θεωρία, teoria

Μεταξύ Λένιν και Φανόν. Για μια »κριτική θεωρία» του παρόντος – Tra Lenin e Fanon. Per una “teoria critica” del presente.

Ουλρίκε Μάινχοφ, Μια ζωή για την Επανάσταση, Raf θεωρία και πράξη του αστικού ανταρτοπόλεμου

 

της Giulia Bausano

Η περίσταση της επαναδημοσίευσης μιας συλλογής κάποιων γραπτών της RAF[1] υπήρξε η επέτειος των σαράντα χρόνων από την δολοφονία της Ulrike Meinhof, που σκοτώθηκε στην φυλακή του Stammhein στις 9 μαίου 1976. H πρόθεση όμως αυτής της εργασίας δεν ήταν ούτε εορταστική, ούτε μοναχά για να την μνημονεύσουμε, θεωρώντας πως η μνήμη δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε μιαν ανάκτηση, από πλευράς της σύγχρονης γενιάς επαναστατών αγωνιστών,  όλων αυτών από την εμπειρία της RAF που μοιάζουν να έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν στο τρέχον σενάριο. Ως εκ τούτου με την παρουσία των κειμένων προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε και να στοχαστούμε επάνω σε κάποιες παραδοχές και εικασίες της RAF οι οποίες, σύμφωνα με εμάς, βρήκαν επιβεβαίωση μέσα στην πραγματικότητα στην οποίαν ζούμε: στην σημερινή δηλαδή ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού. 

Ανακεφαλαιώνοντας, οι θεωρητικές και πρακτικές απόψεις της RAF, που φαίνονται σε εμάς να έχουν βρει γόνιμη ανάδραση μέσα στο τρέχον ιστορικό περιβάλλον, είναι:

–          η έκλειψη της διάστασης του κράτους έθνους και η εκ των πραγμάτων διεθνοποίηση κάθε πολιτικής διάστασης

–          η ανάπτυξη της  τάσης προς τον πόλεμο σαν κεντρικό στοιχείο της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής φάσης 

–          Oι μετασχηματισμοί που έχουν επηρεάσει την ταξική σύνθεση μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος  τείνουν να επιβεβαιώσουν πως η προσοχή, και συνεπώς η κεντρικότητα, που τέθηκε από την Raf για τις »μάζες δίχως όψη»έχει πλήρως συλλάβει  αυτό που η μοίρα προόριζε στις εξαρτώμενες-υποδεέστερες κοινωνικές τάξεις.  Σήμερα, αυτό που στα χρόνια  70 του Εννιακόσια μπορούσε να μοιάζει ακόμη σαν μια εξαίρεση  (προκαλώντας συχνά στην Raf κατηγορίες εσκεμμένου μειοψηφισμού και εξτρεμισμού) φαίνεται  να καθίσταται, μέσα από μια καταρρακτώδη διαδικασία, ο κανόνας. 

 

Το τελευταίο μέρος της εισαγωγής, που στέκεται επάνω σε μιαν μεθοδολογική πτυχή της θεωρίας της RAF και σήμερα φαίνεται να προσφέρει ενδιαφέρουσες πολιτικές προτάσεις, αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να συνεχιστεί η πολιτική επεξεργασία που προσπαθήσαμε να προωθήσουμε αυτά τα χρόνια  [2], εμβαθύνοντας την ανάλυση της λενινιάνας στρατηγικής σκέψης σαν θεμελιώδες πολιτικό εργαλείο για τις σημερινές πρωτοπορίες, την ανάλυση των μετασχηματισμών της μορφής του κράτους που είναι συνδεδεμένες στους μετασχηματισμούς της μορφής του πολέμου, και εκείνων που υπέστη η κοινωνική σύνθεση και ο στοχασμός  σχετικά με την απαραίτητη επανεξέταση  του πλαισίου της κομουνιστικής θεωρίας της πολιτικής οργάνωσης.  Το τελευταίο κεφάλαιο της εισαγωγής έχει τον τίτλο   “Lenin και Fanon” :  σε αυτό τίθεται σαν κεντρική μια πιθανή διασταύρωση μεταξύ της στρατηγικής λενινιάνας σκέψης και των αναλύσεων επάνω στην αποικιοκρατία που έγιναν από τον Frantz Fanon, και αυτό ξεκινώντας ακριβώς από κάποιες διαισθήσεις-απόψεις της RAF που φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το τρέχον σενάριο του παγκόσμιου και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη των άκαμπτων συνόρων ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο κόσμο και από τον επανακαθορισμό ενός μοντέλου νεοαποικιακού τύπου και στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων. Καθορίσαμε με τον όρο του νεοαποικιακού μοντέλου τον κρατικό μετασχηματισμό που η ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, κατά την γνώμη μας, επεκτείνει σε ολόκληρο τον πλανήτη, εξαλείφοντας τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τον λεγόμενο πρώτο κόσμο, και τις αποικισμένες χώρες, τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Ένα τέτοιο πολιτικό μοντέλο είναι ο καρπός των οικονομικών μετασχηματισμών που ορίστηκαν σαν παγκόσμια φάση του καπιταλισμού:

Μέσα στο μεγάλο παιχνίδι του παγκόσμιου καπιταλισμού ένα από τα αποφασιστικά διακυβεύματα είναι η συνεχής δημιουργία παραγωγών  χαμηλού κόστους σε θέση τέτοια ώστε να μην κάνουν ζημιά, που για το management του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού πολύ πεζά σημαίνει την πρόληψη της εμφάνισης οποιασδήποτε μορφής οργανωμένης αντίστασης  από πλευράς των υφισταμένων, των από κάτω.  Είναι μέσα σε αυτό τον στρατηγικό στόχο που, τότε, γίνεται δυνατό να εξεταστεί η συζήτηση επάνω στο “αποικιακό μοντέλο”. Πρόκειται όμως, πέρα απ’ το παράδοξο, για μιαν αποικιοκρατία δίχως αποικίες εξωτερικές και κατά βάθος στερημένη από  τις εδαφικές ιδιαιτερότητες της και είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που οι περιφέρειες των παγκόσμιων μητροπόλεων καθίστανται μια από τις πολλές  “εσωτερικές αποικίες” εκ των οποίων ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει χωρίς. Είναι μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σενάριο που επεισόδια όπως η εξέγερση της banlieue, [των γαλλικών προαστίων] επιτρέπουν να συγκρίνουμε εκ νέου τις δια του λόγου εντολές που, στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του περασμένου αιώνα είχαν ξεκινήσει να παράγονται. (…)

