θεωρία, teoria

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει – Il futuro del capitalismo è già passato

http://francosenia.blogspot.gr/2016/10/il-futuro-del-capitalismo-e-gia-passato.html

streeck

Κυριακή 16 OΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει, Il futuro del capitalismo è già passato

Αρκετοί συγγραφείς αναρωτιούνται, από διαφορετικές προοπτικές, για το μέλλον του καπιταλισμού. Ανάμεσα σε αυτούς που διατηρούν μια επιφυλακτική θέση σχετικά με πιθανή επιβίωση του πέρα από τον 21ο αιώνα – ή ακόμα και για τα επόμενα 30 ή 40 χρόνια – δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τους István Mészáros, Immanuel Wallerstein και Robert Kurz.
Ωστόσο, το post αυτό θέλει να συστήσει την ανάγνωση του Wolfgang Streeck, ενός ενδιαφέροντα γερμανού κοινωνιολόγου, ο οποίος σκέφτεται ξεκινώντας από τον Καρλ Μαρξ, αλλά, πάνω απ ‘όλα, από τον Karl Polanyi. Η κεντρική θέση του είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, στην προώθηση του ανταγωνισμού ως τρόπου ζωής, μετατρέποντας το άτομο σε επιχειρηματία του εαυτού του, στην εμπορευματοποίηση όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής, υπονομεύει αδυσώπητα τα ηθικά και κοινωνικά θεμέλια της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης  μέσα στην κοινωνία. Δεδομένου ότι , από την στιγμή κατά την οποίαν η ύπαρξη του καπιταλισμού εξαρτάται από τέτοιες βάσεις – κληρονομημένες από τις προηγούμενες γενιές, αλλά τώρα βίαια λεηλατημένες – η προσπάθεια να τον σώσουν μέσα από την νεοφιλελεύθερη εντατικοποίηση, θα οδηγήσει, σύμφωνα με τον ίδιο, στην σταδιακή προοδευτική αποσύνθεση του. Και αυτή η διάλυση μπορεί ενδεχομένως να συνοδεύεται από την κατάρρευση, το τέλος της ίδιας της ανθρωπότητας. Θέλουμε εδώ να παρέχουμε την μετάφραση ενός κειμένου που συνοψίζει μια παρέμβαση του Streeck, το 2010, στην ετήσια συνάντηση της «Κοινωνίας για την Πρόοδο στα κοινωνικο-οικονομικά» “Society for Advancement of Socio-economics” (SASE), κατά την οποία αρκετοί συγγραφείς συζήτησαν γύρω από το βασικό ερώτημα, το ερώτημα κλειδί: «ο καπιταλισμός έχει μέλλον;»

To σκοτεινό μέλλον του καπιταλισμού, Il cupo futuro del capitalismo
– του Wolfgang Streeck[*1]

Η αφίσα, το μανιφέστο είναι προσαρτημένο στον τοίχο και βρίσκεται εκεί ήδη εδώ και πολύ καιρό, είμαστε εμείς που πρέπει να ξέρουμε τον τρόπο για να το διαβάζουμε. Εδώ είναι το μήνυμά του, νάτο: ο καπιταλισμός είναι ένας ιστορικός κοινωνικός σχηματισμός, δεν έχει μόνο μια αρχή, αλλά και ένα τέλος [* 2]. Υπάρχουν τρεις τάσεις που έχουν αναπτυχθεί παράλληλα σε όλες τις πλούσιες καπιταλιστικές δημοκρατίες από τη δεκαετία του 1970: μείωση της ανάπτυξης, αυξανόμενη ανισότητα εισοδήματος και πλούτου, καθώς και επέκταση του δημόσιου χρέους, ιδιωτικού και συνολικού. Σήμερα, φαίνεται ότι αυτές οι τρεις τάσεις ενισχύουν η μια την άλλη : η χαμηλή ανάπτυξη συμβάλλει στην ανισότητα μέσα από την ενίσχυση της διανεμητικής σύγκρουσης, η ανισότητα μειώνει, αμβλύνει την ανάπτυξη, δεδομένου ότι μειώνει την πραγματική ζήτηση, τα υψηλά επίπεδα του υφιστάμενου χρέους δημιουργούν φραγμούς στις πιστωτικές αγορές, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικών κρίσεων, ένας χρηματοπιστωτικός τομέας φουσκωμένος τόσο πολύ συμβάλλει στην οικονομική ανισότητα, κλπ …
Τώρα πλέον ο τελευταίος κύκλος ανάπτυξης, εκείνος που έλαβε χώρα πριν από το 2008,  φαίνεται πως υπήρξε περισσότερο ψευδής παρά πραγματικός [* 3], επίσης, η ανάκαμψη που επήλθε μετά το 2008 συνεχίζεται με τρόπο αναιμικό, στην καλύτερη περίπτωση. Να που το Κεϋνσιανό ερέθισμα, νομισματικό ή δημοσιονομικό, σταμάτησε να εργάζεται μπροστά στην άνευ προηγουμένου ποσότητα των συσσωρευμένων χρεών. Σημειώστε ότι μιλάμε για τις μακροπρόθεσμες τάσεις και όχι απλά για μιαν ενδεχόμενη λοξοδρόμηση, απόκλιση προσωρινή , στην πραγματικότητα βρισκόμαστε αντιμέτωποι παγκόσμιων τάσεων που, ως τέτοιες, επηρεάζουν το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Δεν φαίνεται τίποτα που να μπορεί να μοιάζει αρκετά ισχυρό ώστε να αντιμετωπίσει αυτές τις τρεις τάσεις, οι οποίες έχουν θέσει βαθιές ρίζες στην οικονομία και είναι στενά συνυφασμένες μεταξύ τους, διαπλέκονται στενά, είναι αλληλένδετες.
Επίσης, όταν κοιτάξουμε πίσω, βλέπουμε μια σειρά από πολιτικές και οικονομικές κρίσεις, οι οποίες ξεκίνησαν με τον πληθωρισμό στην δεκαετία του 1970, αυτή ακολουθήθηκε από μια έκρηξη του δημόσιου χρέους στα 1980 και μιαν ταχεία αύξηση του ιδιωτικού χρέους κατά την επόμενη δεκαετία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών, το 2008. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η ακολουθία επαναλαμβάνεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο για όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες των οποίων οι οικονομίες, επίσης, ποτέ πραγματικά δεν έχουν εξισορροπηθεί μετά τη λήξη της περιόδου της μεγάλης μεταπολεμικής ανάπτυξης.

