ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, β]

Η Καμίλ και η Χαβιέρα πήγαιναν συχνά στης Αμπουέλας. Τις πήγαινε, Σάββατο απόγευμα, ο Τόνιο, να βρουν τους φίλους τους, τα εγγόνια της. Τους άρεσε να παίζουν μπάλα, να συναγωνίζονται στο σχέδιο και, πάνω απ’ όλα, τα γλυκά αυτής της τόσο αγαπημένης θετής γιαγιάς.

Η Αμπουέλα: τα αυστηρά και κανονικά χαρακτηριστικά του προσώπου της που δημιουργούν αντίθεση με τις άσπρες τούφες της, τα κοντά ίσια μαλλιά της, το καστανόχρωμο δέρμα της. Μόνο οι αδρές ρυτίδες γύρω απ’τα μαύρα μάτια της μαρτυρούν τα πενήντα χρόνια αυτής της σεμνής γυναίκας.

Η ευωδιά του ψωμιού στο φούρνο, τις Κυριακές…Κι ακόμα, η γεύση της τελευταίας της μηλόπιτας. Η Αμπουέλα…ανάμεσα στα πήγαινέλα του μαύρου της φορέματος εμφανίζεται ξαφνικά ο Τόνιο. Τον θυμάμαι κι αυτόν, ακόμα. Δεν μπορώ να ξεφύγω. Η Αμπουέλα, η μάνα του, μ’ εκείνη την συγκαταβατική υπεροψία που δεν την εγκατέλειπε ποτέ, εκείνη τη διαίσθηση και τη φρονιμάδα των ανθρώπων του λαού, σε κάθε της βήμα. Δεν γνώρισε στη ζωή της ξεκούραση. Μόλις τέλειωνε το καθάρισμα στο ξενοδοχείο ‘Ο’ Χίγγινς ντέλ Βίνια ντέλ Μάρ, όπου δούλευε, ξαγρυπνούσε στα πρόχειρα καταφύγια των παρανόμων.

Το 69, όταν ο γυιός της έκανε επιθέσεις σε τράπεζες,  έμενε κοντά στην Μαρίζα και τα εγγόνια της. Αντιμετώπιζε με αξιοπρέπεια το σκάνδαλο:

-Μαρία, δεν ήξερες να μεγαλώσεις τον γυιό σου, τον παραχάϊδεψες.

-Τίποτα καλό δεν μπορούσε να βγει, Μαρία, από ένα νόθο παιδί.Ο έρωτας έξω απ’ το  γάμο είναι αμαρτία. Σε τιμώρησε ο Θεός.

Η ελπίδα για ένα πιο άνετο μέλλον απομακρυνόταν όσο ο Τόνιο απομακρυνόταν από την ιατρική. Η Αμπουέλα έπρεπε να τα βολεύει, με τα λίγα λεφτά της, σε υγρά σπίτια, σε κουζίνες με κάρβουνο.

Στα τέλη του 70, ο Τόνιο ανέλαβε την αρχηγία των συντρόφων του MIR που ήταν υπεύθυνοι για την ασφάλεια του Προέδρου Αλλιέντε. Τους όρισαν, τότε, ένα τσιμεντένιο σπίτι να μένουν, μάλλον καινούριο, στις οικοδομές που βρίσκονταν τριγύρω απ’ την προεδρική διαμονή του Τομάς Μόρο. Το σπίτι ήταν παραφωνία μέσα στις υπερβολές των ματαιόδοξων μικροαστών, των αφοσιωμένων στην φροντίδα του κήπου τους. Τα ξεθωριασμένα σεντόνια απλωμένα στα παράθυρα, η εγκαταλειμένη αυλή, ξεσήκωναν τα πικρόχολα σχόλια της γειτονιάς. Η Αμπουέλα δεν μιλούσε σε κανέναν. Αποτραβήχτηκε περήφανα σ’ ένα σπίτι μόνιμα κρύο τον χειμώνα.

