αυτονομία, autonomia

Οι εφημερίδες σε δίκη: η υπόθεση 7 απριλίου, πέμπτη συνέχεια – I giornali a processo: il caso 7 aprile – Quinta parte

rossoareaautI giornali a processo: il caso 7 aprile – Quinta parte Πέμπτη συνέχεια της δίκης στις εφημερίδες για την υπόθεση της 7 απρίλη

του Luca Barbieri

(c) 2002 – Eπιτρέπεται η μερική ή πλήρης αναπαραγωγή του έργου και η διάδοση του ηλεκτρονικά, φτάνει να μην είναι για εμπορικούς σκοπούς και με τον όρο πως αυτή η διατύπωση θα αναπαραχθεί.

Autonomia Operaia Εργατική Αυτονομία

Ο χώρος της αυτονομίας όπως είναι σωστό να λέμε γεννιέται στην διάρκεια του ’73, περίοδος κατά την οποίαν αρχίζει να λαμβάνει συνοχή ο εθνικός συντονισμός των αυτόνομων συνελεύσεων και επιτροπών.  Tο πρώτο παράγωγο αυτού του συντονισμού θα είναι το »Δελτίο των αυτόνομων εργατικών οργανισμών», il “Bollettino degli organismi autonomi operai”, που γεννιέται τον μάιο του ’73 και φέρει τις υπογραφές των: Assemblea autonoma, αυτόνομη Συνέλευση Alfa Romeo, Assemblea autonoma Pirelli, Comitato di lotta, Επιτροπή αγώνα της Sit-Siemens, Gruppo operaio, εργατική Ομάδα Fiat, Assemblee autonome di Porto Marghera, αυτόνομες Συνελεύσεις του porto Marghera, Comitato politico, πολιτική Επιτροπή Enel, Comitato lavoratori-studenti , Επιτροπή εργατών-φοιτητών policlinico, Unione sindacale comitati di lotta, συνδικαλιστική Ένωση επιτροπών αγώνα. […] Η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera πιθανότατα αποτελεί την πιο παλιά και σταθερή εμπειρία αυτόνομης οργάνωσης: οι ρίζες της βυθίζονται στο δίκτυο παρεμβάσεων του Potere Operaio veneto-emiliano του τέλους των χρόνων ’60, που εισέρρευσε στην Potere Operaio θα διατηρήσει πάντα μια δυνατή αυτονομία από τις δομές της οργάνωσης και μιαν ταυτότητα έντονα χαρακτηρισμένη, και από τις αρχές του ’74 θα δώσει ζωή στην “Lavoro Zero”, »Μηδενική Εργασία».

Αυτός ο χώρος μετά το συνέδριο της Rosolina θα εμπλουτιστεί από τις δυνάμεις που βγήκαν από το Potere operaio με τον Negri και στο Milano, μαζί με αυτούς που απομένουν από την ομάδα Gramsci μετά την διαδικασία αναθεώρησης που είχε λάβει χώρα, θα δώσουν ζωή στην νέα σειρά του “Rosso”, εφημερίδας μέσα στο κίνημα, ξεκινώντας από τον δεκέμβρη του ’73 και στις εργατικές πολιτικές Επιτροπές,  Comitati politici operai. το “Rosso” θα γίνει πολύ σύντομα η πιο αντιπροσωπευτική εφημερίδα του χώρου λόγω της ικανότητας της να ανοίγεται στα νέα θέματα του »νεανικού προλεταριάτου», “proletariato giovanile”, dell’”operaio sociale”, του »κοινωνικού εργάτη»,della “critica della politica” της »κριτικής της πολιτικής».  (10).

