ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – γ]

Η Αμπουέλα ρωτά τα αγόρια της τα ψάχνει για να βεβαιωθεί ότι είναι σώα. Ο Μιγκέλ διηγείται στα γρήγορα:

-Όχι, την παραμονή δεν το ξέραμε, στις 10 Σεπτέμβρη πήραμε τις τελευταίες πληροφορίες, ο Αλλιέντε θα πρότεινε δημοψήφισμα και θα έδινε την παραίτηση του την Τρίτη, στις 11 το πρωί. Ελπίζαμε να πετύχει η δοκιμή, που δεν θα εμπόδιζε το πραξικόπημα, αλλά θα το καθυστερούσε.

Η Αμπουέλα, η Μαρίζα, η Κατίτα μαζεύουν κομμάτια από αλλονών Τρίτες 11 Σεπτέμβρη: Την κατεπείγουσα συνάντηση,  για παράδειγμα, του πολιτικού Γραφείου των σοσιαλιστών σ’ ένα άγνωστο αντρόγυνο, στις εφτά το πρωί, στη συνοικία Σαν Μιγκέλ. Ο Κόνιο Αγκιλάρ κι ο Αντρές, που, μέσα στο θόρυβο του σήματος κινδύνου νο 1 [κινητοποίηση των στρατιωτικών μηχανισμών, διανομή όπλων,  αποθηκευμένων στη βιομηχανική ζώνη κλπ] παίρνουν το μπεζ φορτηγάκι του υπουργείου Δημοσίων Έργων και τρέχουν στην πρεσβεία της Κούβας. Οι φασιστικές συμμορίες και τα αποσπάσματα των καραμπινιέρων που κατέλαβαν την περιοχή, το πέρασμα, που πετυχαίνεται με το περίστροφο – ευτυχώς από κάποια εποχή και μετά δεν αποχωριζόταν πια το μπράουνιγκ – το φορτηγάκι που τρέχει, στρατιώτες σε κάθε γωνιά στο ύψος της λεωφόρου Ντεπαρταμαντάλ και Σάντα Ρόζα, οι δρόμοι αδειάζουν, κυκλοφορούν μόνο στρατιωτικά οχήματα, παντού χακί. Είναι δέκα το πρωί. Ο Μιγκέλ, που προσπαθεί απανωτές φορές να επικοινωνήσει με τον Αλλιέντε. Η Μπεατρίς, που μεταφέρει στον πατέρα της το μήνυμα του Μιγκέλ: ένα σχέδιο, μερικοί τρόποι για να βγει από την Μονέδα και να περάσει στην παρανομία. Ο Αλλιέντε αρνείται: »Το παιχνίδι είναι τώρα στα χέρια σου Μιγκέλ. Δεν θα το κουνήσω από δω».

Κι ακόμα, εκείνη την Τρίτη, 11 Σεπτέμβρη: μια συνεδρίαση με τον Αλταμιράνο και την διέυθυνση του σοσιαλιστικού κόμματος στο Ιντουμέτ, το εργοστάσιο μεταλλουργίας. Ο Μιγκέλ, ο Αντρές, ο Μπάουτσι, ο Κόνιο Αγκιλάρα, ο Τόνιο κι ο Λεόν συναντιούνται εκεί με τον Αγκουστίν και τον Καλντερόν. Οι κομουνιστές, που ήταν εκεί, δεν συμφωνούν με την ένοπλη αντίσταση, »πρέπει να περιμένουμε, δεν θα τολμήσουν οι στρατιωτικοί να κλείσουν τη Βουλή, από κει πρέπει να συνεχιστεί ο αγώνας». Μέσα στο εργοστάσιο, καμιά εκατοντάδα εργάτες μαχητές. Οι καθοδηγητές των σοσιαλιστών και του MIR  καθορίζουν το σχέδιο δράσης, ο Αγκουστίν τους εκπλήσσει, ξέρει το έδαφος, είν’ εξασκημένος, φαίνονται πάνω του τα χρόνια που πέρασε στον ανταρτοπόλεμο  της Βολιβίας. Ξαφνικά ένα κόκκινο φορτηγάκι FORD φρενάρει απότομα στη μέση της αυλής, οι εργάτες  ξεφορτώνουν πολλά μυδραλιοβόλα ΑΚΑ. Ο Έλ Ράφα, ο υπεύθυνος των σοσιαλιστών στην ομάδα προστασίας του Προέδρου, κατάφερε να βγάλει αρκετά από την προεδρική διαμονή του Τομάς Μόρο, η διαταγή του Αλλιέντε ήταν καθαρή, να τα μοιράσουν στο λαό.