Η παλιά σόμπα με την κηροζίνη δεν έφτανε, είν’ αλήθεια, αλλά υπήρχαν πάντα τ΄ απαραίτητα: αχνιστή σούπα, νεσκαφέ, ζάχαρη. Η Αμπουέλα έκανε τις προμήθειες της με σύνεση, περίμενε στις ουρές, κάθε είδους ουρές, και μοιράζονταν τα πολύτιμα προϊόντα της μ’ όποιον χτυπούσε την πόρτα της.

Η ζωή της Κατίτα προσαρμόζονταν κάθε μέρα και περισσότερο στη ζωή αυτού του σπιτιού. Το πρωί πήγαινε απ’ το Πανεπιστήμιο στο γραφείο της Μαρίζα, οδός Μπαντέρα. Έβρισκε εκεί την Σολάνζ, τον καθημερινό τύπο. Η δουλειά τους ήταν να διαβάζουν όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά,  να ανιχνεύουν τις πολιτικές  στρατηγικές και τακτικές, να παρακολουθούν της εξέλιξη τους, και να συντάσσουν αναφορές για το πολιτικό Γραφείο του ΜΙR. Στο διάλειμμα για μεσημεριανό, κατέβαιναν στο κοντινό μαγειρείο, τρία πιάτα, και επιδόρπιο, σχεδόν τζάμπα, δεν ήταν ακριβή η ζωή στο Σαντιάγκο, στην εποχή της λαϊκής κυβέρνησης. Πριν πάει στη βραδινή συνεδρίαση, η Κατίτα έφερνε γρήγορα τα κορίτσια απ’ το νηπιαγωγείο στην αγκαλιά της Αμπουέλα. Η Καμίλ και η Χαβιέρα ασφαλείς, σε καλά χέρια – ξανάφευγε βιαστικά για τη συνεδρίαση. Τη νύχτα τις ξανάπαιρνε κοιμισμένες. Της έμενε μόνο να τις ξεντύσει.

 

Τον Ιούνιο είναι φθινόπωρο στο Σαντιάγκο, κι η υγρασία γίνεται μούχλα.

 

Το φθινόπωρο του 73, η κατάσταση στη χώρα χειροτέρεψε. Το Ναυτικό είχε αποσπάσει από τη Δικαιοσύνη την άδεια δίωξης των γενικών γραμματέων του σοσιαλιστικού κόμματος και του MIR. Oι αντιδράσεις του στρατού σ’ αυτό που έλεγαν »στασιαστική συνωμοσία των ναυτών» μεγάλωναν τις πιθανότητες πραξικοπήματος. Η μετακόμιση επιβάλλονταν, πλησίαζε ο καιρός που θα ‘πρεπε να κρυβόμαστε, μακριά από τις ψηλότερες συνοικίες της πόλης.

 

Έτσι, εκείνο το σκουροπράσινο σπίτι της Γκράν Αβενίντα, σε κακή κατάσταση, μα ευρύχωρο, ήρθε στη ζωή μας σαν ευκαιρία. Θα μαζεύαμε εκεί, κάτω απ’ την ίδια στέγη, όλο αυτό το ήδη ανάμικτο πλήθος, αφού έτσι μας υποχρέωναν οι περιστάσεις. Στις 30 Ιούνη του 73, την επαύριο του El Tanquazo, της »επίθεσης των τανκς» [της εξέγερσης του συνταγματάρχη Σουπέρ και των θωρακισμένων του]. η Αμπουέλα, η Μαρίζα. η Κατίτα, και τα παιδιά, εξερεύνησαν το μέρος ως τις μικρότερες γωνιές του. Φαίνονταν γερό: τσιμεντένιοι βαμμένοι τοίχοι, πλαστικά πλακάκια στο κρύο πάτωμα. »Τόσο το καλύτερο», λέει η Αμπουέλα, »θάναι πιο εύκολο στο καθάρισμα». Με λίγη φαντασία, όλος ο κόσμος μπορεί να βολευτεί εδώ.

