ιστορία, storia

1 ιανουαρίου 1969 La Bussola

Η πρωτοχρονιά του 1969 ήταν πολύ ιδιαίτερη. Διαφορετική από την συνηθισμένη αποστειρωμένη του καθωσπρεπισμού, όχι εκείνες οι άδειες νοημάτων και »λαμπρών τελετών» καταναλωτισμού τελετές και πλούσια στο φαντασιακό των αγώνων. Για ένα βράδυ η πρωτοχρονιά των αστών και εκείνη των προλετάριων διέσχισε τον ίδιο τόπο, με με δυναμικές, ανάγκες και απαιτήσεις τελείως διαφορετικές, αντίθετα σε πραγματική αντιπαραβολή.  Η χρονιά που είχε περάσει ήταν πλούσια σε γεγονότα και ειδήσεις στην εθνική πολιτική σκηνή, ένας πολλαπλασιασμός νέων σεναρίων και συγκρούσεων που άρχισαν να αρθρώνονται σύμφωνα με τις μορφές τους, και στις καλύτερες των ευχετήριων η χρονιά που έρχονταν θα ήταν άλλο τόσο ακμάζουσα.  Ακμάζουσα νέων ανταγωνισμών και κοινωνικών αγώνων. Για να μιλήσουμε όμως για την νύχτα μεταξύ  31 δεκεμβρίου του ’68 και 1ης ιανουαρίου ’69 πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε ένα άλλο συμβάν που της είχε προηγηθεί: την διένεξη τις διαμαρτυρίες και τα επεισόδια στην Scala di Milano, στο Μέγαρο Μουσικής του Μιλάνο δηλαδή.  Το ουσιαστικό ανακοινωθέν μιας διαφορετικότητας που έκοβε στα δυο την χώρα, από την μια πλευρά τους πλούσιους στην λαμπρότητά τους, τους εορτασμούς τους, τις καλές τους προτιμήσεις, τον καθωσπρεπισμό τους και την χρυσή τους εκπροσώπηση ενός κόσμου διεφθαρμένου και βρωμερού, και από την άλλη οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι στην κατάκτηση των δικαιωμάτων που τους στερούσαν. Οι ταραχές και οι διαμαρτυρίες στην Scala ήταν μια δήλωση ύπαρξης, μάλλον πολύ περισσότερα αντιθέτως, μια κήρυξη πολέμου. Κι από εκείνο το γεγονός το φαντασιακό της διαμαρτυρίας στους εορτασμούς της μπουρζουαζίας εξαπλώθηκε και πήρε πολλές άλλες και διαφορετικές μορφές. Ανάμεσα σε αυτές εκείνη δόθηκε την πρωτοχρονιά του ’69. Η Versilia, περιοχή, θέρετρο in για τις διακοπές της middle-class ήταν διάσπαρτη με νυχτερινά κέντρα chic όπου impresari, πολιτικάντηδες και subrette πήγαιναν για να περάσουν την πρωτοχρονιά. Μεταξύ αυτών και ένα από τα πιο ονομαστά ήταν η  «La Bussola», που υπάρχει ακόμη και σήμερα. Εκείνοι του Potere Operaio και του Movimento Studentesco από την Πίζα αποφάσισαν  να πάνε να κάνουν επίσκεψη στα αφεντικά οργανώνοντας μια μεγάλη διαδήλωση εκείνη την ημέρα μπροστά στο μαγαζί.

Παρότι στην πρόθεση των διαδηλωτών υπήρχε μόνον η ρίψη οπωροκηπευτικών στους σεβαστούς business-men μέσα στο κέντρο και στις συνοδούς τους, η ένταση ανέβηκε και έλαβαν χώρα μια σειρά συγκρούσεων ιδιαίτερα βίαιων μεταξύ των διαδηλωτών και τις δυνάμεις της τάξης, που έτρεξαν να υπερασπιστούν, κοίτα να δεις, την ευπρέπεια των πελατών της Bussola. Ο απολογισμός ήταν 55 προσαγωγών και ενός βαριά τραυματισμένου, του Soriano Ceccanti που έμεινε παράλυτος εξ αιτίας σφαίρας που δέχτηκε. Όντως σε εκείνη την περίπτωση οι δυνάμεις της τάξης χρησιμοποίησαν αδιάκριτα πυροβόλα όπλα ενάντια στους διαδηλωτές.