Ήδη λοιπόν μέσα στο 1973, με το Potere operaio στον δρόμο προς την διάλυση, γεννιέται ο πρώτος συντονισμός των ομάδων της εργατικής Αυτονομίας, dell’Autonomia operaia. Πρόκειται για ένα σύνολο εμπειριών διαφορετικής μορφής. Περισσότερο από ένα συγκεκριμένο κίνημα η έκφραση “Autonomia operaia” θα ορίσει μια κουλτούρα, έναν χώρο που γυρνά γύρω από συγκεκριμένους όρους κλειδιά όπως η »άρνηση της εργασίας», il “rifiuto del lavoro” (που είχε ήδη αναπτυχθεί στο Potere Operaio) και η αξιοποίηση της δύναμης κάθε μεμονωμένου εργάτη (αλλά είναι καλύτερα να λέμε προλετάριου) να μπλοκάρει τον κύκλο της εργασίας, και να αντιπροσωπεύει αυτός καθαυτός μια αντιεξουσία, un contropotere, κυρίως στην κοινωνική του διάσταση. η εργατική Αυτονομία τίθεται σαν ρήξη ξεκάθαρη με τις προηγούμενες εμπειρίες του σοσιαλισμού.  Αρνείται τα κλασσικά σχήματα της σοσιαλιστικής οργάνωσης. Κάποιες όμως εμπειρίες της, όπως είδαμε, προέρχονται άμεσα από τις θεωρητικές διεργασίες της εργατικής Εξουσίας, di Potere operaio. Η δυναμική που οδηγεί στην γέννηση της Autonomia, στην σφυρηλάτηση διαφορετικών μεταξύ τους συνιστωσών, εξηγείται και από τον Palombarini:

Από την μία χαλαρώνει προοδευτικά ο δεσμός που ένωνε πολιτικά, και όχι σπάνια και οργανωτικά, στις ομάδες μια σειρά οργανισμών βάσης, κυρίως εργατικών, που προσπαθούν και ψάχνουν αυτόνομα άλλους δρόμους για μιαν δική τους πολιτική πρωτοβουλία. Από την άλλην νέοι οργανισμοί, που αναδύονται σε έναν κοινωνικό χώρο που αρχίζει να μην βρίσκει μιαν επαρκή πολιτική αντιπροσώπευση, ενώνονται με τις πρώτες [ομάδες] αναζητώντας μιαν αποτελεσματική γραμμή δράσης, λειτουργίας (11).

Ουσιαστικά, σε σχέση με τις ρήξεις που διενεργήθηκαν απ’ τον εργατισμό στο θεωρητικό σώμα, sul corpus teorico του μαρξισμού-λενινισμού, η »αυτόνομη» εμπειρία προσθέτει μιαν αντίληψη της κρίσης  που δεν είναι πλέον εκείνη της κοινωνικής κατάρρευσης, της έκρηξης της βαθύτερης ανικανότητας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά εκείνη της έκρηξης κοινωνικών σχέσεων πολύ πλούσιων ώστε να οδηγηθούν ξανά σε σχέση με το κεφάλαιο.

Πρόκειται για μιαν οργάνωση που προσπαθεί να βάλει μια τάξη (σχετική) στον αυθορμητισμό που ενώνει τους αγώνες και τις διαμαρτυρίες φοιτητών και προλετάριων (με την πλατιά έννοια εννοούμενων). η Autonomia operaia υπερασπίζονταν τον αγώνα στο Κράτος και στους κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς που υπήρχαν διαμέσου δράσεων μαζικής παρανομίας και κοινωνικής-πολιτικής ανυπακοής.  Γι αυτό και η Autonomia, ακριβώς λόγω αυτής της ρήξης με την σοσιαλιστική παράδοση, αποκαλέστηκε επίσης »το άλλο εργατικό κίνημα», “l’altro movimento operaio”. Ένα φαινόμενο που παρότι συνενώνεται κάτω από το μοναδικό όνομα της Αυτονομίας παίρνει μορφές και περιεχόμενα διαφορετικά από πόλη σε πόλη. Και μιλάμε για αγώνες που πηγαίνουν από την αυτομείωση των εισιτηρίων αστικής μεταφοράς σε περιεχόμενα οικολογικά. Ο τόπος ανάπτυξης του φαινομένου είναι κυρίως το πανεπιστήμιο και πάντως ο αστικός ιστός. Συμπτώματα μια διάχυτη βία ενάντια στους πανεπιστημιακούς θεσμούς : γαμποποιήσεις, βιαιοπραγίες, μικρές απόπειρες και επιθέσεις. Σε μεγάλο αριθμό. Σύστημα αυτοχρηματοδότησης πολύ διαδεδομένο οι ληστείες.  Ένα φαινόμενο που σημαδεύει της ζωή ολόκληρων πόλεων όπως η  Padova.