Και οι τρεις κρίσεις ξεκίνησαν και τελείωσαν με την ίδια μορφή, δηλαδή, με τη βοήθεια πληθωριστικών διεργασιών: αν το δημόσιο χρέος και αυτό του ιδιωτικού τομέα αρχικά υπηρέτησαν ως μια βολική πολιτική λύση για τις διανεμητικές συγκρούσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (και μερικές φορές, επίσης, από άλλες πλευρές, όπως για παράδειγμα σε χώρες που παράγουν πρώτες ύλες), στην συνέχεια κατέληξαν με το να καταστούν επίσης προβλήματα: πληθωρισμός των τιμών στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πληθωρισμός του δημόσιου χρέους σε πρώτη φάση της εδραίωσης στη δεκαετία του 1990 και πληθωρισμός του ιδιωτικού χρέους, μετά το 2008 [* 4]. Επί του παρόντος, η διορθωτική οικονομική πολιτική αποκαλείται «χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής» [5], συνίσταται, κατ ‘ουσίαν, στην έκδοση χρήματος από τα δημόσια ταμεία και τις κεντρικές τράπεζες, με στόχο να διατηρηθούν χαμηλά τα επιτόκια. Είναι με αυτόν τον τρόπο που προσπαθούν να διατηρήσουν βιώσιμο το χρέος που συσσωρεύτηκε στο παρελθόν, αποφεύγοντας επίσης η υποτονική οικονομία να πέσει σε αποπληθωρισμό. Αυτή η διόρθωση έχει, ωστόσο, μια τιμή: δημιουργεί περισσότερες ανισότητες, Επίσης, καθιστά πιο πιθανό το γεγονός ότι μπορούν να γεννηθούν νέες φούσκες στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μπορεί, στην αποφασιστική στιγμή, να καταρρεύσουν.
Η θεμελιώδης φύση της κρίσης παρατηρήθηκε όταν οι εγκέφαλοι ηγέτες του καπιταλισμού δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τώρα περιορίζονται πλέον στο να ψάχνουν για προσωρινές λύσεις μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη δυσάρεστη έκπληξη. Οι μάγοι της αγοράς έχουν χάσει τη σοφία τους. Για πόσο καιρό η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να συνεχίζεται ακόμη; Το πρόβλημα είναι ο αποπληθωρισμός ή ο πληθωρισμός; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια φούσκα, προτού να εκραγεί; Η ανάπτυξη αποκαθίσταται μέσω της δαπάνης ή μέσω μείωσης των δαπανών; Ένας αυστηρότερος δημοσιονομικός κανονισμός είναι ευνοϊκός ή επιζήμιος για την ανάπτυξη; [* 6]  Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η ανάπτυξη ήταν το αποτέλεσμα της αναδιανομής των εισοδημάτων από πάνω προς τα κάτω, στη συνέχεια, ο κεϋνσιανισμός αντικαταστάθηκε από τον hayekenismo, και το αντίθετο έγινε η αλήθεια και, ως εκ τούτου, οι αγορές ήταν ελεύθερες να αναδιανέμουν από κάτω προς τα πάνω. Τώρα, επτά χρόνια μετά την καταστροφή του 2008, δεν έχει ακόμη προκύψει μια νέα φόρμουλα για την ανάπτυξη, η σύγχυση διέπει και κυβερνά τις απόψεις. Ο καπιταλισμός που τον διαχειρίζεται το κράτος έχει αποτύχει, δηλαδή, έχει απορριφθεί από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, γιατί τους φάνηκε πάρα πολύ ακριβός, αντικαταστάθηκε από έναν καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, αλλά ακόμη και αυτός απέτυχε. Εν τω μεταξύ, οι κεντρικές τράπεζες ενεργούν ρυθμιστικά εν αναμονή μιας νέας κατεύθυνσης της κυβέρνησης. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι; Με την ευκαιρία, ποια θα ήταν η συνταγή σε θέση να δώσει στήριξη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ως σύνολο;

Προτείνω ότι ο καπιταλισμός, ύστερα από 200 χρόνια και βάλε, έχει καταστεί μη βιώσιμος, αστήρικτος, μιας και έχει γίνει μη κυβερνήσιμος. Πίσω από αυτή τη διαταραχή υπάρχει αυτό που συνοπτικά ονομάζεται διαταραχή της «παγκοσμιοποίησης»: η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων της αγοράς πέρα από την προσιτότητα των κυβερνήσεων έχει ενοποιήσει τον καπιταλισμό, αλλά έχει κατακερματίσει τη συλλογική πολιτική δράση. Αυτό μπορεί να ακούγεται, να φαίνεται σαν τελική νίκη του καπιταλισμού, πράγμα που μέχρι ένα ορισμένο σημείο είναι αλήθεια, αλλά την ίδια στιγμή φτάνει στο σημείο να είναι επίσης η προαναγγελία του θανάτου του. Σε αντίθεση με ό, τι ο Mandeville έχει δηλώσει στο έργο του «Παραμύθι των Μελισσών» (1714) και ο Adam Smith πρότεινε με την λιγότερο προκλητική μεταφορά του στο «αόρατο χέρι» (1776), η καπιταλιστική μετατροπή των ιδιωτικών βίτσιων σε δημόσιες αρετές υποστηρίζει μια σταθερή κοινωνία μόνο εάν αυτό λειτουργεί εκεί όπου υπάρχουν ισχυροί τυπικοί και άτυποι θεσμοί που περιορίζουν »την διάταξη του εγωισμού» έμφυτη της αγοράς (Dunn, 2005), με την επιβολή της κοινωνικής πειθαρχίας. Mε το να υποκαταστήσει τις συλλογικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να τον κυβερνήσουν, ο καπιταλισμός κατακτά μια Πύρρειο νίκη.

