Uncategorized

Η παγανιστική ανταρσία – La ribellione pagana

on 23 Σεπτεμβρίου 2016.

Κείμενο του Gigi Roggero με βάση το μυθιστόρημα του Joseph Roth

Υπάρχουν εποχές και υπάρχουν απλές ιστορικές περίοδοι. Τι είναι μια εποχή; Μια φάση στην οποία όλα γίνονται δυνατά. Τι διακρίνει την εποχή; Πρώτα ένα πράγμα: η κρίση, στην ισχυρή αίσθηση, βαθιά, περιεκτική, συστηματική. Εκείνη στην οποίαν σκέφτεται και δρα ο Joseph Roth είναι αναμφίβολα μια εποχή, η μεγάλη εποχή του εικοστού αιώνα: αυτή που εκρήγνυται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που φέρει στην μήτρα της την επανάσταση, η οποία ανοίγει την ιστορία σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, και μέχρι πρόσφατα αδιανόητες. Και για άλλη μια φορά, εποχή και κρίση είναι ένα. Ο Roth δεν είναι το ντετερμινιστικό προϊόν της εποχής, φυσικά. Ωστόσο, είναι εξίσου βέβαιο, χωρίς εκείνη την μεγάλη εποχή θα είχαν αλλάξει οι όροι-συνθήκες της δυνατότητας ώστε ένας Roth να παραχθεί.

Και ο Roth υπήρξε ένας μεγάλος, τεράστιος όχι μόνο συγγραφέας, αλλά ένας ερμηνευτής των υποκειμενικών και των συλλογικών μετασχηματισμών της εποχής εκείνης. Λίγο μας ενδιαφέρει αν Roth υπήρξε σοσιαλιστής ή μοναρχικός, αν ήταν στην πραγματικότητα «ο κόκκινος», όπως ο ίδιος υπέγραφε κάποια από τα άρθρα του, ή legitimist και λίγο νοσταλγικός. Για εμάς ο Roth είναι ένα ορυχείο χρυσού, και ίσως ακριβώς εκείνο το μάτι του μεγάλου δίχως αυταπάτες συντηρητικού, συγκλονισμένου από τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και όλων αυτών που ήταν σταθερά, σαν τον Musil, τον καθιστά ακόμη πιο πολύτιμο και ικανό να κατανοήσει αυτό που οι αριστεροί δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν. Καλύτερα ένας μεγάλος αντιδραστικός παρά ένας μικρός μικρή επαναστάτης, λέγαμε κάποτε. Έτσι είναι ακόμη.

Παράδειγμα αυτού του μεγέθους είναι η ανταρσία, η εξέγερση, γραμμένο το 1924. Η ιστορία ξεκινά στην καρδιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Ο Ανδρέας Pum είναι ένας στρατιώτης, περήφανος που έχει αγωνιστεί για τη χώρα τους και για την τάξη, έτσι ώστε να τους έχουν χαρίσει ένα πόδι του για πάντα. Ήταν ικανοποιημένος με τον τρόπο που τα πράγματα πήγαιναν, είχε λάβει μια τιμητική διάκριση σε αντάλλαγμα του ακρωτηριασμένου του άκρου, ήταν ευχαριστημένος όταν έβλεπε ότι εκείνοι που ήταν κοντά σε αυτόν υπέφεραν. Πίστευε σε έναν δίκαιο Θεό, ο οποίος μοίραζε σφαίρες και ακρωτηριασμούς, αλλά όμως και μετάλλια σε εκείνους που το άξιζαν. Πίστευε στην κυβέρνηση, διότι «η κυβέρνηση είναι ένα πράγμα που στέκεται πάνω από τους ανθρώπους, έτσι όπως και ο ουρανός στέκεται πάνω από τη γη.» Αυτό που έρχεται από εκείνη την υψηλότερη οντότητα μπορεί να είναι ένα καλό ή κακό, δεν έχει σημασία, επειδή εξακολουθεί να είναι «ένα μεγάλο πράγμα, πολύ ισχυρό, ανεξερεύνητο και ανεξιχνίαστο.» Ο Ανδρέας περιφρονεί τους συναδέλφους στρατιώτες που βρίζουν εναντίον της κυβέρνησης, άνδρες χωρίς Θεό, χωρίς Αυτοκράτορα, χωρίς Πατρίδα », »με λίγα λόγια, ειδωλολάτρες.» Ο Ανδρέας ήταν ευχαριστημένος με αυτόν τον όρο: είναι ειδωλολάτρες εκείνοι που βρίσκονται στη φυλακή και σκοτώνουν, που κλέβουν και λιποτακτούν, είναι ειδωλολάτρες οι αντάρτες και οι μπολσεβίκοι.

