ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο, Το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, α]

Κι όμως ήρθε αυτό το πρωινό όπου όλα έγιναν γκρίζα, που κάτι έσπασε για πάντα, που το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ έχασε τη ζωντάνια των χρωμάτων του, τα γέλια του, το ρυθμό της ζωής του, τον ήχο του τραγουδιού που τους άρεσε να σιγοτραγουδούν στην αυλή, στη σκιά της κληματαριάς: Τα κορίτσια έφυγαν.Ποτέ πια δεν θα ξαναβλεπόμαστε. Τότε, δεν το ξέραμε ακόμα αλλά και πως θα μπορούσαμε να το μαντέψουμε;

Ήταν μέσα Σεπτέμβρη του 1974, ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα. Ένας χρόνος έντονης, ειρηνικής ευτυχίας, παρά τους μεγάλους πόνους, την εξαφάνιση του Μπαούτσι, τον θάνατο πολλών φίλων. Ναι, εκείνη τη μέρα μια κρύα άνοιξη, ένα παγωμένο πρωινό τη θυμάμαι, γιατί τα βλέπω ακόμα τα δυο μου κοριτσάκια, τους είχα βάλει τα χοντρά μάλλινα παλτά τους, έσφιγγα δυνατά τα μικρά, στρογγυλά, διάφανα χεράκια τους, τα χτυπούσα κιόλας, μα χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα: γίνονταν όλο και πιο κρύα κάθε στιγμή που περνούσε. Έτρεμαν, κι εγώ το ίδιο. Ήταν η Despedida ο αποχαιρετισμός, ποιος ήξερε αν, και που, θα ξαναβρισκόμασταν.

Ήθελα να αποχαιρετήσουν τον El Pillan, το τσομπανόσκυλο τους, κάτω στην αυλή. Και καθώς το χάιδευαν, του μιλούσαν σ’ εκείνη την γλώσσα, που μόνο τα παιδιά και τα ζώα καταλαβαίνουν, πιαστήκαμε απ’ το χέρι, σηκώσαμε τα μάτια στον ουρανό, σ’ έναν ουρανό σκοτεινό, που το ολόλευκο χιόνι της Κορδιλλιέρας έκανε ακόμα πιο μαύρο. Ένα δυνατό ζουζούνισμα μελισσών μας γύρισε στην πραγματικότητα: δεν έπρεπε να αργούμε, οι σύντροφοι περίμεναν. Η αναχώρηση των κοριτσιών δεν ήταν απλό πράγμα, ερχόταν μετά από μια μεγάλη προετοιμασία των λεπτομερειών: έπρεπε να τις προστατέψουμε από κάθε κίνδυνο, να είμαστε συνετοί, ακριβείς. Δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα να κλάψουμε, να λυπηθούμε. Αλλά τα κορίτσια αδύνατο να τα ξεγελάσεις : έβλεπαν στο πρόσωπο σου την συγκρατημένη συγκίνηση την εγκατάλειψη, που ήταν ζωγραφισμένη στο δικό μου, την αδεξιότητα στις κινήσεις μου. Αν και ξέραμε ότι ήταν λογική, ότι δεν υπήρχε άλλη λύση κι ότι αυτή ήταν η καλύτερη, όμως ο πόνος του αποχωρισμού ήταν ο ίδιος.

 

Θέλω να ξαναγυρίσω σ’ εκείνη τη μέρα, στην παραμονή της αναχώρησης: δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορέσω, αλλά θέλω να την φωτίσω, να μείνω εκεί, ακίνητη, να μην ταράξω τις γραμμές που διαγράφονται αχνές, μετά πιο έντονες.

Να  μείνω ακίνητη, ν’ αφήσω τις εικόνες, τους ρυθμούς, τους ήχους να έλθουν, να διαπεράσουν τους τοίχους, εδώ που βρίσκομαι τώρα, για να σας ξαναβρώ έτσι, μικρά μου κοριτσάκια, αυτό το βράδυ, την παραμονή της αναχώρησης.