Το γεγονός ότι σήμερα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σε αυτόν, καμιά αντικαπιταλιστική δύναμη ενοποιημένη σε παγκόσμιο επίπεδο, για τον καπιταλισμό είναι τόσο ευλογία όσο και δίλημμα. Να σημειώσουμε πως σε κρίσιμες στιγμές στην ιστορία του καπιταλισμού, ήταν η αντιπολίτευση σε αυτόν που τον σταθεροποίησε ως κοινωνία: περιφερειακά κινήματα ,εθνικά ή θρησκευτικά διατήρησαν την κοινωνική συνοχή και, με τον τρόπο αυτό, την σχετικά δίκαιη συνεργασία και ανταλλαγή , τα σοσιαλδημοκρατικά Κράτη της ευημερίας και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που προστατεύονταν εξασφάλιζαν μια επαρκή ζήτηση στον οικονομικό τομέα, καθώς και μια ήσυχη κοινωνική αναπαραγωγή στη σφαίρα του κόσμου της ζωής και της πολιτικής.
Η ταυτόχρονη παρακμή της κυβέρνησης που πραγματικά κυβερνά, καθώς και της επακόλουθης αντιπολίτευσης, στον σύγχρονο καπιταλισμό παράγει μια αυξανόμενη ρωγμή στο σύστημα ενσωμάτωσης, το οποίο, με τη σειρά του, δημιουργεί μια ταχεία μετατροπή της κοινωνικής ενοποίησης (Lockwood, 1964) . Η παγκόσμια ακυβερνησία προκάλεσε μια βαθιά διάβρωση των κοινωνικών συστημάτων στο σημείο μετωπικής συνάντησης των καπιταλιστικών αγορών, σε αυτό που ο Karl Polanyi αποκάλεσε τα τρία »πλασματικά εμπορεύματα», την εργασία, την γη και το χρήμα. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη, σύμφωνα με τον Polanyi, έχει ως απώτερο στόχο να εμπορευματοποιήσει τα πάντα, όμως, μπορεί να συνεχίσει να το κάνει μόνο όταν εμποδίζεται από την κοινωνία να υποβάλει στη λογική του εκείνο που μπορεί να εμπορευματοποιηθεί μόνο εις βάρος του. Η προστασία της εργασίας, της γης και του χρήματος από την δυναμική καπιταλιστικής ανάπτυξης απαιτεί μια κυβέρνηση σε θέση να ενεργεί με τρόπο αποφασιστικό, μια απλή «διακυβέρνηση» υποβοηθητική των αγορών δεν αρκεί (Offe, 2008) για να αποτρέψει τον καπιταλισμό από το να προχωρήσει πολύ μακριά και, με αυτό τον τρόπο, να θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του.
Η αδυναμία των σημερινών κυβερνήσεων είναι εμφανής όσον αφορά τη φύση, δεδομένου ότι οι κατακερματισμένες πολιτικές του παγκόσμιου καπιταλισμού έχουν αποδειχθεί ανίκανες να περιορίσουν την κατανάλωση και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Παρομοίως, η ανταγωνιστική παραγωγή χρήματος από τις κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει γίνει μια ισχυρή πηγή αβεβαιότητας και μια μόνιμη απειλή για τη συστημική σταθερότητα. Στον τομέα της εργασίας, τα παραδοσιακά προγράμματα απασχόλησης μετά τον πόλεμο, που σχεδιάστηκαν με σκοπό την προστασία των εργαζομένων και των οικογενειών τους από την υπερβολική πίεση της αγοράς, εξαφανίζονται στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ανοίγει όλο και περισσότερο ο δρόμος για την επισφαλή απασχόληση, σε συμβάσεις με μηδέν ώρες, σε εργασίες «freelance» και «σε κατάσταση αναμονής» σε παγκόσμιες εταιρείες όπως h Uber – ένα σύστημα υπαγωγής που λειτουργεί σχεδόν εξ ολοκλήρου χωρίς τους κανονικούς περιορισμούς απασχόλησης [* 7]. Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι ιδιωτικοποιούνται και εξατομικεύονται, η ζωή και η εργασία θεμελιώνονται και γίνονται αδιάκριτες η μια από την άλλην. Τα συνδικάτα καθίστανται άνευ σημασίας ή  παύουν να υπάρχουν σε πολλές βιομηχανίες , ακόμη και σε ορισμένες χώρες.  Κατ αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις των τεχνολογικών αλλαγών που προχωρούν πιο γρήγορα από ποτέ για την αναδιοργάνωση της εργασίας – ή για να την αποδιοργανώσουν. Η τεχνητή νοημοσύνη, για παράδειγμα, γίνεται πλεονάζουσα σε μια μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων επαγγελμάτων, κάτι που ποτέ δεν παύει να καταστρέφει κάθε είδους ζωή μεσαίας τάξης [* 8].
Σε ένα προηγούμενο άρθρο (Streeck, 2014), έχω εντοπίσει πέντε παθολογίες του σύγχρονου καπιταλισμού, και προϋποθέτω πως δεν είναι δυνατόν να γιατρευτούν, κάθε μια από αυτές ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική πτυχή της διαδικασίας αποσύνθεσης σε εξέλιξη: την κοσμική στασιμότητα, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα μιας μακράς υποχώρησης και παρακμής του ρυθμού ανάπτυξης [* 9], την νεο-φεουδαρχική ολιγαρχία που συνδυάζει την πολιτική εξουσία με την οικονομική δύναμη και που δεν υπάρχει σήμερα μόνο στη Ρωσία, την Ουκρανία και την Κίνα, αλλά και στη Δύση, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες [* 10] – μια διαδικασία που διαχωρίζει την τύχη των πλουσίων από την μοίρα των φτωχών, την λεηλασία της δημόσιας οικονομίας μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, που ήταν τόσο πολύ ένα απαραίτητο αντίβαρο στον καπιταλισμό όσο και μια υποδομή υποστήριξης (Bowman, 2014),την συστημική εξαχρείωση, και την διεθνή αναρχία. Επειδή μας λείπει ο χώρος, θα ήθελα εδώ να συζητήσουμε μόνο αυτές τις δύο τελευταίες ασθένειες, παθολογίες [* 11].

Μιλώ πρώτα για την συστημική εξαχρείωση. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στους μύθους του Mandeville , κάτω από τον χρηματοπιστωτικοποιημένο καπιταλισμό , τα ιδιωτικά βίτσια καθίστανται και δημόσια βίτσια, πάθη, ελαττώματα. Και αυτό καταλήγει στο να στερεί τον καπιταλισμό από την βασική του μορφή – συνεπειοκρατική – ηθικής δικαιολόγησης. Και είναι έτσι, ακόμα κι αν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων παρουσιάζουν τώρα τους εαυτούς τους ως διαχειριστές δημόσιων αγαθών, σαν ευεργέτες των εταιρειών που ασκούν – πάντα με πολύ καλή δημοσιότητα – φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Και να που ένας γενικευμένος κυνισμός τώρα βρίσκεται να είναι βαθιά ριζωμένος στη συλλογική κοινή λογική, αντιλαμβανόμαστε τον καπιταλισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη σαν μια δομή, σαν ένα μηχανισμό ευκαιριών επειδή οι πολύ πλούσιοι που είναι καλά ενσωματωμένοι στο σύστημα γίνονται ακόμη πλουσιότεροι. Το να εξαπατούμε στην αναζήτηση για το κέρδος θεωρείται φυσιολογικό, κάτι που δεν προκαλεί πλέον καμία ηθική αγανάκτηση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον κόσμο της χρηματοδότησης, όπου τα μεγαλύτερα κέρδη πραγματοποιούνται μέσω της φοροδιαφυγής ή παραβιάζοντας όλους τους κανόνες δικαίου, όλους τους νομικούς κανόνες, καταφέρνοντας την λήψη εμπιστευτικών πληροφοριών, την παροχή ανεξόφλητων ενυπόθηκων δανείων ή με οποιοδήποτε άλλο τέχνασμα [* 12].