Κάποιος φωνάζει: ΄΄κυκλώνουν το εργοστάσιο».

Μερικοί αρπάζουν ένα όπλο, προσπαθούν να το σκάσουν με κάποιο αυτοκίνητο από την πύλη της εισόδου, όπου ένα δρομάκι βγάζει στην οδό Σάντα Ρόζα. Ένα μυδραλιοβόλο Punto 30, αποκλείει την έξοδο. Μια θύελλα σφαιρών τους σταματάει.

Ο Μιγκέλ ξαναγυρίζει στην ιδέα του Αντρές: »Έχει δίκιο, όπως πάντα. Πρέπει να σπάσουμε τον κλοιό από πίσω, να πηδήξουμε τον τσιμεντένιο τοίχο και να το σκάσουμε προς τον άλλο δρόμο, πριν φτάσει εκεί ο εχθρός».

Η σύγκρουση είναι πιο σκληρή στη συμπλοκή που γίνεται στη διασταύρωση. Ο Λεόν κι ένας σοσιαλιστής εργάτης πέφτουν, νεκροί. Πρέπει να τρέχεις, και να πυροβολείς, οι καραμπινιέροι σωριάζονται κάτω, ένας – ένας. Ο Αντρές θυμάται ότι ο Μιγκέλ ήταν μπροστά. Ο Μιγκέλ θυμόταν ότι ήταν όρθιος με τον Έλ Τάτα, τον »παππού», τον σοσιαλιστή μαχητή, όρθιος πάνω στο οδόφραγμα. Οι σφαίρες συρίζουν. Ο Μιγκέλ, έβλεπε τον Αγκουστίν, τις μετρημένες του κινήσεις, στην άλλη μεριά του πεζοδρομίου. Σ’ αυτό το μέρος έγιναν φίλοι, εκεί γεννήθηκε μια εύθραυστη ενότητα ανάμεσα στο MIR και το Σ.Κ. Όταν, πυροβολημένος σε κάποιο δρόμο της Νυνιόα, στα τέλη του Σεπτέμβρη του ’73, ο Αγκουστίν πεθαίνει, καταρρέει μαζί του κι η ελπίδα μιας γρήγορης συνεννόησης. Ο Μιγκέλ θλίβεται, έχασε έναν φίλο. Το επανέλαβε πολλές φορές: με τον Αγκουστίν εδώ, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μερικούς μήνες αργότερα, πιάστηκε ο Έλ Τάτα. Οι δεσμοί που σφυρηλατήθηκαν στο εργοστάσιο Indumet έσπασαν.

 

Ιντουμέτ…μια απ’ τις πρώτες εστίες ένοπλης αντίστασης στο Σαντιάγκο, ένα εργοστάσιο της ζώνης Σερίγιος, εργάτες και μαχητές, η στρατιωτική βία, που σ’ αναγκάζει ν’ απαντήσεις, τα μυδραλιοβόλα, που μια ευτυχής συγκυρία έφερε μέχρι εδώ, η ανάγκη να τα χρησιμοποιήσεις για να επιβιώσεις.

Ιντουμέτ…Μερικοί έλεγαν: »Εγώ δεν έκανα τίποτα κακό, δεν μπορεί να μου συμβεί τίποτα». Μια στιγμή παράλυσης – κι η φρίκη: Οι γυναίκες πιάστηκαν και κλείστηκαν στο Εθνικό Στάδιο, μερικές πυροβολήθηκαν. Απ’ τους άνδρες, δεν επέζησε κανείς. Δεν είχαμε μάθει ακόμα τι ήταν οι Δυνάμεις της Τάξης.