Αυτή η ημερομηνία ήταν ακριβώς ορόσημο αληθινό και καμπή στην ανάδυση μιας νέας συνείδησης. Το πολιτικό πλαίσιο που μοιάζει επιπόλαια και εκ πρώτης όψεως ιδεολογικό και που διασχίζει τα γεγονότα της  Scala του Milano και της Bussola είναι στην πραγματικότητα πολύ βαθύτερο. Έρχεται να δείξει τον διχασμό μεταξύ δυο κόσμων που δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν συνεχίσει να συζούν και περιγράφει μια πραγματική αναγκαιότητα, εκείνη μιας ισότητας όχι υποκριτικής και καθωσπρέπει, αλλά πραγματικής και κοινωνικής.   Η καταναλωτική ηλιθιότητα από την μια, που γίνεται όχημα μιας κοινωνικότητας ψεύτικης και τρομακτικής, βασισμένης στην αξία χρήσης μιας ανθρώπινης σχέσης, και ο προλεταριακός αγώνας από την άλλη, μητέρα μιας κοινωνικότητας αληθινής και καθημερινής.

Η θέληση για ανταπόδοση και αντεκδίκηση που διασχίζει την Ευρώπη, που θέλει να εισέλθει στους πιο ιδιωτικούς χώρους της εξουσίας και να τους αποαγιοποιήσει, να τους βεβηλώσει, να τους απομυθοποιήσει, να τους επανοικειοποιηθεί και να τους κάνει να ζήσουν ξανά με τρόπο διαφορετικό. Και τα πυροτεχνήματα αυτή την φορά τα ρίχνουμε εμείς.

