σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Perché ci odiano? Γιατί μας μισούν ;

 

Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι του περασμένου νοεμβρίου στις 13 από πολλές πλευρές αναρωτήθηκαν: γιατί μας μισούν? Αυτή την φορά οι απαντήσεις, τουλάχιστον εκείνες που εμφανίστηκαν στην πληροφόρηση που γενικεύει – που είναι όμως αυτή που διαμορφώνει την κοινή γνώμη και κατά συνέπεια τις πολιτικές απαντήσεις που με την σειρά τους σχηματίζουν την κοινή γνώμη σε μια  loop δίχως τέλος – προσπάθησαν να παίξουν το ψυχολογικό χαρτί. Οι τρομοκράτες δεν θα ήταν άλλο από  “κοινωνικά απόβλητα” με “ένα επίπεδο μεσαίο-χαμηλό κουλτούρας, μια οικογένεια πολύ ενωμένη και σταθερή στις πλάτες και την επικίνδυνη τάση στον θρησκευτικό φανατισμό. Σε όλους τους τρομοκράτες πάντοτε παρατηρήθηκε πως όσο περισσότερο κλείνονταν και απομονώνονταν σε σχέση με την κοινωνία τόσο ελαχιστοποιούνταν η αίσθησή τους για την πραγματικότητα, δίνοντας έτσι τροφή σε δηλώσεις όλο και πιο ασυνάρτητες και παραληρηματικές ούτως ώστε να καθιστούν κάθε δικό τους “delirio” σαν σωστό και δυνατό. Σε όλους τους τρομοκράτες παρατηρήθηκε επίσης πως το ελατήριο που τους έσπρωξε να δράσουν είναι πάντα το μίσος”  (qui). Η τρομοκρατική επιλογή θα ήταν το αποτέλεσμα μιας ύπαρξης αποξενωμένης και περιθωριοποιημένης που βρίσκει στη δυνατή ιδέα του ισλαμικού ριζοσπαστισμού μια προοπτική που δεν θα ήταν δυνατή με άλλον τρόπο και με το internet το εργαλείο της σχέσης με την παθολογία της. Απ’ όλες τις απαντήσεις που οι δυτικοί  policy makers μπορούσαν να επινοήσουν αυτή είναι πραγματικά η πιο απίστευτη. Όχι ότι την πιστεύουν αυτοί οι ίδιοι (εάν ο καπιταλισμός ήταν τόσο ηλίθιος θα είχε θαφτεί εδώ και καιρό μέσα στις παραδοξότητες της ιστορία), όμως όντας η πιο μεταδιδόμενη γίνεται εκείνη η περισσότερο αποδεκτή κοινωνικά, δίδοντας ζωή σε μιαν διαδικασία συνολικής αν-ευθυνότητας των δυτικών κοινωνιών. Φυσική συνέπεια στην ψυχολογική απάντηση είναι το αίτημα μιας »ψυχολογίας της αντιτρομοκρατίας» , è la richiesta di una “psicologia dell’antiterrorismo”, που στοχεύει στον να προλάβει ψυχιατρικά και να αποτρέψει την παθολογία του τρομοκράτη. Δυστυχώς, σε αυτά τα πράγματα η κοινή γνώμη πιστεύει πραγματικά, l’opinione pubblica ci crede davvero.

Όσον αφορά εμάς, εδώ και αμνήμονα καιρό προχωρούμε λέγοντας πως η πρόσφατη μεσανατολική αταξία είναι το φρούτο της προσπάθειας να τακτοποιηθούν κάποιες περιοχές του κόσμου που είναι ακόμη αποκλεισμένες από τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των φιλελεύθερων πολιτικών; πως η “τρομοκρατία” είναι ένα φαινόμενο που δημιουργήθηκε άμεσα από τις δυτικές πολιτικές στην Μέση Ανατολή; πως το Ισλαμικό Κράτος κι αυτή ακόμη την στιγμή εξοπλίζεται, χρηματοδοτείται και καλύπτεται από συγκεκριμένα και προσδιορισμένα δυτικά κρατικά υποκείμενα που έχουν τους δικούς τους τοπικούς αναφερόμενους.  Παρά την αντικειμενική του γέννηση, πρέπει επίσης να ειπωθεί πως υπάρχει μια μάζα ανθρώπων που στο μήνυμα του ισλαμικού ριζοσπαστισμού πιστεύει με καλή πίστη.  Πάνω απ’ όλα, πιστεύουν εκείνες οι χιλιάδες foreign fighters που από τις ευρωπαϊκές περιφέρειες και τα προάστια αποφασίζουν να παν να πολεμήσουν στην Μέση Ανατολή. Εάν στην μεσανατολική περιοχή η απάντηση στην ερώτηση   “γιατί μας μισούν” βρίσκεται στην αντικειμενική ερμήνευση ιστορικών κοσμικών γεγονότων που προκάλεσαν αυτό το μίσος, στην ευρωπαϊκή μητρόπολη είναι προφανές πως διασχίζεται ένας άλλος δρόμος. Εδώ θέλουμε να δώσουμε δυο κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ερμηνεία αυτή, ή εάν θέλουμε δυο παραδείγματα, που μπορούν να ισχύουν για μια γενικότερη συζήτηση σε θέση να απαντήσει στην ερώτηση που ταρακουνά την δυσπιστία του καλού ευρωπαίου.