Η πραγματικότητα δεν ταράζει τα όνειρα μας, δεν μπορώ να σβήσω απ’ τα μάτια μου την εικόνα του πλήθους στις 11 του Σεπτέμβρη, στις δεκάμισυ: η απόγνωση, η έκπληξη ζωγραφισμένη στα τραβηγμένα πρόσωπα, βιαστικά βήματα που απομακρύνονται. Ένα τεράστιο κύμα ξεδιπλώνεται στην οδό Σαν Ντιέγκο, προχωράει σιωπηλά, ξεχύνεται προς τα νότια του Σαντιάγκο. Εργάτες, υπάλληλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, που εγκαταλείπουν βιαστικά το κέντρο της πόλης,  τα βομβαρδιστικά γλύφουν σχεδόν την Μονέδα, οι φλόγες αντιφεγγίζουν σ’ έναν ανοιξιάτικο, γαλάζιο ουρανό. Τα μάτια στυλωμένα ίσια μπροστά, ο τρόμος γίνεται ελπίδα, να εγκαταλείψουμε τα επικίνδυνα μέρη, να γυρίσουμε σπίτι, μια συνοικία, μια οποιαδήποτε φτωχογειτονιά. Επιτέλους, ασφάλεια…Το πίστεψαν, προς στιγμή.

Προς το μεσημέρι, η ομάδα που πέτυχε να σπάσει τον κλοιό στο Ιντουμέτ σκορπίζεται μέσα στα σοκάκια της συνοικίας Λα Λέγκα. Οι κάτοικοι, οι pobladores σκύβουν στα παράθυρα, άλλοι βγαίνουν στο κατώφλι του σπιτιού τους: »Όχι, μην πάτε από δω: είναι μια ομάδα μπάτσοι σε καμιά εκατοστή μέτρα. Ναι, συνεχίστε ευθεία, ο δρόμος είν’ ελεύθερος προς τα δυτικά».

Ένα μέρος των συντρόφων σοσιαλιστών καταφεύγουν στο λαβύρινθο της φτωχογειτονιάς, τα όπλα θάβονται. Οι άντρες του MIR παίρνουν ένα αυτοκίνητο, φαίνεται εγκαταλειμμένο-όχι, ένας νεαρός βγαίνει από μια παράγκα, τους δίνει ευγενικά τα κλειδιά. Οδηγεί ο Αντρές, με την ψυχραιμία, που τον διακρίνει, με την τύχη-ποιος ξέρει-περνούν πολλά στρατιωτικά μπλόκα και, τελικά, φτάνουν στο κεντρικό καταφύγιο. Στις πέντε το βράδυ, είναι πια φανερό ότι δεν μπορεί να συγκρατηθεί η επίθεση των Ενόπλων δυνάμεων. Πρέπει να περάσουν στην παρανομία. Εξαφανίζονται όλοι, ξαναβρίσκουν πρόχειρες κρυψώνες στη γειτονιά.

 

Δουλειά αθόρυβη και καθημερινή, ακρίβεια και προσοχή σε κάθε ενέργεια, φαντασία καιτόλμη για κάθε απόφαση. Η Κατίτα τρέχει, για μερικές βδομάδες, στους δρόμους, στο τιμόνι ενός κόκκινου FIAT 600, μέχρι που η Μόνικα την ειδοποιεί ότι καταζητούν το αυτοκίνητο. Η Κατίτα συνεχίζει με τα πόδια. Χτυπάει πόρτες σπιτιών σίγουρων, ζητάει κρυψώνες, αγγελιοφόρους, γραμματοκιβώτια – οι εκπλήξεις, η μια πίσω απ’ την άλλη, στηρίγματα που θεωρούνταν σίγουρα κάνουν πίσω, ενώ αντίθετα άλλοι, που ποτέ δεν φανέρωσαν την τοποθέτηση τους, δίνουν το λόγο τους ότι θα βοηθήσουν – ένα ισχνό παράνομο δίκτυο αρχίζει να στήνεται, με την βοήθεια φίλων. Η Μαρία…η βιαστική συνάντηση στο ζαχαροπλαστείο της λεωφόρου Προβιντέντσια, με τα κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα, το πρώτο μήνυμα που στέλνεται στο εξωτερικό, μέσα σ’ ένα δοχείο ανθόγαλο. Προορισμός: Μπουένος Άιρες. Η Μαρία φεύγει, αφήνει το Σαντιάγκο όπου έζησε δέκα χρόνια της ζωής της.

