ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο,το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ – δ]

Στο μεταξύ, στο πράσινο σπίτι της Γκράν Αβενίντα, η ασταμάτητη δουλειά της Αμπουέλα άρχισε να αποδίδει καρπούς. Διαλαλούσε στη γειτονιά: »Ο γυιός μου κι ο γαμπρός μου είναι εμπορικοί αντιπρόσωποι – αλλ’ αυτό το ξέρετε, έ; Στις 11 Σεπτέμβρη βρίσκονταν στο Βαλπαραίζο. Κι όπως θα φαντάζεστε,δεν μπορούσαν να γυρίσουν εξαιτίας της ανωμαλίας. Θα τους είναι δύσκολο να ξαναρχίσουν κανονικά τη δουλειά. Θα χρειαστεί να λείπουν συχνότερα- και ξέρετε, Senora, τους είχα συνηθίσει να τους βλέπω όλους γύρω μου. Το αφεντικό – ευτυχώς – είναι καλός άνθρωπος, τους δάνεισε και το αυτοκίνητο του. Έτσι,τουλάχιστον, θα πηγαίνουν πιο γρήγορα απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Εγώ, Senora, από πολιτική δεν καταλαβαίνω. Τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει απ’ αυτήν την κόλαση. Παλιά, στην παλιά μου γειτονιά, είχ’ αρχίσει να μελετώ τη Βίβλο. Senora, λένε ότι η συντέλεια του κόσμου δεν είναι μακριά. Αυτό πρέπει να πιστέψουμε…αν δούμε πως απλώνεται το κακό…Τα παιδιά; Θα τα κρατήσω σπίτι: θα τρώνε καλύτερα, θα είναι πιο ήσυχα.Μπα, καθόλου δεν μου είναι βάρος, παίζουν μεταξύ τους. Ούτε μ’ αρέσει να είμαι συνέχεια στο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, τα callejeros, κακομαθαίνουν.

Έπρεπε να βρούμε καιρό, για να μάθουμε στα παιδιά τους καινούργιους κανόνες του παιχνιδιού. Τα τρία εγγονάκια της Αμπουέλα κατάλαβαν τον κίνδυνο που δημιουργούσε το επίθετο τους. Άκουγαν στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση τις στρατιωτικές ειδήσεις, κάθε μισή ώρα, που ανακοίνωναν τον κατάλογο των είκοσι κορυφαίων καταζητούμενων – ανάμεσα τους φιγουράριζε ο πατέρας τους και οι θείοι τους. Δεν δυσκολεύτηκαν να θυμούνται ένα καινούργιο όνομα. Να σταματήσουν το σχολείο δυο μήνες πριν τελειώσει η σχολική χρονιά; – δεν είχαν καμία αντίρρηση. Η Μαρίζα προσφέρθηκε να συνεχίσει τα μαθήματα τους.

Για την Καμίλ και την Χαβιέρα, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Ήταν τεσσάρων χρόνων. Ο Μιγκέλ έκανε ένα τραγούδι, σκάρωσε ποιηματάκια, ήταν τρισευτυχισμένες. Τα πιο όμορφα κοριτσάκια του κόσμου δεν γινόταν να λέγονται αλλιώς: Καμίλ Λίντα, Καμίλ Σιμπέλλ, Χαβιέρα Λίντα, Χαβιέρα Σιμπέλλ. Έβαλαν τα ονόματα τους βαθιά στο μυαλό τους.

Στην κλειστή από παντού αυλή, ξεχύνονταν οι φωνές των κοριτσιών που καλούσαν τους γονείς τους. Οι γείτονες χαμογελούσαν, διασκεδάζοντας: »Τι ωραία να τις ακούς». Η καλοπροαίρετη περιέργεια τους ξεπεράστηκε, η παρουσία των παιδιών γινόταν η ζωντανή έκφραση μιας φυσιολογικής οικογένειας. Η ομάδα αποκτούσε μια οντότητα. Οι οικογένειες οργανώνονταν: αστυνομικές ταυτότητες, οικογενειακό βιβλιάριο για κάθε ανδρόγυνο, κάρτες εγγραφής στο εθνικό Κόμμα, άδεια οδηγού, αριθμός εγγραφής στην Εφορία, πιστοποιητικά γέννησης. Ο καθένας είχε κι από ένα φουσκωμένο χαρτοφύλακα, χωρίς να χρειαστεί να περάσει από τις απαραίτητες διοικητικές διατυπώσεις.

 

Έφτασε έτσι μια μέρα που αποφάσισες να ξαναμείνεις για λίγες εβδομάδες στο πράσινο σπίτι.