Στις 23 φεβρουαρίου 2005 η γαλλική κυβέρνηση, με την σύμφωνη γνώμη όλων των μεγάλων δυνάμεων της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, ψήφιζε τον νόμο, la legge n.158-2005 που αναγνώριζε τον θετικό ρόλο της γαλλικής αποικιοκρατίας στις γαίες Πέρα από την θάλασσα και ειδικότερα στην Αφρική του βορρά και στην Ινδοκίνα. Αυτό είναι το άρθρο 1:

La Nation exprime sa reconnaissance aux femmes et aux hommes qui ont participé à l’oeuvre accomplie par la France dans les anciens départements français d’Algérie, au Maroc, en Tunisie et en Indochine ainsi que dans les territoires placés antérieurement sous la souveraineté française”.

Εδώ αντιθέτως το άρθρο 4, που στην συνέχεια ακυρώθηκε μετά από μιαν μακρά κοινοβουλευτική διαδικασία που θέσπισε  “την ακαταλληλότητά του” διότι έμοιαζε να αντιπροσωπεύει  “μια παρεμβολή στην αποικιακή γαλλική ιστορία”:

Les programmes scolaires reconnaissent en particulier le rôle positif de la présence française outre-mer, notamment en Afrique du Nord et accordent à l’histoire et aux sacrifices des combattants de l’armée française issus de ces territoires la place éminente à laquelle ils ont droit” (qui).

Αυτός ο νόμος, που βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, ακολουθούσε την ανακήρυξη της »Ημέρας εθνικής ευχαριστίας»,  “Giornata della riconoscenza nazionale” που συστάθηκε από την κυβέρνηση του Jacques Chirac και  που εγκρίθηκε από όλες τις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της κεντοδεξιάς και κεντροαριστεράς, ημέρα που βλέπει τον εορτασμό της στις 25 σεπτεμβρίου. Σε ποιον απευθύνονταν η “αναγνώριση, η ευγνωμοσύνη” της Πέμπτης γαλλικής Δημοκρατίας, della Quinta Repubblica francese? Στους Harkis, αραβικός όρος που δείχνει τους αλγερινούς μουσουλμάνους που συνεργάζονταν με την γαλλική αποικιοκρατία της Αλγερίας στην διάρκεια του μακρού απελευθερωτικού πολέμου του Fln. Ακόμη, στις 14 απριλίου 2012, ο Nicolas Sarkozy αναγνώρισε την ιστορική ευθύνη της Γαλλίας “στην εγκατάλειψη των βετεράνων Harkis στους χρόνους του πολέμου”, που εν τω μεταξύ για προφανείς λόγους είχαν αποβιβαστεί εκατομμύρια στην Γαλλία μετά την απελευθέρωση της αραβικής χώρας, πολλοί από τους οποίους σχετίζονταν με την Oas, molti dei quali in rapporti con l’Oas και στην συνέχεια υποστηριχτές του Εθνικού Μετώπου του πατέρα Λε Πεν.  sostenitori del Front National di Le Pen (padre). Ακόμη και σήμερα, na po;yme, e;inaiAncora ogνα πούμε, είναι  800.000 οι Harkis που ζουν σε γαλλικό έδαφος. Το 2006 ένας σοσιαλιστής βουλευτής, ο Georges Freche, λόγω του ότι αποκάλεσε τους άραβες συνεργάτες “υπανθρώπους”, εκδιώχτηκε από το  κόμμα.

