ένοπλη πάλη

Μας άφησε ο Carlo Picchiura «picchio» ci ha lasciato

Στον σύντροφο, στον φίλο στον αδελφό Carlo Picchiura που μας άφησε αυτές τις τελευταίες μέρες του αυγούστου.

Γεια σου Carlo, ας περιμένουμε λιγάκι; ας περιμένουμε να σταματήσουν οι κουβεντούλες, τα νέα να στραφούν προς αλλού, για να ζήσουμε ξανά μαζί σου κάποιες στιγμές από τις πολλές  –όχι-ελεύθεροι- που περάσαμε μαζί στις ειδικές φυλακές.  Να μη συμβεί, όπως ενθυμούμενοι τον  Prospero όταν μας άφησε και αυτός,που σηκώθηκε μια φασαρία αρρωστημένη. Αυτοί οι »δημοκρατικοί» κύριοι θεωρούν ανάρμοστο το ότι εμείς, οι ανατρεπτικοί, οι τρομοκράτες, οι επαναστάτες, θυμούνται με αγάπη αυτούς που μας συνόδεψαν σε αυτό το άνισο και ανώμαλο διάστημα του δρόμου.  Δεν ανέχονται πως ανάμεσά μας, »εμείς οι κακοί» μπορούμε να  ανταλλάξουμε θύμησες αγάπης!

Εσένα  “Picchio” τα χρονικά σε αγνόησαν. Δεν σε θεωρούσαν έναν »αρχηγό», έναν “comandante”, ΄΄διοικητή», έτσι αποφάσισαν. Από την άλλη ήσουν ακριβώς εσύ να μου υπενθυμίζεις να μην τρέχω πίσω από τα μπάχαλα; ήσουν εσύ εκείνος που στο ίδιο κελί, στην φυλακή στο Trani και μετά –τιμωρητική μεταγωγή- στην Badu’ ‘e Carros, την στιγμή της μέγιστης σκληράδας, ή ακόμη στην υπέρ-φυλακή της Novara, μου έλεγες να περιμένω να σταματήσουν οι θόρυβοι στο βάθος και, με ηρεμία, να σκεφτούμε αυτό που πρέπει να κάνουμε. Αυτό μου έμαθες  Carlo, να είμαι υπομονετικός, ακόμη και τότε που όλα γύρω ήταν σε ταραχή και υπερένταση, υπερκινητική νευρικότητα, διότι – λέγαμε- εάν δεν παρέμβουμε αμέσως με μια πολιτική θέση ποιος ξέρει τι θα σκεφτούν εκείνοι και οι άλλοι!

Κι εσύ έλεγες, ας τους να σκέφτονται ότι θέλουν, έτσι κι αλλιώς η πραγματικότητα κινείται στις δικές της διαδρομές, μην δίνεις σημασία στα κουτσομπολιά. Να μαστε εδώ να συζητάμε ακόμη : σε αυτό εγώ σου ασκούσα κριτική πως ήσουν λιγάκι υπερβολικά »ντετερμινιστής, αιτιοκράτης». Όμως εσύ την τελείωνες εκεί την πολεμική και με έφερνες στο παράθυρο όπου ανάμεσα στα κάγκελα φαίνονταν παραλληλόγραμμα γαλάζιου ουρανού που διασχίζονταν από τα βέλη του πετάγματος των πουλιών, πάντα πολλά στο  Nuoro. Ήταν κυρίως  Falconiformi, Γεράκια νομίζω, που οι σάρδοι αποκαλούσαν   “poiane”, εσύ όμως με έκανες να προσέξω τις διαφορές ανάμεσα στο ένα και το άλλο, l’astore, il gheppio, il falcopecchiaiolo, il capovaccaio εξηγώντας μου πως για να τα αναγνωρίσεις χρειάζονταν να παρατηρείς με προσοχή τα φτερά τους, “remiganti”, εκείνες τις πένες στο τέλος των φτερών που είναι ο τομέας αερομεταφοράς τους.

Ίσως να μην είμαι ακριβής, κάνω λάθη στα ονόματα και στην περιγραφή της πτήσης των αρπακτικών, όμως, αγαπημένε “Picchio”, τα διακόψαμε τα μαθήματα, δεν μπορέσαμε να τα συνεχίσουμε απ’ όταν αφήσαμε πίσω μας εκείνες τις βρωμερές παράγκες που ονομάζουν φυλακές. Εσύ επέστρεψες στο αγαπημένο σου  Veneto για να φύγεις μετά στην Bologna για δουλειά, εγώ επέστρεψα στην Ρώμη και οι κανονισμοί εμπόδιζαν στον καθένα μας να αφήσει τον »δήμο κατοικίας του». Μετά, ξαφνική και αναπάντεχη, η αρρώστια. Εσύ!, εσύ που θεωρούσουν ένας »βράχος»,  una “roccia”, ποτέ ένα κρυολόγημα, μια γρίπη, ποτέ μια πάθηση, σε εκείνα τα βρωμερά μέρη. Εγώ, αντιθέτως με τον αιώνιο πονόλεμο και το κρύο, εκείνο το καταραμένο κρύο που δεν κατάφερνα ποτέ να πετάξω από επάνω μου. Κι έφυγες, έτσι ! Τι στον πούτσο!!!

