ιστορία, storia

Τιμή στην μαχήτρια Μόνικα Έρτλ! – Onore alla combattente Monika Ertl!

Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα

της Nina Ramon – Cubadebate

Σαν σήμερα σκοτώνονταν η Monika Ertl που δεν την θυμόμαστε ποτέ  όπως θα έπρεπε. Την τιμούμε.

Monika Ertl: η γυναίκα που εκτέλεσε τον άνδρα που έκοψε τα χέρια του Τσε.

Στο Amburgo, στην Γερμανία, ήταν δέκα παρά είκοσι του πρωινού της 1 απριλίου του 1971. Μια όμορφη και κομψή γυναίκα με βαθιά μάτια στο χρώμα του ουρανού μπαίνει στο γραφείο του πρόξενου της Βολιβίας και, περιμένει υπομονετικά να γίνει δεκτή.

Την ώρα που αναμένει στον προθάλαμο, κοιτάζει αδιάφορα τους πίνακες που κοσμούν το  γραφείο. ο Roberto Quintanilla, βολιβιανός πρόξενος, κομψά ντυμένος με ένα σκούρο ένδυμα μάλλινο, εμφανίζεται στο γραφείο και χαιρετά, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά εκείνης της γυναίκας που λέει πως είναι αυστραλή, και που λίγες ημέρες νωρίτερα του είχε ζητήσει συνέντευξη.

Για μια στιγμή φευγαλέα, οι δυο τους στέκονται απέναντι, ο ένας στην άλλη. Η εκδίκηση εμφανίζεται ενσαρκωμένη σε ένα γυναικείο πρόσωπο πολύ ελκυστικό. Η γυναίκα, εξαιρετικής ομορφιάς, τον κοιτάζει σταθερά κατάματα και δίχως να πει τίποτα βγάζει ένα πιστόλι και πυροβολεί τρεις φορές. Αντίσταση δεν υπήρξε, ούτε αγώνας. Οι σφαίρες βρήκαν τον στόχο τους. Φεύγοντας, άφησε πίσω της μια περούκα, την τσάντα της, το Colt Cobra 38 Special πιστόλι της, και ένα κομμάτι χαρτί όπου μπορούσες να διαβάσεις : “Νίκη ή θάνατος. ELN”.

Ποια ήταν αυτή η τολμηρή γυναίκα και γιατί  είχε σκοτώσει τον “Toto” Quintanilla?

Στην γκεβαρική πολιτοφυλακή υπήρχε μια γυναίκα που την φώναζαν Imilla, που στην γλώσσα quechua και aymara είναι Niña ή νεαρή αυτόχθων. Το βαπτιστικό της όνομα: Monica (Monika) Ertl. Γεννημένη γερμανίδα, που είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι έντεκα χιλιάδων χιλιομέτρων από την χαμένη Βολιβία, με μοναδικό σκοπό να εκτελέσει έναν άνδρα, το πιο μισητό πρόσωπο από την παγκόσμια αριστερά: τον Roberto Quintanilla Pereira.

Αυτή, από εκείνη την στιγμή, μεταμορφώθηκε στην πιο καταζητούμενη γυναίκα στον κόσμο. Κατέλαβε τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων όλης της Αμερικής. Ποιους λόγους όμως επικαλέστηκε και από που κατάγονταν?

Ας επιστρέψουμε στην 3 μαρτίου 1950, ημερομηνία κατά την οποίαν η Monica έφτανε στην Bolivia με τον Hans Ertl –πατέρα της–διαμέσου εκείνης που θα γίνονταν γνωστή σαν διαδρομή των ποντικών, μονοπάτι που διευκόλυνε την διαφυγή στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος προς την Νότια Αμερική, όταν τέλειωσε η πιο μεγάλη και αιματηρή σύγκρουση της παγκόσμιας ιστορίας: ο II Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η ιστορία της Monica έγινε γνωστή χάρη στις έρευνες του Jürgen Schreiber. Αυτό που εγώ σας παρουσιάζω είναι μόλις μια μικρή πλευρά αυτής της συναρπαστικής ιστορίας που περιλαμβάνει πολλά συναισθήματα και προσωπικότητες.