Το 2005 ως εκ τούτου, εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου και σαράντα τρία μετά την Απελευθέρωση της Αλγερίας, η Γαλλία επιβεβαίωνε την αποικιακή της προδιάθεση, όχι μονάχα προχωρώντας στην δημόσια αναγνώριση των αράβων συνεργατών της  (υποδαυλίζοντας εκτων πραγμάτων το μίσος των γάλλων αράβων που δεν αφομοιώθηκαν στην αποικιακή κουλτούρα), μα επικυρώνοντας δια νόμου, ma sancendo per legge il ruolo positivo del proprio colonialismo τον θετικό ρόλο της αποικιοκρατίας της σαν παράγοντα ανάπτυξης και προόδου για τις ενδοτικές περιοχές. Δεν είναι λοιπόν οι δυτικές πολιτικές του XIX αιώνα, ούτε ο αποικιακός καταμερισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας με υπογραφή Sykes-Picot το 1916, που δημιούργησαν το τρέχον μίσος των αραβικών μαζών στην Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη, αλλά ο διαρκής ισχυρισμός του δικαίου εκείνων των πολιτικών ακόμη και σήμερα, όπως και η επαναλαμβανόμενη θέληση να τις αναπαράξουν σε διαφορετική σκάλα και με εργαλεία πιο εκλεπτυσμένα.  Οι αραβικοί πληθυσμοί δεν παραμένουν θύματα της ιστορικής αυτολύπησής τους που στέκεται ανίκανη να τους αφήσει να εξελιχθούν αυτόνομα, μα είναι ο δυτικός καπιταλισμός, ανίκανος να σκεφτεί τον εαυτό του έξω από τις αποικιακές και ιμπεριαλιστικές δυναμικές, που αναγεννά ένα μίσος που είναι όλο πολιτικό και με τίποτα ψυχολογικό, κι εκεί ακόμη που βρίσκει μορφές έκφρασης κατά τα φαινόμενα απολιτικές ή μέχρι και ψυχοαναλύσιμες.  Είναι η αποτυχία ρήξης με τον αποικιακό κόσμο, η αιώνια αξίωση της ηθικής και πολιτιστικής ανωτερότητας της Δύσης, η δουλική επανάληψη συμπεριφορών και πολιτικών, που δημιουργούν το μίσος. Όχι η Γαλλία του περασμένου αιώνα, αλλά η συνέχεια ανάμεσα στην Γαλλία του τότε και εκείνη του σήμερα, συνέχεια που αξιώνεται δημόσια δια νόμου.  Και επίσης η αιωνόβια πολιτική ομοιογένεια σε σχέση με τις θέσεις για την αποικιοκρατία, που βρίσκει πάντα συμπαγείς κεντροδεξιά και κεντροαριστερά του σήμερα έτσι όπως ήταν και τα Unr και Pcf στους καιρούς τους, καθιστά δύσκολο – αν όχι αδύνατο – να γίνει μια επιλογή στην γαλλική πολιτική. Για τον άραβα οι διαιρέσεις της γαλλικής πολιτικής εξαφανίζονται όταν πρόκειται για την αποκατάσταση της πρωτοκαθεδρίας της επί των αποικισμένων λαών, επικαλούμενοι την εξίσωση  “γάλλος=αποικιοκράτης” που θα έπρεπε να είναι λυπηρό αλλά που είναι απόλυτα κατανοητό από την αραβική σκοπιά. 

