φυλακές, carcere

Θραύσματα από την φυλακή -Frammenti dal carcere — Ella Gadda

I. Avevano portato via Andrea per una visita -così ci avevano detto- e tutti sapevamo che non lo avremmo più rivisto. La settimana prima, col suo avvocato, aveva denunciato secondini e direttore, e qualche giornale nazionale aveva riportato la sua testimonianza sulle condizioni disumane del carcere. La cosa non era piaciuta e gli avevano chiesto […]

via Frammenti dal carcere — Ella Gadda

I.
Είχαν πάρει μαζί τους τον Andrea για μιαν επίσκεψη -έτσι μας είχαν πει- και όλοι γνωρίζαμε πως δεν θα τον βλέπαμε ξανά.
Την προηγούμενη εβδομάδα, με τον δικηγόρο του, είχε καταγγείλει φύλακες και διευθυντή, και κάποια εφημερίδα εθνικής εμβέλειας είχε μεταφέρει την μαρτυρία του γύρω από τις απάνθρωπες συνθήκες της φυλακής. Το πράγμα δεν άρεσε και του είχαν ζητήσει εξηγήσεις. Για τρεις συνεχόμενες ημέρες.
Όταν επέστρεψε στο κελί, ήταν αγνώριστος: μάτια πρησμένα, μύτη φουσκωμένη, ένα στραβωμένο χέρι, βρωμούσε κατούρημα, μες τον ιδρώτα και το αποξηραμένο δέρμα. Έτσι ξεκαθαρίζουν τα πράγματα αυτοί.
Τρεις μέρες ερωτήσεων στα Γραφεία της Δημόσιας Ασφάλειας, διότι “ήταν ένα αδύναμο υποκείμενο, με τάσεις προς τον αυτοτραυματισμό, την αυτοκαταστροφή”.
Τον θυμάμαι όταν είχε φτάσει, ήθελε να κάνει την επανάσταση. Στην αρχή κανείς δεν του έδινε σημασία, είμαστε συνηθισμένοι στις αρχικές εξεγέρσεις, στην δύναμη ψυχής, στην αξιοπρέπεια… Όλα πράγματα που οι διάφορες νοσηλείες και οι ανακρίσεις, μετά από λίγο, καθίστανται βρώμικη ακαταστασία κρυμμένη κάπου μες την ψυχή σου; μα αυτός πίστευε σ’ αυτήν πραγματικά και σιγά σιγά και κάποιοι άλλοι άρχισαν να την πιστεύουν, ν’ αναρωτιέται, να ζητά, να αξιώνει και να απαιτεί. Και αυτό επίσης δεν άρεσε καθόλου.
Εκείνο το παλικαράκι άρχισε να γίνεται πρόβλημα.
Ήταν ένα εύθυμο αγόρι, γεμάτο φίλους, από καλή οικογένεια, και κατέληξε εκεί μέσα σε δολοφόνους και φουκαράδες.
Εγώ προσπάθησα να τον προειδοποιήσω. Τού το είχα πει πως έπρεπε  να είναι ήσυχος, πως εδώ νικούν οι αόρατοι, οι μουγγοί. Δεν είχε την πάστα του σκληρού, εκείνοι που διοικούν εδώ αναγνωρίζονται αμέσως μόλις φτάνουν: πάντα χαμογελαστοί, πάντα με το χαμόγελο τυπωμένο.
Αυτός έφτασε κεραυνοβολημένος. Δεν ήταν ούτε καν θυμωμένος, απλά δεν καταλάβαινε και δεν παραιτούνταν μπροστά σε εκείνο που δεν καταλάβαινε. Τον πίεσαν αμέσως, ήδη όταν μπήκε ήταν γεμάτος μελανιές.
Εγώ τον είχα προειδοποιήσει. Είχα δίκιο.
Ναι, μικρή παρηγοριά το να έχω δίκιο, μα εν τω μεταξύ εγώ την βγάζω εδώ και πέντε χρόνια, και το ξύλο πλέον δεν το βλέπω άλλο. Στον κόσμο μου, κάνω τα δικά μου, κοιτώ τον εαυτό μου, στο κάτω κάτω το ίδιο έκανα και έξω από δω, κατά βάθος δεν άλλαξαν πολλά, μόνο που τώρα ο καφές είναι χειρότερος και οι μέρες περνούνε δυσκολότερα.
Όταν τον πήραν μαζί τους κανείς δεν είπε τίποτα.
Ίσως να ήμασταν ευχαριστημένοι, τουλάχιστον κάποιοι από εμάς, δεν μπορούσαμε άλλο να ακούμε να μιλούν για δικαιώματα, πως ζούσαμε χειρότερα κι από θηρία; δεν μας χρησίμευαν εκείνες οι ιστορίες για να τελειώσουμε την μέρα μας, δεν μας χρησίμευαν για να έχουμε κάποια προνόμια ούτε και σκόντο στις ποινές, αντιθέτως, το να του στέκεσαι κοντά είχε ρίσκο, ήταν επικίνδυνο.