Μέχρι τον Ιούνιο του 2015, μόνο στις ΗΠΑ, μέσω συμφωνιών εκτός του νομικού συστήματος, συμφωνήθηκε να πληρωθούν περίπου εκατό δισεκατομμύρια δολάρια σε φόρους για τα νομικά αδικήματα που σχετίζονται με την οικονομική κρίση του 2008 [* 13]. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν φθάσαμε στην κρίση σε δικαστήριο και κανείς μέχρι τώρα έχει πάει στη φυλακή. Τώρα, αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια βαθιά ενσυναίσθηση μεταξύ του νομικού συστήματος και των αναγκών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παραβιάζουν το νόμο, για να κατακτούν κέρδη [* 14]. Στην πραγματικότητα, για να πάρετε μια ιδέα για το ύψος των προστίμων που θα έπρεπε να έχουν συλλεχθεί, χάρη σε μια δίκαιη καταδίκη σε μια νομική διαδικασία και δίκη, θα έπρεπε να προσθέσετε τις αμοιβές των δικηγόρων στα τέλη εκκαθάρισης. Ένα σημαντικό μέρος των πληρωμών αυτών, ωστόσο, έχει δηλωθεί για φορολογικούς σκοπούς, ως δαπάνη των επιχειρήσεων [* 15].

Δεύτερον, ιστορικά, ο καπιταλισμός έχει απαιτήσει την ύπαρξη μιας σταθερής διεθνούς τάξης, που να διατηρείται από μια ηγεμονική δύναμη. Ο ρόλος αυτός έχει ασκηθεί για πρώτη φορά από τη Φλωρεντία, περνώντας αργότερα από τις Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και, αργότερα, μετά τον πόλεμο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν η ηγεμονική θέση αμφισβητήθηκε ή έγινε ασαφής, όπως συνέβη κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η σύγκρουση ήταν ανεξέλεγκτη, και συνοδεύτηκε από σοβαρή οικονομική αναστάτωση. Από το 1970, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδείχθηκαν πάντα όλο και λιγότερο ικανές και ακόμη λιγότερο πρόθυμες να προσφέρουν εκείνα τα κοινά αγαθά που αναμένονταν από μια ηγεμονική καπιταλιστική χώρα, αντ ‘αυτού, έχουν γίνει παράσιτα στην παγκόσμια οικονομία. Μια λύση συνεργασίας, διεθνούς τάξεως, του προβλήματος, για παράδειγμα μέσω του μοιράσματος της εξουσίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στη συνέχεια χάσει αρκετούς πολέμους, η δημοκρατική-καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλαδή, η »εθνική κατασκευή», έχει αποτύχει σε πολλά μέρη του κόσμου. Αντί του μεταπολεμικού σχεδιασμού ενός παγκόσμιου συστήματος κυρίαρχων Κρατών, που θα είχαν αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο, μεγάλες και αυξανόμενες περιοχές καθίστανται «δίχως Κράτος». Σε πολλές από αυτές τις περιοχές, φονταμενταλιστικά θρησκευτικά κινήματα έχουν πάρει τον έλεγχο, απορρίπτοντας τον μοντερνισμό και το διεθνές δίκαιο, αναζητούν μια εναλλακτική λύση στον καταναλωτισμό του σύγχρονου καπιταλισμού, από τον οποίον δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ότι θα αποκομίσουν κάποιο όφελος για τις χώρες τους. Όλο και συχνότερα, ορισμένα από αυτά τα κινήματα βρίσκουν συμμάχους στον παγκόσμιο Βορρά, ιδίως μεταξύ των μεταναστών του Νότου που είναι κάτοικοι εκεί, οι οποίοι αντιδρούν στον κοινωνικό και οικονομικό τους αποκλεισμό φέρνοντας τον πόλεμο από τα περίχωρα, από τις περιφέρειες προς το κέντρο.

Πώς μπορεί να τελειώσει ο καπιταλισμός χωρίς να υπάρχει ήδη μια νέα κοινωνία έτοιμη να πάρει τη θέση του; Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα της ομαλής διαδοχής των κοινωνικών σχηματισμών, δηλαδή, την ιστορική-υλιστική προσδοκία σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνία πεθαίνει φέρνοντας στο φως μια πιο νέα και προηγμένη κοινωνία, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό το σφάλμα την θέση των μπολσεβίκων σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνική τάξη τελειώνει μόνο όταν μια διαφορετική και ξεχωριστή κοινωνική τάξη αναλαμβάνει τα ηνία κατόπιν εντολής  την της κεντρικής επιτροπής ενός νικηφόρου επαναστατικού κόμματος.
Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην γίνουμε θύματα ενός σύγχρονου ισοδύναμου αυτής που θα μπορούσε να ονομαστεί «η ψευδαίσθηση της Ραβέννα»: της βαθιάς πεποίθησης των κυρίαρχων τάξεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον πέμπτο αιώνα, σχετικά με την προκαθορισμένη αθανασία του πολιτισμού τους. Συνέχισαν να την θεωρούν ως ακλόνητη ακόμη και όταν τα εδάφη στα οποία υπολόγιζαν τότε μειώθηκαν στην μικρή πόλη της Ραβέννα, στην Αδριατική. Από την στιγμή που αυτή η πόλη περιβαλλόταν από βάλτους, αυτό της επέτρεψε την αναβολή της τελικής κατάρρευσης, ενώ οι γερμανικές ορδές κατέλαβαν και λεηλατούσαν τη Ρώμη, μαζί με όλες τις επαρχίες της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Πεπεισμένες για το γεγονός ότι η ζωή θα μπορούσε ενδεχομένως να γυρίσει πίσω για να είναι αυτή που ήταν πάντα, οι οικογένειες των ηγεμόνων της Ρώμης, στο καταφύγιο τους στη Ραβέννα, συνέχισαν να ασχολούνται με τις ίντριγκες τις σχετικές με την διαδοχή στην Αυτοκρατορία [* 16]. ..