Η αποικιοκρατική πολιτιστική διάσταση και αφομοίωσης των δυτικών Κρατών και του γαλλικού ειδικότερα δεν είναι όμως η μοναδική αιτία ικανή να δημιουργήσει μίσος, όχι ένα μίσος γενικού χαρακτήρα, αλλά το πρόσφατο, συνειδητοποιημένο και πολιτικό μίσος προς τις δυτικές πολιτικές  (πολιτικό, επιβεβαιώνουμε, ακόμη και όταν λαμβάνει μορφές μη πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, αλλοτριωμένες). Υπάρχει ένας άλλος παράγων, άμεσα συνδεδεμένος στην διαδικασία οικονομικής γκετοποίησης πως μάζες νέων απόκληρων ζουν στο κορμί τους στην Ευρώπη της κρίσης.  Το Βέλγιο, από αυτή την άποψη, μας δίνει το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Το Belgio είναι το Κράτος από το οποίο φεύγουν, σε σχέση με τον πληθυσμό του, το μεγαλύτερο μέρος των Foreign fighters όλης της Europa. Κάποιοι από τους τρομοκράτες που χτύπησαν το Parigi την νύχτα της 13 νοεμβρίου προέρχονταν από το Βέλγιο, ειδικότερα από μια συνοικία στην περιφέρεια, Molenbeek. Γιατί ; Στην γειτονιά κατοικούν 95 χιλιάδες άνθρωποι; από αυτούς, 65 χιλιάδες(!) είναι άνεργοι ή δίχως δραστηριότητα. Το 70% του πληθυσμού της συνοικίας της “πρωτεύουσας ” της ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλούσιο Belgio της πλουσιότατης βορείου Ευρώπης ζει σε κατάσταση φτώχειας και έλλειψης προοπτικών δίχως προηγούμενο. Όμως το Βέλγιο έχει ένα κοινωνικό κράτος εξαιρετικά δομημένο, είναι η χώρα όπου οι πολιτικές υποστήριξης των εισοδημάτων είναι από τις πιο ανεπτυγμένες, τόσο ώστε να λέγεται επί χρόνια πως αποτελεί το επί χρόνια »έδαφος πειραματισμού του εισοδήματος ιθαγένειας», terreno di sperimentazione del reddito di cittadinanza. Υπ’ αυτή την έννοια θα πρέπει να μεταφέρουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από το τελευταίο νούμερο του Limes, “La strategia della paura”, »η στρατηγική του φόβου»:

Για να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πως γίνεται η πρώτη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης που γνώρισε την βιομηχανική επανάσταση είναι η πρώτη κατά κεφαλή εξαγωγέας τζιχαντιστών – έτσι ώστε να έχει κατακτήσει το προσωνύμιο  “Belgikistan” – είναι χρήσιμο να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Μετά τους παγκόσμιους πολέμους η βιομηχανία προσέλκυσε μια εμφανή μετανάστευση από την Νότια Ευρώπη και από την Βόρεια Αφρική, ειδικότερα από το Marocco και την Algeria (εκτός από την Turchia και από το Congo, πρώην αποικία). Εργατικό δυναμικό χαμηλού κόστους για τα ορυχεία, τις βιομηχανίες και τα χυτήρια της χώρας, ανάμεσα στα οποία εκείνο της  Molenbeek. Με ξεκίνημα τα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του Εννιακόσια, η οικονομική ενίσχυση όπως και της απασχόλησης του βιομηχανικού τομέα άρχισε έφτασε στο σημείο να εξαντληθεί.Ενώ η  Bruxelles σταθεροποιείτο στον ρόλο πρωτεύουσας της Ευρώπης, αυτοί που δεν μιλούσαν τουλάχιστον δυο γλώσσες, υψηλής ειδίκευσης ή τοποθετήσιμος στην δημόσια διοίκηση σταδιακά αποβλήθηκε από την αγορά εργασίας. Στους μετανάστες από το Μαγκρέμπ  που είχαν εργαστεί στην κατασκευή δρόμων και υπόγειων σιδηροδρόμων προσφέρθηκε η βελγική εθνικότητα και μια θέση στις εταιρείες μεταφορών, ενώ τα παιδιά τους έμειναν δίχως απασχόληση και άρχισαν να εξαρτώνται από τις κρατικές επιδοτήσεις.  Σε αυτά τα νεαρά παιδιά μεταναστών κατευθύνθηκαν τα κηρύγματα των σαλαφιτών ιμάμηδων,  imam salafiti, κατηχημένους από την Σαουδική Αραβία,  που στάλθηκαν από το Belgio των χρόνων Εβδομήντα για να έχει την εύνοια (οικονομική) του Riyad” (pag.284).