II.
Εγώ? Εγώ εδώ είμαι καλά, έχω όλα αυτά που χρειάζομαι κι ακόμα περισσότερα: μου δίνουν φαγητό, έχω να κοιμηθώ και να καπνίσω, όχι πλέον φαγητό απ’ τις καλόγριες, ουρές φιλανθρωπίας, άσε που εδώ είμαστε όλοι ίσοι, όλοι ίσοι. Τέλος πάντων, όχι ακριβώς όλοι όλοι. Σαν, εκείνον εκεί, εκείνον που κοροϊδεύει τον φύλακα, εκείνος είναι σαν να ήταν έξω. Τον συνέλαβαν γιατί ήθελαν να τον σκοτώσουν – δουλειές μεταξύ διακινητών, εμπόρων, δεν ξέρω καλά – και τώρα είναι εδώ ήσυχος και τα κάνει όλα μέσα απ’ το κελί: πουλά το εμπόρευμα, δίνει την εντολή και σκοτώνουνε κάποιον, έναν άλλον τον προωθεί… Του φέρνουν και γυναίκες. όχι μόνο την γυναίκα του, και άλλες. Κι εμείς εκεί να κοιτάξουμε, έτσι κι αλλιώς είμαστε συνηθισμένοι, ύστερα από λίγο δεν σκέφτεσαι πλέον.
Εδώ μέσα κατέληξα γιατί είμαι πολύ φτωχός για να μπορώ να στέκομαι ανάμεσα στον κόσμο: η γυναίκα μου με άφησε, δουλειά δεν έχω, οι λογαριασμοί, και η πρόνοια και τα βάσανα και οι αναποδιές… Ζούσα στο σταθμό, κοιμόμουν ανάμεσα στα δυο περίπτερα και δεν ενοχλούσα κανέναν, μόνο που μια μέρα ήρθαν δυο καραμπινιέροι και να μαι εδώ.
Ναι, κάθε τόσο τις τρώω, μα τις έτρωγα και έξω,  νομίζετε πως έξω είναι καλύτερα? Λοιπόν όχι, τα καθάρματα κυκλοφορούν πάντοτε ελεύθερα.
Εκείνον εκεί? Όχι, δεν τον γνώριζα. Είχα καταλάβει αμέσως πως ήταν κάποιος που έπρεπε να αποφεύγω, μ’ όλες εκείνες τις ιδέες περί δικαιοσύνης, περί δικαιωμάτων.… Μπορούσε να γίνει επικίνδυνη η προσέγγιση του, κι εγώ δεν είμαι από αυτούς που χώνονται στις φασαρίες. Εκείνοι σαν κι αυτόν έχουν πάντοτε άσχημο τέλος: φτάνουν εδώ βέβαιοι πως θ’ αλλάξουνε τον κόσμο και το μόνο που καταφέρνουν είναι η στάση και η θέση τους: οριζόντια.
Ο φύλακας μου είχε ζητήσει να τον έχω από κοντά, μου είχε πει: “Να τον παρατηρείς, να μου πεις εάν πει ή κάνει κάτι παράξενο.” Κι εγώ το έκανα. Όχι, δεν έκανα τον χαφιέ, αυτός μιλούσε δυνατά, όλοι τον άκουγαν, είχε βρει και τον τρόπο να γυρνούν κάποια χαρτάκια με καταγγελίες, ονόματα, κατηγορίες… Και τι έπρεπε να κάνουν εκείνοι, έπρεπε να τον κρατήσουν?
Τώρα ξέρω πως υπάρχει μια δίκη σε εξέλιξη, αλλά ξέρουμε πως καταλήγουν αυτές οι δίκες.
Όχι, δεν στεναχωρέθηκα, δεν ήταν φίλος μου, δεν μου έδινε ποτέ τίποτα, με κοιτούσε και μου έλεγε πως είμαι σαν κι αυτούς, πως ήμουν ένας υπηρέτης. Εγώ την έβγαζα και τίποτα άλλο. Εκείνος σύμφωνα μ’ εμένα δεν είχε ποτέ προβλήματα επιβίωσης, δεν είχε ποτέ toy πρόβλημα πως θα την βγάλει, πως θα ζήσει.