Από αυτό το παράδειγμα, πρέπει να μάθουμε ότι μερικές φορές η αισιοδοξία γεννιέται μόνο από την έλλειψη φαντασίας. Πρέπει να εξετάσουμε την πιθανότητα κατά την οποίαν μια κοινωνική τάξη θα μπορούσε να οδηγηθεί, όχι σε μια άλλη τάξη, αλλά σε μιαν διαρκή διαταραχή, αταξία – δηλαδή, σε μιαν ιστορική εποχή αβέβαιης διάρκειας κατά την οποία, σύμφωνα με τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι, »το γέρικο πεθαίνει, αλλά το νέο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί «[* 17].

Πώς μπορεί να είναι η ζωή σε μια τέτοια περίοδο, σε μια τέτοια εποχή; Σύμφωνα με τον Γκράμσι, η κατάρρευση μιας κοινωνικής τάξης μέσα στην απουσία διαδόχου μπορεί να οδηγήσει σε»ένα μεσοδιάστημα στο οποίο ξεκινούν να υπάρχουν παθολογικά φαινόμενα όλων των ειδών» [* 18] – με άλλα λόγια, πέφτουμε σε μια κοινωνία μέσα στην οποίαν υπάρχει έλλειψη θεσμών συνεκτικών, με συνέπεια, να μην υπάρχουν θεσμοί που να είναι σε θέση να εξομαλύνουν τις ζωές των μελών της, προστατεύοντας τους από ατυχήματα και ανωμαλίες κάθε είδους. Σε ένα τέτοιο μεσοδιάστημα, η ζωή χαρακτηρίζεται από την απουσία δομικού προσδιορισμού, δομικής αποφασιστικότητας [* 19] και όπου, ως εκ τούτου, όλα γίνονται απρόβλεπτα.
Μία τέτοια κοινωνία αδυνατεί να παρέχει στα μέλη της αξιόπιστους κανόνες με τους οποίους να μπορούν να οργανωθούν: αντιστρόφως, απαιτεί συνεχή αυτοσχεδιασμό, προκαλώντας τα άτομα να αντικαταστήσουν μια δομημένη συμπεριφορά με μια καθαρά στρατηγική συμπεριφορά – μια κατάσταση που παρέχει ευκαιρίες εξαιρετικές, διότι οι ολιγάρχες και οι πολέμαρχοι όλων των ειδών θα αναγκάσουν την πλειοψηφία να ζει σε μια κατάσταση ανασφάλειας, αβεβαιότητας και ανομίας. Δημιουργείται, έτσι, μια πολύ παρόμοια κατάσταση με εκείνη του μεγάλου μεσοδιαστήματος που ξεκίνησε τον πέμπτο αιώνα, και τώρα ονομάζεται Μεσαίωνας.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό, το σύστημα ολοκλήρωσης-ενσωμάτωσης βρίσκεται σε μια ασταθή κατάσταση αλλαγής, η οποία δεν φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα σταθερή τάξη. Αναταράξεις και ακινησία, στασιμότητα και δυναμική είναι όλο και περισσότερο στενά συνδεδεμένες. Αυτό το είδος κοινωνικής δομής τροφοδοτεί ένα είδος κοινωνικού ατόμου (Gerth και Mills, 1953): το ατομικιστικό άτομο, σκόπιμα αυτάρκες, desocialized-αποκοινωνικοποιημένο, το οποίο στηρίζεται μόνο στην αυτο-εποπτευόμενη νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα (Foucault, 2008) για να αντισταθμίσει την απουσία κυβέρνησης και την αδύναμη διακυβέρνηση-governance. Σε αυτό τον κοινωνικό κόσμο τον απροσδιόριστο αναδύεται μια ανώμαλη κοινωνική δομή, ή καλύτερα, εκείνη που υπάρχει αντικαθίσταται από ένα δίκτυο ιδιοτελών ατόμων που αυτοσχεδιάζουν, που κινούνται μέσα σε δίκτυα τα οποία σχηματίζονται από ευκαιριακές σχέσεις, οπορτουνιστικές. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για μια κοινωνία υποκατάστασης (Ersatz), ανταλλακτική, χρηστών, στη θέση μιας κοινωνίας που σχηματίζεται από ολοκληρωμένα μέλη, ενσωματωμένα. Χτισμένη εν μέρει από τα κάτω, φαίνεται να έχει κατασκευαστεί με βάση μια ελευθεριακή πληθώρα εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες πωλούνται ιδεολογικά σαν να επρόκειτο για ένα μεγάλο λούνα παρκ. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή αντανακλά μόνο την καταστροφική απουσία κοινωνικής τάξης.

H διασπασμένη κοινωνία που κυριαρχεί στο μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα δεν έχει κανονιστική νομιμοποίηση – μεταμόρφωσε την ευθύνη ως αυτοσκοπό στις ορθολογικές επιλογές των μελών της ως άτομα, αφήνοντάς τους δίχως οδηγίες χρήσεις, δίχως να τους εκπαιδεύσει στο πως να κάνουν καλές επιλογές. Αν και αυτό μπορεί , και έτσι είναι, να παρουσιάζεται ως απελευθέρωση, στην πραγματικότητα του μετα-καπιταλισμού, ο χώρος των κανόνων και των κοινωνικών θεσμών καταλαμβάνεται από την απληστία και τον φόβο. Και αυτά τα δυο συναισθήματα στη συνέχεια λειτουργούν σαν τελικοί μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου. Μαζί, τροφοδοτούν την»αυτο-εξοικονόμηση» και «αυτο-εμπορευματοποίηση» των ίδιων των ατόμων που αγωνίζονται να διατηρηθούν προσαρμόσιμοι στις απρόβλεπτες μορφές της μεταβολής-εξέλιξης των συνθηκών. Επιδιώκουν, ως εκ τούτου, την αμείλικτη ανταγωνιστική επένδυση της «ευελιξίας» τους και του δικού τους «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Θέλουν να μεγιστοποιήσουν την στάση τους απέναντι στην αξιοκρατία που φαντάζονται πως έχει η «ελεύθερη» αγορά – η οποία είναι, στην πραγματικότητα, ένας κόσμος όπου εκρήγνυνται οι ανισότητες. Η αυτάρκεια μπαίνει στην ημερήσια διάταξη, αν και – και ακριβώς επειδή – μερικοί πιστεύουν πολύ περισσότερο στον «εαυτό» τους, από ό, τι κάποιοι άλλοι. Στον μετα-καπιταλισμό, η απόκτηση του ιδιωτικού κέρδους θα συνεχιστεί, ακόμα και κάτω από τη σκιά της αβεβαιότητας που θα ευδοκιμήσει σε μια κοινωνία που θα σημαδεύεται από την ανομία, με παρακμιακούς θεσμούς, με χαμηλή συνεκτικότητα, με διαδοχικές κρίσεις, που διασχίζεται από συγκρούσεις και τοπικές διαφορές λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένες.