ο Hans Ertl (Γερμανία, 1908-Bolivia, 2000) ορειβάτης, εφευρέτης υποβρύχιων τεχνικών, εξερευνητής, συγγραφέας, εφευρέτης και πραγματοποιητής ονείρων, αγρότης, ιδεολόγος αγωνιστής που μετατράπηκε, κινηματογραφιστής, λάτρης ανθρωπολόγος και εθνογράφος. Πολύ σύντομα κατάφερε να γίνει γνωστός απεικονίζοντας τους διοικητές του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος όταν κινηματογραφούσε την μεγαλοπρέπεια, την σωματική αισθητική και τις αθλητικές δεξιότητες των συμμετεχόντων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου (1936), κάτω από την διεύθυνση του κινηματογραφιστή Leni Riefenstahl, που δόξασε τους ναζιστές.

Ωστόσο, είχε την ατυχία να αναγνωριστεί από την ιστορία (και είναι η μετέπειτα ντροπή του), σαν ο φωτογράφος του Adolfo Hitler, αν και εικονογράφος επίσημος του Führer υπήρξε ο Heinrich Hoffman του αποσπάσματος υπεράσπισης. Αναφέρουν κάποιες πηγές πως ο Hans ανέλαβε το  καθήκον να κινηματογραφήσει τις ζώνες δράσης του συντάγματος του περίφημου στρατάρχη, με την επωνυμία η “Αλεπού της Ερήμου” Erwin Rommel, διασχίζοντας από το Tobruk, την Africa.

Σαν στοιχείο αξιοπερίεργο, ο Hans δεν ανήκε στο ναζιστικό κόμμα όμως, παρότι μισούσε τον πόλεμο, παρουσίαζε με περηφάνια το σακάκι που είχε σχεδιαστεί από τον Hugo Boss για τον γερμανικό στρατό, σαν σύμβολο των κατορθωμάτων του παρελθόντος του, και την αρειανική του χάρη. Απεχθάνονταν να τον αποκαλούν “ναζιστή”, δεν είχε τίποτα εναντίον τους, μα ούτε και τίποτα ενάντια στους εβραίους. Προς ειρωνεία φαίνεται πως ήταν ένα ακόμα θύμα της Schutzstaffel.

Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Τρίτο Ράιχ κατέρρευσε, οι ηγέτες, συνεργάτες και συγγενείς του ναζιστικού καθεστώτος το έσκασαν από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη καταφεύγοντας σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων, εκείνες της αμερικανικής ηπείρου, με τις ευλογίες των αντιστοίχων κυβερνήσεων και την υποστήριξη άνευ όρων των ΗΠΑ.  Λέγεται πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ ειρηνικός και πως δεν είχε εχθρούς, έτσι ώστε επέλεξε να παραμείνει στην Γερμανία για ένα διάστημα, εργαζόμενος σε αποστολές μικρότερες του δικού του status, μέχρι που μετανάστευσε με την οικογένεια του. Πρώτα στην Χιλή, στο νότιο αρχιπέλαγος του Juan Fernandez, “συναρπαστικό χαμένο παράδεισο”, όπου πραγματοποίησε το ντοκιμαντέρ Robinson (1950), πριν από άλλα σχέδια.

Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, ο Ertl εγκαθίσταται το 1951 στην Chiquitania, σε 100 χιλιόμετρα από την πόλη της Santa Cruz. Μέχρι εκεί έφτασε για να εγκατασταθεί στις εύφορες και παρθένες γαίες σαν ένας κατακτητής του XV αιώνα, μέσα στην πυκνή και περίπλοκη βλάστηση βραζιλιο-βολιβιανή. Μια ιδιοκτησία 3.000 εκταρίων όπου έχτισε με τα χέρια του και με ύλη αυτόχθονη εκείνο που υπήρξε το σπίτι του μέχρι τις τελευταίες ημέρες; “την Dolorida”.