Μέσα σε αυτό το  νέο παράδειγμα είναι δυνατό να φανταστούμε τον πληθυσμό διαχωρισμένο στο εσωτερικό δυο ευθειών, μια που κινείται οριζόντια και η άλλη που τρέχει καθέτως, παράγοντας ένα κοινωνικό μοντέλο που φαίνεται να ακολουθεί πλήρως τις ιδέες του Foucault από την μια, τις αναλύσεις της RAF από την άλλη. Στον οριζόντιο άξονα κατανέμονται εκείνες οι ποσοστώσεις του πληθυσμού των οποίων το μέλλον ταλαντεύεται μεταξύ εργασιών του ποδαριού, επισφαλών και ευέλικτων χαμηλού προφίλ ή σε συνεχείς επιδρομές στα πλαίσια των άτυπων ή/και παράνομων οικονομιών.  Δίοδοι που καθορίζονται από απλές συγκυρίες τόσο »δομικές» (μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση για εργασίες χαμηλού προφίλ), όσο και  “ατομικές” (ευκαιρίες που προσφέρονται περιστασιακά από ένα από τα πολλά κομμάτια των άτυπων οικονομιών). Αυτοί οι άνθρωποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούν να φιλοδοξούν σε μιαν  “αξιοπρεπή” ύπαρξη στην υπηρεσία κάποιου ιδιώτη ή δημόσιου, ατόμου ή συλλογικού, »λευκού» αφεντικού και όσο είναι υπηρέτες θλιβεροί και πιστοί δεν θα συναντήσουν πολλές αναποδιές αλλά, όπως στο βικτοριανό Λονδίνο, θα μπορούν πάντα να υπολογίζουν στην καλοσύνη του αφεντικού που δεν θα τους αρνηθεί τα ενδύματα, παλιά αλλά ακόμη σε καλή κατάσταση.  Διαφορετικές οι ζωές και οι ευκαιρίες για εκείνους  των οποίων οι υπάρξεις είναι τοποθετημένες στον άξονα που τρέχει καθέτως, ο κόσμος των “λευκών”. Πολύπλοκος όχι ομοιογενής, όπου οι θέσεις του εισοδήματος, κύρους και εξουσίας είναι αντικείμενο μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης ψυχαναγκαστικής και ο αγώνας για την ατομική επικράτηση άγριος, χωρίς ενδοιασμούς και αδιάκοπος αλλά, και αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος, με κάτι τις που τις κάνει να μοιάζουν και τις καθιστά συναφείς: οι εφικτές είναι, αν όχι απεριόριστες, αρκετές και πάντα μέσα σε ένα κοινωνικό “τρόπο ζωής, στυλ” χωρίς αποκλεισμούς και αξιοσέβαστο. Σίγουρα, κατά κάποιον τρόπο, ευελιξία, ανασφάλεια και «έλλειψη βεβαιότητας» είναι επίσης το υπόβαθρο της ζωής πολλών «λευκών»αλλά, εάν για τους »μαύρους» η κοινωνία της αβεβαιότητας είναι μόνο ένας εφιάλτης, για τους »λευκούς» φαίνεται να είναι  περισσότερο μια περιπέτεια όπου η ισορροπία ανάμεσα στους κινδύνους και τα οφέλη είναι όλα υπέρ των τελευταίων.  Για τους “λευκούς”, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όλα επιλύονται μέσα σε επικίνδυνα εικονικά και συμβολικά άλματα και επί πλέον με ισχυρά δίκτυα ασφαλείας στο παρασκήνιο; για τους “μαύρους” τα άλματα είναι εξίσου θανατηφόρα αλλά δραστικώς πραγματικά, υλικά και δίχως κανένα προστατευτικό δίχτυ. Αντικειμενικά το σενάριο τείνει να καθιστά τους δυο κόσμους σε τέτοιο σημείο μακρινούς τον έναν από τον άλλο και απροσμέτρητους ώστε το τοπίο των παγκόσμιων μητροπόλεων, περισσότερο από ότι στα  υπερ – ή μετα – μοντέρνα σενάρια φαίνεται να αναφέρεται στη νέα έκδοση, στο remake, επιτυχές, των “αποικιακών κόσμων”.

 

Ως εκ τούτου από την μια ο Lenin, και από την άλλη ο Fanon, οι πιο ένθερμοι ερμηνευτές του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας στο φως του ιστορικού διαλεκτικού υλισμού, φαίνονται πως μπορούν να παράσχουν χρήσιμα εργαλεία για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε σε μια στρατηγική σκέψη στο ύψος των περιστάσεων του παρόντος. Αυτή η υπόθεση, σχετικά με το κατά πόσο είναι γόνιμη η σχέση ανάμεσα στην θεωρία του Λένιν και εκείνη του Φανόν, καθιστά απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε ένα κεντρικό ζήτημα.  Όντως εάν είναι αλήθεια πως η κατάσταση των “μαζών δίχως πρόσωπο”, εξαπλώνεται πέρα από την λεγόμενη γραμμή του χρώματος σε όλους τους υποτελείς ακόμα και των δυτικών μητροπόλεων, πρόκειται για ένα γεγονός αποφασιστικό κατά κάποιο τρόπο.  Αυτή η κατάσταση πράγματι παραπέμπει σε μια σχέση ανάμεσα στις τάξεις που σημαδεύεται όχι πλέον από μια συγκρουσιακή κατάσταση βασισμένη επάνω στην αμοιβαία αναγνώριση, αλλά επάνω σε μια ριζική διαφορετικότητα. Η έκφραση  “μάζες δίχως όψη”, έχει ως στόχο να δείξει την κατάσταση του αποκλεισμού,  της στέρησης πολιτικής γλώσσας και συνεπώς πολιτικής νομιμοποίησης που οι κυρίαρχες τάξεις προορίζουν για ποσοστά όλο και μεγαλύτερα υποτελών, ακόμη και μέσα σε δυτικά μητροπολιτικά εδάφη. Αυτό θα πει πως σήμερα, εάν συμφωνούμε με αυτή την αναλυτική προοπτική, πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη η διαλεκτική σχέση η βασισμένη στην αμοιβαία αναγνώριση η οποία συνοψίζεται στην περίφημη φράση του Marx σύμφωνα με την οποίαν “ανάμεσα σε ομότιμα δικαιώματα, νικά  η δύναμη”. Αυτή η έκφραση του Marx περιέχεται σε εκείνο το σημείο του Κεφαλαίου όπου παρουσιάζεται με ξεκάθαρο τρόπο ο ιστορικός υλιστικός μετασχηματισμός της διαλεκτικής υπηρέτης-αφεντικό του Χέγκελ, ακριβέστερα στο όγδοο Κεφάλαιο του Πρώτου Βιβλίου του αφιερωμένου στην ανάλυση της εργατικής ημέρας.

 

Γράφει ο Marx:

“Βλέπουμε λοιπόν πως, εκτός από όρια εξ ολοκλήρου ελαστικά, από την φύση της ανταλλαγής των εμπορευμάτων αυτής καθεαυτής δεν βλέπουμε κανένα όριο στην εργατική ημέρα , συνεπώς κανένα όριο στην υπερεργασία. Ο καπιταλιστής, προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν  μακρύτερη την εργατική ημέρα και προσπαθώντας να τις κάνει δυο από μια όταν του είναι δυνατό,  βάζει μπροστά το δικαίωμα του αγοραστή. Από την άλλη η ιδιαίτερη φύση του πουλημένου εμπορεύματος  επιφέρει ένα όριο στην κατανάλωση του από πλευράς αγοραστή, ενώ ο εργάτης, στην προσπάθεια του να περιορίσει την εργατική ημέρα σε ένα σχετικά φυσικό μέγεθος, βάζει εμπρός το δικό του δικαίωμα του πωλητή. Έτσι, εδώ υπάρχει μια αντίφαση, δικαίωμα ενάντια σε δικαίωμα, που σφραγίζονται αμφότερα εξ ίσου από το νόμο ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η ισχύς. Κι έτσι στην ιστορία της καπιταλιστικής παραγωγής  η προσαρμογή της εργάσιμης ημέρας εμφανίζεται ως μια πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας, αγώνας ανάμεσα στον καπιταλιστή γενικότερα, δηλαδή την τάξη των καπιταλιστών, και τον εργάτη γενικότερα, δηλαδή την εργατική τάξη.”