Τα κορίτσια ετοιμάζουν χαρούμενα, σαν σε παιχνίδι, το στρογγυλό τραπέζι όπου θα ζήσουμε και οι τέσσερις την ιεροτελεστία της Despedida. Το τραπεζομάντηλο με τα κόκκινα και άσπρα καρώ, τα γλυκίσματα και τις άλλες σπάνιες λιχουδιές, που στολίζουν με μοβ πανσέδες και μικρά άσπρα γαρύφαλλα. Μεταμφιεσμένες σε πριγκήπισσες μέσα στα τούλια που κυλιέται ο Έλ Πιλλάν, που σέρνονται στους διαδρόμους και στην ταράτσα με τα μαύρα πλακάκια, χορεύουν με τα αγαπημένα τους τραγούδια. Τόσο διαφορετική η μια απ’ την άλλη, κι όμως τόσο όμοιες, τόσο βαθιά δεμένε, που ακόμα κι εμείς μένουμε έξω απ’ τον μυστηριακό τους κόσμο. Σήμερα το βράδυ, πριν αποκοιμηθούν, θα τους διηγηθείς την τελευταία ιστορία. Δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε να ξέρουμε ότι ήταν η τελευταία φορά, η τελευταία ιστορία που σκάρωνες για τα κορίτσια σου. Σ’ακούγαμε μέσα σε βαθιά σιωπή. Καθισμένες δίπλα σου, η μια σου χάιδευε το χέρι, η άλλη σ’ αγκάλιαζε με τα αμυγδαλωτά της μάτια. Ρουφούσαν την ήρεμη φωνή σου, τα πετάγματα της, τις σιωπές ανάμεσα σε κάθε λέξη. Τους έδειχνες, τους αποκάλυπτες τους κρυμμένους θησαυρούς της ιστορίας τους: Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, μια χώρα που την έλεγαν Χιλή, και σ’ αυτή την μεγάλη πόλη ένα γαλάζιο σπιτάκι όπου ζούσαν δυο κοριτσάκια…Μια νύχτα, οι κακοί άρπαξαν την χώρα, κυνήγησαν τα παιδιά, και τους γονείς τους, και τότε…ναι, καλή μου, σε λένε Χαβιέρα. Ε…, αλλά τώρα είσαι η Χαβιέρα Λίντα, Σιμπέλλ: το πραγματικό σου όνομα δεν μπορούμε να το πούμε δυνατά τώρα, γιατί οι στρατιώτες παρακολουθούν τον μπαμπά-Λίντο, και τότε…Και ‘σένα, καλή μου, σε λένε Καμίλ Π…, αλλά τώρα είσαι η Καμίλ Λίντα, Σιμπέλλ…ο στρατός και οι πλούσιοι θέλουν να μας πιάσουν, για αυτό αλλάξαμε τα ονόματα μας, έτσι κανείς πια δεν θα ξέρει που να μας βρει…Θα φύγετε αύριο και οι δυο, πάντα μαζί, βοηθώντας η μια την άλλη…Εμείς;…Η Κατίτα, λοιπόν, και ο μπαμπάς-Λίντο θα μείνουν στο σπίτι για λίγο καιρό ακόμα, έχουν μερικές δουλειές να κάνουν για να μη μπορεί κανείς, κάποια μέρα, να εμποδίζει τα παιδιά να χαμογελούν…μόλις έρθει, όμως, το μωρό, θα ‘ρθούμε να σας βρούμε εκεί πέρα, στο νησί με τα φοινικόδεντρα και τις μεγάλες παραλίες…να, σαν αυτό εδώ, κοιτάξτε αυτή την εικόνα: τους κοκοφοίνικες, τις ροδοδάφνες, την γαλαζωπή, χλιαρή θάλασσα, τη λευκή και λεπτή αμμουδιά. Εκεί, κοριτσάκια μου, θα πάτε στο σχολείο, τα παιδιά θα είναι οι βασιλιάδες και οι πριγκήπισσες του Νησιού, κανένας δεν τολμάει να τα ενοχλήσει. Εκεί θα μας περιμένετε…Αύριο, το ταξίδι μόλις αρχίζει, αύριο, κοριτσάκια μου, θα πάτε με την Αμπουέλα και τα εγγονάκια της, τους φίλους σας, σ’ ένα μεγάλο σπίτι, με πισίνα: στο Σπίτι της Ιταλίας, θα μείνετε εκεί μερικές μέρες, μετά, θα πάρετε το αεροπλάνο μέχρι την παραλία. Εκεί, σας περιμένει η θεία Γκρέτα…

