ιστορία, storia

Τα »κακά παιδιά» που εφόρμησαν στον ουρανό – I «cattivi ragazzi » che assaltarono il cielo

I «cattivi ragazzi » che assaltarono il cielo

70

 

Found footage είναι το λογοτεχνικό είδος αυτού του βιβλίου του Sergio Bianchi, Figli di nessuno (Milieu εκδόσεις, euro 14,90), μερική αφήγηση που ο υπότιτλος – Ιστορία ενός αυτόνομου κινήματος – εξηγεί τα πάντα, περί τίνος πρόκειται. Υλικό που βρέθηκε, που πήδηξε έξω απ’ τα συρτάρια ή από την μνήμη (όχι ντε και καλά από έναν computer), που συνεπώς υπήρχαν ήδη και προορίζονταν για άλλο σκοπό κι όχι για σελίδες μπροσούρας, που ανασυγκροτήθηκαν και στήθηκαν ξανά για να γίνουν ένα αντικείμενο, αριστοτεχνικά. Και πράγματι ανάμεσα στους προγόνους αυτής της τεχνικής υπάρχουν οι Alberto Grifi και Marcel Duchamp. Και όντως ο συγγραφέας έφτασε στο σημείο να εργαστεί επίσης και στον κινηματογράφο, αφού πρώτα πήρε μέρος σε μια από τις σκηνές του ταξικού αγώνα από τις πιο εκτεταμένες και διασκεδαστικές που η Ιταλία και ίσως όχι μόνο ακόμη θυμάται: την μαζική απόδραση από την κοινωνία της εργασίας. Ποιήματα, φεϊγ βολάν, αγκαλιές και φιλιά από μιαν ειδική φυλακή ασφαλείας, γουρουνάκια κινούμενα σχέδια και  Miss Rand που καίγεται μαζί με το σπίτι της, και επιπλέον ντοκουμέντα με λόγια απομαγνητοφωνημένα που διατηρούν ίχνη προφοράς απ’την περιοχή  της Βαρέζε ακόμη και τότε που είναι γραμμένα.

Για να διηγηθεί τι? Το πρόσωπο της περιφέρειας και καθόλου επαρχιακό μιας εργατικής ανυποταξίας που ξεκινώντας από το 1973 εκφράζει, χτίζει και εξαπλώνει την ξενικότητά της προς το καθεστώς του εργοστασίου, στην συνδικαλιστική ανάθεση της σταδιακής προσέγγισης των κατακτήσεων και που κοιτάζει κοροϊδεύοντας τα εργαλεία της εκπροσώπησης, του συμβιβασμού, της παραλλαγές σε αιχμαλωσία και κομουνιστικές στις οποίες μέσα εξασθενεί η κουλτούρα και η ζωή των τόπων λίγο πιο πάνω από την μιλανέζικη hinterland. Η ιστορία ενός αυτόνομου κινήματος αυτόνομου, που δεν γεννιέται από πλευρά εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων σε διάλυση ούτε από αιρετικές αποκλίσεις μιας κομματικής σέχτας, ακόμη λιγότερο από έναν χώρο λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένο με το «α» κεφαλαίο.  «Εμείς γεννηθήκαμε ακριβώς σαν αυτόνομοι ευθύς εξ αρχής, δεν είχαμε από πίσω μας μια γονική σχέση, δεν ήμασταν παιδιά καμιάς παράδοσης και καμιάς προηγούμενης εμπειρίας» διευκρινίζει ο συγγραφέας σε ένα κείμενο με τίτλο Una nidiata di cattivi ragazzi, ένα τσούρμο κακά παιδιά.

