σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

1. η μητρόπολη ως καθολικό εργοστάσιο

Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, εκδόσεις επανοικειοποίηση, Renato Curcio Alberto Franceschini, Δεκέμβρης 1982, έκδοση στην Ελλάδα Φεβρουάριος 2007

Η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο δεν είναι κάποιο μεμονωμένο γεγονός που συνέβη μια για πάντα, αλλά μια ιστορική διαδικασία που »εκτείνεται και επαναλαμβάνεται σταθερά μέσα στον ίδιο τρόπο παραγωγής, στην παραγωγικότητα της εργασίας και τη σχέση ανάμεσα σε καπιταλιστές και εργάτες» [1].

Ξεκινά από την παραγωγή, το »εργοστάσιο», όπου δημιουργεί »έναν ειδικό τεχνολογικά [και όχι μόνο τεχνολογικά] τρόπο παραγωγής, ο οποίος μεταλλάσσει την υπάρχουσα φύση της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και τις επικρατούσες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή πραγματοποιείται» [2].

Κατόπιν εκτείνεται σ’ όλο το δίκτυο παραγωγής-διανομής-ανταλλαγής-κατανάλωσης, μέχρι που διαχέεται σ’ ολόκληρο τον οικονομικό-κοινωνικό σχηματισμό.

Ονομάζουμε καθολική πραγματική κυριαρχία την φάση κατά την οποία το κεφάλαιο καταλαμβάνει, υποτάσσοντας τις ανάγκες του, και το τελευταίο διάκενο του κοινωνικού σχηματισμού. Εδώ πια δεν δημιουργεί απλά »έναν τρόπο  παραγωγής sui generis», αλλά »έναν κοινωνικό σχηματισμό sui generis»: την πληροφοριοποιημένη μητρόπολη.

Μητρόπολη λοιπόν, ως καθολική κοινωνική μορφή, ιστορικά καθορισμένη από το κεφάλαιο, στο στάδιο της καθολικής πραγματικής κυριαρχίας του τελευταίου, μόριο του ιμπεριαλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, ισόμορφη με τον τελευταίο και σε μια συνεχή διαδικασία επιταχυνόμενης επέκτασης-μετασχηματισμού.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της καθολικής πραγματικής κυριαρχίας είναι η νέα ποιότητα της σχέσης παραγωγή-κατανάλωση.

»Η δημιουργία της απόλυτης υπεραξίας [τυπική κυριαρχία] έχει σαν προϋπόθεση την συνεχή διεύρυνση του δικτύου της κυκλοφορίας. Επομένως, η τάση δημιουργίας της παγκόσμιας αγοράς ενυπάρχει στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο έχει την τάση να αντικαθιστά όλους τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, που στα μάτια του φαντάζουν πρωτόγονοι, με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή».

»Από την άλλη, η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας [πραγματική κυριαρχία] απαιτεί την παραγωγή νέας κατανάλωσης, απαιτεί δηλαδή τη συνεχή διεύρυνση του δικτύου κατανάλωσης μέσα σ’ αυτό της κυκλοφορίας, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίον διευρύνονταν προηγουμένως το δίκτυο της παραγωγής. Αρχικά λοιπόν ποσοτική διεύρυνση της υπάρχουσας κατανάλωσης, στη συνέχεια δημιουργία νέων αναγκών με την διάδοση των υπαρχόντων σε πιο πλατιά κλίμακα και, σ’ ένα τρίτο στάδιο, δημιουργία νέων αναγκών και παραγωγή νέων αξιών χρήσης. Δημιουργία λοιπόν όλων των χαρακτηριστικών του κοινωνικού ατόμου, όσο το δυνατόν πλουσιότερου σε ανάγκες, επειδή είναι πλούσιο σε ποιότητα και σχέσεις. Όλα αυτά αποτελούν τις απαραίτητες συνθήκες της παραγωγής με βάση το κεφάλαιο» [3].

Στη φάση της καθολικής πραγματικής κυριαρχίας το κεφάλαιο, έχοντας πια καταλάβει όλο τον γεωγραφικό χώρο – δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς – για να μπορέσει να συνεχίσει να επεκτείνεται, επομένως για να διευρύνει παραπέρα την αγορά, πρέπει να επαναστατικοποιεί ασταμάτητα τη σφαίρα της κατανάλωσης.