Χαμήλωσες, για μια στιγμή, τα μάτια, και ξανάρχισες να γελάς με κόπο…με κείνο το γέλιο που ανάβλυζε καθημερινά ανάμεσα σας.

 

Τις Κυριακές της ζωής μας, μαζί λησμονημένα τα ωράρια όλης της βδομάδας, όλα επιτρέπονται. Η γιορτή άρχιζε απ’ το πρωί: εσύ ετοιμάζεις τα συνηθισμένα μας σάντουϊτς η Καμίλ στίβει πορτοκάλια στη παλιά μηχανή, η Χαβιέρα στολίζει τους δίσκους με μαργαρίτες, η Κατίτα τους φέρνει στο δωμάτιο. Τους αρέσει να κυλιούνται στο μεγάλο γαλάζιο κρεβάτι, να χουζουρεύουν ώρες, να φυλλομετρούν εικονογραφημένα περιοδικά. Το απόγευμα, τα κορίτσια, κι εσύ στη μέση, κάθονται εδώ, να δουν τηλεόραση: Χοντρό-Λιγνό, τις περιπέτειες της Λάσσυ, το Ροζ Πάνθηρα και μια καουμπόϋκη περιπέτεια. Το βράδυ απολαμβάνουμε το αγαπημένο μας δείπνο, σκορπίζοντας τα ψίχουλα του γλυκού στον αχόρταγο Έλ Πιλλάν. Ακόμα κι ο σκύλος έμαθε να ξεχωρίζει τις Κυριακές, που δεν υπήρχε καμιά απαγόρευση: μπορούσε να κοιμηθεί πάνω στο μάλλινο χαλί, να κυλιέται με την άνεση του πάνω στο κρεβάτι, να τρέχει, ξεφεύγοντας τα χάδια των κοριτσιών, ανάμεσα στις στοίβες τα βιβλία που κείτονταν καταγής, στους ροζ υφασμάτινους σάκους, γεμάτους όπλα.

Ναι, σας άρεσε, και τους τρεις, να με πειράζετε, τίποτα δεν γεννούσε τόσο μεγάλη χαρά στα κορίτσια, όσο ένα καινούργιο αστείο που θα μ’ έκανε να θυμώσω.

 

– Η Κατίτα δεν έχει καθόλου χιούμορ.

Γελούν ένοχα, σαν παιδιά που κάτι μαγειρεύουν κρυφά.

-Άφησε τα, σταμάτα να πηγαινοέρχεσαι, τι πειράζει η ακαταστασία θα τα μαζέψουμε αύριο.

-Έλα, κάθισε μαζί μας, αρχίζει ο Ζορρό.

-Τι σου έκανε ο Έλ Πιλλάν, σκύλος είναι, του αρέσει να γλύφει τα πιάτα.

-Δεν θα συνεριστείς τώρα το σκύλο, τι φταίει αυτός, είναι τόσο μικρός! Μια απ’ τις κόρες σου του άνοιξε την πόρτα.