H άνοιξη προχωρούσε, το χιόνι της Κορδιλλιέρας έλιωνε σιγά-σιγά, το νερό του ποταμού Έλ Μαπότσο ανέβαινε και κυλούσε κάνοντας κυματάκια. Ήταν Οκτώβρης του ’73. Για τρεις βδομάδες ο μικρός τομέας πληροφόρησης είχε δουλέψει συνέχεια, οι καταζητούμενοι – χωρίς κομματικές διακρίσεις – έπαιρναν καινούργιες ταυτότητες, τα δίκτυα αποκτούσαν αθόρυβα ένα ρυθμό, συνήθιζαν στο κλίμα των καιρών, δούλευαν με τάξη και ακρίβεια. Το στροβίλισμα σε προσωρινές κρύπτες τελείωσε, οι παράνομοι ήταν κάπου εγκατεστημένοι και σκορπισμένοι στην πόλη, μπορούσαμε τώρα να επιβραδύνουμε το ρυθμό, να στραφούμε σε καινούργιες επιτακτικές ανάγκες. Έπρεπε να ασχοληθούμε με την ανάλυση του πραξικοπήματος, να αποσαφηνίσουμε την συνθετότητα της περιόδου που άρχιζε, να ανιχνεύσουμε τις προοπτικές, να συγκεκριμενοποιήσουμε τα καθήκοντα. Είχες ανάγκη από ένα σταθερό, ειρηνικό κατάλυμα, ξαναγύρισες στο δωμάτιο που έβλεπε στον κήπο, εργαζόσουν εκεί, πυρετωδώς: να ξαναδείς τους φακέλλους με τις πληροφορίες για τους τελευταίους μήνες της λαϊκής κυβέρνησης, να διακρίνεις την εξέλιξη των κινήσεων του στρατού στο πραξικόπημα, τις ταξικές συμμαχίες, τις στρατηγικές των αντιπάλων.  Ξαναδιάβαζες το αρχείο του τύπου, παρακολουθούσες με προσοχή κάθε απόφαση,  κάθε διάταγμα, ή διακήρυξη της δικτατορίας – αναμετρούσες το μέγεθος της ήττας, την κατάσταση που βρίσκονταν οι δυνάμεις της Αριστεράς,  του μαζικού κινήματος – μάζευες στοιχεία, όσο πιο πολλά και πιο συγκεκριμένα μπορούσες.

Ο μαρξισμός,το εργαλείο για την ανάλυση της πραγματικότητας, που θα έπρεπε να καθορίσει μια πρακτική…Σου χρειαζόταν ένα μίνιμουμ θεωρητικών και πολιτικών βιβλίων, κατάφεραν να κυκλοφορούν στο Σαντιάγκο, λίγο μεταποιημένα: με το κόλπο αλλαγής εξωφύλλου, ο Τρότσκυ περνούσε για το »Όσα παίρνει ο Άνεμος», ο Κλαουντίν για το »Κόκκινο και Μαύρο», ο Λένιν για τους »Άθλιους», ο Πουλαντζάς σαν το »LA CASA VERDE»…

Καθόσουν κι έγραφες στο μεγάλο τραπέζι, το  τραπέζι με το κρυφό συρτάρι που μας συντρόφευε χρόνια…Σε βλέπω, σκυμμένο στα χαρτιά σου, συνοφρυωμένο, ψάχνοντας μια ιδέα, και ξαφνικά, τη χαρά στο πρόσωπο σου: το βρήκα, Κατίτα…Η αλληλογραφία είχε ποτιστεί απ’ αυτόν τον ζωηρό τόνο, η πολεμική πάντα ανοιχτή – πως να χαρακτηριστεί η αντεπανάσταση; πως θα οργανωθεί η αντίσταση; δεκαπέντε μέρες, όλα’ αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σ’ ένα ντοκουμέντο: κάθε λέξη του και μια συγκεκριμένη έννοια, κάθε ιδέα οδηγός για δράση. Δεν μπορώ να το παραθέσω ολόκληρο, – αυτή η ανάλυση όμως, της δικτατορίας στη Χιλή, δεν έχει χάσει μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την σύνταξη της, την επικαιρότητα της. Εκφράζει σ’ ένα βαθμό, την ευφυία σου ως πολιτικού ανδρός, εκείνη την επιμονή που εξέπληττε φίλους και εχθρούς. Βλέπω το πάθος που ακτινοβολούσε, και που γέμιζε όλο το σπίτι, όταν εκφραζόσουν. Έγραφες, η Κατίτα – η μελάνη υγρή ακόμη – χτυπούσε κάθε σελίδα στην γέρικη γραφομηχανή, η Μαρίζα φωτογράφιζε. Τα πρώτα αντίτυπα, σε μικρογραφία, μοιράστηκαν το Νοέμβρη σ’ όλους τους πυρήνες του MIR. Πολύ απείχαν απ’ την επιθυμητή τελειότητα, μερικές σελίδες δεν διαβάζονταν, αλλά και πόση περηφάνια έκλεινε μέσα του κάθε κουτάκι nivea, κάθε πακέτο μακαρόνια lucketti, κάθε barretin, κάθε κρύπτη όπου κλείναμε την μπροσούρα και διάφορα μηνύματα, προσεκτικά τυλιγμένα σε πλαστικό. Το MIR καθόριζε μια τακτική δράσης, εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια, όσοι πυρήνες αντίστασης δημιουργούνταν, δέχονταν ένα σαφή προσανατολισμό και καθοδηγητικές γραμμές.