Όπως η παραγωγή πριν, έτσι και η κατανάλωση τώρα υπόκειται σε συνεχείς διαδικασίες αναδιάρθρωσης, καθίσταται ενεργητικό στοιχείο, στενά και ανελαστικά συνδεδεμένο στην διαδικασία παραγωγής-αναπαραγωγής.

Στην πρώτη φάση της πραγματικής κυριαρχίας το κεφάλαιο υποτάσσει την εργασιακή οργάνωση στο εργοστάσιο και την κοινωνική εργατική δύναμη καθιστώντας τες ειδικούς προσδιορισμούς του, που στοχεύουν στην απόσπαση της σχετικής υπεραξίας. Τώρα, στην φάση της καθολικής πραγματικής κυριαρχίας, υποτάσσει όλα »τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ατόμου» παράγοντας το πλέον σαν άνθρωπο του κεφαλαίου, λειτουργικοποιημένο στην πραγματοποίηση της σχετικής υπεραξίας.

Αυτό σημαίνει: ριζική ποιοτική αλλαγή, καπιταλιστική επαναστατικοποίηση των αναγκών, των προτιμήσεων, των νοοτροπιών, της ηθικής…,με μια λέξη, της συνείδησης. Πρόκειται για την παραγωγή μηχανισμών και εργαλείων απαραίτητων για τους σκοπούς του.

Γεννιέται έτσι ένας νέος κλάδος παραγωγής, »το εργοστάσιο της συνείδησης», με τους σχετικούς λειτουργούς του: το εργοστάσιο των μοντέλων κατανάλωσης, προσανατολισμένων στην πραγματοποίηση-αναπαραγωγή της σχετικής υπεραξίας, της κυρίαρχης κοινωνικής σχέσης.

Η παραγωγή δεν είναι πια παραγωγή μόνο για την κατανάλωση [με την έννοια ότι κάθε παραγωγή προϋποθέτει μια κατανάλωση]: δηλαδή, δίπλα στην παραγωγή αντικειμένων-εμπορευμάτων υπάρχει η παραγωγή αναγκών, κατανάλωσης, συνείδησης, ιδεολογίας. Δίπλα στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας υπάρχει η καπιταλιστικοποιημένη παραγωγή των συνθηκών πραγματοποίησης της.

Η παραγωγή των διαφόρων μορφών συνείδησης δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί σαν κάτι ξεχωριστό από την παραγωγή εμπορευμάτων, κάτι δευτερεύον σε σχέση μ’ αυτή.

»Παραγωγή εμπορευμάτων» και »παραγωγή ιδεολογικών συστημάτων» είναι πλέον, ουσιαστικά, πραγματικά και ορατά, δυο πόλοι, δυο πλευρές της ίδιας διαδικασίας: της εργασίας ως τελεολογικής δραστηριότητας. Παράγονται ταυτόχρονα και συνυπάρχουν στον ίδιο χωροχρόνο, για να αναπαραχθεί το κεφάλαιο πρέπει να αναπαράγει ταυτόχρονα και τις συνθήκες που το ορίζουν.

Και για να πούμε σαν τον γέρο – Μάο είναι το ένα που διαιρείται σε δυο, όχι τα δυο που ενώνονται σε ένα.

Σ’ αυτό το σημείο κάθε μηχανιστικός ντετερμινισμός, περισσότερο ή λιγότερο ραφιναρισμένος, αποκλείεται υποχρεωτικά. Αν στις προηγούμενες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι διάφορες μορφές της συνείδησης παράγονταν κατά μια ορισμένη έννοια αυθόρμητα, φυσικά, σαν το παθητικό αποτέλεσμα της παραγωγής εμπορευμάτων, σήμερα πια είναι ένα συνειδητό, σκοπούμενο προϊόν του κεφαλαίου, ακριβώς όπως κάθε άλλο προϊόν. Αποτελούν πλέον συνειδήσεις διαποτισμένες με την κουλτούρα της κατανάλωσης, την ιδεολογία του εμπορεύματος και την παγκόσμια γλώσσα του κεφαλαίου, η οποία είναι συνειδητά προσανατολισμένη στην αναπαραγωγή του.

Επομένως, σήμερα, η ανάλυση του κοινωνικού σχηματισμού, της πραγματικής κυριαρχίας, πρέπει απαραίτητα, αντικειμενικά, να λάβει υπ όψιν της σαν θεμελιώδη την έννοια της »παραγωγής με την πλατιά σημασία» , μ’ άλλα λόγια την ενότητα: παραγωγή αντικειμένων-εμπορευμάτων/παραγωγή κατανάλωσης, αναγκών, συνείδησης.

