ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο, το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, [στ]

Ήταν, νομίζω, Απρίλης του 71. Η Κατίτα ήταν μεσ’ την ανακατωσούρα. Ούτε τρεις νύχτες στο ίδιο μέρος, ελάχιστος ύπνος, πολλή δουλειά για την επομένη. Αν συνεχίζονταν η ίδια άσκοπη περιπλάνηση, η εξάντληση θα ήταν αναπόφευκτη. Αυτή πήρε την κατάσταση στα χέρια της, θα νοικιάζαμε το σπίτι. Ο Μπαούτσι την ενθάρρυνε.

Ένα απόγευμα επισκέφτηκε ένα σπιτάκι, δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό – υπήρχε μια σόμπα »Κόμετ» στο μεγάλο  δωμάτιο, πολυτέλεια για το χειμώνα. Δεν υποχώρησε ούτε όταν ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν απόστρατος αξιωματικός. Μέχρι και επίσκεψη του έκανε, πολύ φυσιολογικά, μ’ ένα πακέτο τσάι για την αδελφή του.

Το σπίτι βρισκόταν, σαν από λάθος στημένο, στο κέντρο της πλούσιας συνοικίας Λάς Κόντες, στ’ ανατολικά του Σαντιάγκο, στις πλαγιές  της Κορδιλλιέρας. Με τον κήπο του, προστατεύονταν από τον θόρυβο των κατσαρολικών, εκείνο το ρυθμικό χτύπημα, κάθε βράδυ, απ’τις γυναίκες των μπουρζουάδων που διαδήλωναν έτσι ενάντια στην κυβέρνηση Αλλιέντε. Κι οι ομάδες προστασίας, οι οργανώσεις της δεξιάς που ήθελαν σώνει και καλά να υπερασπιστούν τις υψηλές συνοικίες από τις εφόδους του λαού…

Επί δυόμισυ χρόνια επίπλωνε το σπίτι η Κατίτα. Στην αρχή της είχε δώσει τα βασικά ο αδερφός της. Η εξώπορτα σκόνταφτε στο μεγάλο, μαυρισμένο, ξύλινο κρεβάτι, σκεπασμένο με μια σκωτσέζικη κουβέρτα, αριστερά του το τραπέζι του μπρίτζ, στο πάτωμα, πάνω απ’ τον μουσαμά, ένα μάλλινο χαλί. Επέμενες να μαζεύεις ότι αγαπούσες γύρω απ’ το κρεβάτι. Τόσο το χειρότερο, θα παραξενεύονταν οι απρόσμενοι επισκέπτες. Ούτε λόγος να κάνουμε σαλόνια. Ο Μπαούτσι εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο, στα δεξιά του διαδρόμου, ένα χάος από χαρτιά, πουκάμισα και βιβλία. Τα βιβλία…τα μόνα πραγματικά αγαθά. Τάβλεπες παντού, στοίβες βιβλία από δω κι από κει, καταγής, πάνω σε ξύλινα ράφια στηριγμένα σε κονσερβοκούτια ή σε κολόνες από τούβλα. Δεν υπήρχαν τοίχοι αρκετοί για να μπουν στη σειρά. Τα μπαούλα γίνονταν σωρός. Τα χρώματα των βιβλίων, μικρών και μεγάλων, το μπλε των DEUTSCHERS, το απαλό ρόζ του Ράιχ, το γκρί -με τις κόκκινες ρίγες- του Λένιν και του Σαντλέρ -»Άπαντα»- το ανοιχτό πράσινο του Μάρξ και του Γκαρσία Μάρκες, το ζωηρό κόκκινο -του Τρότσκυ και της Κόκκινης Ορχήστας, τα καφέ των εκδόσεων Έρα και του Σαίν-Ζύστ, τα μπλέ-γκρί- του Μάο, το λεπτό φύλλο των κλασσικών μυθιστορημάτων, και πόσα άλλα…Αυτή η άσβεστη δίψα να μάθουν τα πάντα, που γέμιζε τοσπίτι στην Λάς Κόντες, απ’ τοένα δωμάτιο στο άλλο, απ’ τον Μπαούτσι στον Μιγκέλ. Κάτι άρπαξε απ’ όλα αυτά η Κατίτα.

