπιστή», A che evoca una tale possibilità, si suole dare di «utopista», λέξη που μας παραπέμπει αμέσως στους »ουτοπικούς σοσιαλιστές», ο πιο γνωστός των οποίων παραμένει ο  Charles Fourier.

Αυτή η μπροσούρα  ενάντια στο TAV (1) έφερε στην επιφάνεια , σαν απάντηση, ένα άλλο γραπτό, έργο μιας ομάδας προσώπων που αξίωναν, και εκείνοι, να είναι αρκετά κριτικοί προς την καθορισμένη κοινωνία, στο όνομα μιας διαφορετικής σύλληψης της ζωής από κοινού, της κοινοτικής ζωής δηλαδή  Και ισχυρίζονταν πως αυτή τους η σύλληψη είχε άμεση σχέση, ουτοπική, με εκείνη του Fourier, υπερασπιζόμενοι το TAV, στο οποίο έβλεπαν να πραγματοποιείται μια από τις προβλέψεις του συγκεκριμένου στοχαστή για ένα λαμπρό μέλλον μιας ανθρωπότητας »αρμονικής» : τεράστια λιοντάρια και υπάκουα, τα »αντί-λιοντάρια», όπως είχε ανακοινώσει ο  Fourier, θα μετέφεραν τους ταξιδιώτες από την μια γωνιά της Γαλλίας στην άλλη σε μια ώρα μοναχά, και από την Μονμάρτη στην Σμύρνη σε 36 ώρες.

Αυτοί οι σύγχρονοι ουτοπιστές δεν έφτασαν στα άκρα, στο σημείο να θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα αντί-λιοντάρια για να δικαιολογήσουν τον γενετικό χειρισμό ή τα  cyborg,  ούτε μας θυμίζουν την μετατροπή της θάλασσας σε λεμονάδα – μια άλλη από τις προβλέψεις του ουτοπιστή Besançon. Παρόλα αυτά, εκείνη η πολεμική ανάμεσα σε δυο τοποθετήσεις (που ίσως δεν αναγνώριζαν την ύπαρξη κάποιου κοινού πεδίου) δείχνει τουλάχιστον πως η »ουτοπία» δεν βρίσκεται πάντα από την μεριά της κριτικής της καθεστηκυίας τάξης, και ότι μπορεί επίσης να χρησιμεύει για την υπεράσπισή της.

Συνήθως η ουτοπία χρησιμοποιείτε για να προκαλέσει την ιδέ μιας κοινωνίας ριζικά διαφορετικής από την σύγχρονη, και επί πλέον πολύ καλύτερης, πράγμα που συνεπάγεται πως η κοινωνία που υπάρχει δεν είναι καλή.

Ως γνωστόν , οι Marx και Engels αξίωναν πως είχαν ξεπεράσει »τον ουτοπισμό», που θεωρούνταν ένα στάδιο παιδικό της σοσιαλιστικής σκέψης, και πως τον είχαν αντικαταστήσει διαμέσου μιας »επιστημονικής» σύλληψης. Τις τελευταίες δεκαετίες και μετά το ναυάγιο του παραδοσιακού μαρξισμού, σε περισσότερες περιστάσεις είδαμε να ανοίγουν ξανά θετικές αναφορές για την »ουτοπία» από πλευράς της αριστεράς, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, παραδείγματος χάριν, στο Λεξικό της Ουτοπίας,  nel Dizionario dell’Utopia, που δημοσιεύτηκε το 2002.

ωστόσο, είναι πολύ πιο κοινό πως η ουτοπία έχει μια κακιά φήμη, και τόσο στην καθημερινή γλώσσα όσο και στις δημόσιες συζητήσεις αυτός ο όρος χρησιμεύει πρώτα απ’ όλα για να αποκλειστεί ο αντίπαλος, να του στερήσουμε ποιότητα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, την εξισώνουμε με το »αυτοί ονειρεύονται πράγματα που ίσως είναι ευχάριστα αλλά όμως είναι αδύνατα», ή με το »είναι αφελείς και τους λείπει η αίσθηση της πραγματικότητας αυτοί».

Συχνότερα πηγαίνουμε πιο πέρα, και λέμε πως η ουτοπική σκέψη οδηγεί απευθείας στον τρόμο. Υποθέτουμε πως όλοι εκείνοι που φαντάζονται μια μορφή ύπαρξης συλλογικής ριζικά διαφορετικής από την υπάρχουσα, θα προσπαθήσουν στην συνέχεια να την επιβάλλουν με την βία, ενάντια επίσης σε εκείνους που δεν την επιθυμούν, και η αντίσταση που οι άνθρωποι, και η απλή πραγματικότητα,  θα αντιτάξουν σε εκείνους που πιστεύουν πως είναι δυνατό να την ανακατασκευάσουν, σε σύντομο διάστημα και από την κεφαλή ως τα πόδια, θα προκαλέσει μια κλιμάκωση του τρόμου.