Ποιος ήταν ο  Carlo? Εσείς δεν το ξέρετε! Δεν το ξέρετε διότι διότι δεν γνωρίζετε τίποτα για εμάς. Για εσάς travet, γραφειοκράτες  της παρούσας τάξης  δεν ήταν ένας  “ιδεολόγος” και δεν του αφιερώσατε ούτε για γραμμή στα χρονικά.  Bravi! Μα τι ξέρετε εσείς για εμάς? Εσείς άνδρες και γυναίκες καταδεκτικοί σε κάθε επιθυμία της εξουσίας και των μεγάλων ΜΜΕ δεν μπορείτε να το ξέρετε διότι δεν θελήσατε να μάθετε τίποτα, για αυτούς που σας αμφισβήτησαν και, ίσως, σας φόβησαν επίσης πάρα πολύ.  Δεν το ξέρετε διότι δεν θελήσατε να μάθετε την ιστορία μας ούτε τις πολιτικές μας και ανθρώπινες διαδρομές . Ακόμη λιγότερο θελήσατε να μάθετε το γιατί μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια εκείνων των γενεών εξεγέρθηκαν εναντίον σας για να τινάξουν στον αέρα το εκμεταλλευτικό σας σύστημα όπως επίσης και την αλαζονεία σας και τις δικές σας  καταχρήσεις.  Μιλήσατε απ’ το μυαλό σας για οργανωτικά σχήματα, για κακούς δασκάλους, ιδεολογίες, leader και “comandanti”. Επινοήσατε τα πάντα διότι είχατε και έχετε φόβο να μας κοιτάξετε από κοντά, να μας κοιτάξετε στα μάτια.

Μας κρίνατε και μας δικάσατε σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα για να μας θάψετε κάτω από αιώνες, χιλιετίες φυλακής ελπίζοντες πως από εμάς δεν θα παρέμενε ούτε η ανάμνηση. Εμείς, εκείνες οι γυναίκες και εκείνοι οι άνδρες που είχανε ουρλιάξει πως έπρεπε όλα να αλλάξουν και είχαν ξεκινήσει να το κάνουν! Μετά, αν και κάναμε λάθη, λιγότερα ή περισσότερα, η κραυγή αποδείχθηκε ακριβής και η σημερινή πραγματικότητα μας το φτύνει κατάμουτρα, σε όλους. Τώρα που οι δυνατοί έχουν εκ νέου ανάψει τις μηχανές των θανατηφόρων συσκευών τους.  Όπως εσύ έλεγες   Carlo, η πραγματικότητα δεν δίνει καθόλου σημασία σε δικαστές και κακογράφους!

Γεια σου “Picchio” το ξέρω, και οι δυο μας το ξέρουμε πως δεν υπάρχει ένα μέρος ούτε ένας καιρός όπου θα ξανασυναντηθούμε. Όπου θα αρχίσουμε ξανά τις αναμμένες συζητήσεις μας  για το Sceptulin (εγώ συνεχίζω να μην συμφωνώ, το ξέρεις! eheh”); όπου θα διατρέχουμε τις σπαστικές ώρες της εξέγερσης στην ειδική φυλακή του Trani και τις στιγμές της σφαγής; όπου να θυμηθούμε τότε που στην υπέρ-φυλακή της, με ότι βρήκαμε μπροστά μας και κοροϊδεύοντας τους φρουρούς, καταφέραμε να αποστάξουμε εκείνο το απαίσιο κρασί που μας άφηναν να αγοράζουμε στα »ψώνια» για να βγάλουμε γκράπα, τοξική σίγουρα, μα που απολαύσαμε μεθώντας παταγωδώς; όπου να σε δουλεύω για την όρεξή σου να τρέχεις ακόμη και στον πιο στενό »περίπατο» της ειδικής φυλακής, εκείνες τις μεγάλες λεκάνες τσιμέντου λίγων τετραγωνικών μέτρων.

 Δεν ήθελες να αποδεχτείς πως το κράτος μια ημέρα θα σου είχε δέσει τα πόδια που αγαπούσαν να τρέχουν στους λόφους και στα βουνά στην πατρίδα σου, το Βένετο, και συνέχιζες με πείσμα να πηγαίνεις πάνω κάτω σ’ εκείνο το τσιμέντο κοιτάζοντας ψηλά τα πουλιά να πετούν. Εάν ήμουν ένας αυτόχθονας ινδιάνος αμερικανός θα σε φανταζόμουν να τρέχεις με μιαν ανάσα τα »πράσινα λιβάδια», όμως κανείς δεν μου απαγορεύει να σε τρέχεις πίσω από εκείνο το διπλοσάινο, εκείνο το falco pecchiaioloastore,  για να μάθεις εάν εκείνο το αρπακτικό πετά ακόμη στους ουρανούς της Σαρδηνίας.

Γεια σου σύντροφε “picchio” ήταν ωραίο που σε γνώρισα!

salvatore

contromaelstrom

Al compagno, all’amico al fratello Carlo Picchiura che ci ha lasciato in questi ultimi giorni di agosto.

Ciao Carlo, aspettiamo un po’; aspettiamo che il chiacchiericcio si plachi, che la cronaca vada oltre, per rivivere con te alcuni momenti dei tanti –non-liberi- passati insieme nelle carceri speciali. Che non succeda, come nel ricordare Prospero quando anche lui ci ha lasciati, che si innalzi uno schiamazzo malsano. Lor signori “democratici” ritengono disdicevole che noi, i sovversivi, i terroristi, i rivoluzionari, si ricordi con amore chi ci ha accompagnato in questa tratto di strada sconnesso e accidentato. Non sopportano che tra noi, “i cattivi” ci si possa scambiare ricordi affettuosi!

A te “Picchio” le cronache ti hanno ignorato. Non ti ritenevano un “capo”, un “comandante”, hanno deciso così. D’altronde eri proprio tu a ricordarmi di non rincorrere gli schiamazzi; eri tu quello che nella stessa cella, a Trani e poi –trasferimento punitivo- a

Δείτε την αρχική δημοσίευση 799 επιπλέον λέξεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s