Ένα φαινόμενο αυτό που δεν μπορεί παρά να εισέλθει σύντομα σε σύγκρουση με τον κόσμο της παραδοσιακής αριστεράς. όπως εξηγεί η Rossana Rossanda: Η πιο αυθεντική του πλευρά και από τις απαρχές του δεν είναι οι γαμποποιήσεις της Padova, ούτε επίσης η συμβολική λιγότερο ή περισσότερο χειρονομία της φυσικής βίας, μα ακριβώς το σύνολο των πρακτικών αυτορύθμισης και άρνησης της πολιτικής-συνδικαλιστικής διαμεσολάβησης, που διαχύθηκαν όχι μόνο στην νεανική ή περιθωριακή κουλτούρα, αλλά στις δημόσιες υπηρεσίες και εν μέρει στο εργοστάσιο (12).

Τα »χρυσά χρόνια» της Αυτονομίας , Gli “anni d’oro” dell’Autonomia είναι το 1975, το 1976 και το 1977, η χρονιά του κινήματος του ’77. Είναι όμως δύσκολο να καθορίσουμε πόσο οφείλεται στην παρουσία της Αυτονομίας και πόσο στην αυθόρμητη γέννηση διαμαρτυριών και κινημάτων.

Οι οργανωμένες μορφές της αυτονομίας προορίζονται φυσικά να έχουν μιαν βαρύτητα όχι αδιάφορη στον χώρο και το περιβάλλον του κινήματος, μα αυτό, στην ευρύτητα του τις υπερβαίνει. Δίπλα στους προϋπάρχοντες οργανισμούς γεννιούνται καινούριοι, και διαφορετικά επάνω τους σημάδια ακόμη (σκεφτείτε αυτούς που αποκαλούνταν “δημιουργικοί”) που σε κάποιες περιπτώσεις είναι απλά σημεία κοινωνικής και πολιτικής συνάθροισης. Εδώ δεν υπάρχει μονάχα η ιστορία οργανώσεων παράνομων λιγότερο ή περισσότερο. Γύρω στο ’77 υπάρχει η πολιτική καταβύθιση μέσα σε ένα ολόκληρο σύμπαν πεποιθήσεων, υποκειμενικοτήτων, άγνωστες κοινωνικές φιγούρες ή απρόβλεπτες τουλάχιστον μου φαίνεται να βρίσκουν το δικό τους συγκεκριμένο, την δική τους ύπαρξη στην πεποίθηση της μη μετατρεψιμότητας του συστήματος, στις μορφές τουλάχιστον της πολιτικής δημοκρατίας. Η δημοκρατία θεωρούνταν ανίκανη, και την ίδια στιγμή σημαδεμένη από κατασταλτικές τάσεις και πειρασμούς, απολυταρχικές. Η ένοπλη υπόθεση καθίσταντο αν μη τι άλλο μια υπόθεση αποδεκτή μέσα σε κινήματα απέραντα και σύνθετα, και φαίνονταν πως αναλάμβανε μιαν ικανότητα εξουδετερωτική (η θεωρία των “συντρόφων που λανθάνουν”, »compagni che sbagliano») απέναντι σε δυνάμεις και θέσεις πολύ μακρινές από αυτήν. Υπήρξε τέλος πάντων ένα παράξενο και ίσως ανεπανάληπτο σμίξιμο απομυθοποίησης μετά-βιομηχανικής και μετά-επαναστατικής και παλαιών και νέων ιδεολογισμών, λιγότερο ή περισσότερο οπλισμένων, που εγγράφονταν κάτω από το λήμμα »ανάγκη για κομουνισμό»,  “bisogno di comunismo” (13).