 

Σε αυτό το βήμα συμπυκνώνεται η γενική μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία μέσα στη φάση εδραίωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού στα μέσα του Οκτακόσια. Σε αυτή την διαμόρφωση υπάρχουν προφανώς δυο πόλοι συνδεδεμένοι από μια ένταση: τα ίσα δικαιώματα, και η δύναμη.  Και είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την ανάγνωση και την ερμηνεία αυτής της έντασης που κατασκευάστηκαν οι διάφορες πολιτικές θέσεις στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα  και οι αναθεωρήσεις της μαρξιάνας θεωρίας.  Πέρα από τις παραδοχές και τα αποτελέσματα τους, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όλες αυτές οι εκ νέου αναγνώσεις και οι ερμηνείες της σχέσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία που σκέφτηκε ο Marx, που παρήχθησαν μέσα στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, ξεκινούν από μια ανάλυση της μορφής κράτος μέσα στο οποίο βρίσκονται να λειτουργούν, καθώς και την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων κρατών.

 

Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στην εσωτερική συζήτηση στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία, τόσο ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, όσο και ο ρεβιζιονισμός του Bernstein παίρνει τις κινήσεις από μια επανεξέταση της antinomic σχέσης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας . O κεντρισμός του Kautsky, που οδηγεί την γερμανική σοσιαλδημοκρατία μετξύ των χρόνων ’70 και ’80 του XIX αιώνα, ερμηνεύει ντετερμινιστικά-προσδιορισμικά την διαλεκτική του ιστορικού υλισμού, φτάνοντας στην πραγματικότητα να υποστηρίξει το τέλος του καπιταλισμού και την έλευση του σοσιαλισμού σαν σιωπηρή έκβαση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αναγιγνώσκοντας δηλαδή την ιστορία σαν μια εξελικτική γραμμική διαδικασία. Η ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία εκείνα τα χρόνια, μαζί με την πρώτη σοβαρή κρίση του καπιταλισμού, αυξάνουν αυτές τις πεποιθήσεις. Πρακτική συνέπεια αυτής της θέσης είναι πως η σοσιαλδημοκρατία δεν θα πρέπει να οργανώσει την επανάσταση, μα να οργανωθεί για την επανάσταση, αυτή η τελευταία εννοούμενη σαν μια αντικειμενική έκβαση και όχι το προϊόν της δράσης μιας υποκειμενικότητας. Εκ των πραγμάτων αυτό σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία, σύμφωνα με τον Kautsky, απλά πρέπει να επιστρατευτεί στο να σπρώξει προς τα εμπρός τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίηση αυτού του περάσματος: συνεπώς η μαρξιάνα δήλωση “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η δύναμη”, ερμηνεύεται καθιστώντας την δύναμη μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό του δικαιώματος: η δύναμη καθίσταται δηλαδή νομική ισχύς με την οποίαν το Κεφάλαιο και η Εργασία μάχονται μέσα στα σύνορα του κράτους, και πως δεν είναι πλέον μηχανισμός κυριαρχίας των κυρίαρχων τάξεων, αλλά ουδέτερο πεδίο μάχης μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι.

ο Bernstein, αντιθέτως, χτίζει τον ρεβιζιονισμό του μέσα στα χρόνια ’90, σε μια στιγμή κατά την οποίαν η καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε στα 1873 φαίνεται να έχει επιλυθεί, χάρη στην ικανότητα του Καπιταλισμού να αναδιαρθρωθεί, σε αυτή την περίπτωση μέσα από την δημιουργία μονοπωλίων και τα εγκαίνια της πλήρως ιμπεριαλιστικής του φάσης. Και ο Bernstein – αμφισβητώντας την μεσσιανική αποκάλυψη  που θα είχε καταλάβει το εργατικό κίνημα καταδικάζοντας το σε μια κενή επαναστατική φρασεολογία, που πάντως είχε διαψευστεί από το ότι δεν ακολούθησε την κρίση η επανάσταση  – έρχεται να απορρίψει την επανάσταση σαν σκοπό και στόχο των σοσιαλιστικών κινημάτων,  μειώνοντας τον μαρξισμό σε ένα απλό κριτήριο της ιστορικής ερμηνείας. Επομένως, για τον ρεβιζιονιστή Bernstein, η ανάπτυξη του καπιταλισμού περιέχει μέσα της το ξεπέρασμα του, όχι με την επαναστατική έννοια, μα προοδευτική : την ανάπτυξη της πολιτικής ισότητας, μέσω καθολικής ψηφοφορίας και η μαζική δημοκρατία, θα είχε απορροφήσει σταδιακά τις οικονομικές και ταξικές ανισότητες. Καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας ήταν επομένως εκείνο να βοηθήσει την δημοκρατική διαδικασία, στοχεύοντας στην δική της κοινοβουλευτική ανάπτυξη. Ο Bernstein ως εκ τούτου, προσδιορίζει την δύναμη σε θέση να αποφασίζει μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων, με την ίδια ιστορική διαδικασία, με την οποίαν, εκ των πραγμάτων, η μορφή του κράτους έρχεται να συμπέσει τελείως.  Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο ότι αυτός που επιζητεί να εξαγνίσει τον μαρξισμό από εκείνο τον διαλεκτικό χαρακτήρα που θα τον καθιστούσε δογματικό σαν να έπασχε από θεωρητικό απριορισμό Χεγκελικής μήτρας, έρχεται σε μια μορφή ιστορικού δικαιολογισμού όχι πολύ διαφορετικού από εκείνον της Χεγκελιάνας δεξιάς.

 

H λενινιστική υπόθεση, αντιθέτως θα χτιστεί επάνω στη συγκεκριμένη ανάλυση της νέας ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού, κατανοητή ως αναπόφευκτα προορισμένη να παράξει τον πόλεμο και ως εκ τούτου επάνω στην δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης, μέσα από την χρήση της δύναμης, που ακριβώς μέσα στον πόλεμο θα καταστεί δυνατή : μια ρήξη που καθίσταται δυνατή οργανώνοντας εκείνο το μέρος της εργατικής τάξης το οποίο, δυνάμει της αντικειμενικής θέσης που καταλαμβάνει μέσα στην παραγωγική διαδικασία, δεν συλλαμβάνεται να συναινεί προς τις τάξεις που κυριαρχούν επί αυτής.  Στον Lenin συνεπώς η δύναμη επιστρέφει να είναι ένα αυτόνομο στοιχείο, και η αντινομία μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων  που βλέπει να αντιτίθενται Κεφάλαιο και Εργασία, διαβάζεται μέσα στην ριζικά διαλεκτική μορφή της, που τοποθετείται  δηλαδή μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που βρίσκονται αντιμέτωπες με την Πρώτη παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

 

ο Gramsci, θα διαβάσει την ρήξη της κρατικής μηχανής που παράχθηκε στην τσαρική αυτοκρατορία με την Επανάσταση του οκτώβρη σαν ένα γεγονός που δεν μπορεί να αναπαραχθεί στις Χώρες με καπιταλισμό  “πιο προχωρημένο”, όπου “οι ηγεμονικοί μηχανισμοί είναι πολύ δυνατοί για να νικηθούν με έναν πόλεμο του κινήματος” [Quaderni 6,138, Τετράδια].