Έτσι, τα σταλινικά εγκλήματα όπως και τα μαοϊκά οφείλονταν κατ’ ουσίαν στην προσπάθεια να πραγματοποιηθούν ουτοπίες.

Από αυτή την άποψη, η »ουτοπία» συνήθως περιγράφεται σαν »αφηρημένη» : θα επρόκειτο για κατασκευές καθαρά του μυαλού, φιλοσοφίες που σχεδιάστηκαν στο κενό, από πρόσωπα που πιθανόν να είναι προικισμένα με μεγάλες λογικές ικανότητες, αλλά με πολύ μικρή συγκεκριμένη εμπειρία των πραγματικών ανθρώπων και του κόσμου όπως είναι.  Η ουτοπία θα χαρακτηρίζονταν, λοιπόν, από δυο στοιχεία: πως λαμβάνει υπ’ όψιν την αληθινή φύση του ανθρώπου και αξιώνει να την καλυτερεύσει ξεκινώντας από μια ιδέα προκαθορισμένη του πως θα έπρεπε να είναι αυτή.

Έτσι, ο ουτοπιστής πιστεύει πως γνωρίζει καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους εκείνο που τους ταιριάζει, τους συμφέρει. Ενώ ονειρεύεται με ανοικτά μάτια στην σοφίτα του  (όπως ο Fourier) ή στο κελί του o  (όπως ο Campanella), ο ουτοπιστής είναι ακόμη αθώος, όταν όμως οι περιστάσεις του επιτρέπουν να προσπαθήσει να φτιάξει ξανά την πραγματικότητα σύμφωνα με τις αφηρημένες του ιδέες, η τραγωδία είναι εγγυημένη.

Η βία θα ήταν έμφυτη στην ίδια την ουτοπιστική θεωρία και στην απέχθειά της προς τους πραγματικούς ανθρώπους και τα μειονεκτήματά τους , οι αιματηρές προσπάθειες που έγιναν για να μεταφράσουν την θεωρία σε πραγματικότητα θα την είχαν οδηγήσει μοναχά σε πράξεις βίας, εγγενή στην ουτοπική προοπτική. Αυτή η άρνηση της ουτοπίας, προϋποθέτει μιαν ανθρωπολογία που να είναι απογοητευμένη, μέχρι και απαισιόδοξη, αλλά επίσης και αυστηρά ρεαλιστική, και που συνοψίζεται στην φράση του Kant, «ξεκινώντας από ένα υλικό τόσο στραβό όπως εκείνο από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, είναι αμφίβολο εάν μπορούμε να χαράξουμε κάτι που να μπορεί να είναι ευθύ», φράση που ο άγγλος φιλελεύθερος διανοούμενος  Isaiah Berlin διάλεξε σαν τίτλο για ένα από τα έργα του.

Άλλοι φιλελεύθεροι, κυρίως εγγλέζοι, τοποθετούν τις απαρχές του ουτοπικού ολοκληρωτισμού στον Πλάτωνα , (Karl Popper)  ή στους χιλιαστές του Μεσαίωνα  (Norman Cohn). Ξεκάθαρα, πρόκειται περί αυτού, σκέφτονται πως :  οι ίδιες οι αρχές της ουτοπίας θα ήταν ολοκληρωτικές, και θα έφερναν αναγκαστικά σε διακηρύξεις σαν εκείνες των ρώσων επαναστατών: »θα υποχρεώσουμε τους ανθρώπους να είναι ευτυχισμένοι»  («Obbligheremo gli uomini ad essere felici«),  και στην πρόθεση να δημιουργήσουν τον »νέο άνθρωπο», αυτά εννοούν λοιπόν, πως είναι πράγματα που έχουν παράξει μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές της ιστορίας. Επίσης καλλιτεχνικές πρωτοπορίες πήραν μέρος σε αυτό τον ολοκληρωτισμό που είχε την πηγή του στην πίστη πως είχε φτάσει η ώρα να φτιαχτεί εκ νέου ο κόσμος, όπως αναφέρουν οι  Jeran Clair και Boris Groys.