Ο Μπαούτσι, ο φίλος του Μιγκέλ, απ’ τα δώδεκα τους. Στο σχολείο, στο λύκειο, στην ιατρική, οι καλύτεροι μαθητές, πάντα. Όλοι τά’ξεραν, εκείνα τα όμορφα αγοράκια, στην Κονσεπσιόν. Μια μέρα, ήρθε το M.I.R., και πάλι μαζί, απ’το πρωί ως το βράδυ. Άγγιζε τα όρια του αστείου, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα χωρίς τον Μπαούτσι: είμαι ανυπόφορος, δεν υπάρχει άλλος, εκτός απ’ τον Μπαούτσι, που θα μπορούσε να αντέξει να ζήσει μαζί μου, έλεγες. Ο Μιγκέλ, ο »κόκκινος ήλιος»…Ο Μπαούτσι αγνοούσε τη ζήλεια, τη μικρότητα.

Κι όταν εσύ έφυγες ταξίδι, ο Μπαούτσι έμεινε, καλός άγγελος των ημερών της Κατίτα: όταν δεν ερχόταν να κοιμηθεί στο σπίτι, στην Λάς Κόντες, φρόντιζε να μάθει νέα της, της τηλεφωνούσε στην casona της Λά Κίντα: τι γίνεται; Η τρυφερότητα δεν είναι στις συνήθειες των μελών του M.I.R. και, τώρα, της ήταν τόσο ευχάριστη. Ο Μπαούτσι την βοηθάει διακριτικά. Γίνεται φίλος της.

Εσύ στην Αβάνα.Το εκμεταλλεύεται για να το σκάσει, στην παραλία του Αλγκαρόμπο, να φιλήσει την Καμίλ. Βιάζομαι για το τίποτα, η Κατίτα τό σκασε, μου ξέφυγε. Μακριά ή κοντά είναι τα μαλλιά της; Την ενοχλούν, άραγε, ακόμα  τα ίσια μαλλιά; Μήπως έδεσε το σώμα της, στην άμμο και την κρύα θάλασσα;…Όχι, δεν φορούσε πια το πουκάμισο με τα ρόζ λουλούδια…Δεν μπορώ να δω παρά μόνο τα χέρια της στο τιμόνι του κόκκινου Φίατ 600.

Θυμάμαι ότι η Κατίτα είχε πάει στη θάλασσα τον Γενάρη του 72, το θυμάμαι γιατί τη νύχτα που γύρισες απ’ το ταξίδι, ο Μπαούτσι είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού των Λάς Κόντες, τον ακολουθούσες εσύ, μαυρισμένος, τα μαλλιά σου είχαν μακρύνει, φορτωμένος βιβλία και τσιγάρα – populares- τα πέταξες όλα καταγής μόλις την είδες, εκείνη, σε πλησιάζει, αισθάνεσαι τη μυρωδιά του αλατιού, την αγκάλιασες τόσο σφιχτά, τόσο…δεν θα ξεχάσω ποτέ τη δύναμη των χεριών σου, την τρεμούλα των δικών μου, που αργόσβηνε, σαν διωγμένη από εκείνη την ενέργεια, την άγρια δύναμη που ακτινοβολούσες, εκείνη, γέλασε, σου ξέφυγε, την τράβηξες στην κουζίνα να φτιάξεις ένα mojitos, ο Μπαούτσι κρατούσε ένα φύλλο μ’εντας, εσύ έρριξες το ρούμι και λεμόνι στιμένο. Αργότερα, τους διηγήθηκες πως πέρασες, ξαπλωμένοι όλοι στο μεγάλο κρεβάτι. Μια έντονη νύχτα αγρύπνιας, μια νύχτα που διαρκεί…ακόμα.