Είναι ενδιαφέρον να αφιερώσουμε μια στιγμή προσοχής στην γκραμσιάνα έννοια της ηγεμονίας και στη πολύ στενή της σύνδεση με την ανάλυση εκείνου του φαινομένου που παράγεται, στις αρχές του XX αιώνα, στα ευρωπαϊκά έθνη που κυβερνώνται από φιλελεύθερα συστήματα:  δηλαδή την κρίση του φιλελευθερισμού, που καθορίστηκε από την έλευση της μαζικής κοινωνίας.

Ο Γκράμσι, σε μιαν παράγραφο των Τετραδίων, με τίτλο  Oργάνωση των εθνικών κοινωνιών, γράφει:

 

Παρατήρησα πως σε μιαν καθορισμένη εταιρεία κανείς δεν είναι ανοργάνωτος και δίχως κόμμα, με την προϋπόθεση πως εννοούμε οργάνωση και κόμμα με την ευρεία έννοια κι όχι τυπική. Σε αυτή την πολλαπλότητα των συγκεκριμένων εταιρειών, διττού χαρακτήρα, φυσικών και συμβατικών ή εθελοντικών, μια ή περισσότερες επικρατούν σχετικά ή απόλυτα, σχηματίζοντας τον ηγεμονικό μηχανισμό μιας κοινωνικής ομάδας επί του υπολοίπου του πληθυσμού (ή κοινωνίας των πολιτών), βάση του Κράτους εννοούμενη στενά σαν μηχανισμός κυβερνητικός-καταναγκαστικός. Συμβαίνει πάντα πως τα απλά πρόσωπα, οι ιδιώτες, να ανήκουν σε περισσότερες από μια ιδιαίτερες  εταιρείες και συχνά σε εταιρείες που ουσιαστικά βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Μια ολοκληρωτική πολιτική τείνει να: 1) επιτυγχάνει πως τα μέλη ενός συγκεκριμένου κόμματος να βρίσκουν μόνο σε αυτό το κόμμα όλες τις ικανοποιήσεις που νωρίτερα έβρισκαν σε μια πολλαπλότητα οργανώσεων, δηλαδή να διαρρηγνύει όλα τα νήματα που συνδέουν αυτά τα μέλη με ξένους πολιτιστικούς οργανισμούς; 2) να καταστρέφει όλες τις άλλες οργανώσεις ή να τις ενσωματώνει μέσα σε ένα σύστημα του οποίου το κόμμα να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής. Αυτό συμβαίνει: 1) όταν το κόμμα για το οποίο μιλάμε είναι φορέας μιας νέας κουλτούρας μέσα σε μια προοδευτική φάση; 2) όταν το συγκεκριμένο κόμμα θέλει να εμποδίσει μια άλλη δύναμη, φορέας νέας κουλτούρας, να γίνει αυτή «ολοκληρωτική»; και βρισκόμαστε μέσα σε μια φάση αντικειμενικά οπισθοδρομική και αντιδραστική, αν και η αντίδραση (όπως συμβαίνει πάντα) δεν ομολογεί τον εαυτό της και προσπαθεί να μοιάσει αυτή με κομιστή νέας κουλτούρας.

 

Πρέπει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τον Gramsci, η έλευση της μαζικής κοινωνίας, με την ένταξη των μαζών μέσα στο Κράτος σαν αναγκαιότητα από πλευράς της κρατικής εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων αστικών τάξεων, να συλλάβουν την συναίνεση των υποτελών τάξεων, εξ αιτίας του νέου παραγωγικού ρόλου αυτών των τελευταίων, θα μετέτρεπε την σχέση ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, συμπυκνωμένη στην μαρξιάνα διαβεβαίωση »μεταξύ ίσων δικαιωμάτων, αποφασίζει η ισχύς», μέσω μιας άνευ προηγουμένου συγχώνευσης της έννοιας του δικαίου και της δύναμης , μια συγχώνευση που ο Γκράμσι ορίζει με την κατηγορία της ηγεμονίας.

H ηγεμονία είναι μια κατηγορία που οδηγεί τον Gramsci να ξαναδιαβάσει και την έννοια της μαρξιάνας ιδεολογίας: η μαρξιάνα δήλωση σύμφωνα με την οποίαν οι κυρίαρχες ιδέες θα ήταν πάντοτε οι ιδέες των κυρίαρχων τάξεων, έρχεται να μεταμορφωθεί από τον Gramsci και, με αυτό τον τρόπο, η ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις αναλαμβάνει μια δική της αυτονομία μέσα στην ταξική σύγκρουση:

“Μέσα στην ανάπτυξη μιας εθνικής τάξης, δίπλα στην διαδικασία της εκπαίδευσης της στον οικονομικό τομέα, πρέπει να ληφθεί υπ όψη η παράλληλη ανάπτυξη στα πεδία ιδεολογικό, νομικό, θρησκευτικό, πνευματικό, φιλοσοφικό, κλπ : πρέπει ακόμη να πούμε πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στον οικονομικό τομέα, δίχως την παράλληλη ανάπτυξη σε αυτά τα άλλα πεδία. Αλλά κάθε κίνηση των »θέσεων» οδηγεί σε κινήσεις των »αντιθέσεων» και [συνεπώς] σε »συνθέσεις»μερικές και προσωρινές.”

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ο Γκράμσι αναλαμβάνει σαν προτεραιότητα της στρατηγικής σκέψης του το έθνος, εννοώντας την σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις κυρίως σε μιαν εθνική διάσταση και στην συνέχεια σε μια θέση διεθνή. Όλος αυτός ο χώρος αφιερωμένος στην ανάλυση της γκραμσιάνας ερμηνείας των »ίσων δικαιωμάτων και της ισχύος», οφείλεται στο γεγονός πως σήμερα πολύ συχνά η θεωρία της ηγεμονίας τίθεται υπό αμφισβήτηση σαν πιθανό πρότυπο αναφοράς για την οικοδόμηση μιας επαναστατικής στρατηγικής στην παρούσα φάση και όμως, ακριβώς η τελική δύση του ιστορικού ορίζοντα επάνω στον οποίον συλλογίζεται ο Γκράμσι ((το παράδειγμα του κράτους-της κατάστασης που έχει ως στόχο να ενσωματώσει τις μάζες λόγω της οικονομικής αναγκαιότητας), φαίνεται να αποκλείει την πραγματοποίηση της γκραμσιανής θεωρίας στο σημερινό πλαίσιο.

Κλείνουμε την παρένθεση επάνω στον Gramsci, μεταφέροντας ένα τελευταίο πέρασμα-βήμα από τα Τετράδια :

“Και το ζήτημα της λεγόμενης »διαρκούς επανάστασης», έννοιας πολιτικής που ξεπήδησε μέσα στο το 1848, σαν επιστημονική έκφραση του ιακωβινισμού σε μια περίοδο κατά την οποίαν δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τα μεγάλα οικονομικά συνδικάτα και που στην συνέχεια θα απαρτίζει και θα ξεπεραστεί μέσα στην έννοια της »αστικής ηγεμονίας». Το ζήτημα του πολέμου  θέσεων και του πολέμου κίνησης, μαζί με το ζήτημα του αρντιτισμού [ από τους arditi del popolo- τους τολμηρούς του λαού], που είναι συνυφασμένα με την πολιτική επιστήμη: η έννοια, που προέρχεται από το έτος σαράνταοκτώ, του πολέμου κίνησης είναι ακριβώς εκείνη της διαρκούς επανάστασης : ο πόλεμος θέσεων, στην πολιτική είναι η έννοια της ηγεμονίας, που μπορεί να γεννηθεί μόνο μετά την έλευση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, που σημαίνει : οι μεγάλες λαϊκές οργανώσεις μοντέρνου τύπου, έχουν την θέση των »χαρακωμάτων» και των μονίμων οχυρώσεων του πολέμου θέσεων».