Για τον ίδιο, σε αντίθεση με τους αλαζόνες ειδωλολάτρες, η κυβέρνηση σίγουρα έδειχνε ενδιαφέρον. Θα του έδινε μια μικρή δυνατότητα μεταπώλησης γραμματοσήμων, ή τουλάχιστον θα ανταπέδιδε την πίστη του στην καθεστηκυία τάξη με μια υπόσχεση ασφάλειας, ίσως θα έβρισκε γυναίκα του, στη συνέχεια, την εγγυημένη σύνταξη. Ο Ανδρέας σπρώχνει πέρα τους συναδέλφους στρατιωτες, περνάει πάνω από τυφλούς, κουτσούς και άνδρες χτυπημένους στην σπονδυλική στήλη, τρώει τα πάντα στο στρατιωτικό εστιατόριο, δεν παραπονιέται για τίποτα. Είναι ευγνώμων προς την κυβέρνηση, είναι ευγνώμων στο Θεό, είναι ευγνώμων προς την καθεστηκυία τάξη. Όποιος διαμαρτύρεται είναι ένας ειδωλολάτρης που δεν αξίζει τίποτα. Και ο Ανδρέας κατορθώνει πραγματικά να επιστρέψει στο σπίτι. Χωρίς το πόδι, προφανώς, και για να τα πούμε με ειλικρίνεια, ούτε και με την άδεια μεταπώλησης γραμματοσήμων που είχε ονειρευτεί, αλλά τουλάχιστον με ένα οργανάκι, με το οποίο μπορεί να γυρνά για να μαζεύει λίγα χρήματα. Και κυρίως με την βεβαίωση, που πιστοποιεί ότι αυτός, ο Ανδρέας Pum, είναι ένας ακρωτηριασμένος στον πόλεμο, ο οποίος αγωνίστηκε για τη χώρα και την τάξη, ο οποίος είναι άξιος σεβασμού και θαυμασμού από την κυβέρνηση.

Ο πρωταγωνιστής βρίσκει επίσης μια γυναίκα, τη χήρα ενός ανθρώπου που δεν έχει επιστρέψει από τον πόλεμο. Αυτή τον παντρεύτηκε από συμφέρον, τον ξεφορτώνεται για τον ίδιο λόγο. Αλλά δεν σταματούν εδώ οι κακοτυχίες του Ανδρέα: μία ημέρα σκοντάφτει μες το τραμ επάνω στην οργή ενός ισχυρού επιχειρηματία, που επιστρέψει από το γραφείο του δικηγόρου του που τον υπερασπίστηκε για κακοποίηση της γραμματέας του. Ο πλούσιος αξιοσέβαστος άνθρωπος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα απατεώνα και ψεύτικο ανάπηρο, ακόμα χειρότερα, τον κατηγορεί ότι είναι ένας μπολσεβίκος. Εκείνος, ο Ανδρέας Pum, άγριος εχθρός των ειδωλολατρών, κατηγορείται ότι είναι ειδωλολάτρης. Ο Ανδρέας αντιδρά, επιτίθεται σε τον, ο εισπράκτορας και οι επιβάτες τον πετούν έξω από το τραμ, ένας αστυνομικός τον σταματά και του κατάσχει την άδεια.

