ιστορία

Μετά το συνέδριο της Rosolina: από την »linea di condotta» στις Κομουνιστικές Επαναστατικές Επιτροπές DOPO IL CONVEGNO DI ROSOLINA: DA «LINEA DI CONDOTTA» AI CO.CO.RI.

Μετά το συνέδριο της ROSOLINA: Από τον »τρόπο συμπεριφοράς, linea di condotta» στις ΚΟ.ΕΠ.ΕΠ.
Μετά το συνέδριο της Rosolina – σύμφωνα με τον Roberto Sandalo – το »κίνημα» είχε ζήσει μια φάση »αναδιάρθρωσης» και νέων συναθροίσεων οι οποίες, ξεκινώντας από το 1975, είχαν συγκεκριμενοποιηθεί σε »τρεις τάσεις»: 1) εκπροσωπούνταν από την ομάδα που αναφέρονταν στο περιοδικό LINEA DI CONDOTTA,ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ , που βγήκε σε ένα μόνο νούμερο. Αυτή η ομάδα σχημάτιζε ένα δίκτυο πολιτικό-στρατιωτικό, 2) εκπροσωπούνταν από το περιοδικό ΚΌΚΚΙΝΟ, ROSSO του Milano και στην συνέχεια, για την περιοχή του Veneto από το περιοδικό PER IL POTERE OPERAIO, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΉ ΕΞΟΥΣΊΑ; 3) εκπροσωπούνταν από τις ομάδες που δρούσαν στον Νότο και των οποίων ηγείτο το Πανεπιστήμιο της Cosenza. Όντως η «Linea di Condotta» δημοσιεύτηκε τον ιούλιο-οκτώβριο 1975, επεξεργασμένη από μια ομάδα ηγετικών στελεχών της Εργατικής Εξουσίας, di Potere Operaio.

Ιδιοκτήτης και διευθυντής υπεύθυνος εμφανίζονταν αντίστοιχα οι Stefano Malatesta και Jaroslav Novak. Είχαν με διάφορους τρόπους συνεργαστεί στην σύνταξη οι Paolo Berdini, Giancarlo Capitani, Lucio Castellano, Beatrice Chiarizia, Giairo Daghini, Mario Dalmaviva, Piero Del Giudice, Enzo Grillo, Andrea Leoni, Achille Lollo, Alberto Magnaghi, Rino Melotti, Franco Piperno, Franco Piro, Fiora Pirri, Luciano Pizzolj, Oreste Scalzone, Massimo Strani e Paolo Virno1 .

Με αυτή την δημοσιογραφική πρωτοβουλία είχε γίνει προσπάθεια να »δημιουργηθεί μια πολιτική πλατφόρμα επάνω στην οποία να επανασυνθεθούν οι επαναστατικές δυνάμεις», εισάγοντας έναν λόγο «θεωρητικό-πρακτικό» επάνω στα ακόλουθα σημεία: – θεωρητική πρόβλεψη των συμπεριφορών του κεφαλαίου, που έψαχνε μιαν νέα ισορροπία για να επιλύσει την κρίση, με σκοπό να εντοπίσει σε κάθε στάδιο της κρίσης την εύλογη μορφή της επαναστατικής δράσης; – ανάπτυξη και διάδοση της μαζικής παρανομίας και σύνθεση μιας «υποκειμενικότητας» ή αρχής που θα αναλάβει το δικαίωμα να ασκήσει δικαιολογημένα την δύναμη, σαν βασική προϋπόθεση για να ασκήσει την εξάρθρωση της Κρατικής εντολής; – δυνατότητα τρομοκρατικών δράσεων.

Εάν σε συγκεκριμένες κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες κάποιες μορφές δράσης, επιθετικές πρωτοβουλίες, μπορούσαν να έχουν το αποτέλεσμα να εδραιώσουν το μπλοκ της τάξης, στην πράξη έπρεπε να αρνηθούν πως ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορούσε να καταστεί κυρίαρχο στην Ιταλία εξ αιτίας της προλεταριοποίησης της εξαρτημένης εργασίας, του ηγεμονικού κοινωνικού βάρους της εργατικής τάξης και της αντίστασης των διαφόρων οργανωμένων σχηματισμών της.

