ιστορία, storia

ΒΙΒΛΊΟ ΤΗΣ ΗΜΈΡΑΣ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ ΖΩΉ ΕΝΌΣ ΑΝΤΆΡΤΗ – LIBRO DEL GIORNO: VITA QUOTIDIANA DI UN TERRORISTA

»ΚΟΝΤΌ ΦΥΤΊΛΙ», ‘MICCIA CORTA’ ΤΟΥ SERGIO SEGIO (ANSA) – ROMA, 25 ΦΕΒ – SERGIO SEGIO: ‘MICCIA CORTA’ (DERIVE E APPRODI; 244 ΣΕΛ; 15 EURO) – Όχι η ιστορία της Πρώτης Γραμμής, Non la storia di Prima Linea, που επίσης δεν έχει ποτέ γραφεί και που ίσως, μιαν ημέρα, ο Sergio Segio θα γράψει, μα μόνο ‘μια ιστορία’: εκείνη της εφόδου με χειροβομβίδες και ριπές αυτομάτων όπλων στην φυλακή του Rovigo στις 3 ιανουαρίου 1982, για να ”ελευθερώσει” την συντρόφισσα του, Susanna Ronconi, και άλλες κρατούμενες της οργάνωσης που βρίσκονταν εκεί φυλακισμένες.

H ιστορία της οργάνωσης που είχε τον μεγαλύτερο αριθμό μαχητών (923 που δικάστηκαν έναντι των 911 των BR) ”είμαι πεπεισμένος πως δεν μπορεί παρά να είναι ένα χορικό γεγονός, όπως συλλογική υπήρξε εκείνη η δραματική εμπειρία”, εξηγεί ο Segio, που υπήρξε ένα από τους μεγαλύτερους συντελεστές της από τα χρόνια ’70 μέχρις ότου, τον ιανουάριο του ’83, μεταξύ των τελευταίων, κατέληξε στην φυλακή για να βγει μόλις πριν λίγα χρόνια, τo 2004. Και ποιος ξέρει – λέει – ίσως συμβάλλουν στην ενεργοποίηση  μιας συλλογικής αφύπνισης στην μνήμη οι σελίδες του ‘Miccia corta’, αυτές οι σελίδες ” που βγαίνουν σε μιαν στιγμή από τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον των τελευταίων δυο δεκαετιών. Μια στιγμή κατά την οποίαν αυξάνεται και λειτουργεί συγκεκριμένα ένα πνεύμα μνησίκακο και επιπλέον εκδικητικό  σε σχέση με εκείνα τα γεγονότα και τις υποθέσεις και με τα χρόνια εβδομήντα. Ένα πνεύμα που παραδόξως  έγινε δυνατότερο και ξεκάθαρο καθώς έχει περάσει πολύς καιρός από εκείνα τα συμβάντα και από εκείνες τις πληγές”.

ο Segio, που μάλλον ήταν ο μοναδικός από τους leader του ένοπλου αγώνα που ‘κατέθεσε τα όπλα’ πριν ακόμη συλληφθεί, δεν αναιρεί τίποτα από την σκληρότητα εκείνων των χρόνων και της δικής του δράσης όπως και των συντρόφων του μέσα στις σελίδες της αφήγησης, αντιθέτων μάλιστα, προσδιορίζει ”η προσπάθεια ήταν να αφηγηθώ…με τα μάτια, τις αναφορές, τα συναισθήματα, την γλώσσα και τις κατηγορίες του τότε”. Έτσι, για παράδειγμα, οι συντρόφισσες   ”ελευθερώνονται” από την φυλακή, ενώ πυροβολούνται στα πόδια, γαμποποιούνται δηλαδή ”oι χαφιέδες”… ”Εμείς δεν υπήρξαμε αθώοι” γράφει ξανά στην εισαγωγή-. ”Την αθωότητα την χάσαμε στις 12 δεκεμβρίου 1969” και χρησιμοποιεί τα λόγια μιας συνέντευξης του Sofri για να θυμίσει πως ”στην αδιάκριτη βία της σφαγής προστίθεται το ψέμα, η αίσθηση της συνωμοσίας,του διωγμού. Αθώοι όπως ήμασταν ήταν στο χέρι μας δικαιωματικά, δικαίωμα που στην συνέχεια έγινε η κατάρα μας, να πετάξουμε την πρώτη πέτρα. Και όταν την έριξες δεν είσαι πια αθώος. Πετάς μιαν άλλη, και μιαν άλλη ακόμη. Μέχρι να γίνεις λιθοβόλος”.
ο Segio, αν και δεν γράφει την ιστορία των χρόνων του μολυβιού, στα μακρινά flash back φωτογραφίζει το κλίμα εκείνων των χρόνων: τις σφαγές δίχως ενόχους, τον ”φυσικό θάνατο” του Pinelli, τις άγριες επιθέσεις της αστυνομίας ενάντια στις διαδηλώσεις, το ξύλο στην ασφάλεια, τις molotov, τους σιδηρολοστούς και μετά τα πιστόλια που αρχίζουν να εμφανίζονται στις διαδηλώσεις , το ξύλο που τρων κάτω από τα σπίτια τους οι σύντροφοι και το ξύλο που δίνουν στους φασίστες.