Αντίο. Της Κατίτας δεν της έμειναν πια φίλες. Οι επιπόλαιες γνωριμίες της χρονιάς που θάρθει δεν θα μπορέσουν ποτέ να σβήσουν την απουσία της Μαρίας. Δεν μπορεί να μας κάνουν τα συναισθήματα μας να καθυστερούμε, πρέπει να δράσουμε. Υπάρχουν τόσες επείγουσες ανάγκες. Η Κατίτα βρίσκει ευκαιρία να μεταφέρουμε τα βιβλία, από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο, σ’ ένα υπόγειο ενός σχολείου θηλέων και στα ντουλάπια του θείου που συνάντησε την προηγούμενη μέρα. Ο φόβος κάθε τι τυπωμένου απλώνεται στη χώρα. Πρέπει να κρύψουμε τα βιβλία και τα έντυπα, αύριο θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε πάλι στο φως του ήλιου. Να τα θάψουμε όλα, να μην κάψουμε τίποτα, έλεγε ο Μιγκέλ.

Κάθε μέρα, εκείνον τον πρώτο μήνα της αντίστασης, μια το μεσημέρι, σε περιμένει. Την βλέπω: η Κατίτα μπαίνει στα δρομάκια της συνοικίας Σάντα Χούλια, με τα κτίρια της ξεφτισμένα, γερασμένα, στη μιζέρια. Μαθαίνουμε γρήγορα, μας πιέζει η ανάγκη. Ξέρει κιόλας να υπολογίζει ακριβώς τα λεπτά, για να μην προσέξουν ότι περιμένει: το αυτοκίνητο πλησιάζει, παίρνει την τσάντα με τα ψώνια και κατεβαίνει τη στενή σκάλα του μαγαζιού, που βγάζει στο δρόμο. Η πόρτα ανοίγει, μπαίνει μέσα. Ο Τόνιο ξεκινάει, εσύ, φοράς γυαλιά, καφέ σακάκι, κίτρινο πουκάμισο, γραβάτα. Ποτέ, πριν, δεν φορούσες γραβάτα, το χρώμα σου ήταν μπλε. Εκείνη, ντυμένη σαν νεαρή δημόσια υπάλληλος, σου χαμογελάει ντροπαλά.Το αυτοκίνητο κυκλοφορεί στις συνοικίες που ξέρουμε από πριν ότι ελέγχονται λιγότερο – ξαναβλέπουμε τις δουλειές που είχαμε να κάνουμε, πέρα, ένα στρατιωτικό μπλόκο, ένταση και ανακλαστικά. Περνάμε. Αύριο, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος. Σήμερα το βράδυ, στις πέντε, φέρε μας στη στάση των λεωφορείων, στην πλατεία Εγκάνια, τη διεύθυνση του Ντάγκο, συνθηματικά. Τα χέρια αγγίζονται, σφίγγονται, σαν να μιλούν: ένα χαμόγελο, και η δύναμη, η ζωντάνια, τους διαπερνούν, σαν δυνατό ρεύμα. Ρεύμα εμπιστοσύνης, ασφάλειας, ελπίδας, ο φόβος πετάει μακριά όταν σφίγγεις το χέρι του άλλου. Τίποτε κακό δεν μπορεί να τους συμβεί, η Χάρη τους συντροφεύει. Ο κόσμος είναι δικός τους, ακόμα κι αν διαφωνεί ο εχθρός.

συνεχίζεται

Μιά νύχτα στο Σαντιάγκο, της Κάρμεν Καστίγιο

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s