ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ωραίες ιστορίες από το παρελθόν: Τομάς Βόνγκ

Θα μ’ άρεσε να ‘χα ταξιδέψει σε όλα τα καράβια που φόρτωσα, σε όλα τα καράβια μ’ όλους εκείνους τους επιβάτες που βοήθησα ν’ αποβιβαστούν, κουβαλώντας βαλίτσες γεμάτες πολύχρωμες ετικέτες ξενοδοχείων, τελωνείων, σιδηροδρομικών γραμμών. Θα μ’ άρεσε να ‘χα ανέβει σ’ αυτούς τους άσπρους όγκους που λαμποκοπάνε στον ήλιο και να ‘χα φύγει.

Εγώ δεν είμαι από δω. Δεν είμαι απ’ αυτή τη γη όπου γεννήθηκα, και στη ζωή μαθαίνεις, μαθαίνει αυτός που θέλει να μάθει, ότι κανένας δεν είναι από κει που γεννήθηκε, από κει που τον μεγάλωσαν. Ότι  κανένας δεν είναι από πουθενά. Μερικοί προσπαθούν να συντηρήσουν τις αυταπάτες και δημιουργούν νοσταλγίες, ιδιοκτησίες, ύμνους και σημαίες. Ανήκουμε όλοι στους τόπους που δεν γνωρίσαμε. Αν υπάρχει νοσταλγία, είναι για τα πράγματα που ποτέ δεν είδαμε, για τις γυναίκες που μαζί τους δεν κοιμηθήκαμε και ούτε ονειρευτήκαμε και για τους φίλους που δεν αποκτήσαμε ακόμα, τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, τα φαγητά που αχνίζουν στην χύτρα και ακόμα δεν τα δοκιμάσαμε. Αυτή είναι η αληθινή νοσταλγία, η μοναδική.

Και μαθαίνεις ακόμα πως κάποια στιγμή ο δρόμος στράβωσε, και πως τα πράγματα δεν θα ‘πρεπε να ‘ναι έτσι. Κανένας δεν θα ‘πρεπε να τρώει ρύζι με μαμούνια και μισοσαπισμένο καλαμπόκι στις περιοχές με τα διυλιστήρια, πληρώνοντας τρεις φορές πάνω την τιμή τους γιατί τα μαγαζιά τα διαχειρίζονται οι εταιρείες, κανένας δεν θα ‘πρεπε να παλεύει μες στη βροχή για να κλείσει τις βαλβίδες στο φρέαρ επτά, να τσαλαβουτάει στη λάσπη της ζούγκλας με τους αγωγούς, να βολοδέρνει με το τρυπάνι μες στους βάλτους, ν’ ανατινάζει με δυναμίτη, να κοιμάται στο υγρό έδαφος, να του βγαίνει η ψυχή την ώρα που ο εργοδηγός τρώει ζαμπόν και βούτυρο από δυο κονσέρβες που εμείς τις μεταφέραμε μέχρις εκεί, και το αφεντικό, ακόμα πιο μακριά μας, να κοιμάται σε κρεβάτι δίχως να μας ξέρει, δίχως ν’αναγνωρίζει πως από μας πηγάζει όλη του η ευημερία κι η εξουσία, δίχως να μαντεύει πως εμείς είμαστε τα μυρμήγκια που σπρώχνουν με τους ώμους τους την άνοδο των μετοχών του στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Γι αυτό δεν θέλω ν’ ανέβω σ’ αυτά τα άσπρα, τ’ αστραφτερά καράβια, γιατί θα ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρα μου δουλεύοντας έντεκα ώρες τη μέρα καμαρότος, γυαλίζοντας τις σκάλες τις στιλπνές μπρούτζινες κουπαστές, ιδρώνοντας στις κουζίνες μες στους ατμούς. Γι αυτό τα καράβια είναι μακριά, κι εγώ τα βλέπω να έρχονται και να φεύγουν απ’ όλα τα λιμάνια, απ’ όλα τα όνειρα, απ’ όλες τις νοσταλγίες.

Paco Ignacio Taibo II

H ΣΚΙΆ ΤΗΣ ΣΚΙΆΣ

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s