O περιπλανώμενος των ορέων, όπως ήταν γνωστός από τους εξερευνητές και τους επιστήμονες, περιδιαβαίνει με το παρελθόν στις πλάτες του, στην απέραντη φύση με το άπληστο όραμα να εξετάσει και συλλάβει με τον φακό του όλο εκείνο  που γίνεται αντιληπτό στο μαγικό του περιβάλλον στην Bolivia, ενώ ξεκινούσε μια νέα ζωή συνοδευόμενος από την γυναίκα του και τις κόρες του. Η μεγαλύτερη ονομάζονταν Monica, ήταν 15 χρόνων όταν ξεκίνησε η εξορία και, εδώ ξεκινά η ιστορία της…

η Monica είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια μέσα στον αναβρασμό των ναζισμών της Γερμανίας και όταν μετανάστευσαν στην Bolivia έμαθε την τέχνη του πατέρα της, πράγμα που της χρειάστηκε για να δουλέψει στην συνέχεια με τον βολιβιανό Jorge Ruiz. ο Hans πραγματοποίησε στην Bolivia διάφορα film (Paitití και Hito Hito) και μετέδωσε στην Monica το πάθος για την φωτογραφία.Σίγουρα μπορούμε να θεωρήσουμε την Monica σαν μια πρωτοπόρα, την πρώτη γυναίκα που έφτιαξε ντοκιμαντέρ στην ιστορία του σινεμά.

η Monica μεγάλωσε μέσα σε έναν κύκλο πολύ κλειστό σαν ρατσιστής, μέσα στον οποίον έλαμπαν τόσο ο πατέρας της όπως και μια άλλη αιχμηρή προσωπικότητα την οποίαν συνήθιζε να αποκαλεί στοργικά “Ο θείος Klaus”. Ένας γερμανός επιχειρηματίας (ψευδώνυμο του Klaus Barbie (1913-1991) και πρώην αρχηγού της Gestapo στην Lyon, στην Γαλλία) που ήταν καλύτερα γνωστός σαν “ο Χασάπης της Λυών.”

ο Klaus Barbie, θα αλλάξει το επίθετο του σε “Altmann” πριν εμπλακεί με την οικογένεια Ertl. Στον ίδιο στενό κύκλο προσώπων στην La Paz, όπου αυτός ο άνδρας απέκτησε αρκετή εμπιστοσύνη ούτως ώστε, ο ίδιος ο πατέρας της Monica, κατάφερε να τον κάνει να αναλάβει την πρώτη του δουλειά στην Bolivia σαν πολίτης Εβραίος Γερμανός, και στην συνέχεια αφιερώθηκε στο να είναι σύμβουλος των νοτιο-αμερικάνικων δικτατοριών.

Η διάσημη πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας, παντρεύτηκε με έναν άλλον γερμανό στην La Paz και έζησε κοντά στα ορυχεία χαλκού στον βορρά της Χιλής μα, μετά από δέκα χρόνια, ο γάμος της απέτυχε και αυτή μεταμορφώθηκε σε μιαν δραστήρια πολιτική που υποστήριζε ευγενείς σκοπούς. Μεταξύ άλλων βοήθησε να ιδρυθεί ένα σπίτι για ορφανά στην La Paz, που τώρα έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο.

Έζησε μέσα σε έναν ακραίο κόσμο περικυκλωμένη από γέρους λύκους ναζιστές βασανιστές. Οποιαδήποτε αλλόκοτη ένδειξη δεν αποτελούσε γι αυτήν κάτι το παράξενο. Όμως, ο θάνατος του αργεντίνου αντάρτη Ernesto Che Guevara στην βολιβιανή ζούγκλα (oκτώβρης του 1967) είχε σημάνει γι αυτήν την οριστική ώθηση για τα ιδανικά της. η Monica –σύμφωνα με την αδελφή της Beatriz–“λάτρευε τον “Che” σαν να ήταν ένας Θεός.”