-Άτι, δεν σου αρέσει να παίζεις μαζί μας:

 

Θυμάμαι, μόνο, ότι ακόμα και οι τοίχοι γελούσαν από χαρά εκείνη τη νύχτα της DESPEDIDA,  τη νύχτα εκείνη που έμεινες, για μια στιγμή, σιωπηλός, κοιτάζοντας το κενό…και μετά έρριξες το βλέμμα σου στο κάθε κορίτσι: είστε ευχαριστημένες μ’ αυτό το ταξίδι, με το Νησί που σας περιμένει;

Η μια γελούσε ευτυχισμένη, έβλεπε με τη φαντασία της στρατιές παιδιών, τη δασκάλα, χτυπούσε παλαμάκια τρέχοντας γύρω απ’ το τραπέζι. Η άλλη την παρακολουθούσε με το βλέμμα, ακίνητη, νόμισα ότι θα χανόμουν στην απεραντοσύνη των διάφανων αμυγδαλωτών ματιών της, που ανοίγονταν, καρφωμένα πάνω μου, μια άβυσσος…πόσα και πόσα ερωτηματικά. Τέλος, χαμογελά.

Και τη μέρα της αναχώρησης, καθισμένη στα γόνατα μου, σφιγμένη στην αγκαλιά μου, ρωτούσες, μικρή μου, γιατί δεν φεύγαμε όλοι μαζί…ήθελε όλες αυτές τις υποσχέσεις ευτυχίας στο Νησί των παιδιών, ήθελε, όμως, μαζί της, κοντά της, και τους γονείς της.

Θυμάμαι τη θλίψη που μας πλάκωνε.

Θυμάμαι…αλλά και σε τι χρησιμεύει; Ποιος μπορεί να ενδιαφέρεται γι αυτήν την ιστορία, γι αυτήν τη στιγμή που, μικρά κορίτσια, έφυγαν μακριά για πάντα.!.

Αν και έκανε κρύο εκείνο το πρωί, κανείς δε θα αρνιόταν να συνοδέψει τα παιδιά μέχρι την ξεμοναχιασμένη πλατεία, όπου τα περίμενε ο Χάιμε.

Εκείνο το πρωί, ή μάλλον μεσημέρι – το αυτοκίνητο γεμάτο – κανείς δεν μιλούσε. Κάποιος τραγουδούσε, οι άλλοι ήταν πιασμένοι απ’ τα χέρια. Από δρομάκι σε δρόμο, από δρόμο σε λεωφόρο…η πλατεία ήταν άδεια, ούτε ένα δέντρο, ούτε ένα πουλί ή σκύλος. Ο Χάιμε ήταν εκεί, στο τιμόνι μιας γριάς 2 CV. Άνοιξε τις πόρτες, τα παιδιά στριμώχτηκαν στο πίσω κάθισμα. Βλέπω τη μια μου κόρη, ένα χαμόγελο μόλις ζωγραφίζεται στα ωραία χείλη της. Ξέρει, η μικρή μου, ότι χωριζόμαστε. Ακολουθεί με τα φωτεινά της μάτια τις κινήσεις μας, και μετά…όχι, δεν το μπορώ. Βλέπω την τρυφερότητα της Αμπουέλα, τα μπράτσα της τυλίγονται γύρο απ’ την άλλη μου κόρη, την προστατεύει από τώρα, προσπαθεί σίγουρα να μου δείξει ότι δεν θα είναι μόνες τους. Η μια χαμογελά, πιο αποφασισμένη τώρα, η άλλη σηκώνει το χέρι της, σαν αποχαιρετισμό. Βλέπω τα αρκουδάκια το απαλό δέρμα των χεριών τους.

Ο Χάιμε βάζει μπρος, κάπου στο Σαντιάγκο θα συναντήσει το νεαρό παπά, που θα τους πάει μέχρι τα κάγκελα της ιταλικής πρεσβείας.