Η εξίσωση των μεγάλων λαϊκών οργανώσεων του σύγχρονου τύπου με τα χαρακώματα,  η οποία είναι η παραδειγματική μορφή της οργάνωσης του βιομηχανικής πολέμου μέσα στο έθνος-κράτος που δυνάμει αυτού αναγκάζεται να συμπεριλάβει τις μάζες, μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από πολλά λόγια με ποιαν έννοια η γκραμσιάνα ανάγνωση της σχέσης ανάμεσα σε Κεφάλαιο και Εργασία διασχίζει την κατηγορία της ηγεμονίας, πέρα από την πολιτική κρίση που παρέχει όσον αφορά τα χρόνια ’30 του Εννιακόσια όταν και διατυπώθηκε, φαίνεται σήμερα εντελώς ξεπερασμένη.

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε  με ποια έννοια έχουμε επανειλημμένα δηλώσει  πως το παράδειγμα της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας στην τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού φαίνεται να έχει αποτύχει. Έχουμε γράψει πως το νεοαποικιακό μοντέλο φαίνεται να ορίζει έναν κόσμο όπου κυρίαρχη είναι η ριζική διαφορά  μεταξύ κυρίαρχων τάξεων και υποτελών,  όπου μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των υποδεέστερων μαζών δεν υπάρχει πλέον καμία αμοιβαιότητα, καμία αναγνώριση. Αυτό σημαίνει πως σήμερα θα βρισκόμασταν μπροστά στην  αναβίωση με μια νέα ματιά που επεκτείνεται σταδιακά σε ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό υποτελών εκείνου του αποικιακού μοντέλου που προϋπέθετε την υποτίμηση και την άρνηση της ιδιότητας των πολιτών προικισμένων γλωσσικά στους αποικισθέντες.  Μια απ’ τις πιο προφανείς εκδηλώσεις αυτού είναι το τέλος του κρατικού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας,  del Welfare State. Το κρατικό μοντέλο νέου τύπου που θα χαρακτήριζε την τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση το έχουμε καθορίσει διαμέσου του παραδείγματος του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, όπου ο αποκλεισμένος και ο περιθωριοποιημένος δεν είναι πλέον όπως στην εποχή της αυγής του καπιταλισμού και στη συνέχεια της πρώτης φάσης ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του το απομεινάρι μιας κοινωνίας που έχει πλέον παρέλθει, αλλά αντιπροσωπεύουν τον τύπο εργατικής δύναμης που αναζητείται από την τρέχουσα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: μια εντελώς υπάκουη εργατική δύναμη στην εκμετάλλευση και διαθέσιμη just in time. Αυτή η νέα εργατική φιγούρα, η νέα  σύνθεση της τάξης, είναι προφανώς το προϊόν του συστήματος της παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλισμού, που πολύ σχηματικά μπορεί να συνοψιστεί σε τρία στοιχεία : ακραιοποίηση της διαδικασίας χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, τρίτη τεχνολογική επανάσταση με έναν νέο ρόλο των μηχανημάτων λόγω της μετάβασης από την αυτοματοποίηση στην τεχνολογία της πληροφορίας, και την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών.

 

Η υπόθεση, στην παρούσα ιμπεριαλιστική φάση της ακύρωσης της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας έχει μια σειρά από πολύ εκτεταμένες θεωρητικές επιπτώσεις, τις οποίες σαφώς δεν μπορεί κάποιος να συνοψίσει οργανικά σε μια παρέμβαση αυτού του είδους. Είναι αναμφίβολα μια σημαντική πρόκληση για τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, που θέτει εν αμφιβόλω τις φιλοσοφικές, δυτικές ρίζες του. Και από την άλλη πλευρά εκείνη της διάλυσης και της αντιπαράθεσης των προϋποθέσεων της αστικής δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, σαν ιδεολογική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα που ο διαλεκτικός ιστορικός υλισμός προσλαμβάνει από την έναρξή του. Είναι εκείνη η πρόκληση που ο Μαρξ συμπυκνώνει στην περίφημη και ίσως όχι αρκετά ξαναδιαβασμένη ένατη θέση για τον Φόυερμπαχ, και είναι μια πρόκληση που ο ευρωπαϊκός μαρξισμός στην ορθόδοξη εκδοχή του των εθνικών κομουνιστικών κομμάτων της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εποχής έχει ουσιαστικά χάσει, παραμένοντας παγιδευμένος σε εκείνα τα ίδια φιλοσοφικά ευρωκεντρικά θεμέλια που η μαρξιάνα θεωρία είχε σκοπό και πρόθεση να παραβιάσει [παραμένοντας εκ των πραγμάτων εγκλωβισμένος σε εκείνο που ο Μάρξ αποκαλεί »τον μυστικισμό της διαλεκτικής του Χέγκελ»].

Ως εκ τούτου, εάν ο δείκτης αναγνώρισης (τα ίσα δικαιώματα) μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας έρχεται να λείψει, εάν δημιουργηθεί ένα παράδειγμα διαφορετικότητας, υποτίμησης, αποκλεισμού των υποτελών τάξεων από πλευράς των κυρίαρχων ελίτ, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι σωστό να μιλάμε ακόμη για τη διαλεκτική, και αν μια τέτοια δήλωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας του καπιταλισμού που χτίστηκε από τον Μαρξ. Αυτή είναι η πρόκληση, ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο – που μια τέτοια ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας περιέχει. Υπάρχουν δύο ενδείξεις που μπορούν να δοθούν για τον σκοπό αυτό και που έχουν να κάνουν αμφότερες με τη θεωρία και την πρακτική της RAF και την εκ νέου ανάγνωση αυτής για το παρόν.