Il sole che splende ο ήλιος που λάμπει

Εξάλλου ο γενεαλογικός χάρτης εκείνων των χρόνων δεν είναι ξένος στην έκθεση μιας ορισμένης «ανομίας» και πριν ακούσουμε για πολιτικό εξτρεμισμό και κακούς δασκάλους αξίζει ίσως τον κόπο να θυμίσουμε εκείνην που της είχε προηγηθεί λίγο νωρίτερα, τους Blousons noirs για παράδειγμα: παρανόηση μιας γενιάς σε ανταρσία πού  είχε ήδη διανείμει την Μπροσούρα επάνω στην φτώχεια,  pamphlet Sulla miseria, στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, δείχνοντας πως επρόκειτο για την φύση ενός φαινόμενου συμπεριφοράς, μπάντα εναντίον μπάντας, ο προσωπικός ατομικισμός, η σκληρή ιεραρχία και συνεπώς μια μοίρα σημαδεμένη από την εναλλακτική επιλογή ή «επαναστατική συνείδηση» ή «τυφλή υπακοή στο εργοστάσιο». Δύσκολο να πούμε πως οι φωνές που αναμειγνύονται μέσα σε αυτό το βιβλίο ξεκινούν από μιαν συνείδηση, σίγουρα επιβεβαιώνουν μιαν άρνηση για την εργασία στο εργοστάσιο που εμφανίζεται πριν ακόμη καλά καλά βάλουν το πόδι εκεί πέρα. Και είναι ίσως αυτό που κάνει περισσότερο εντύπωση σε αυτή την χορωδιακή αφήγηση: η περιγραφή μιας πρωτόγονης αποστροφής που είναι ναι εκείνη ενός  υποκείμενου εργάτη, από πλευράς κοινωνικής προέλευσης, που πηγαίνει όμως να δουλέψει με την απομυθοποίηση αυτού που έπαψε να πιστεύει στον πολιτισμό της εργασίας. Μια αποξένωση που δεν έχει τίποτα το αυτοκτονικό ή κάποιαν εδαφική χροιά, και που μοιάζει το αποτέλεσμα μιας πλέξης των διάφορων αρνήσεων : για την λειτουργική κουλτούρα που εδραιώνει κοινωνικότητα και οικογένειες, για την φτώχεια ενός χρόνου ζωής που καταναλώνεται μέσα στην βλαβερότητα, την τοξικότητα, για τον πατερναλισμό που είναι μορφή κυβέρνησης στην επικράτεια και στα μικρά εργοστάσια, για την διάλεκτο που είναι η επίσημη γλώσσα από πλευράς των μεταναστών του νότου δεύτερης γενιάς,  ίσως ακόμη και για την ομίχλη αν σταθούμε στον τίτλο της θεατρικής παράστασης που αναστατώνει τις συνήθειες στις τοπικές ενορίες το  1974, ο ήλιος λάμπει ακόμη. l sole splende ancora.

Θέλοντας να δώσουμε μιαν επίπεδη διάσταση στην λέξη «αναδιάταξη, ανασύνθεση, ricomposizione» πρέπει να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο, που σίγουρα περιγράφει το πέρασμα από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη στο διάχυτο εργοστάσιο, μα πάνω απ’ όλα λογαριάζει το πως οι ζωές που ενσαρκώθηκαν σε μιαν γενιά έδωσαν στον εαυτό τους μια μορφή, έξω από την υποταγή της εργασίας.   Με την επανοικειοποίηση των τόπων και των χώρων, με την επανασημασιοδότησή τους σύμφωνα με την αρχή ενός κοινωνικού  δεσμού συνένοχου και αλληλέγγυου, γευόμενοι ένα σώμα αφιερωμένο στην απόλαυση και όχι στην κυριαρχία, στήνοντας στα πόδια μια κοινωνία διαφορετικών αλλιώς προορισμένων στην χειραφέτηση,  δίδοντας την δυνατότητα στην κοινωνική εξυπνάδα να τρέξει με τα δικά της ρέματα, συνεπώς: βάζοντας στον κόσμο έναν κόσμο.

Επίλογος της αποτυχίας Epilogo del fallimento

Η ηλικία αυτής της κοινωνικής ζωής, ανώνυμη, μεταβαλλόμενη και ποικίλη θα τελείωνε λίγο αργότερα από έναν χρόνο,  με την αποκατάσταση των εγωκεντρικών ταυτοτήτων, των προσδιορισμένων προφίλ, των βιογραφιών στα χρόνια Ογδόντα.  Υπάρχει να αναρωτηθούμε εάν η αντεπανάσταση που επανέφερε στο προσκήνιο τους φράκτες των υποκειμένων με την οποίαν ακόμη και σήμερα βρισκόμαστε  πεπιεσμένη δεν πέρασε από μιαν φιγούρα συγκεκριμένη, που καλλιεργήθηκε για να σπάσει εκείνες τις σχέσεις που σχημάτιζαν, μορφοποιούσαν ένα  «εμείς» με ελάχιστη ταυτότητα και να αναδείξουν έναν «εαυτό» καλά καθορισμένο: εκείνον του πληροφοριοδότη, του χαφιέ. Ένα ίδιον, έναν εαυτό που γλιτώνει από μόνος του. Επάνω σε αυτό τον σκόπελο ανοίγει και κλείνει το βιβλίο του Sergio Bianchi, κηρύττοντας αποτυχημένη την προσπάθεια εκείνης της εποχής. Επίλογος της αποτυχίας που διαμορφώνεται σαν μια βιογραφική κληρονομιά που απ’ την πλευρά μας, που κι εμείς είμαστε κανενός παιδιά, αισθανόμαστε να αρνηθούμε. Προτιμώντας την μέγιστη: «Η ζωή είναι η ικανότητα που ένα ον έχει για να δράσει σύμφωνα με τους νόμους της ικανότητας να επιθυμεί». Δεν την είπε ο Franco Berardi Bifo στο αποκορύφωμα της επιθυμούσας αυτονομίας, μα ο Immanuel Kant. Κατά καιρούς σκάνε μύτη απίθανοι πατέρες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s