Εξ αιτίας αυτού, η σχέση ανάμεσα σε πατέρα και κόρη ήταν δύσκολη λόγω αυτού του συνδυασμού : ένας φανατισμός που προσχώρησε σε ένα εξεγερτικό πνεύμα; ποιος ξέρει εκρηκτικοί παράγοντες που προκάλεσαν μια μαχόμενη θέση, ιδεαλιστική, επίμονη. Ο πατέρας της εξεπλάγην περισσότερο και, με ραγισμένη καρδιά, την έδιωξε από το κτήμα. Ίσως αυτή η πρόκληση να παρήγαγε σε αυτόν μιαν κάποια μεταμόρφωση ιδεολογική στα χρόνια 60, μέχρι να τον μετατρέψει σε έναν συνεργάτη και έμμεσο υπερασπιστή της Αριστεράς στην Νότια Αμερική.

“η Monica ήταν η αγαπημένη του κόρη, ο πατέρας μου ήταν πολύ κρύος ως προς εμάς κι αυτή φαίνονταν να είναι η μοναδική που αγαπούσε. Ο πατέρας μου γεννήθηκε σαν αποτέλεσμα μιας βίας, η γιαγιά μου δεν του έδειξε ποτέ στοργή και αυτό τον σημάδεψε για πάντα. Η μοναδική στοργή που επέδειξε ήταν για την Monika”, είπε η Beatriz σε μιαν συνέντευξη στο BBC News.

Στα τέλη των χρόνων εξήντα, όλα άλλαξαν με τον θάνατο του Che Guevara, η Monica διέρρηξε με τις ρίζες της και έδωσε μια δραστική αλλαγή για να εισέλθει καθ’ όλα στις στρατιωτικές ομάδες στο Αντάρτικο της Ñancahuazú, όπως είχε κάνει ο ήρωας της εν ζωή, για να πολεμήσει την κοινωνική ανισότητα.

η Monica έπαψε να είναι εκείνο το παθιασμένο κορίτσι για την φωτογραφική μηχανή για να μετατραπεί σε “Imilla η επαναστάτρια” έχοντας καταφύγει σε ένα καταυλισμό των λόφων της Βολιβίας. Με την σταδιακή εξάλειψη από το πρόσωπο της Γης του μεγαλύτερου μέρους των μελών της, ο πόνος της μετατρέπεται σε δύναμη για να αξιώσει δικαιοσύνη, μετατρέποντας την σε ένα επιχειρησιακό κλειδί  για το ELN.

Στην διάρκεια των τεσσάρων χρόνων που παρέμεινε στο στρατόπεδο έγραψε στον πατέρα της μόνο μια φορά τον χρόνο, για να πει επί λέξη: “να μην ανησυχείτε για εμένα… είμαι καλά”. Θλιβερά, δεν μπόρεσε να την δει ποτέ ξανά; ούτε ζωντανή, ούτε νεκρή.

Το 1971 διασχίζει τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην Γερμανία της, και στο Amburgo σκοτώνει προσωπικά τον Βολιβιανό πρόξενο, τον λοχαγό Roberto Quintanilla Pereira, άμεσο υπεύθυνο της τελικής προσβολής στον Guevara: τον ακρωτηριασμό των χεριών του, μετά τον τουφεκισμό του στην La Higuera. Με εκείνη την βεβήλωση υπέγραψε την καταδίκη του σε θάνατο και, από τότε, η πιστή “Imilla” πρότεινε μιαν αποστολή υψηλού ρίσκου: υποσχέθηκε πως θα εκδικούνταν τον Che Guevara.