Η πρώτη, είναι η ένδειξη που προέρχεται από την ανάγνωση του Μαρξ,  και θα πρέπει να προσθέσουμε και τον Λένιν, που έγινε από τον Λουί Αλτουσέρ.  Ειδικά στην «Αντίφαση και υπερκαθορισμός», ένα από τα δοκίμια που περιέχονται στο Για τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ εισάγει μια θεμελιώδη ερμηνευτική κατηγορία της ιστορικής διαλεκτικής υλιστικής εκείνη για την οποία η ιστορία κινείται προς τα εμπρός πάντα» ξεκινώντας από την κακή πλευρά της». Τι σημαίνει αυτή η δήλωση; Σημαίνει, πάντα απλουστεύοντας εξαιρετικά για λόγους σύνθεσης, πως η διαλεκτική του ιστορικού υλισμού δεν είναι μια κίνηση κλειστή στην σκέψη, μια εννοιολογική κίνηση και ως εκ τούτου ενημερωμένο στη λογική της ταυτότητας,  αλλά είναι ένα κίνημα που ξεκινά από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας στην οποία οι αντιφάσεις ποτέ δεν είναι απλές, δηλαδή βασίζεται σε εκείνο το φαινόμενο που,  όπως έντονα παρατηρούσε ο Λένιν στις σημειώσεις του στο περιθώριο της ανάγνωσης του Χέγκελ, «είναι πάντα πιο πλούσια από το νόμο». Και είναι γι αυτό τον λόγο που η διαλεκτική του μαρξιάνου υλισμού είναι βαθιά ιστορική. Το γεγονός πως η διαλεκτική ξεκινά από την απτή πραγματικότητα, δηλαδή από  τις συγκεκριμένες υλικές αντιφάσεις της πραγματικότητας, καθορίζει να είναι »η κακή πλευρά», δηλαδή η »μη αναγνωρισμένη»πλευρά, ως εκ τούτου αυτή που δεν δικαιολογείται, η μη κανονική πλευρά, αυτή που δεν είναι μέρος της κυρίαρχης τάξης του λόγου με τις αξίες και τις αλήθειες του, που κινεί, που σπρώχνει προς τα εμπρός, πέρα από τον εαυτό της, την πραγματικότητα. Αυτή η διαλεκτική κίνηση συνεπώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως ρήξη της υπάρχουσας και καθεστηκυίας τάξης, και όχι πλέον ως συνδιαλλαγή των αντιφάσεων που υπάρχουν σε αυτή. Μια ρήξη, ωστόσο, που προέρχεται από το εξωτερικό και ποτέ δεν έχει τα χαρακτηριστικά της γραμμικής και ειρηνικής προόδου, είτε με τη μορφή του ρεφορμισμού, είτε με εκείνη της ηγεμονίας.

 

Γράφει ο Althusser:

»Γι αυτό η μαρξιστική »ανατροπή»της χεγκελιάνας διαλεκτικής είναι κάτι πέρα από μια απλή και ξεκάθαρη αφαίρεση. Πράγματι, αν αποτυπώνει με σαφήνεια την οικειότητα της στενής σχέσης που καθορίζει τη δομή της διαλεκτικής στον Χέγκελ με την «κοσμοθεωρία» του, δηλαδή με την κερδοσκοπική φιλοσοφία του, πραγματικά δεν πρέπει να ρίξουμε στις τσουκνίδες αυτή »την άποψη του για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του», δίχως να είμαστε αναγκασμένοι να μετατρέψουμε βαθύτατα τις δομές της ίδιας της διαλεκτικής.

Αλλιώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα σύρομε ξανά πίσω μας, εκατόν πενήντα χρόνια μετά  τον θάνατο του Χέγκελ και εκατό μετά τον θάνατο του Μαρξ, τα κομμάτια του περίφημου »μυστικιστικού περιτυλίγματος». Οπότε ας επιστρέψουμε στον Λένιν και μέσα από τον Λένιν στον Marx. Αν είναι αλήθεια, όπως δείχνουν τόσο η εμπειρία όσο και η λενινιστική σκέψη, πως η επαναστατική κατάσταση στην Ρωσία εξαρτάτο ακριβώς από τον χαρακτήρα του έντονου υπερκαθορισμού της θεμελιώδους αντίφασης της τάξης, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνιστά τη μοναδικότητα αυτού του «έκτακτη κατάσταση «και αν, όπως όλες οι εξαιρέσεις, η εξαίρεση αυτή δεν φωτίζει τον κανόνα, αν δεν είναι εν αγνοία του κανόνα, ο ίδιος ο κανόνας. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν είμαστε πάντα μέσα στην εξαίρεση; Εξαίρεση η γερμανική αποτυχία το ’49, εξαίρεση η παρισινή αποτυχία του ’71, εξαίρεση η γερμανική σοσιαλδημοκρατική αποτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα αναμένοντας την σοβινιστική προδοσία του ’14, εξαίρεση η επιτυχία του ’17…. Εξαιρέσεις, σε σχέση όμως με τι;…αν όχι σε σχέση με μια κάποια αφηρημένη ιδέα αλλά παρήγορη, καθησυχαστική, ενός »διαλεκτικού» σχήματος καθαρισμένου, που είχε, μέσα στην ίδια του την απλότητα, σαν διατηρημένο την μνήμη [ή σαν ν’ είχε ανακαλύψει ξανά την τάση] του χεγκελιανού μοντέλου και την πίστη στην επιλύουσα»αρετή»της αντίφασης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία.

 

Αυτή η παρατήρηση καθιστά δυνατό να επιστρέψετε στην αντιστοίχιση των «Λένιν – Φανόν» απ’ όπου ξεκινήσαμε: Ο Λένιν και ο Φανόν έχουν σκεφτεί και οι δυο, στην επαναστατική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τη διαλεκτική μεταξύ του πολέμου θέσης και του πολέμου ελιγμών, δίχως να  απολυτοποιούν καμία πλευρά. Ο Λένιν, έβλεπε τον πόλεμο της κίνησης, να νοείται ως εξέγερση, σαν στιγμή που τονίζει την σχέση κρίση- πόλεμος. Μέσα στον πόλεμο, ως αναπόφευκτο πέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού, υπάρχει η δυνατότητα της ρήξης και στη συνέχεια του πολέμου κινήσεων. Πριν από αυτή τη στιγμή, το κόμμα προετοιμάζει το έδαφος μέσω του πολέμου θέσεων. Τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρία του Λένιν της εξέγερσης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αν κοιτάξουμε τις θέσεις της Τρίτης Διεθνούς σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στις αποικίες χώρες, ωστόσο παρατηρούμε ότι αυτή η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο των θέσεων και του πολέμου των ελιγμών τοποθετείται με διαφορετικό τρόπο. Ένας τρόπος που είναι παρόμοιος με εκείνον που προκύπτει στα γραπτά του Φανόν. Όταν Φανόν υποστηρίζει ότι «η αποικιοκρατία υποκύπτει μόνο με το μαχαίρι στο λαιμό της», λέει ότι στις αποικίες χώρες  δεν είναι δυνατός ο πόλεμος θέσεων που να μην είναι είναι άρθρωση της στρατηγικής του πολέμου ελιγμών και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην αποικιακή κυριαρχία δεν υπάρχει κανένα πολιτικό επίπεδο διαμεσολάβησης μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων και των δυνάμεων των αποικημένων: δηλαδή πως δεν υπάρχει διαλεκτική της αναγνώρισης. Έτσι για τον Φανόν στους αντι-αποικιακούς αγώνες κάθε  μορφή του πολέμου θέσεων, που νοείται σαν δημιουργία νομικών δομών, είναι το αποτέλεσμα μιας κατάκτησης που επιτυγχάνεται  με τη χρήση βίας και είναι δυνατόν να  διατηρηθεί μόνο μέσω της ύπαρξης δομών πολέμου ελιγμών. Τώρα στην πραγματικότητα, μια ανάγνωση της τάσης  ανάπτυξης του καπιταλισμού σαν αυτήν που έγινε από την RAF και που ύστερα από το πέρασμα σαράντα χρόνων φαίνεται να έχει επαληθευτεί σε πλανητική κλίμακα, παράγοντας ένα παράδειγμα  νεο-αποικιακού τύπου ακόμη και εντός των ορίων των ιμπεριαλιστικών χωρών, καθιστά αυτές τις σκέψεις των Λένιν και Φανόν για τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο της θέσων και ελιγμών εξαιρετικά επίκαιρες . Σίγουρα είναι ένα σημείο που απαιτεί έναν διεξοδικό στρατηγικό προβληματισμό, αλλά και μια απόφαση σε σχέση με την ερμηνεία που γίνεται για την κατάσταση που έχουμε μπροστά μας και τις τάσεις που την διασχίζουν. Ειδικότερα, κρίνεται αναγκαίο να επιλυθούν οι αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της απουσίας  θεσμών διαμεσολάβησης, που εννοούνται σαν μέσα συμβιβασμού στην ταξική πάλη και ως εργαλεία συντήρησης της συναίνεσης και της κοινωνικής τάξης από τις άρχουσες τάξεις. Δηλαδή, το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν, σαν γραμμή τάσης, το επίπεδο της εκπροσώπησης των υποδεέστερων τάξεων μέσα στον ορίζοντα της αστικής δημοκρατίας, στις διάφορες πολιτικές της αρθρώσεις, τα συνδικάτα, ιδεολογικές και πολιτιστικές, εξακολουθεί να έχει την δική της αυτόνομη πρακτικότητα ή ούτως ή άλλως χωρισμένη από την σύγχρονη άσκηση της βίας, ή αν είναι στη διαδικασία της ακύρωσης. Και αν ναι, είναι λογικά δυνατή μια μάχη οπισθοφυλακής, με τη μορφή του πολέμου θέσεων, απέναντι  στην απουσία των πολιτικών θεσμών διαμεσολάβησης; Μια εκ νέου ανάγνωση του Λένιν και του Φανόν ως ένδειξη που προέρχεται από ορισμένες ιδέες της RAF, θα το απέκλειε.