Τα αποτελέσματα θα αξιολογούνταν σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, σε σχέση με την πληθώρα των συνεπειών που θα προκαλούνταν από τις πρωτοβουλίες επίθεσης και από την επανάληψη των ίδιων των συνεπειών. Δράσεις μεμονωμένες μπορούσαν να βοηθήσουν το μπλοκ της τάξης, αντιθέτως, εκείνες οι συστηματικές και εντατικές, θα έπρεπε να έχουν σαν επικρατούν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση του εχθρικού μετώπου; 1 το περιοδικό επισυνάπτεται στην Cartella 68; cfr. i rapporti dell’UCIGOS e dei CC. di Milano in Cartella 4, Fascicolo 13, f. 2904, 2961. – αναγκαιότητα της δημιουργίας μιας νέας γενιάς « εργατών κομουνιστών στελεχών» ικανών να αντιμετωπίσουν ποιοτικά τον ρεφορμισμό, να διαχειριστούν τις εμπειρίες οικειοποίησης και να τις διαδώσουν στους προλεταριακούς ιστούς που αποδείχτηκαν όλοι επιτεύξιμοι μόνο διαμέσου του σιδερένιου και αυστηρού δεσμού του «κόμματος»; – ανάγκη να δοθεί αμέσως «χώρος σε μεταβατικές μορφές οργάνωσης» και αναγκαιότητα για την προώθηση «έτσι κι αλλιώς μιας μεγάλης και σημαντικής διαδικασίας του κόμματος» σαν «επεξήγηση» πολιτική-στρατιωτική επίθεσης «μέσα σε μια προωθημένη ποιότητα αγώνων».

Οι θεματικές που επεξεργάστηκαν είχαν προκαλέσει μια έντονη συζήτηση και αναπτύχθηκαν κυρίως στο Milano, στο Torino, στην Firenze και στην Roma. Υπενθύμιζαν οι Roberto Sandalo, Maurizio Lombino και Massimo Libardi ότι « τρεια ξεχωριστά άρθρα επάνω στο πρόβλημα της δύναμης», που γράφτηκαν από κάποιες επιτροπές εργοστασίων της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας, από το Circolo Lenin του sesto san Giovanni και από τοπικές ομαδοποιήσεις συντρόφων που έφυγαν από την Lotta Continua, υπήρξαν αντικείμενο ανάλυσης και αντιτιθέμενων κριτικών. Κυρίως ο πυρήνας του Sesto S. Giovanni, στον οποίον δρούσαν Enrico Galmozzi, Bruno La Ronga, Piero Del Giudice, Sergio Segio, Roberto Rosso και άλλα πρόσωπα – που διερευνήθηκαν αργότερα σε έρευνες για τρομοκρατικές ενέργειες – «προχώρησε την συζήτηση, δίδοντας ζωή, αντιθέτως, στο Milano στο περιοδικό SENZA TREGUA και, στην συνέχεια , στις Κομουνιστικές Επιτροπές για την Εργατική Εξουσία».

Στην πρωτεύουσα της λομβαρδίας, στην πραγματικότητα, «υπήρχε μια κατάσταση διαφορετική από εκείνη του Torino, με την έννοια πως υπήρχε μεγαλύτερη διάχυση πρωτοβουλίας και υπήρχε, συνεπώς, το πρόβλημα συγκεντρωθούν αυτές οι ομάδες των πρώην L.C. που είχαν κοινές παραπομπές σε σχέση με τις πολιτικές αποφάνσεις που περιέχονταν στα άρθρα της Linea di Condotta». Εντούτοις, «πρωτεργάτες για το ξεδίπλωμα της πολιτικής ευφυίας στην βάση αυτού του ενοποιητικού σχεδίου» υπήρξαν στο Milano Oreste Scalzone, Pietro Del Giudice και Roberto Rosso, που είχαν βρει αμέσως «τις διασυνδέσεις στο Torino με κάποιες δομές των πρώην P.O. που αναφέρονταν στους Scavino και Mario Dalmaviva», όπως επίσης και με τους Andrea Leoni και Guglielmo Guglielmi. Και ακριβώς στο Torino η νέα «ομάδα εκπροσωπούνταν και σχηματίζονταν από πρώην αγωνιστές του P.O. όπως οι Adriana Garizio, Marco Scavino, Marco Donat Cattin και Mario Dalmaviva; εξάλλου υπήρχαν δυο εργατικές επιτροπές, μια στις Presse του Mirafiori και η άλλη στις Meccaniche της Rivalla.

Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες που πάρθηκαν από αυτή την ομάδα οι αυτομειώσεις για ρεύμα και τηλέφωνα στις Vallette και στο Nichelino». «Εκείνη την περίοδο – τον ιούνιο του 1975 – έλαβε χώρα ο πρώτος τραυματισμός ενός επιστάτη στην Rivalta με το όνομα Paolo Fossat που χτυπήθηκε μπροστά στις πύλες του εργοστασίου». Για την δράση ανέλαβε την ευθύνη η ομάδα με το όνομα «Guerra di classe per il Comunismo», ταξικός Πόλεμος για τον Κομουνισμό, και ένας από τους «φυσικούς δράστες του τραυματισμού» ήταν ο «Gerard», δηλαδή ο Cristoforo Piancone. Στην ουσία, είχε δημιουργηθεί «μια οργάνωση πολιτική-στρατιωτική» και η σκέψη ήταν να στηθεί σε «δυο ξεχωριστά σκέλη: ένα επίπεδο μαζικής βίας και ένα επίπεδο βίας κρυμμένο, στο σκοτάδι, στην παρανομία», ενισχύοντας τις διασυνδέσεις «με διάφορες ομάδες που σε άλλα μέρη της Ιταλίας κινούνταν κατά μήκος των ίδιων κατευθυντήριων γραμμών». Η διαφορά είναι πως το 1976 «αυτή η οργάνωση είχε διασπαστεί».

Ακόμη ο Roberto Sandalo διευκρίνιζε πως «κάποιες συνιστώσες, μεταξύ των οποίων οι Piancone και Adriana Garizio, είχαν συγκλίνει προς τις Brigate Rosse», ενώ «η πλειοψηφία» είχε «ενδυναμώσει» τις προηγούμενες «δομές με την επονομασία SENZA TREGUA», από τον τίτλο της ομώνυμης εφημερίδας. Και ακριβώς αυτό το περιοδικό, που δημοσιεύτηκε σε ειδικό νούμερο στις 27 ιουλίου 1976, σαν συμπλήρωμα, «αναμένοντας την έγκριση», στην «Linea di Condotta», είχε προσφέρει στους αγωνιστές «ένα εργαλείο διερμηνείας, σύνθεσης» για «ένα σχεδιασμό μετάβασης στον κομουνισμό», για «μιαν μακρά περίοδο σύγκρουσης, μια διαδικασία πολέμου μακράς διάρκειας και χτισίματος σε μακρύ περίοδο, στοιχείο προς στοιχείο, της δικτατορίας του προλεταριάτου», μέσα από «μoρφές αποδιάρθρωσης της διοίκησης στο εργοστάσιο και στην κοινωνία».

Ενώ στις «Comitati Comunisti per il Potere Operaio» είχε ανατεθεί το έργο να δράσουν στο εξωτερικό με τρόπο «προφανή, φανερό», «τις διασυνδέσεις» με άλλες ανατρεπτικές ομάδες «τις προωθούσαν κυρίως οι Mario Dalmaviva και ο ίδιος ο Galmozzi». Σε αυτό το πλαίσιο, είχαν συσταθεί σχέσεις με τους Luigi Rosati και Valerio Morucci, υπεύθυνους των »Ένοπλων Κομουνιστικών Σχηματισμών», «Formazioni Armate Comuniste» – F.A.C. – «που δρούσαν κυρίως στην Roma». Στο επίπεδο της «πρακτικής», σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τα αντικειμενικά ευρήματα που συλλέχθηκαν, «πυρήνες της οργάνωσης» ξεπήδησε με ώθηση της «Linea di Condotta» έγιναν πρωταγωνιστές μιας σειράς «επιθέσεων», ανάμεσα στις οποίες:

– την επίθεση ενάντια στην έδρα του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος D.C. της Via Flavia στο Milano στις 14 μαίου 1975, 2 ; – τον τραυματισμό του Paolo Fossat, επιστάτη της Fiat-Rivalta, στις 19 ιουνίου 1975, 3 ; – την επίθεση ενάντια στον Valerio De Marco, επιστάτη του προσωπικού στο εργοστάσιο της «Leyland Innocenti», στο Milano την 11 νοεμβρίου 1975. Είχε αναλάβει την ευθύνη της επίθεσης με προκήρυξη με τίτλο «Να μεταφέρουμε την φωτιά στο εργοστάσιο» με υπογραφή «Για την ένοπλη προλεταριακή εξουσία: ταξικός πόλεμος»4 ; – Την ληστεία, με αφαίρεση πολύτιμων, εις βάρος της εταιρείας «Stainston», του Domenico και Marce Gay, στο «Γραφείο-πωλήσεων» της Via Santa Teresa, στο Torino, στις 28 ιανουαρίου 1976, 5 ; – τον τραυματισμό του Dietrich Ercher, διευθυντή στις εγκαταστάσεις «Philco» στην Brembate Sopra, στις 26 μαρτίου 1976, με αλάληψη ευθύνης υπογεγραμμένηcon «ένοπλη Πάλη για τον κομουνισμό»6 ; – τον τραυματισμό του Matteo Palmieri, επιστάτη στην Magneti Marelli, στο Milano, την 2 απριλίου 19767 ; – την εκτέλεση του Enrico Pedenovi, δημοτικού Συμβούλου του φασιστικού M.S.I. του Milano, στις 29 απριλίου 1976, 8 ; – την ληστεία εις βάρος του Γραφείου-ταμείου της σύνταξης της εφημερίδας «II Giorno» – που είχε αποφέρει περισσότερα από 70 εκατομμύρια λιρών – στο Milano, την 27 αυγούστου 1976, 9 ; – την επίθεση, τον σεπτέμβρη 1976, ενάντια στο Στρατόπεδο των Καραμπινιέρων της Via Bagetti στο Torino 10 . 2 Cfr. Libardi, Cartella e Fascicolo cit., f. 1707. 3 Cfr., εκτός από Sandalo και Libardi. Cartella 7, Fascicolo 22, f. 5151. 4 Cfr. Libardi cit. f. 1708 e Cartella 7, Fascicolo 23, f. 5271. 5 Cfr. Libardi cit., f. 1709. 6 Cfr., εκτός από Lombino και LLbardi. Cartella 7, Fascicolo 23, f. 5443. 7 Cfr. Sandalo και Libardi cit. 8 Cfr., εκτός από Sandalo, Lombino και Libardi cit.. Cartella 7, Fascicolo 23, f. 5367. 9 Cfr., εκτός από Libardi, Cartella 7, Fascicolo 23. f. 5451. 10

Όμως, γεγονότα που επακολούθησαν είχαν συμβάλλει στην μετατροπή του πλαισίου της κατάστασης. Παρά την δέσμευση του Oreste Scalzone και των προσώπων που αναφέραμε, χρειάστηκε να καταγραφεί «μια πολιτική εντατικοποίηση, από πλευράς των μιλανέζων και των τορινέζων, που αναφέρονταν στους Galmozzi, La Ronga και Scavino», που συγκεκριμενοποιήθηκε στις 29 νοεμβρίου 1976 «με την εισβολή στα γραφεία της έδρας της Ένωσης των διοικητών Fiat του Torino». «Για την επιχείρηση την ευθύνη ανέλαβε με υπογραφή η Πρώτη Γραμμή, PRIMA LINEA. Στην σχετική προκήρυξη διαβάζαμε πως η Prima Linea δεν ήταν μια νέα ομάδα αλλά η κομουνιστική μαχητική εθνική οργάνωση, σύνθεση περισσότερων αντάρτικων ομάδων, sintesi di più gruppi guerriglieri».

«Αντίθετοι με αυτή την εντατικοποίηση» είχαν ταχθεί «κάποιες συνιστώσες της οργάνωσης που θεωρούσαν αρκετό το δίκτυο μάχης που υπήρχε εκείνη την στιγμή αλλά που ήταν καλά συνδεδεμένο στις νόμιμες δομές του κινήματος». «Τέλος πάντων δεν θεωρούσαν χρήσιμο τον σχηματισμό μιας δεύτερης μαχητικής δύναμης εκτός από εκείνην που εκπροσωπούνταν από τις ερυθρές Ταξιαρχίες, B.R.». «Κι έτσι ο Scalzone και οι δικοί του» απομακρύνθηκαν από την οργάνωση, στήνοντας τις Κομουνιστικές Επαναστατικές Επιτροπές, Comitati Comunisti Rivoluzionari». «Και επίσης ο Dalmaviva, που υποστήριζε μια κινηματική θέση», απομακρύνθηκε στα τέλη του 1976, αφού πήρε μέρος σε ένα γεύμα σε εστιατόριο του Castelnuovo Don Bosco «για να αποχαιρετήσει τον Marco Bertolotti που αναχωρούσε για την στρατιωτική του θητεία».