Η μητρόπολη επομένως είναι το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης, γιατί αποτελεί τον κοινωνικό χρωμοσωματικό πυρήνα, τον χωροχρόνο μέσα στον οποίο παράγονται το εμπόρευμα και η ανάγκη του, η σχετική υπεραξία και οι συνθήκες πραγματοποίησης της.

Η μητρόπολη είναι καθολικό εργοστάσιο. Το »εργοστάσιο εμπορευμάτων-αντικειμένων» είναι απλά ένας κλάδος του, όπως κλάδος του είναι και το »εργοστάσιο ιδεολογίας».

Επομένως και η ταξική σύνθεση, το προλεταριάτο, πρέπει πλέον να προσδιορίζεται όχι μόνο σε σχέση με το »μερικό εργοστάσιο» αλλά σε σχέση με το »καθολικό εργοστάσιο», σε σχέση με την μητρόπολη σε όλη της την συνθετότητα. Όχι μόνο σαν εργατική δύναμη, εργασιακή ικανότητα, αλλά επίσης σαν συνειδητοποιημένος και ιδεολογικο-ποιημένος καταναλωτής.

Εδώ επομένως τινάζεται στον αέρα κάθε μηχανιστική διάκριση ανάμεσα στην εργατική δύναμη και στις μορφές συνείδησης που λαμβάνει: το προλεταριάτο στη μητρόπολη είναι ταυτόχρονα εργατική δύναμη του κεφαλαίου και καταναλωτής συνείδησης του ιδίου, προγραμματισμένο και σκοπούμενο προϊόν του κεφαλαίου.

Κάθε περιοριστικός μονότονος τονισμός του ενός ή του άλλου πόλου, κάθε διαχωρισμός τους, περισσότερο ή λιγότερο αναδρομικός, οδηγεί αναπόφευκτα ή στους υφάλους του εργατιστικο-εργοστασιακού εμπειρισμού ή στα σύννεφα του ιδεαλιστικού υποκειμενισμού, εμποδίζοντας την κατανόηση της συνθετότητας των σημερινών κοινωνικών κινημάτων.

…….

Η παραγωγή του εμπορεύματος-ιδεολογία-πληροφόρηση είναι ουσιαστικά παραγωγή των συνθηκών κυκλοφορίας, κατανάλωσης των εμπορευμάτων-αντικειμένων. Παράδειγμα η παραγωγή του εμπορεύματος διαφήμιση. Εδώ πρόκειται για μια ειδική [»μη υλική»] παραγωγή εμπορεύματος, επομένως για παραγωγή υπεραξίας,η οποία κινείται στο εσωτερικό των εμπορευμάτων-αντικειμένων.

Το νέο στοιχείο συνίσταται επομένως στο γεγονός ότι η παραγωγική εργασία διευρύνει τον χώρο της, εισχωρώντας στην »μη υλική παραγωγή», όμως η παραγωγή, »υλική ή μη υλική», παραμένει πάντοτε αυτή που παράγει υπεραξία, ενώ η κυκλοφορία μένει πάντοτε η »κίνηση» του ήδη υπάρχοντος.

Παραπέρα, μέσα στην ενότητα εμπορευμάτων-αντικειμένων/παραγωγή του εμπορεύματος ιδεολογία, η πρώτη, όντας το σημείο εκκίνησης της δεύτερης, κατέχει την ηγεμονία στο σύνολο της διαδικασίας. Πράγματι, δίχως την παραγωγή των εμπορευμάτων αντικειμένων, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κατά διάνοια παραγωγή των συνθηκών πραγματοποίησης της.

Ηγεμονία όμως δεν σημαίνει ολότητα: η παραγωγή των εμπορευμάτων-αντικειμένων, »το εργοστάσιο», αποτελεί άρθρωση μιας πιο σύνθετης ολότητας, της μητρόπολης. Έτσι ηγεμονία της παραγωγής εμπορευμάτων-αντικειμένων πάνω στην κυκλοφορία-κατανάλωση σημαίνει κεντρικότητα της εργασίας που παράγει υπεραξία, μέσα στο σύνολο του μητροπολιτικού προλεταριάτου, όμως και σ’ αυτή την περίπτωση το πρώτο είναι μόνο ένα τμήμα του συνόλου…..

  1. Μάρξ – »Κεφάλαιο VI ανέκδοτο»
  2. ό.π.αναφέρεται σελ.69
  3. Μάρξ – »Grundrisse», τόμος 1ος, σελ. 367 και συν.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s