 

Η δεύτερη ένδειξη, σε σχέση με τη συμβατότητα μεταξύ μαρξιστικής ανάλυση και της διαμόρφωσης ενός νεο-αποικιακό μοντέλου-παραδείγματος στο οποίο έρχεται να λείψει η σχέση  αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, προέρχεται από ένα στοχαστή και κομμουνιστική αγωνιστή στον θεωρητικό αντίποδα του Αλτουσέρ: πρόκειται για τον Λούκατς. Συγκεκριμένα, η αναφορά είναι στην κατηγορία της «επικαιρότητας της επανάστασης», που χρησιμοποιεί ο Λούκατς στο δοκίμιό του για τον Λένιν του 1924. Σε εκείνο το δοκίμιο ο Λούκατς αναφέρει ότι το αξεπέραστο μεγαλείο του Λένιν ως επαναστάτη ήταν ακριβώς πως είχε αναγνωρίσει ότι η ουσία της θεωρίας του Μαρξ κατοικούσε στην επικαιρότητα της επανάστασης, δηλαδή στη σύλληψη της πραγματικότητα ως ένα οργανικό σύνολο και διαλεκτικό, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει μέρος που να μην αναφέρεται στο σύνολο, όπου το συγκεκριμένο είναι τέτοιο μόνον εάν αναφέρεται στην ολότητα των φαινομένων. Πώς συνδέονται σύμφωνα με τον Λούκατς συνολικότητα και επικαιρότητα της επανάστασης; Το να είσαι σε θέση να βλέπεις  την συνολικότητα ως ένα σύνολο των συγκεκριμένων αντιθέσεων, επιτρέπει να αναγνωρίζεις τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσα σε κάθε βήμα και σε κάθε περιβάλλον, καθώς κανένα τμήμα δεν είναι αποσυνδεδεμένο από τα άλλα, και η συνολική σχέση μεταξύ τους είναι εκείνο το σύνολο των αντιφάσεων που περιέχει τη δυνατότητα για την αντιμετώπισή τους, το ξεπέρασμα τους.

Επιστρέφοντας στο πρόβλημα: ακριβώς η κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης που προσδιορίζεται από τον Λούκατς ως ο βασικός πυρήνας του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού, που νοείται ως όπλο του μετασχηματισμού της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να δηλώσουμε ότι ο σκοπός των ίσων δικαιωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και της αμοιβαίας αναγνώρισης στον αγώνα μεταξύ των τάξεων όχι μόνον είναι συμβατός με μια ιστορική υλιστική διαλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά μάλλον είναι το αποτέλεσμα αυτού: Στην πραγματικότητα, εάν η αντίφαση μεταξύ των τάξεων – που στο σημερινή σενάριο φαίνεται να είναι κάτι άλλο,  ότι δηλαδή τείνει να γίνει ριζική ετερότητα, να ξεφεύγει συνεπώς από μια διαλεκτική σχέση με το αντίθετό της – στην πραγματικότητα είναι κατανοητή ως ένα προϊόν ιστορικά καθορισμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τότε ως κοινωνική σχέση που είναι το προϊόν αυτής της συγκεκριμένης φάσης της ανάπτυξης του Κεφαλαίου: τότε όχι μόνο δεν αναιρεί τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, αλλά μπορεί να εντοπιστεί χάρη στη χρήση αυτής της μεθόδου στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας. Η RAF για το σκοπό αυτό, στην συνεχή χρήση της, τόσο σε θεωρητικό όσο και πρακτικό, της προσμονής-προσδοκίας του Λένιν έχει κάνει σαφώς δική της την ανάγνωση του Λούκατς για τον Λένιν.

Πως η RAF, είχε συλλάβει και  κάνει δική της την κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης, το δείχνει η αντίληψη της για την επαναστατική πρακτική σαν αντίσταση και υποστήριξη για τις αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό της κοιλιάς της ιμπεριαλιστικής φάλαινας. Η RAF αναγνώρισε ότι λειτουργώντας μέσα  στην ΟΔΓ, το νευραλγικό κέντρο της διοίκησης του πολυεθνικού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πως δεν ήταν λογικό να στοχεύει αμέσως στην ανάπτυξη μιας εξεγερτικής φάσης μέσα σε εκείνα τα όρια, αλλά πως μπορούσε να υποστηρίξει από τα μέσα τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των αποικισμένων λαών.  Η θέση αυτή μας υπενθυμίζει την παρατήρηση, που εκτέθηκε από τον Λούκατς, που κάνει ο Λένιν σε σχέση με την Ελβετική Συνομοσπονδία, και τους ελβετούς κομμουνιστές στην αυτή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ουδέτερη θέση της Ελβετίας, η περιθωριακή της θέση μέσα στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση, ο  μικρός αριθμός των ελβετών κομμουνιστών πρέπει να κάνουν τους κομουνιστές να στραφούν προς ρεφορμιστικές θέσεις, θεωρώντας αδύνατη μια άμεση επαναστατική δράση, ή, λαμβάνοντας την αντίφαση σαν σύνδεσμο μεταξύ του τμήματος και του συνόλου, και την ολότητα σαν σύνολο ιστορικά  προσδιορισμένο, μπορούν αυτοί να παρέχουν σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη για την οργάνωση της επανάστασης;

Την απάντηση μας την δίνει η ιστορία: Ο Λένιν δρα στην Ελβετία από το ’15 έως ’17 και από την Ελβετία φεύγει για να φτάσει έγκαιρα στο ραντεβού έγκαιρα  με την ιστορία στο σταθμό Φινλανδία στην Πετρούπολη, τον Απρίλιο του ’17. Η RAF επίσης εξοπλίζεται για να είναι έτοιμη να εκπροσωπεί την αντίσταση μέσα στην παλλόμενη καρδιά του  ιμπεριαλισμού σε υποστήριξη του επαναστατικού απελευθερωτικού πολέμου που διεξάγεται στην Ινδοκίνα ή στην Μέση Ανατολή. Και το κάνει αναγνωρίζοντας την κεντρικότητα των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων και την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών και την ταξική πολυεθνική σύνθεση που η μετανάστευση, σύμφωνα με την οικονομική ανασυγκρότηση,  δημιούργησε στην ΟΔΓ. Όταν το ’72 πραγματοποιείται την επίθεση στο κέντρο διοίκησης ΗΠΑ της Χαϊδελβέργης που καταστρέφει ορισμένα ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, η δράση της RAF διακηρύσσεται με αφίσες στους δρόμους του Ανόι και η RAF αναγνωρίζεται ως ένα μέρος του κομουνιστικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος  από πλευράς των εκμεταλλευόμενων λαών, αφού πέτυχε να χτυπήσει την καρδιά της αντίφασης.