Γι αυτό τον τελευταίο, οι ρώσοι πρωτοποριακοί, μακριά απ’ το να είναι θύματα του Stalin, ήταν οι πρόδρομοι της επαναστατικής τάσης που θεωρεί τον κόσμο σαν χυτεύσιμο πηλό, argilla modellabile, σαν ένα έργο τέχνης τελείως καινούργιο που έχει συλληφθεί πέρα από κάθε παράδοση, κάθε απαγορευτική έννοια, πέρα από κάθε έννοια του μέτρου, πέρα από κάθε έννοια κοινής λογικής.

utopia2

Αυτή η αντί-ουτοπική σκέψη υψώνεται προς υπεράσπιση της πολυπλοκότητας και της συστατικής ασάφειας της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στις αφαιρέσεις της λογικής και στα παραληρήματα μιας ζωντανής φαντασίας. Αξιώνει την προστασία της »ανθρώπινης φύσης», αμετάβλητης, ή τουλάχιστον ανθεκτικής σε οποιαδήποτε ταχύτατη αλλαγή, από αυτούς που προτείνονται να την επανεκπαιδεύσουν και να την διορθώσουν.

Είναι πολύ τυπικό αυτής της πολεμικής να συλλέγουμε κάποιες λειτουργίες του κρατικίστικου ολοκληρωτισμού που έχει φέρει τα πάνω κάτω στον 20ο αιώνα, που θα εφαρμόζονταν όμως εξίσου – παρά τις προθέσεις του – στην κοινωνική τάξη πραγμάτων που θα έπρεπε να υποστηριχθεί, την φιλελεύθερη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς. Η αντί-ουτοπική σκέψη αυτοπαρουσιάζεται σαν  η σημαία του ανθρώπου έτσι όπως είναι, με όλα τα όριά του, ενάντια σε αυτούς που θέλουν να τον αναγκάσουν να είναι διαφορετικός. Κι όμως, εάν υπάρχει μια ουτοπία που όντως πραγματοποιήθηκε τους δυο τελευταίους αιώνες, αυτή είναι δίχως αμφιβολία η καπιταλιστική ουτοπία.

Ο »φιλελεύθερος» καπιταλισμός παρουσιάζονταν πάντα σαν »φυσικός», και σύμφωνα με αυτόν, δεν κάνει άλλο από το να δίνει τελειότητα στις αιώνιες φιλοδοξίες του ανθρώπου, ο οποίος  πάντα επιδιώκει τα προσωπικά του οφέλη. Έτσι όπως επαναλαμβάνεται απ’ όταν, στον   XVIII αιώνα, ανακοινώθηκε από τον  Mandeville και τον Adam Smith, ο άνθρωπος είναι βασικά εγωιστής, αλλά εάν δεν διαταραχθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εγωισμούς, αυτός θα καταλήξει να δώσει τόπο στην αρμονία της »αόρατης χειρός». Ο καπιταλισμός δεν θα είχε κάνει άλλο από το να ακολουθεί την έμφυτη φύση όλων των ανθρώπων να »μαζικοποιήσουν» τα οφέλη τους και τις χαρές τους, και θα ήταν, ως εκ τούτου, η μοναδική κοινωνία που δεν βιάζει την »ανθρώπινη φύση» στο όνομα μιας ανώτερης αρχής.

Αλλά εάν είναι έτσι, πως και ο καπιταλισμός χρειάστηκε να επιβληθεί σχεδόν πάντα διαμέσου της δύναμης επί των απείθαρχων πληθυσμών; είτε επρόκειτο για τους εγγλέζους αγρότες και μάστορες που είδαν τους εαυτούς τους να μετατρέπονται στους πρώτους προλετάριους των εργοστασίων τον  XVIII αιώνα και των λατινοαμερικάνων ινδιάνων του σήμερα, εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως οι άνθρωποι σε πολλές περιπτώσεις αρνήθηκαν τα οφέλη της »προόδου». Για να μπορούμε να μιλούμε για την κοινωνικο-οικονομική τάξη πραγμάτων που είναι η πιο κοντινή στην ανθρώπινη φύση, όπως συνηθίζει να αναφέρει, ο καπιταλισμός χρειάστηκε να αγωνιστεί με επιμονή για να αναγκάσει τους ανθρώπους να υπακούσουν στην δική τους »φύση».

Ολόκληρη η ιστορία του καπιταλισμού είναι γεμάτη από καταγγελίες κλάψες και παράπονα για τον «συντηρητικό» χαρακτήρα των ανθρώπων που είχε την απαίτηση να μετατρέψει σε δικά του πλεονεκτήματα, καθώς και για την προσήλωσή τους στις παραδόσεις και την απροθυμία τους να αλλάξουν τον τρόπο ζωής μας. Σχεδόν παντού, τόσο οι λαϊκές τάξεις στην Ευρώπη όσο και και οι μη ευρωπαϊκοί λαοί υπερασπίστηκαν τον κοινοτικό τρόπο ζωής που διέπεται από φυσικούς ρυθμούς και αργούς, μέσω της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας του δώρου, μέσα από κώδικες τιμής και αναζήτησης του κύρους στην θέση του αφηρημένου πλούτου, μέσω μιας οικονομικής ηθικής (Edward Thompson) και μέσα από το κοινό αίσθημα (George Orwell).