Από εδώ ξεκινά μια νέα ιστορία για τον Ανδρέα Pum, ο οποίος ρίχνεται στη φυλακή χωρίς καν δίκη. Αλλά πάνω απ ‘όλα, εδώ αρχίζει να καταρρέει εκείνη η υπόσχεση που είχε πάρει το σχήμα μιας μικρής επιχείρησης γραμματοσήμων, μετά ενός οργάνου, τέλος πάντων, της ευγνωμοσύνη της κυβέρνησης. Ο Ανδρέας πλέον δεν πιστεύει στο Θεό, δεν πιστεύει πλέον στην Πατρίδα, δεν πιστεύει πλέον στην Κυβέρνηση. Ο Ανδρέας γίνεται ένας αντάρτης, επαναστάτης, ένας ειδωλολάτρης. Καταλήγει, μέσα στον σφιχτό εναγκαλισμό του θανάτου, να φαντάζεται ένα δικαστήριο μέσα στο οποίο αντιστρέφει τους ρόλους: καθισμένος στο εδώλιο του κατηγορουμένου εξεγείρεται ενάντια στην δικαιοσύνη της εξουσίας, δεν την αναγνωρίζει, κατηγορώντας τον Θεό και τους μπράβους του: «Από την πιο αφοσιωμένη πίστη αφυπνίστηκα στην πρόκληση, κόκκινη και επαναστατική. Θεέ μου, εάν ήμουν ζωντανός και όχι εδώ ενώπιον Σου, θα ήθελα να σε απαρνηθώ. Αλλά μιας και σε βλέπω με τα μάτια μου και Σε ακούω με τα ίδια μου τα αυτιά, θα κάνω χειρότερα από το να Σε αρνηθώ: θα Σε υβρίσω «!. Ο δικαστής σηκώνει το χέρι του και παρεμβαίνει, προσφέρει στον Ανδρέα μια θέση σε ένα μουσείο ή να κάνει τον φύλακα σε ένα πάρκο, ή αν προτιμά εκείνη του πωλητή σε αυτό που κάποτε ήταν ένα γωνιακό κατάστημα καπνού σε μια γωνιά του δρόμου. «Θέλω να πάω στην κόλαση!», είναι η απάντηση του Ανδρέα. Η πίστη στην καθεστηκυία τάξη έχει γκρεμιστεί για πάντα: εδώ ανοίγει η επαναστατική δυνατότητα, εδώ τελειώνει το μυθιστόρημα, μαζί με τη ζωή του πρωταγωνιστή.

Μια φορά, εκείνη την εποχή στην οποία ζει, σκέφτεται και γράφει ο Roth, η επανάσταση έγινε μετατρέποντας τον ιμπεριαλιστικό πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο. Τώρα, όταν ο πόλεμος κατά κάποιο τρόπο φαίνεται να είναι παντού, αλλά μοιάζει να μην βρίσκεται πουθενά, εκείνη η ένδειξη και η αναφορά αυτή δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί με τους ίδιους όρους. Ωστόσο, παραμένει η μέθοδος: να μετατρέψουμε κάτι σε κάτι άλλο. Αυτό το κάτι είναι η αποδοχή, εκείνο το κάτι άλλο είναι η σύγκρουση. Η κρίση, αυτή η σύγχρονη, έχει θέσει σε κίνηση μια κοινωνική σύνθεση εξαιρετικά διευρυμένη, οδοντωτή, αντιφατική. Επειδή η κρίση είναι πάντα και μια κρίση της καθιερωμένης ταυτότητας και της υποκειμενικότητας, που σχηματίζεται στην καπιταλιστική κοινωνική σχέση. Αυτή η κίνηση μπορεί να πάρει διαφορετικές κατευθύνσεις και αντίθετες, έτσι όπως έγινε πριν από έναν αιώνα. Το πρόβλημά μας, τότε όπως και τώρα, είναι πώς θα ενεργήσουμε για τον μετασχηματισμό εντός της εν λόγω σύνθεσης, με ποιον τρόπο δηλαδή θα σταθούμε σχεδιαστικά στο εσωτερικό της, μέσα στην κρίση, προς ποιαν κατεύθυνση θα δράσουμε. Ο Ανδρέας Pum μας δίνει ένα μάθημα: αυτοί που είναι πιστοί στην καθεστυκηία τάξη είναι διότι από αυτή την τάξη θα κερδίσουν, ή νομίζουν ότι θα κερδίσουν. Τη στιγμή που η τάξη αυτή δεν τους συμφέρει πλέον, ή ακόμα γίνεται αντιληπτή ως πηγή της επίθεσης στις συνθήκες διαβίωσής τους, γίνεται εχθρική, καθίσταται ο εχθρός τους.