Η Μαρίζα και ο Τόνιο, η Κατίτα κι ο Μιγκέλ, είχαν από ένα δωμάτιο, από ένα γραφείο. Στο τρίτοκαλό δωμάτιο κοιμόταν τα εγγόνια της Αμπουέλα. Η Καμίλ και η Χαβιέρα περιορίστηκαν στο χολ. Για να τις πείσει ότι ήταν πραγματικό δωμάτιο, ο Κριστιάν εγκατέστησε ένα ξύλινο χώρισμα, πίσω του κατάφερε η Αμπουέλα να χωρέσει το τραπέζι της τραπεζαρίας. Όσο για την ίδια, δεν της έμενε παρά ένα μικρό δωμάτιο, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Εκεί όμως, γύρω της, μαζεύονταν όλοι.

Η Αμπουέλα έγινε ο στύλος του σκουροπράσινου σπιτιού. Πραγματική καλή του νεράιδα.

Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί την παρουσία επικίνδυνων »τρομοκρατών» μέσα σ’ αυτό το συφερτό παιδιών και νέων ανθρώπων, που μυρμήγκιαζαν γύρω απ’ τη γιαγιά.

Η Αμπουέλα προσπάθησε να γνωριστεί με τη γειτονιά, έπιασε φιλίες με τον εμποράκο της γωνίας, δεν φοβήθηκε να πλησιάσει την γυναίκα του υπαξιωματικού, τρία σπίτια παραπέρα. Αυτές οι αθώες φλυαρίες στο πεζοδρόμιο, η σκούπα στο χέρι, ήταν οι καλύτερες κεραίες της πληροφόρησης. Έμαθαν, έτσι, ότι ήταν αρκετά ασφαλισμένοι, ώστε το ρισκάρισαν και δεν κουνήθηκαν από κει, με το πραξικόπημα.

Η αναμπουμπούλα του παιχνιδιού και των καβγάδων των παιδιών, τα διαπεραστικά μαλώματα της ηλικιωμένης γυναίκας, το ευγενικό παρουσιαστικό της κόρης της Χιμένα, η στοργική τρυφερότητα της νύφης της Μαρίζα. Τα κανονικά πήγαινέλα των αγοριών της: εργάτες, ο Μιγκέλ και ο Τόνιο, έφευγαν νωρίς το πρωί, γυρνούσαν αργά το βράδυ. »Χρειάζονται λεφτά για να μεγαλώσουν τα απιδιά» έλεγε η Αμπουέλα.

 

Αργά τη νύχτα, η Κατίτα κάθεται στο κρεβάτι της. Η Αμπουέλα τη ρωτάει, ψιθυριστά:

-Πες μου, Άτι, τι ετοιμάζεται έξω; Η καταπίεση μεγαλώνει πάλι, ε;. Κατηγορούν το MIR για φοβερά πράγματα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα απιδιά μας είναι υπεύθυνα. Βόμβες στην ύπαιθρο, όπλα παντού, οι pobledores, που επαναστατούν ενάντια στην κυβέρνηση, ο Τόνιο, γιατί δεν δουλεύει πια με τον Αλλιέντε;

Μόνο ο Μιγκέλ καταφέρνει να καθησυχάζει την αγωνία της. Του έχει τυφλή εμπιστοσύνη, τον περιποιείται του φυλάει το αβοκάντο, το καλύτερο κομμάτι κοτόπουλο, τη ντοματοσαλάτα. Συνεννοούνται περίφημα. Ο Μιγκέλ την λατρεύει.