Η μαζική συνεργασία, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, θα λάβουν ώθηση από μια κουλτούρα ανταγωνιστικής κατανάλωσης. Σε μεγάλο μέρος της Ασίας, η συνεργασία αυτή φαίνεται τώρα να βασίζεται σε έναν βαθύ συλλογικό κομφορμισμό. Ωστόσο, θα χρειαστεί επίβλεψη για να προστατευτεί από την ανατροπή της μετα-υλιστικής αλλαγής της αξίας, λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης. Οι ζωές των ατόμων σε αυτό το μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα στο οποίο θα κυριαρχίσει το»ο σώζων εαυτόν σωθήτω» θα ακολουθήσει τις προδιαγραφές συμπεριφοράς του νεοφιλελεύθερου δόγματος (Dardot και Laval, 2013). Και αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να καούν στη ρίζα οι βασικές αρχές μιας οικονομίας και μιας επιτυχημένης κοινωνίας.

Όπως γνωρίζετε, η κοινωνική ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομική ζωή και η οικονομική ζωή δεν είναι δυνατή έξω από μια κοινωνία που την τρέφει. Εδώ ισχύει η δωδέκατη πρόταση του βιβλίου «Η ηθική διάσταση» του Amitai Etzioni (1988, σελ 257.): «Όσο περισσότερο οι άνθρωποι αποδέχονται το νεοκλασικό παράδειγμα ως οδηγό για τη δική τους συμπεριφορά [και όχι απλώς ως μια βολική απολογία του οικονομικού συστήματος της σχέσης του κεφαλαίου], τόσο περισσότερο θα υπονομεύεται η συλλογική ικανότητα να διατηρείται μια οικονομία της αγοράς. » Το μέλλον του καπιταλισμού φαίνεται ζοφερό.

Wolfgang Streeck – 2014 –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[*1] – Ερευνητής στο Istituto Max-Planck per lo Studio delle Società, Ινστιτούτο για την Μελέτη των Κοινωνιών, με έδρα την Colonia, στην Germania. E-mail: streeck@mpifg.de

[*2] – Αυτό που ακολουθεί είναι μια συμπυκνωμένη και ενημερωμένη έκδοση του πολύ μεγαλύτερου άρθρου που δημοσιεύθηκε στο παρελθόν, το 2014. Δείτε επίσης το επόμενο βιβλίο: «Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός;», που δημοσιεύθηκε από το Verso το Σεπτέμβριο το 2016, «How will capitalism end?».

[*3] -Ο Lawrence «Larry» Summers, επικεφαλής των τεχνικών της βορειοαμερικανικής μηχανής συσσώρευσης κεφαλαίου, στο οικονομικό Φόρουμ του ΔΝΤ το νοέμβριο του 2013 δήλωσε τα εξής: «Αν πάμε πίσω για να μελετήσουμε την οικονομία στα προηγούμενα της κρίσης χρόνια, βλέπουμε κάτι λίγο παράξενο. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η οικονομική πολιτική που τότε ασκούνταν ήταν πολύ ανεκτική. Όλοι συμφωνούν στο γεγονός ότι χρειάζονταν ένας μεγάλος όγκος απερίσκεπτου δανεισμού. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ο πλούτος, έτσι όπως τον είχαν ζήσει οι οικογένειες, φαίνονταν μεγαλύτερος από αυτό που πραγματικά ήταν. Πολύ εύκολο χρήμα, πάρα πολλά δάνεια, πολύς πλούτος. Φαίνονταν να υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη εκεί! Δεν υπήρχε μεγάλη πίεση προκειμένου να αξιοποιηθούν οι μονάδες, τα επίπεδα ανεργίας δεν ήταν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, ο πληθωρισμός φαίνονταν να είναι εντελώς ήσυχος, κατά κάποιο τρόπο, ακόμη και μια μεγάλη φούσκα δεν έμοιαζε αρκετή για να παράξει κάποια υπέρβαση της συνολικής ζήτησης». Κείμενο διαθέσιμο στο Facebook. https://m.facebook.com/notes/randy-fellmy/transcript-of-larry-summers-speechat-theimf-economic-forum-nov-8-2013/585630634864563

[*4] -Από τότε, το συνολικό χρέος συνέχισε να αυξάνεται. Δείτε την έκθεση του McKinsey Global Institute (2015). Πολύ κεϋνσιανή ρητορική ρίχτηκε στη θάλασσα, προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτή την ανάπτυξη, ακόμη και αν το χρέος δεν είναι ακριβώς κεϋνσιανού τύπου, όπως έχει συσσωρευτεί εδώ και δεκαετίες.

[*5] – Στα αγγλικά: “quantitative easing”.