Σε εκείνη την περίσταση ήταν παρόντες εξέχοντα μέλη του αντάρτικου χώρου του πιεμόντε όπως οι Giulia Borrelli και Nicola Solimano, η Barbara Graglia, ο Raffaele lemulo, η Susanna Ronconi, όπως επίσης, φυσικά, ο Roberto Sandalo. «Άλλοι σύντροφοι της οργάνωσης είχαν, αντιθέτω, μια αντίθετη άποψη ακόμη πιο ακραία» και, ακολουθώντας το παράδειγμα των Valerio Morucci και Adriana Faranda, επέμεναν να «δημιουργηθεί μια μεγαλύτερη διαλεκτική σχέση με τις Brigate Rosse». Οι υπέρμαχοι της «Senza Tregua» από την Roma – Andrea Leoni, Guglielmo Guglielmi, Carlo Torrisi – είχαν, εν τω μεταξύ, αποκτήσει μιαν αυτόνομη «διάσταση» και είχαν δώσει ζωή στις »Μαχητικές Κομουνιστικές Μονάδες», «Unità Combattenti Comuniste».

Οι διαφορές αποκαλύφθηκαν όχι ασήμαντες και αφορούσαν τόσο την «δόμηση της ομάδας», όσο και «την γραμμή μάχης» που έπρεπε να ακολουθηθεί». Από την μια, είχαν τοποθετηθεί οι υποστηριχτές της διατριβής σύμφωνα με την οποίαν «το χτίσιμο της μαχητικής προλεταριακής πολιτοφυλακής» έπρεπε να συμπεριλάβει τα πιο πλατιά προλεταριακά τμήματα, τομείς, οπότε το «στρατιωτικό ζήτημα» έπρεπε «να το ζήσουν μέσα στο κίνημα», σαν «πραγματικό σχεδιασμό σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένο μέσα στο δίκτυο των «κομουνιστών» στελεχών που βρίσκονταν σε επέκταση». Σε αυτή την οπτική οι Co.Co.Ri. προτείνονταν «όχι σαν »πόλος» αλλά σαν κέντρο πρωτοβουλίας κομουνιστικής για μιαν διαδικασία γενικότερης αναδιαμόρφωσης των δυνάμεων με σκοπούς μιας ευρύτερης και σημαντικής διαδικασίας οργάνωσης για το κόμμα της επανάστασης».

Τα συνθήματα αρθρώνονταν όλα γύρω από ένα σχέδιο βίαιης «επαναστατικής ρήξης» για την επικράτηση της «προλεταριακής δικτατορίας», «για την ανάπτυξη της Εργατικής Αυτονομίας, την διάδοση του κομουνιστικού προγράμματος, την ενοποίηση του προλεταριάτου γύρω από το πρόγραμμα της εργατικής δικτατορίας, την αντιεξουσία, το χτίσιμο της επαναστατικής οργάνωσης».

Σε μια διαφορετική πλαγιά στέκονταν πλέον οι ιππότες μιας »σκληρής» επιλογής και θανατηφόρας: «το μοντέλο εργατικής οργάνωσης» που υποστήριζαν δεν ήταν «το χτίσιμο μιας ομάδας στο πλευρό άλλων, αλλά η προώθηση της ανάληψης της πολιτικής-στρατιωτικής διεύθυνσης των εργατικών οργανισμών από το ίδιο εργατικό δίκτυο», συνεπώς με την γέννηση μιας ιδιόμορφης παράνομης σύνδεσης, στο πλαίσιο της οποίας η εφημερίδα «Senza Tregua» είχε διατηρήσει μια δικιά της περίοπτη «θέση», προσφέροντας τις απαραίτητες «θεωρητικές ενδείξεις», που μεταφράζονται στην συνέχεια, στην καθημερινή «πρακτική», σε μια μυριάδα επιθέσεων που είχαν ανυψώσει το «επίπεδο της σύγκρουσης» και εντείνει το κλίμα συναγερμού που κυριαρχούσε στην Χώρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s