Η διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης μπορεί συνεπώς, σε εξαιρετικά ταχείς χρόνους, να ανατρέψει την τυφλή πίστη σε μίσος για τα θεσμικά όργανα. Και πάλι: η υποκειμενικότητα των στοιχείων που αρχίζουν να αγωνίζονται για έναν περιορισμένο στόχο, αντιφατικό ή ακόμα και ενάντιο σε εμάς, υποβάλλεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, όταν ο στόχος αυτός αποδεικνύεται ανέφικτος. Όταν η μεταπώληση των γραμματοσήμων είναι απραγματοποίητη, όταν ακόμα και η ευγνωμοσύνη της κυβέρνησης αποδεικνύεται ανόητη, δυνητικά ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός δρόμος, αυτός που πηγαίνει – συνειδητά ή ασυνείδητα – στη ρίζα των πραγμάτων, να την χτυπήσει. Ας έρθουμε ξανά στο παρόν: τι συμβαίνει με τη μεσαία τάξη που αγωνίζεται να αποκαταστήσει την μορφή της παρελθούσας ζωής της, την στιγμή κατά την οποίαν συνειδητοποιεί ότι αυτή η μορφή ζωής δεν επανορθώνεται πλέον, πως η καθεστηκυία τάξη δεν μπορεί πλέον να τηρήσει τις υποσχέσεις με τις οποίες συνήθιζε να ανταμείβει την υπακοή; Ο αγώνας, στην πραγματικότητα, είναι μια διαδικασία κατά την οποία αλλάζουν ριζικά οι υποκειμενικότητες, ανατρέπονται και αναποδογυρίζουν, μπορούν να καταστρέψουν την προηγούμενη ταυτότητα για να δημιουργήσουν μια νέα. Πόσους Ανδρέας Pum έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, μέσα στην κίνηση των forconi, μεταξύ εκείνων που ψήφισαν για το Brexit, μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στην διάσωση των τραπεζών. Είναι εκεί όπου πρέπει να δράσουμε, μέσα στη σάρκα και στο αίμα της κρίσης, ζωντανά, στη μέση της τελλουρικής της δύναμης, εκεί μέσα είναι όπου παίζεται ένα καθοριστικό παιχνίδι.

Αυτοί που πιστεύουν ότι οι διάφοροι Ανδρέας Pum είναι οντολογικά αντιδραστικοί, δεν καταλαβαίνουν τίποτα για την κρίση, δεν καταλαβαίνουν τίποτα για τον αγώνα. Ή πιο απλά, απολαμβάνουν ή ακόμα και σκέφτονται να απολαύσουν κάποιες από τις ευκολίες της καθεστηκυίας τάξης, ίσως ως συνεπείς κριτικοί ως προς αυτήν ή οριακά σαν νησιά αβλαβούς διαφωνίας. Θα πεθάνουν επιτέλους με την αριστερά . Ας τους αφήσουμε να απολαύσουν με τους εαυτούς τους τα καλά συναισθήματα και τις άϋλες, εξωπραγματικές ιδεολογίες, ενώ εμείς ας ξαναδιαβάσουμε μαζί με τον Roth τις μυστηριώδεις υποκειμενικές καμπύλες της γραμμής, της ευθείας. Έτσι θα καταλάβουμε ότι ο χρόνος και η εποχή δεν είναι χαραγμένη στην αντικειμενικότητα της ιστορικής εξέλιξης, στους σπασμούς του κεφαλαίου, στις εσωτερικές αντιφάσεις του. Η εποχή ανήκει στην ικανότητα να μετατρέπουμε τις ασάφειες σε πεδίο δράσης , σε κίνηση και κίνημα ρήξης, σε διαδικασία ανατροπής,σε ανατρεπτική δράση. Η εποχή δεν μας παραδίδονται από την ιστορία. Πρέπει να την κατακτήσουμε.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/721-la-ribellione-pagana

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s