[*6] -Ο Paul Krugman, ο ιδεολόγος που προτιμάται από τον κεϋνσιανισμό της κεντροαριστεράς, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Σχολιάζοντας στην εφημερίδα New York Times (16/11/2013) τα »λόγια» του Summers για την « κοσμική στασιμότητα » (βλέπε σημείωση [* 2]), αρχίζει παραφράζοντας τον Keynes. Εδώ είναι τι είπε:»Όλη η δαπάνη είναι καλή, στη συνέχεια, αν η δαπάνη είναι παραγωγική, είναι ακόμα καλύτερα, αλλά μια μη παραγωγική δαπάνη είναι καλύτερη από το τίποτα». Από τα ανωτέρω προκύπτει η δήλωση σύμφωνα με την οποία»οι ιδιωτικές δαπάνες, ακόμη και αν είναι εν μέρει ή εντελώς μια σπατάλη,» ακόμα κι έτσι μπορεί να είναι «κάτι καλό». Για να τονίσει αυτή τη δήλωση, ο Krugman πρόσθεσε,»ας υποθέσουμε ότι οι αμερικανικές εταιρείες, που σήμερα κάθονται επάνω σε ένα τεράστιο βουνό από χρήματα, έχουν κατά κάποιο τρόπο την πεποίθηση ότι θα ήταν μια εξαιρετική ιδέα να μετατρέψουν όλους τους υπαλλήλους τους σε cyborgs, εξοπλισμένους με Google Glass και έξυπνα ρολόγια. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι τρία χρόνια αργότερα έρχονται να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα δεν θα κερδίσουν κανένα ουσιαστικό κέρδος από όλες αυτές τις δαπάνες. Παρ ‘όλα αυτά, η έκρηξη των επενδύσεων που θα έχει παραχθεί, θα έχει δώσει αρκετά χρόνια αυξημένης απασχόλησης, χωρίς πραγματική σπατάλη, δεδομένου ότι οι πόροι που θα έχουν χρησιμοποιηθεί , σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι».
Όσον αφορά τις φούσκες, λέει: «Τώρα ξέρουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη που έλαβε χώρα μεταξύ του 2003 και του 2007 οδηγήθηκε, σπρώχθηκε από μια φούσκα. Μπορούμε, επίσης, να πούμε το ίδιο και για την τελευταία περίοδο ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990, μπορούμε επίσης να πούμε πραγματικά το ίδιο για τα τελευταία χρόνια της ανάπτυξης Ρήγκαν, που παράχθηκε από μια απόδραση από τα ινστιτούτα των ταμιευτηρίων, και δημιούργησε μια μεγάλη φούσκα στον τομέα των εμπορικών ακινήτων … ».
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, έχουν «μερικές ριζικές επιπτώσεις», ανάμεσα στις οποίες, σύμφωνα  επίσης με τον Summers, συμπεριλαμβάνεται η εξής:»πολλά από αυτά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει για να αποφευχθεί μια μελλοντική κρίση θα ήταν αντιπαραγωγικά» μπροστά στις νέες συνθήκες. Μία άλλη επίπτωση θα ήταν η εξής: «ακόμα και μια βελτίωση του δημοσιονομικού κανονισμού δεν θα είναι απαραιτήτως ένα καλό πράγμα», δεδομένου ότι «θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα ανεύθυνα δάνεια, τα οποία δικαιολογούνται όταν κάποιος μεγαλύτερος όγκος δαπανών γίνεται καλός για την οικονομία. » Επιπλέον, θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον «για την ανοικοδόμηση του νομισματικού μας συστήματος στο σύνολό του – ας πούμε, με την εξάλειψη των χαρτονομισμάτων και πληρώνοντας αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις», κλπ ..
Κείμενο διαθέσιμο εδώ: http://krugman.blogs.nytimes.com/2013/11/16/secular-stagnation-coalminesbubbles-and-larry-summers/?_r=0

[*7] – Ο Uber προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της εξέλιξης των συνθηκών απασχόλησης. Βλέπε, για παράδειγμα, το άρθρο «»Rising Economic Insecurity Tied to Decades – Long Trend in Employment Practices», στην The New York Times της 12ης Ιουλίου 2015. Σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση, πάνω από 160.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ εξαρτώνται μόνο από την ber με σκοπό την ύπαρξής τους, από αυτούς, μόνο 4.000 ήταν τακτικοί υπάλληλοι.
http://www.nytimes.com/2015/07/13/business/rising-economic-insecurity-tied-todecades-long-trend-in-employment-practices.html?smid=li-share&_r=0

[*8] – Randall Collins, The end of middle-class work: no more escapes, p. 37-69. In: Wallerstein et al, 2013.

[*9] – Ένα θεωρητικό τέχνασμα που χρησιμοποιείται συχνά για να ελαχιστοποιηθεί το μέγεθος της κρίσης της ανάπτυξης, ιδιαίτερα εκείνης που ακολούθησε την οικονομική κατάρρευση του 2008, συνίσταται στο να υποδεικνύουμε τους λεγόμενους BRICS (μια ένωση που σχηματίζεται από τη Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), σαν τα μελλοντικά κέντρα ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ωστόσο, ότι η ετικέτα BRICS εφευρέθηκε από έναν πωλητή τίτλων της Goldman Sachs, στις αρχές του 2000, σαν ένα εμπορικό σήμα για ένα νέο ταμείο επενδύσεων. Εν τω μεταξύ, όμως, αυτές οι πέντε αυτές χώρες έχουν αποτύχει να συμβάλουν στον συνολικό συντονισμό της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν σε θέση να αρχίσουν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των ΗΠΑ – ηγεμονική χώρα σε φθίνουσα πορεία που έδρασε όλο και πιο ανεύθυνα. Και αυτές οι χώρες, παρεμπιπτόντως, μπήκαν σε κρίση, ακόμη και η Κίνα έχει βιώσει δυσκολίες δεδομένου ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώνονται, οι τιμές των μετοχών πέφτουν, το χρέος αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και υπάρχει μια αύξηση της συστημικής διαφθοράς.

[*10] -Σύμφωνα με τους New York Times, «λιγότερες από 400 οικογένειες» ήταν «υπεύθυνες για σχεδόν το ήμισυ των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία του 2016, μια συγκέντρωση πολιτικών δωρητών που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία χρόνια.» Στο τέλος του ιουλίου του προεκλογικού χρόνου 2015, οι συνολικές συνεισφορές της εκστρατείας ανήλθαν σε 388 εκατομμύρια $. Δείτε το άρθρο «Μικρή πισίνα με πλούσιους δωρητές κυριαρχεί στις εκλογικές παροχές», The New York Times 1 Αυγούστου, 2015, «Small pool of rich donors dominates election giving».
http://www.nytimes.com/2015/08/02/us/small-pool-of-rich-donors-dominateselection-giving.html?_r=0