Μετά το ’77 περνάμε σε μιαν εποχή μικρής ύφεσης εξ αιτίας των διεξόδων της διαμαρτυρίας που δεν ήρθαν. Την ώρα που το Rosso παύει τις δημοσιεύσεις, στην Padova, τον οκτώβρη του 1978, γεννιέται η Autonomia (που διευθύνει ο Emilio Vesce).

Τι συμβαίνει λοιπόν στην Padova και στο Veneto; Εκείνες που ο Mino Monicelli ονομάζει “εργαστήρι veneto”;

Μέσα σε αυτό το εργαστήρι, από το 1977 στο 1979, τα επεισόδια βίας ήταν 1.197 (με 5 νεκρούς και 10 τραυματίες), εκ των οποίων 708 μόνο στην πόλη της Padova, και εκείνα που προσάπτονται στην οργανωμένη Αυτονομία υπήρξαν 972, δηλαδή τα οκτώ δέκατα του συνόλου. Είναι ένας τύπος εξέγερσης διακλαδισμένης και διάχυτης, που πράττεται από μη παράνομες ομάδες, φτιαγμένη από συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες, επιθέσεις, σαμποτάζ, »απαλλοτριώσεις», βομβιστικές επιθέσεις και  “notti dei fuochi”, »νύχτες με φωτιές». (14).

Μα γιατί η Autonomia είναι τόσο δυνατή στο Veneto, σε μιαν γη που οι περισσότεροι θεωρούν καθολική και  “ήπια”? Μια πλευρά σημαντική στην κατάρτιση πολλών από τους πρωταγωνιστές της Autonomia (μα και των BR επίσης) είναι ακριβώς ο καθολικισμός. Λόγω δράσεων πολιτικής βίας η περιοχή του Veneto, στα 1979, βρίσκεται στην τέταρτη θέση στην Ιταλία. Και στην τρίτη θέση στην εγκληματικότητα του κοινού ποινικού κώδικα! Οι λόγοι για πολλούς μελετητές, με τους Acquaviva και Camon πάνω απ’ όλους, πρέπει να προσδιοριστούν στην βία της αστικοποίησης, της αστυφιλίας στην περιοχή που μετέτρεψαν τον χώρο που υπάρχει μεταξύ Padova, Venezia και Treviso σε μιαν μοναδική μητρόπολη. Μια μεταμόρφωση που οδήγησε σε μιαν κατάσταση ανισορροπίας ανεπανόρθωτα την παλιά αγροτική κοινωνία ρίχνοντας μέσα στην μαζική κοινωνία και στα σχολεία πλήθη νέων που δεν είχαν την κουλτούρα ικανή και κατάλληλη να ερμηνεύσουν με σωστό τρόπο τη νέα πραγματικότητα [παπαριές, συγνώμη!] Εάν μετά προσθέσουμε τα κηρύγματα των αποκαλούμενων »κακών δασκάλων», “cattivi maestri” (Negri πάνω απ’ όλους) και μιαν αριστερά ιστορικά ορφανή συνδικαλιστικών δομών, που στο Veneto ρίζωσαν ελάχιστα, καταλαβαίνουμε αυτή την έκρηξη ανοργάνωτης βίας και αυθόρμητης. Είναι μια θεωρία που θα έχει τύχη τεράστια τόσο ώστε να επιζεί μέχρι και σήμερα για να εξηγεί κάποια γεγονότα του τόπου.