 

Το σενάριο που αντιμετωπίζουμε σήμερα: οι απελάσεις και οι φυλακίσεις σε νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, ο διάχυτος πόλεμος στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο, η εξάπλωση του τζιχαντισμού, όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των δυτικών μητροπόλεων μεταξύ των υποτελών τάξεων με σκούρο δέρμα, και παράλληλα ένα μηδενισμό χωρίς προοπτικές εξαγοράς μεταξύ των αυτοκτονικών υποτελών, όλα αυτά, φαίνονται να κάνουν αυτές τις σκέψεις περισσότερο από επίκαιρες. Οι μετασχηματισμοί μέσα στους οποίους είμαστε βυθισμένοι, μαζί με τις ζημιές που η ευρωκεντρική ερμηνεία του μαρξισμού έχουν προκαλέσει, δείχνουν τον δρόμο μιας επανεξέτασης της ιστορικής υλιστική διαλεκτικής στην ριζοσπαστική της έννοια. Το  να ξαναδιαβάσουμε τον Φανόν του   της Γης οι κολασμένοι με τον τρόπο αυτό μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Γι αυτό, αυτή η σκέψη τελειώνει με ένα απόσπασμα από την κατάληξη των κολασμένων της γης, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως ο κόσμος του σήμερα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση  με αυτόν που είχε μπροστά του ο Φανόν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 του περασμένου αιώνα, και, αν δυστυχώς, το κίνημα της από αποικιοκρατίας έχει αποτύχει στους στόχους χειραφέτησης του, σίγουρα δεν ήταν το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού να έχει επεκταθεί σε χώρες που αποίκισε, αλλά είναι ένα μοντέλο νεοαποικιακό  βάναυσων χαρακτηριστικών που εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακριβώς γι ‘αυτό, παρά την αλλαγή στην ιστορικό συγκυρία, το βλέμμα του Φανόν εμφανίζεται σήμερα ίσως ακόμα πιο επίκαιρο:

(…) Ας αφήσουμε αυτή την Ευρώπη που δεν σταματά να μιλάει για τον άνθρωπο παρότι τον σφαγιάζει όπου και να τον συναντά, σε όλες τις γωνιές του ίδιου της του δρόμου, σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Επί αιώνες η Ευρώπη έχει σταματήσει την εξέλιξη των άλλων ανθρώπων και τους έχει υποδουλώσει στα σχέδιά της και την δόξα της,  αιώνες που στο όνομα μιας δήθεν «πνευματικής περιπέτειας» πνίγει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Εκείνη την Ευρώπη που ποτέ δεν σταμάτησε να μιλάει για τον άνθρωπο, διακηρύσσοντας ότι δεν ανησυχούσε παρά μόνο για τον άνθρωπο, εμείς γνωρίζουμε σήμερα με τι βάσανα η ανθρωπότητα έχει πληρώσει κάθε μία από τις νίκες του πνεύματός της. Ναι, το ευρωπαϊκό πνεύμα είχε αξιοσημείωτα θεμελιώδη μεγέθη. Όλος ο ευρωπαϊκός προβληματισμός έλαβε χώρα σε τόπους όλο και περισσότερο έρημους, όλο και πιο απόκρημνους. Έτσι έλαβε σαν συνήθεια να συναντά όλο και λιγότερο τον άνθρωπο.

 

Έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό τους, έναν ναρκισσισμό όλο και πιο αισχρό δεν έπαψαν να προετοιμάζουν το κρεβάτι σε ένα παραλήρημα όπου η εργασία του εγκεφάλου γίνεται ένας πόνος, μια καιδεν είναι καθόλου η πραγματικότητα εκείνη για τον άνθρωπο που ζει, εργάζεται και χτίζεται, αλλά  λόγια, ανεμομαζώματα διαφορετικά από λόγια, οι εντάσεις που γεννήθηκαν από τις έννοιες που περιέχονται στα λόγια. Υπήρξαν, όμως, οι ευρωπαίοι που έχουν ζητήσει από τους ευρωπαίους εργαζόμενους να σπάσουν αυτό το ναρκισσισμό και να τα σπάσουν με αυτή την έλλειψη της αίσθησης της πραγματικότητας. Σε γενικές γραμμές, οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε αυτές τις εκκλήσεις. Το γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι πίστεψαν, και αυτοί, επηρεασμένοι από την καταπληκτική περιπέτεια του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.

Όλα τα στοιχεία μιας λύσης στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας έχουν, σε διαφορετικούς χρόνους, υπάρξει μέσα στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως, η δράση των ευρωπαίων ανθρώπων δεν πραγματοποίησε την αποστολή που της αναλογούσε και συνίστατο στο να πιέσει βίαια σε εκείνα τα στοιχεία, στην αλλαγή της σειράς ταξινόμησης τους, στο είναι τους, να τα αλλάξει, φέρνοντας τελικά το πρόβλημα του ανθρώπου σε ένα επίπεδο ασύγκριτα υψηλότερο. Σήμερα, παρακολουθούμε μια στασιμότητα της Ευρώπης. Ας ξεφύγουμε, σύντροφοι, από εκείνη την ακινησία στην οποία η διαλεκτική, σιγά-σιγά, έχει μετατραπεί σε μια λογική της ισορροπίας. Παίρνουμε το θέμα του ανθρώπου. Να ξαναθέσουμε μπροστά μας το ζήτημα της εγκεφαλικής πραγματικότητας, της εγκεφαλικής μάζας όλης της ανθρωπότητας της οποίας πρέπει να πολλαπλασιάσουμε τις διασυνδέσεις, να διαφοροποιήσουμε τα πρότυπα, τα δίκτυα και να εξανθρωπίσουμε εκ νέου τα μηνύματα.

Εμπρός αδέλφια, έχουμε πραγματικά πολύ δουλειά για το ρίξουμε σε αμυντικά παιχνίδια. (…)

 


[1] G. Bausano, E. Quadrelli, Ulrike Meinhof, una vita per la rivoluzione, Gwynplaine, Camerano (AN) 2016

[2] G. Bausano, E. Quadrelli, Classe, partito, guerra, Gwynplaine, Camerano (AN) 2014; Id. Per Lenin.  Materialismo storico e politica rivoluzionaria, Gwynplaine, Camerano (AN) 2011.

3896 letture totali 74 letture oggi

http://www.militant-blog.org/?p=13403

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s