[*11] – Αξίζει να σημειωθεί ότι η στασιμότητα είναι μια ασθένεια τουλάχιστον εξίσου σοβαρή όσο και οι άλλες που αναφέρονται. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι το αυξανόμενο πλεόνασμα του πληθυσμού στις πλούσιες καπιταλιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς, δεν θα έχουν την ευκαιρία να καλύψουν τη διαφορά για το φθίνον – σύνολο – από εκείνους οι οποίοι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για την χαμένη γενιά και για εκείνους που φιλοδοξούν να γίνουν μέλη των μεσαίων τάξεων στα εδάφη, στις περιοχές που βρίσκονται σε ανάπτυξη και κυβερνώνται – ή δεν κυβερνώνται – από Κράτη σε κατάσταση πτώχευσης. Ο καπιταλισμός, όπως ξέρουμε, βασίζεται κυρίως στην ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στο μέλλον. Έχει αυτό από κοινού με τον χριστιανισμό. Η πίστη στον καπιταλισμό και στο χρηματοπιστωτικό του σύστημα εξαρτάται, επίσης, πέρα από την «ατελείωτη ανάπτυξη», και από άλλες υποσχέσεις όπως οι αβλαβείς εξωτερικές επιδράσεις, οι παγκόσμιες αρμοδιότητες, οι συνεχείς αυξήσεις της παραγωγικότητας, η ανεξάντλητη ζήτηση, η ακόρεστη κατανάλωση .. . και η βιωσιμότητα των βουνών του χρέους. Καμία από αυτές τις υποσχέσεις πραγματοποιείται στον πραγματικό κόσμο.
http://uklife.org/2015/01/15/promises/

[*12] – Για τους μισθούς των διευθυντών, συμβουλευτείτε Neckel (2014), θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ο επαγγελματικός αθλητισμός, μια δραστηριότητα που κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει μια μεγάλη παγκόσμια βιομηχανία και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τις διαφημίσεις για τα καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί να υποτεθεί με κάποια βεβαιότητα ότι μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων της, όπως είναι το κολύμπι και ο κλασικός αθλητισμός, αλλά και η ποδηλασία, οι κύριοι ανταγωνιστές συνήθως χρησιμοποιούν υπηρεσίες από ειδικούς στον τομέα των υπερ-αποδόσεων, που χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους.

[*13] – Frankfurter Allgemeine Zeitung, 29 de junho, 2015.

[*14] – Ο Eric Holder, για να ασκήσει την εντολή του ως γενικός εισαγγελέας στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ 2008 και 2014, προσωρινά απομακρύνθηκε από ένα δικηγορικό γραφείο που συνήθιζε να εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις της Wall Street. Πριν από την ανάληψη αυτής της θέσης, κέρδιζε περίπου $ 2.5 εκατομμύρια το χρόνο. Το 2015, επέστρεψε στη θέση του στο ίδιο δικηγορικό γραφείο. Δείτε: «Eric Holder, Wall Street Double Agent, comes in from de cold» , στο «Rolling Stone», 8 Ιουλίου 2015.
http://www.rollingstone.com/politics/news/eric-holder-wall-street-double-agentcomes-in-from-the-cold-20150708
Είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα που διόρισε τον Holder, έλαβε το εν τρίτο, ίσως και τα μισά των εισφορών για την προεκλογική εκστρατεία του για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών από την χρηματοπιστωτική βιομηχανία.

[*15] – Για να καταλάβουμε το μέγεθος, θα πρέπει να θυμόμαστε τη νομική δράση των εισαγγελέων των ΗΠΑ εναντίον της FIFA, η οποία, με τεράστια δημοσιότητα, δικάστηκε στις αρχές του 2015 για διαφθορά. Τα έσοδα της FIFA στα έξι χρόνια του θέματος που μας απασχολεί ήταν περίπου 5 δισεκατομμύρια $, εκ των οποίων ίσως ένα δισεκατομμύριο είχε χρησιμοποιηθεί παράνομα (αν και ακόμα το ακριβές ποσό της διαφθοράς δεν είναι γνωστό). Το ποσό αυτό είναι ίσο με το 1% της αξίας που καταβλήθηκε από τις τράπεζες των ΗΠΑ για να απελευθερωθούν από την ποινική δίωξη.

[*16] – Gibbon (1993 [1776]), volume 3, σ. 218.

[*17] – Όπως λέει ο ίδιος στο έργο του «Prison Notebooks, Τετράδια από την φυλακή»: «Η κρίση συνίσταται στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί.»

[*18] – Λέει: «… Σε αυτό το μεσοδιάστημα, θα συμβούν τα πιο ποικίλα νοσηρά φαινόμενα.»

[19] – Ομοίως, να δούμε αυτό που γράφει ο Calhoun στο άρθρο του για το εξαιρετικό βιβλίο του Wallerstein και άλλων (2013).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ:

Bowman, A., Erturk, I., Froud, J., Johal, S., Law, J., Leaver, A., Moran, M. and Williams, K. – The End of the Experiment. Manchester: Manchester University Press, 2014.
Dardot, P. and Laval, C. – The New Way of the World: On Neo-Liberal Society. London and NY: Verso, 2013.
Dunn, J. – Setting the People Free: The Story of Democracy. London: Atlantik Books, 2005.
Etzioni, A. – The Moral Dimension: Toward a New Economics. New York: The Free Press, 1988.
Foucault, M. – The birth of biopolitics: lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave Macmillan, 2008.
Gerth, H. and Mills, C. W. – Character and social structure: the psychology of social institutions. New York: Harcourt, Brace, 1953.
Gibbon, E. – The decline and fall of the Roman Empire. Three Volumes. New York: Alfred A. Knopf, 1993 [1776].
Lockwood, D. – Social integration and system Integration. In: Zollschan, G. K. and Hirsch, W. (eds) Explorations in Social Change. London: Houghton Mifflin, 1964, pp. 244– 257.
Mandeville, B. – The fable of the bees: or, Private Vices, Public Benefits. Indianapolis: Liberty Fund, 1988 [1714].
McKinsey Global Institute – Debt and (Not Much) Deleveraging. London, San Francisco, Shanghai: McKinsey & Company, 2015.
Neckel, S. – Oligarchische Ungleichheit. Winner-take-all-Positionen in der (obersten)
Oberschicht. WestEnd. In: Neue Zeitschrift für Sozialforschung, 20, 2014, p. 51–63.
Offe, Claus – Governance: “Empty Signifier” oder sozialwissenschaftliches Forschungsprogramm? In: Schuppert, G. F. and Zürn, M. (eds) Governance in
einer sich wandelnden Welt. Politische Vierteljahresschrift, Sonderheft, Bd. 41, 2008, p. 61–76.
Smith, A. – An inquiry into the nature and causes of the wealth of nations. Oxford and New York: Oxford University Press, (1993 [1776]).
Streeck, W. – How Will Capitalism End? New Left Review, vol. 87, 2014, p. 35–64.
Wallerstein, I., Collins, R., Mann, M., Derluguian, G. and Calhoun, C. – Does Capitalism Have a Future? Oxford: Oxford University Press, 2013

πηγή: Economia e Complexidade

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s