Η πρεσβεία – καταφύγιο και τείχος – μακριά μας, κι όμως τόσο κοντινή! Πόσες φορές, μετά από κείνη τη μέρα, πλησίασα αυτό το μέρος, αν και το παρακολουθούσαν στενά, σαν κλέφτρα, κι όμως, αισθανόμουν τόσο βαθιά χωμένη στον πράσινο κήπο της, που μπορούσα να δω με τη φαντασία μου τις κόρες μου – η ελπίδα να τις δω δεν μ’ εγκατέλειπε ποτέ. Αν μπορούσα, τουλάχιστον, να σου πω κάποιο βράδυ: τις είδα, φορούσαν τα κόκκινα παντελόνια τους, άσπρα πουλόβερ, γελούσαν, φαίνονταν ευχαριστημένες…αλλά, όχι, δεν τις είχα δει καθόλου ανάμεσα στις 14 του Σεπτέμβρη, τη μέρα που έφυγαν, και τις 5 Οκτώβρη. Ευτυχώς, ποτέ δεν έμαθες πόσο απαίσια ήταν η ζωή σ’ εκείνο το μέρος, όπου η Αμπουέλα έπρεπε να τις υπερασπίζεται με τα νύχια της, τόσο φοβερό είχε γίνει το στοίβαγμα των προσφύγων και οι καβγάδες για λίγη τροφή ή ένα κρεβάτι. Κάποιος, ένας σύντροφος που σ’ εκτιμούσε, τους έδωσε ένα δωμάτιο. Η Αμπουέλα κράτησε εκεί τα παιδιά, οπλισμένη μ’ ένα μαχαίρι, και…ναι, την επαύριο της 5ης του Οκτώβρη, η μια έφυγε. Η άλλη έμεινε εκεί, μόνη, ολομόναχη, η μικρή μου. Ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο κακό.

 

Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε αλλιώς, είχαμε προβλέψει το νέο κύμα καταπίεσης, στο Σαντιάγκο και στη Σάντα Φέ αντηχούσαν οι κραυγές των παιδιών των ομήρων, που βασανίζονταν μπροστά στις μανάδες τους. Δεν διακινδυνεύαμε πια – κινδυνεύαμε. Δεν έπρεπε να το αγνοούμε. Κι έλεγες, για να μας παρηγορήσεις: πέντε χρονών είναι, σε μια ηλικία που η κοινωνική ζωή είναι πιο σημαντική απ’ την οικογένεια. Όσο θάναι μαζί δεν θα είναι μόνες τους. Τίποτα δεν πρέπει να τις χωρίσει, μαζί θ’ αντισταθούν σαν να τους είχε χαρίσει η μοίρα μια κανονική ζωή. Η αγάπη μεταξύ τους θ’ αντικαταστήσει εμάς. Θ’ ανακατευτούν εκεί στα παιχνίδια των άλλων παιδιών, κανείς δεν θα ρωτήσει από που έρχονται, εκτός κι αν είναι από αγάπη. Κι εμείς, βέβαια, θα πάμε να τις δούμε.

 

Ποτέ πια.

 

Στις 5 του Οκτώβρη, τα κορίτσια ήταν μακριά απ’ τον κίνδυνο τόσο μακριά απ’ το γαλάζιο σπιτάκι της Σάντα Φέ.

Θα μάθουν, μια μέρα, ότι ήταν πιο δυνατό από μας. Θα ξαναβρεθούμε, κοριτσάκια μου, ποιος ξέρει, αύριο, μεθαύριο, του χρόνου ή αργότερα. Τώρα ξαναφεύγω, πρέπει πρώτα να ξανακάνω το δρόμο που τους οδήγησε, »αυτούς», σ’ εμάς.

Και ίσως, ακολουθώντας τα ίχνη, τα σημάδια των κοριτσιών, φτάσω σ’ αυτά.

Μα ποτέ δεν θα μάθω, ποτέ δεν θα θυμηθώ αν ήταν Δευτέρα, Παρασκευή ή Κυριακή, ποια μέρα της εβδομάδας ήταν εκείνο το πρωί, που έφυγαν τα παιδιά, απ’ το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ…

Πως θέλεις να θυμάμαι, όταν ο απόηχος της απουσίας των κοριτσιών μας με ξετρέλαινε, μέχρι που έχασα την αίσθηση των ωρών, των χρωμάτων, των ημερών που περνούσαν;

Από τότε, δεν ήξερα τι μέρα ξημέρωνε κάθε πρωί, μέχρι εκείνο το Σάββατο – ναι, αυτό το ‘μαθα – Σάββατο ήταν, 5 Οκτώβρη 1974.

συνεχίζεται

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΚΟ, Καρμεν Καστιγιο

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s