III.
Ο μοναδικός τρόπος για να μην χάσουμε τα μοναδικά αγαπημένα μας πράγματα, ήταν να τα κουβαλάμε συνεχώς μαζί μας, παρακαλώντας να αποφύγουμε τις σωματικές έρευνες κρατουμένων και φυλάκων.
Είχα μαζί μου μια φωτογραφία, το πορτραίτο της γυναίκας μου όταν πήγαινε γυμνάσιο, όταν γνωριστήκαμε, πλέον πίσω καμιά εικοσαριά χρόνια.
Ήταν όμορφη, και η κόρη μου ήταν ίδια με αυτήν, μα φωτογραφίες της κόρης μου δεν είχα, φοβόμουν πολύ πως θα μου τις έκλεβε κανένας αχρείος, και ποιος ξέρει γιατί το γεγονός πως μπορούσε κάποιος αχρείος να κλέψει την φωτογραφία της γυναίκας μου με ενοχλούσε λιγότερο.
Είχε πλέον τσαλακωθεί ολόκληρη, είχε φθαρεί τελείως, λόγω του ότι την κουβαλούσα συνέχεια μια στην τσέπη, μια στα μαζεμένα μανίκια μιας μπλούζας κι αυτό την είχε καταντήσει σχεδόν κομματάκια, μα εγώ τα κατάφερνα ακόμη να αναγνωρίζω τα μάτια της, την πολύ κοντή της φούστα για εκείνα τα χρόνια και τα μαλλιά της που πάντα ευωδίαζαν, ακόμη και μετά την βροχή, ύστερα από μια μέρα στην θάλασσα ή στην εξοχή.
Δεν μ’ αρέσει να θυμάμαι, όχι εδώ. Είναι ένα μέρος που καταστρέφει ακόμα και τις αναμνήσεις.
Κι εκείνο το αγόρι, ο Andrea, είχε μια φωτογραφία μαζί του, την φωτογραφία του κοριτσιού του.
Αμέσως του την πήρανε και την περνούσαν μεταξύ τους κοροϊδεύοντας εκείνο το πορτρέτο. Εκείνος ο μαλάκας ο φύλακας, αφού έχυσε επάνω της, του την πέταξε πίσω, επάνω του, λέγοντας του πως ήξερε που έμενε, και πως θα την κανόνιζε και ζωντανά.
Αυτός χίμηξε γεμάτος θυμό και τον πέταξαν στην απομόνωση, αφού τον έσπασαν στο ξύλο.
Λυπήθηκα για εκείνο το αγόρι, δεν είχε τίποτα κοινό μ’ εμάς.
Ήθελε να μας ελευθερώσει όλους, έλεγε πως οι φίλοι του ήθελαν να μας ελευθερώσουν όλους, πως εκείνο το μέρος ήτανε σκατά. Είχε δίκιο, μα δεν είχε καταλάβει πως κι εμείς βρωμούσαμε σκατά.
Όταν τον πήρανε μαζί τους ήμουν στην αυλή για τον προαυλισμό.
Είχαμε ακούσει την σειρήνα του ασθενοφόρου. Ήταν τέσσερις που τον κουβαλούσαν, στην αρχή δεν τον αναγνώρισα, είχε το πρόσωπο πρησμένο, σπασμένα δόντια. Δεν φανταζόμουν πως ένα σώμα μπορούσε να μετατραπεί σε εκείνη την άμορφη μάζα.
Προσευχήθηκα για εκείνον, δεν μπορούσα να κάνω άλλο.

https://ellagadda.wordpress.com/2016/06/28/frammenti-dal-carcere/

Advertisements

One thought on “Θραύσματα από την φυλακή -Frammenti dal carcere — Ella Gadda

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s