 

Το πράσινο σπίτι…αυτό μας προστάτεψε τους πρώτους μήνες, μας έσπρωξε απαλά στο χώρο της παρανομίας, εκεί μου ανοίχτηκες, εκεί ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλον. Έλεγες αν η άστατη μνήμη μου δεν με ξεγελά, Μιγκέλ: εδώ είναι καλύτερα απ’ οποιοδήποτε πολυσύχναστο τόπο, πρέπει, όμως ν’ αποφεύγουμε να παίζουμε με την baraka…

Ένα πρωί ρώτησες: Κατίτα, τι σκοπεύεις να κάνεις; το σκέφτηκες καλά; και τα κορίτσια;…

 

Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί ότι σκέφτεται, δεν δίσταζε πια, ακολουθούσε, απλά, το δρόμο της. Γύρω της, δεν έβλεπε τίποτα άλλο από πρόσωπα αποφασισμένα,άντρες και γυναίκες, που μάτωναν κάτω απ’ τα χτυπήματα αλλά το μόνο τους μέλημα ήταν να τ’ανταποδώσουν, που βασανίζονταν γι αυτόν τον λαό που αργοπέθαινε, αλλά δεν υποχωρούσαν. Απ’αυτούς άρχισε να παίρνει μαθήματα για να νικήσει την αδυναμία της – κι έμαθε γρήγορα. Αναφαίνονταν τώρα οι υποχρεώσεις μιας δεύτερης ή και τρίτης ζωής,το κοινωνικό πρόσωπο της Κατίτας εξανεμίζονταν, κι αυτή, απελευθερωμένη, χαρούμενη, παραδίνονταν σε μια πρωτόγνωρη εσωτερική γαλήνη, αυτό ήταν η παρανομία. Η μάχη γινόταν κάτι απτό, υλικό, ξεκάθαρο, καθημερινό, την Κατίτα δεν την ένοιαζε  τίποτ’ άλλο παρά να μπει κι αυτή στο  παιχνίδι. Βιαζόταν ν’ ανακαλύψει τη συμπεριφορά που απαιτούνταν, ήθελε να πάρει μια θέση δίπλα στον άντρα της.

Στάθηκε η ίδια απέναντι στη μοίρα της, την άρπαξε – γιατί να την αποφύγει: αυτή, που ήταν όλη αγάπη, που έδινε και τον εαυτό της από αγάπη; Κανείς δεν την υποχρέωνε για τίποτα. Στην ερώτηση του, η απάντηση ήταν σταθερή: θα μείνω…ακόμα κι αν δεν θέλεις, ακόμα και μακριά σου. Τα κορίτσια;…Δεν βλέπω τι άλλο καλύτερο μπορούμε να τους προσφέρουμε απ’ το να μείνουμε όλοι μαζί. Την κοίταξε απορημένος, έκπληκτος απ’ την βεβαιότητα, τη σιγουριά της, κι έσκασε στα γέλια. Είδε ότι δεν υπήρχε τίποτα ηρωικό σ’ αυτήν, ότι ήταν…λάθος. »Πήγαινε, λοιπόν, ανάλαβε να βρεις ένα καινούργιο σπίτι, θα ξανακουβεντιάσουμε τις λεπτομέρειες για την εγγύηση».

 

Θα την θυμόταν, αργότερα, αυτή τη στιγμή. Πάντα με απορία. Ούτε ο παραμικρός δισταγμός, ούτε μια στιγμή δυσφορίας, θα του κρατούσε κακία σ’ όλη της τη ζωή. Είχε ακολουθήσει μια διαίσθηση: την περίμενε το απρόβλεπτο, το ακατονόμαστο. Είχε αντιδράσει απ’ την πρώτη στιγμή, και για τον εαυτό της.

Ναι, η Κατίτα ξανάζησε, αισθάνθηκε, υψώθηκε σε κάθε στιγμή εκείνης της εποχής, όταν η άρνηση της να εγκαταλείψει τη χώρα φάνταζε σαν την πιο εγωιστική πράξη της ζωής της…Τη θυμόταν μ’ευχαρίστηση. Της συνέβαινε συχνά να μιλάει δυνατά μόνη της, να γελάει χωρίς λόγο, να αφαιρείται, ξαφνικά. Κάποτε-κάποτε την κοίταζαν παράξενα, εξηγούσε αόριστα: είμαι χαρούμενη, αυτό είν’ όλο…Αδύνατο να καταλάβουν ότι το χαμόγελο της ξεπηδούσε απ αυτή την ανυπότακτη θύμηση που την συνέπαιρνε απροειδοποίητα, που κύλαγε απ τα μάτια στο στόμα.

 

συνεχίζεται

Μιά νύχτα στο Σαντιάγκο, της Κάρμεν Καστίγιο

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s