φυσικά, σε αυτές τις μορφές ζωής δεν ήταν απολύτως απούσες οι αδικίες και οι βιαιότητες, όμως οι άνθρωποι δεν παραιτήθηκαν σχεδόν ποτέ από αυτές με την θέλησή τους, για να αγκαλιάσουν αυτόν τον τρόπο ζωής τον τόσο »φυσικό» που βασίζεται αποκλειστικά στην αναζήτηση του εξατομικευμένου οφέλους, μοναδικής αξίας πραγματικά υπάρχουσας στην καπιταλιστική κοινωνία. Εκτός από τις ανοιχτές ανταρσίες, ατέλειωτες είναι οι καθημερινές πράξεις που μαρτυρούν την αντίσταση, βουβή πολλές φορές, που σχεδόν όλοι οι άνθρωποι αντιτάσσουν, κάποια στιγμή ή κάποιαν άλλη στην ημέρα τους, στην αόρατη ουτοπία μιας τελείως καπιταλιστικής κοινωνίας.

ο Marcel Mauss ήταν ένας από τους πρώτους που ανέλυσε αυτό το φαινόμενο, στο περίφημο δοκίμιό του για το δώρο (1924), γύρω από το οποίο συνεχίστηκαν, μέχρι να φτάσουμε στις ημέρες μας, πολλές σπουδές. Από τις πρώτες του διατυπώσεις, χρονολογημένες από τις αρχές του  XVII αιώνα, ο καπιταλισμός όντως βασίστηκε σε μια συγκεκριμένη άποψη του ανθρώπου και σε μια πολύ ιδιαίτερη ανθρωπολογία : εκείνη του οικονομικού ανθρώπου,  quella dell’homo oeconomicus.

Ωστόσο, η άποψη αυτή αρχικά δεν ήταν με οποιοδήποτε τρόπο φυσική, και άρχισε να εμφανίζεται ως τέτοια μόνο από όταν ενσταλάχθηκε, μέσω της βίας και της αποπλάνησης, κατά τη διάρκεια αρκετών αιώνων.

L’homo oeconomicus, ο οικονομικός άνθρωπος είναι η μεγαλύτερη ουτοπία που πραγματοποιήθηκε στην ιστορία, και η διάρκειά της και η γεωγραφική εξάπλωση υπερβαίνουν κατά πολύ τις κρατικιστική δολοφονικές ουτοπίες που η ουτοπία της αγοράς καταγγέλει. Αυτός που θέλει να επικρίνει το σύγχρονο κακό δεν χρειάζεται να βασίζεται σε «ουτοπίες»: Με απλά λόγια, φτάνει, σε πρώτη φάση, να καταγγείλει «την μαύρη ουτοπία» ενός κόσμου εντελώς παραδομένου στην οικονομική λογική που μας δεσπόζει και κυριαρχεί επάνω μας για πάνω από διακόσια χρόνια.

ίσως είναι μια »αφελής, αθώα ουτοπία» να πιστεύουμε πως η ανθρωπότητα μπορεί να ζήσει δίχως ατομική ιδιοκτησία, ιεραρχίες, κυριαρχία και εκμετάλλευση, όμως εκείνο που είναι σίγουρο είναι το γεγονός πως το να πιστεύεις  πως η ζωή μπορεί να συνεχίσει ακόμη να βασίζεται στο χρήμα, στο εμπόρευμα και στην αγοραπωλησία είναι μια τρομερή ουτοπία, της οποίας οι συνέπειες είναι ήδη μπροστά στα μάτια μας.

Anselm Jappe – εμφανίστηκε στο περιοδικό  Salamandra (rivista del gruppo surrealista di Madrid) n° 19-20 del 2011 – της σουρεαλιστικής Μαδριλένικης ομάδας

(1) – «Alliance pour l’opposition à toutes les nuisances, Relevé provisoire de nos griefs contre le despotisme de la vitesse à l’occasion de l’extension des lignes du TGV» (1991), φυλλάδιο που εκδόθηκε εκ νέου το 1998 από τις Éditions de l’Encyclopédie des Nuisances, Paris .

πηγή: Praxis Digital

http://francosenia.blogspot.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s