Ναι, η φωτογραφία που τραβιέται από τον Segio λογαριάζει επίσης και τους ‘πεσόντες’ της άλλης πλευράς, μέχρι να κάνει τον λογαριασμό (20 χιλιάδες που διερευνήθηκαν για ένοπλο αγώνα, 4200 φυλακισμένοι, πάνω από 3000 με ποινές που ξεπερνούν τα 10 χρόνια, εκατοντάδες τα ισόβια, 200 από αυτούς βρίσκονται ακόμη κρατούμενοι) ”ένα φαινόμενο κοινωνικής ριζοσπαστικότητας”, παραδομένο στην ιστορία και στις νέες γενιές σαν φαινόμενο σαν φαινόμενο καθαρά εγκληματικό ή ακόμη και ψυχοπαθολογικό.
Mα σε κάποιες σελίδες, τις καλύτερες, η ‘miccia corta’ δίνει επίσης μια ασυνήθιστη θεώρηση της μικρής καθημερινότητας των ανταρτών.
Αφηγούμενο σήμερα εκείνη την 3η του γενάρη 1982 και τις ημέρες της προετοιμασίας της εφόδου στην φυλακή, εκείνες τις αμέσως επόμενες, το βιβλίο αναλαμβάνει σχεδόν τον ρυθμό ενός thriller, μιας spy story, με το αλεξίσφαιρο γιλέκο κατάσαρκα ακόμη και την ώρα που πηγαίνει να αγοράσει τις εφημερίδες, με τα σχέδια της απόδρασης γραμμένα με αόρατο μελάνι και σε κώδικα επάνω σε πολύ λεπτό χαρτί κολλημένα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου για να μπορέσουν να τα βάλουνε στην φυλακή, με τον αρχηγό της αντιτρομοκρατικής  digos του Milano που κρατά την φωτογραφία του Segio κρεμασμένη στο γραφείο σαν στόχο για τα βελάκια. Με τα ραντεβού του Segio και των δικών του που έδιναν στους ταξιαρχίτες σε ακριβά εστιατόρια που εκείνοι δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους μιας και απολάμβαναν απ’ την οργάνωσή εργατικούς μισθούς, ή με το αστείο ανάμεσα σε φίλους οι οποίοι ρίχνουν ανάμεσα στα πόδια του συντρόφου τους που κρατά για πολύ ώρα κατειλημμένο το μπάνιο μιαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα (την οποίαν στο μεταξύ της είχαν αδειάσει απ’ το φορτίο της, που ο ατυχής όμως δεν το γνωρίζει!), η ‘Miccia corta’ παίρνει σχεδόν την γεύση ιστορικού, αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, generational. Για εκείνη την γενιά που είχε το όνειρο να αλλάξει τον κόσμο και που, παραφράζοντας τον Kundera, τόσο μεγάλο ήταν το όνειρό της που σκοτώνοντας το γλίστρησε στο αίμα.(ANSA).
CZ 25-FEB-05

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s