Η άμεση συνέπεια της από-βιομηχανοποίησης, η έλλειψη πολιτικών απασχόλησης και εργασίας που αντικαταστάθηκαν από υποστήριξη στο εισόδημα, δεν γέννησαν μορφές οικονομικής αναδιανομής και κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, περισσότερο δημιούργησαν χώρους κοινωνικής περιθωριοποίησης, πολιτιστικής και πολιτικής που παρήγαγαν σε πρώτη φάση χώρους γκέτο της μη-εργασίας, μετά εθισμό σε μιαν ζωή δίχως προοπτικές λύτρωσης, και τέλος την γοητεία του θρησκευτικού μηνύματος, που αν μη τι άλλο  παρείχε σε αυτούς τους απόβλητους από την δυτική μητρόπολη μια άγκυρα σωτηρίας συλλογικής κι έναν σκοπό για τον οποίον να αγωνίζονται. Δεν είναι τυχαίο πως , στην  Corriere della Sera της πέμπτης  24 δεκεμβρίου, ο leader του Κινήματος 5 Αστέρια  Movimento 5 Stelle Gianroberto Casaleggio δήλωνε: “Το εισόδημα ιθαγένειας είναι το πρώτο σημείο του προγράμματός μας για τις πολιτικές εκλογές, είναι δυο χρόνια που προσπαθούμε να το κάνουμε να εγκριθεί, μα με κάθε τρόπο εμποδιζόμαστε. Υπάρχει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες εκτός από την Ελλάδα και την Ιταλία, η ίδια η ΕΕ ζήτησε την εισαγωγή στην χώρα μας”. Όντως στοχεύεται ένα σημείο με μεγάλη σημασία: παρότι ο Casaleggio (και πολλοί άλλοι οπαδοί του κινήματος) το παρουσιάζει σαν νόρμα επαναστατική, το “εισόδημα ιθαγένειας” (ή όπως αλλιώς θελήσουμε να το ονομάσουμε), όχι μόνο βρίσκεται παρόν σε σχεδόν όλα τα άλλα ευρωπαϊκά Κράτη, αλλά το ζητά η ίδια η ευρωπαϊκή Ένωση, διότι στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση οι πολιτικές εισοδήματος αντικαθιστούν τις πολιτικές εργασίας. Ή καλύτερα, η ανταλλαγή που συνέβη αυτά τα χρόνια πάντα υπήρξε του ίδιου τύπου: από την μια απορυθμίζονταν εν γνώσει οι μισθολογικές κατακτήσεις και απασχόλησης των χρόνων Εβδομήντα ενώ από την άλλη παραχωρούνταν υποστήριξη στο εισόδημα όλο και πιο γενικευμένη. Το άθροισμα αυτής της ανταλλαγής όμως δεν είναι ισοδύναμο. Ενώ η εργασία αποφέρει ανεξαρτησία, οικονομική αυτονομία και συνεπώς πολιτική, ένταξη και ενσωμάτωση καταμετρώντας τα παρεχόμενα δικαιώματα στην ιθαγένεια, το εγγυημένο εισόδημα παράγει εξάρτηση από το Κράτος πρόνοιας, περιορίζει τις δυνατότητες ενεργών πολιτικών εργασίας, δεν επηρεάζει τις  κοινωνικές ανισότητες, καταλήγοντας να χτίσει εκείνα τα φυσικά και κοινωνικά γκέτο από την αδύνατη χειραφέτηση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως το Βέλγιο είναι αναλογικά το πρώτο ευρωπαϊκό Κράτος για ξένους μαχητές παρόντες στην Συρία. Και η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην διάλυση των βιομηχανικών πολιτικών και της εργασίας, που μαζί με τον νεοαποικιακό παράγοντα αποτελούν μια σημαντική πλευρά του μωσαϊκού των λόγων διαχυτικότητας του ριζοσπαστικού θρησκευτικού μηνύματος μεταξύ χιλιάδων ευρωπαίων πολιτών. Και σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι πολιτική, αν και παίρνει την αλλοτριωμένη μορφή της θρησκευτικής θυσίας.

Αυτά τα δυο παραδείγματα, ανάμεσα στα πολλά που θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά που πιθανότατα κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση από άλλα για την εμφαντική  σχέση ανάμεσα στο μίσος και τις αντικειμενικές αιτίες του, ξεκαθαρίζουν πως για όλα μπορούμε να μιλήσουμε εκτός από πρόβλημα ψυχολογικό ή περιορισμένο στον θρησκευτικό ορίζοντα, που βέβαια υπάρχει αλλά γίνεται άλλο τόσο εργαλείο έκφρασης ενός μίσους που έχει ξεκάθαρη προέλευση. Θα είναι αδύνατον, για την αριστερά, να έχει έναν ρόλο σε αυτή την κοσμοϊστορική υπόθεση εάν δεν αντιληφθεί τους λόγους ενός μίσους ιερού και που είναι, σε κάθε του μορφή, γνήσια πολιτικό και σαν τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί, ελευθερώνοντάς το από το θρησκευτικό υπόβαθρο που λαμβάνει.

http://www.militant-blog.org/?p=12688#more-12688

πάλι ο φίλος Τζανάκος μας λέει:

Collapse Under the Empire – Dragonfly

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Perché ci odiano? Γιατί μας μισούν ;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s