Εκείνο το βράδυ μπροστά στην Bussola,
μες το κρύο του San Silvestro.
Εκείνη τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς
δεν θα την ξεχάσουμε ποτές.
Φτάνουνε οι κύριοι,
στα αστραφτερά τους αυτοκίνητα
και κοιτούσαν με περιφρόνηση
τους εργάτες και τους φοιτητές.
Οι κυρίες με το μακρύ τους φόρεμα,
με τις πλάτες μες τις γούνες,
οι ισχυροί με το παπιγιόν,
με τις κολλαριστές τους φάτσες.
Ήταν οι ίδιοι κύριοι
που μας εκμεταλλεύονται όλο τον χρόνο,
εκείνοι που μας κάνουν να πεθαίνουμε
στα εργοστάσια εδώ γύρω.
Ήρθαν να τσουγκρίσουν,
μετά έναν χρόνο εκμετάλλευσης,
να ευχηθούν για την νέα την χρονιά,
για να τους πάει ακόμη καλύτερα.
Δεν αντέχουν τα συντρόφια,
που τους αναγνώρισαν,
και να φτάνουν οι ντομάτες
και αρχίζουν τα φτυσίματα.
Για να υπερασπίσει τους εκμεταλλευτές,
μια τρομπέτα ξεφωνίζει,
ενώ ήδη οι carabinieri
έχουν τρέξει κι έχουν βαρέσει;
το όμορφοι που είναι οι carabinieri,
ενώ χτυπούνε με τα γκλομπς τους
τους συντρόφους μαθητές
των δεκατεσσάρων χρόνων μέχρι τα δεκαεπτά!
Και δεν σταματούν να ρίχνουν ξύλο
μέχρις ότου ο Garoppo να σηκώσει το δάχτυλο:
είναι η πιο πειστική εικόνα
της δικής μας καθεστηκυίας τάξης.
Τώρα βλέπουμε τους καραμπινιέρους
που οργανώνονται
για να ξεκινήσουν το κυνήγι στον άνθρωπο
με περιπολικά και θωρακισμένα.
Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε,
ούτε να παρατήσουμε τους διασκορπισμένους,
είμαστε ήδη αποκομμένοι
στον δρόμο προς τα αυτοκίνητά μας.
Αποφασίζουμε ν’ αντισταθούμε
και φτιάχνουμε οδοφράγματα:
για να υπερασπίσουμε καλύτερα
τις επακόλουθες επιθέσεις.
Από την πρώτη barricata
στην ζώνη των καραμπινιέρων
είναι περίπου σαράντα μέτρα
είναι όλοι τους μαύροι και άνετοι.
Ένας τους πυροβολεί στον αέρα
όταν αρχίζουν να προχωρούν προς τα μπρος.
τα συντρόφια πετούν πέτρες
μήπως και τους σταματήσουν.
Σταματούν για μιαν στιγμή
και συνεχίζουν να προωθούνται;
τώρα δεν είναι μόνον ένας που πυροβολεί,
αλλά πολλοί από αυτούς.
Από το μπροστινό οδόφραγμα
φαίνονται καθαρά τα πιστόλια,
απ’ το δεύτερο νομίζουν
πως πρόκειται γι αυτά που ρίχνουν πυροτεχνήματα.
Μαζευόμαστε όλοι γύρω
εκεί στο δεύτερο οδόφραγμα,
οι ‘carruba’ γυρνάνε πίσω,
έκαναν κακή εικόνα.
Μια ώρα ακόμη τα μπρος πίσω,
εμείς με πέτρες αυτοί με σφαίρες;
όλοι νομίζουμε πως πυροβολούν με άδεια,
και μέσα απ’ το τεθωρακισμένο.
Ξαφνικά βλέπω να πέφτει
ένας σύντροφος στα δεξιά μου
με μιαν τρύπα στο γόνατο
και μπόλικο αίμα στο παντελόνι.
Στρέφω το κεφάλι και φωνάζω:  Μ’αυτοί πυροβολούν στ’ αλήθεια!
και κάνω πίσω ένα βήμα:
δυο σύντροφοι κουβαλούν στις πλάτες τους
τον τραυματισμένο στο πόδι.
Τρέχουμε γρήγορα στον δρόμο,
πίσω οι καραμπινιέροι,
βλέπω τον Ceccanti, χτυπημένο θανάσιμα,
που τον μεταφέρουν στο πεζοδρόμιο.
Παρά τις προσπάθειες να τον βοηθήσουμε,
είναι πολύ δύσκολο να βρεις βοήθεια
την ώρα που τρέχουν από πίσω σου οι χωροφύλακες
και δεν μπορείς να πάρεις μιαν ανάσα.
Βρήκαμε ένα αυτοκίνητο
κι απομακρύναμε τον Ceccanti,
οπότε δεν έχουμε άλλο να κάνουμε
απ’ το να το σκάσουμε κι εμείς όλοι.
Ίσως στην Bussola, εκείνο το βράδυ,
οι κύριοι να προσεβλήθησαν,
αυτοί που προσβάλλονται και σκοτώνουν
τους υπόλοιπους δώδεκα μήνες.
Θα ήταν καλύτερα να τους προσβάλλουμε συχνότεραspesso
να μην τους δίνουμε ανάσα
κάθε φορά που αυτοί οι κύριοι
πέφτουν επάνω στον δρόμο μας.
Και τώρα εδώ μοιάζει να ήρθε η ώρα
να κάνουμε κάποιες εκτιμήσεις
για κάποιες από αυτές τις διάφορες ασχημόφατσες
με τις οποίες μας παρουσιάζεται το αφεντικό σήμερα:
έχει τα χρήματα για να μας εξαγοράζει,
την φτώχεια για να εκμεταλλεύεται,
τους ένοπλους που μας σκοτώνουν,
την TV για να μας κοροϊδεύει και να μας εξαπατά
Δεν μας μένει απ’ το να εξεγερθούμε
και να μην αποδεχτούμε το παιχνίδι
αυτής τους της ελευθερίας,
που για εμάς δεν πιάνει μια.
Η χρυσή ορδή  Nanni Balestrini Primo Moroni

Εκείνο το βράδυ μπροστά στην bussola

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s