Αφού πέτυχε τον στόχο της ξεκίνησε ένα κυνήγι που διέσχισε χώρες και θάλασσες και τελείωσε μοναχά όταν η Monica έπεσε το 1973, σε μιαν ενέδρα που σύμφωνα με κάποιες αξιόπιστες πηγές της έστησε ο προδότης “θειός” της Klaus Barbie.

Μετά τον θάνατο της, ο Hans Erlt συνέχισε να ζει και να κινηματογραφεί ντοκιμαντέρ στην Bolivia, όπου πέθανε σε ηλικία 92 χρόνων (έτος 2000) στο κτήμα του που τώρα έχει μετατραπεί σε μουσείο χάρη στην βοήθεια κάποιων θεσμών της Ισπανίας και της Βολιβίας. Εκεί παραμένει θαμμένος, συνοδευόμενος από το παλιό του γερμανικό στρατιωτικό  σακάκι, πιστό του σύντροφο των τελευταίων χρόνων. Το μνήμα του βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πεύκα και χώμα από την Βαυαρία του. Αυτός ο ίδιος το ετοίμασε και η κόρη του Heidi πραγματοποίησε την επιθυμία του. ο Hans είχε πει σε μιαν συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο Reuters:

“Δεν θέλω να επιστρέψω στην χώρα μου. Ακόμη και μετά θάνατον, θέλω, να παραμείνω σε αυτή τη νέα μου γη”.

Σε ένα κοιμητήριο της La Paz, λέγεται πως αναπαύονται “συμβολικά” τα λείψανα της Monica Ertl. Στην πραγματικότητα δεν αποδόθηκαν ποτέ στον πατέρα της. Οι εκκλήσεις του αγνοήθηκαν από τις αρχές. Αυτά παραμένουν σε τόπο άγνωστο της βολιβιανής χώρας. Κείνται σε ομαδικό τάφο μέσα, δίχως σταυρό, δίχως όνομα, δίχως την ευλογία του πατέρα της.

Έτσι ήταν η ζωή αυτής της γυναίκας που σε μιαν περίοδο, σύμφωνα με την φασιστική δεξιά εκείνων των χρόνων, εξασκούσε  “τον κομουνισμό” και συνεπώς “την τρομοκρατία” στην Ευρώπη. Για κάποιους το όνομα της παραμένει χαραγμένο στους κήπους της μνήμης σαν αντάρτισσα, δολοφόνος ή ποιος ξέρει τρομοκράτισσα, για άλλους μια γυναίκα θαρραλέα, που εξετέλεσε μια αποστολή.

Σύμφωνα με εμένα, είναι ένα θηλυκό κομμάτι μιας επανάστασης που αγωνίστηκε για τις ουτοπίες της εποχής της, και που στο φως των δικών μας ματιών μας αναγκάζει να στοχαστούμε, γι άλλη μια φορά επάνω σε αυτή την φράση: “Μην υποτιμάς ποτέ την αξία μιας γυναίκας.”

[Μετάφραση από την καστιλιάνικη για το Cubadebate της Ida Garberi]

di Nina Ramon – Cubadebate

Oggi veniva uccisa Monika Ertl mai ricordata come doveva. Onore a lei 

Monika Ertl: la donna che giustiziò l’uomo che tagliò le mani al Che.

Ad Amburgo, in Germania, erano le dieci meno venti della mattina del 1° aprile 1971. Una bella ed elegante donna dai profondi occhi color del cielo entra nell’ufficio del console della Bolivia e, aspetta pazientemente di essere ricevuta.

Mentre fa anticamera, guarda indifferente i quadri che adornano l’ufficio. Roberto Quintanilla, console boliviano, vestito elegantemente con un abito oscuro di lana, appare nell’ufficio e saluta, colpito dalla bellezza di quella donna che dice di essere australiana, e che pochi giorni prima gli aveva chiesto un’intervista.

Per un istante fugace, i due si trovano di fronte, uno all’altra. La vendetta appare incarnata in un viso femminile molto attraente. La donna, di bellezza esuberante, lo guarda fissamente negli occhi e senza dire nulla…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.648 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s