[είναι οι σκέψεις των μεγαλοαστών αυτές, μην το ξεχνάτε, γεμάτες περιφρόνηση για τους προλετάριους!]         και συνεχίζουν το παραλήρημα:

Χαμηλό πολιτιστικό υπόβαθρο, χαμηλότερη μορφή εκπολιτισμού, χαμηλή εκφραστική ικανότητα, από την μία, και από την άλλη, υψηλό επίπεδο αντίδρασης, υστερίας, ανάγκης για εκδίκηση. Τρόποι έκφρασης περισσότερο σωματικοί παρά λεκτικοί, περισσότερο χειρονομιακοί παρά literal, περισσότερο μέσα από slogan παρά με φράσεις, διαμέσου προτάσεων δηλαδή. Αν τους ακούσεις να μιλούν σου κρέμονται κατά γης τα μπράτσα. Όμως περιφρονούν τους πατεράδες τους που μπήκαν υπάκουοι και συγκαταβατικοί μέσα σε γρανάζια που τους συνέθλιβαν. Όταν επιστρέφουν με τις αποταμιεύσεις που έχουνε ιδρώσει, δεν τους έλεγαν ένα “bravo”, τους έλεγαν “ηλίθιε, ντρέπομαι για εσένα”. η Autonomia υπήρξε λιγάκι ο τόπος και το μέσο που επιτρέπει να ξεσπάσει αυτό το είδος “ψυχολογικής συμφόρησης” (15).

Σας πείθουν ή όχι αυτές, μαζί με τις επεξηγήσεις συνδεδεμένες στον υπερβολικό υπερπληθυσμό του πανεπιστημίου μαζί με τις υπηρεσίες που λείπουν μέσα σε μιαν άπληστη πόλη, σχεδόν καταπνικτική, είναι οι κοινωνιολογικές εξηγήσεις οι πιο διαδεδομένες για να μιλήσουν για το φαινόμενο της Αυτονομίας padovana. Υπάρχει επίσης αυτός που υποστηρίζει πως η Autonomia operaia ήταν ένα κόμμα, άλλος απλός αυθορμητισμός. Πέρα από τις επεξηγήσεις, το μόνο σίγουρο παραμένουν τα στοιχεία της βίας που έζησαν στην πόλη. Αυτά είναι τα θύματα στο πανεπιστημιακό μέτωπο:

Μέσα σε τρία χρόνια, από το 1977 στο 1979, θα δεχτούν επίθεση ή θα τραυματιστούν από σφαίρες, οι εξής καθηγητές: Guido Petter (νοέμβρης 1977, μάης 1978, μάρτης 1979), Oddone Longo (μάρτης 1978), Ezio Riondato (απρίλης 1978), Angelo Ventura (σεπτέμβρης 1979). Άλλοι καθηγητές — όπως οι Berti, Olivieri, Galante, Ceolin — υφίστανται επιθέσεις στα σπίτια τους ή στα αυτοκίνητα και επανειλημμένα απειλούνται (16).

(10) L. Castellano, Aut.Op. La storia e i documenti: da Potere operaio all’Autonomia organizzata , Milano, Savelli, 1980, p.83.
(11) G.Palombarini, 7 aprile: il processo e la storia, Venezia, Arsenale Cooperativa Editrice,1982, p.103.
(12) R.Rossanda, Il terrorismo italiano: spunti per una analisi e una risposta istituzionale, in AA.VV., “La magistratura di fronte al terrorismo e all’eversione di sinistra”, Milano, Franco Angeli, 1982, p.87.
(13) G.Palombarini, op.cit., pp 134-135.
(14) M.Monicelli, La follia veneta, Roma, Editori Riuniti, 1981, p.13.
(15) F.Camon in M. Monicelli, op.cit., p. 21.
(16) M. Monicelli, op.cit., p.78.

Σημείωμα της σύνταξης, NOTA REDAZIONALE – Κάποιες παρατηρήσεις και αναλύσεις που περιέχονται σε αυτό το κεφάλαιο τς διπλωματικής εργασίας του Luca Barbieri είναι αμφισβητήσιμες. Προτιμούμε όμως να σταθούμε μακριά από λογοκρισίες ή, χειρότερα, από παρεμβολές, και να εμπιστευτούμε κυρίως άλλα άρθρα, που θα δημοσιεύσουμε σύντομα, κριτικές αναγνώσεις διαφορετικές.

(5 – CONTINUA) 5-ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ

(4-PARTE)

I GIORNALI A PROCESSO: IL CASO 7 APRILE – QUINTA PARTE was last modified: dicembre 27th, 2014 by glianni70.it

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s