 

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973, τη μέρα του πραξικοπήματος, η Αμπουέλα, με τη σκούπα στο χέρι, προσπαθεί να μάθει τα νέα, πάει στους γείτονες. Καθησυχάζει τα παιδιά, στο καθένα στην λέξη, την τρυφερότητα που θα του δώσει ασφάλεια. Ο θόρυβος των αεροπλάνων, των βομβαρδιστικών, των ελικοπτέρων που περιπολούν την ερυθρά ζώνη των poblaciones, στις παρυφές του Γκράν Αβενίντα, τίποτα δεν μπορεί να τη λυγίσει. Τα δάκρυα κυλούν σιωπηλά, ο Αλλιέντε είναι νεκρός, η Μαρίζα κι η Κατίτα προσπαθούν να συνδεθούν με τον πυρήνα τους. Παίρνουν εντολή να περιμένουν. Η πόλη είναι αποκλεισμένη. Κηρύσσεται κατάσταση πολιορκίας, το τερέτισμα των πολυβόλων ξεσκίζει τον αέρα, τα εμπορικά κλείνουν. Η Αμπουέλα πλάθει το ζυμάρι, τα απιδιά ξεχνούν τους βομβαρδισμούς μπροστά  στα μικρά ζεστά amasados. Καμιά απ’ τις τρεις γυναίκες δεν φαίνεται ν’ ανησυχεί για την τύχη των αντρών. Χθες δεν γύρισαν στο σπίτι. Πρέπει να έμαθαν τα νέα, και να πνίγονται στις ετοιμασίες μιας αντίστασης. Θα γυρίσουν μόλις θα χουν ένα λεπτό καιρό. Η Αμπουέλα λέει παραμύθια στα παιδιά, τα κοιμίζει όπως κάθε βράδυ.

Όλη νύχτα οι τρεις γυναίκες ο θόρυβος των στρατιωτικών οχημάτων να τους τρυπάει τ’ αυτιά καίνε τα προπαγανδιστικά έντυπα. Το πρωί σκορπίζουν τη στάχτη ανάμεσα στα φθινοπωρινά φύλλα. Μαζεύουν γύρω από ένα παιχνίδι τον στρατό των παιδιών της γειτονιάς. Κι οι ώρες κυλούν.

Το πράσινο σπίτι ήταν σαν μια απομονωμένη όαση στην καρδιά της λαϊκής γειτονιάς. Καμιόνια πτώματα στοιβαγμένα πίσω έτρεχαν προς τα νότια στη μεγάλη αρτηρία, την Γκράν Αβενίντα προορισμός άγνωστος. Έτσι ψιθυρίζονταν. Τα βομβαρδιστικά, γλύφοντας σχεδόν τις οικοδομές, έριχναν τις βόμβες τους πάνω στην συνοικία Λα Λέγκα. Στο πράσινο σπίτι μοναδική αναστάτωση στην ρουτίνα: η απουσία των αντρών. Η ζωή συνεχιζόταν.

 

Τρίτη μέρα, ή μήπως ήταν η τέταρτη. Οι μέρες μεγάλωναν, αλλά η συσκότιση που άρχιζε στις τέσσερις μάκραινε τις νύχτες που περνούσαμε σαν φυλακισμένοι. Εκείνο το απόγευμα ο Τόνιο και ο Μιγκέλ εμφανίστηκαν πάλι στο σπίτι, είχαν αλλάξει αυτοκίνητο κι εμφάνιση. Κανείς στη γειτονιά δεν απόρησε. Την πέμπτη ημέρα, μια που η συσκότιση είχε πάει στις έξι, οι γυναίκες βγήκαν. Στον γυρισμό, είχαν αλλάξει χτένισμα. Δεν τις είχε δει ποτέ κανείς με φούστα- φορούσαν φορέματα ατσαλάκωτα. Πηγαινοέρχονταν με μια άγνωστη CV. Κανείς στη γειτονιά δεν υποψιάστηκε τίποτα. Κι αν υπήρξε κανείς που παραξενεύτηκε με τούτο ή με κείνο, κανείς δεν τις κατάγγειλε.

 

συνεχίζεται

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο – Κάρμεν Καστίγιο

 

 

 

Advertisements

One thought on “Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, β]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s