Τον Μπαούτσι ξαπλωμένο στη σκωτσέζικη κουβέρτα του μαυρισμένου ξύλινου κρεβατιού, τα βλέπω στη φαντασία μου ακόμα, χρόνια αργότερα, δεκαπέντε μέρες πριν τη σύλληψη του. Είμαστε μόνοι μας στο δωμάτιο, η πόρτα κλειστή, ο Μιγκέλ μόλις βγήκε, ο Μπαούτσι χαμογελάει, μου μιλά, ο ήχος της φωνής του δίνει ένα σχήμα στην αγάπη του Μιγκέλ. Ο Μπαούτσι με δυσκολία αποκαλύπτει το ανομολόγητο. Η Κατίτα κοιτάζει έξω, τον γαλανό νοεμβριάτικο ουρανό, που κοκκινίζει.

Δεν φανταζόμουν ότι ήταν η τελευταία φορά, Μπαούτσι. Είχες αρνηθεί να μείνεις στο σπίτι. Πάνω απ’ όλα, επειδή δεν ήθελες να βάλεις τον Μιγκέλ σε άσκοπους κινδύνους. Έχω ένα καλό κρησφύγετο, θ’αλλάξω αυτοκίνητο αύριο, του είχες πει με σιγουριά. Κι έτσι σ’ αφήσαμε, μετά το βραδινό, να φύγεις, -ένα δείπνο πραγματικά προς »τιμή σου»- γελούσαμε τόσο πολύ, εσύ να προσπαθείς να σταθείς όρθιος στην στενή σκάλα, με τα πόδια μπερδεμένα στα καλώδια του πομπού, που έπρεπε να ξεμοντάρουμε στην σκοτεινή σοφίτα. Αστειευόμασταν συνέχεια, πίνοντας κόκκινο κρασί. Μερικές μέρες μετά, Μπαούτσι…σ’ έπιασαν.

Ο Μπαούτσι, ο μόνος πραγματικός συνωμότης στην ερωτική ζωή της Κατίτα.

Ο Μπαούτσι…οδηγώντας έξι ώρες, απ’ το Σαντιάγκο στην Κονσεπσιόν, χωρίς στάση, το μπλέ σακάκι του, το γκάζι πατημένο μέχρι τέρμα, ο Μιγκέλ κοιμισμένος, πίσω. Φυγή για δυο μέρες, αποφασισμένη τα μεσάνυχτα, ο Μιγκέλ λέγοντας: οπωσδήποτε πρέπει να σου δείξω, Κατίτα, την desembocadura του Bio- Bio, εκεί που το ποτάμι γίνεται θάλασσα, τους λόφους και τα παρθένα δάση τους, τις απότομες ακτές. Ναι, η Ινές, η Γκατονσίτα, μας περιμένει. Πάμε κι οι τρεις μαζί. Μα κοίτα, κοίτα καλά αυτούς τους βράχους, τα πελώρια κατάλευκα κύματα…κι εκεί – κάτω, πάνω σ’ εκείνη την κορφή του βουνού, ναι, το τελευταίο οχυρό των Αραουκανών κατά των Ισπανών. Η πεζοπορία μέσα στα μονοπάτια που διασχίζουν τους λόφους, οι φωτογραφίες που τραβούσε ο Μπαούτσι, καρρέ-φίξ, γέλια ασταμάτητα.

Ο Μπαούτσι, και οι συζητήσεις για τον Φρόυντ και τον Ράιχ, με την Μαρία και τον Κάρλος,, μια Κυριακή απόγευμα στο πάρκο της λεωφόρου Λύντς.

Ο ΜΠαούτσι κι ο Χοσέ Μιγκέλ Καρρέρα, οι μάχες για την Εθνική Ανεξαρτησία, ο προδότης ‘Ο Χίγγινς.

Ο Μπαούτσι και το βίντεο, οι χωρικοί του Νότου, η κατοχή στο Πρινγκιπούλλι, οι εικόνες στο πανί: πρώτα η έκπληξη, και μετά το ξαναρχίνισμα της ζωηρής συζήτησης.

Ο Μπαούτσι και τα κύρια άρθρα στο EL REBELDE, την εβδομαδιαία επιθεώρηση του M.I.R., οι σκληρές διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας του.

Ο Μπαούτσι, όλο με καινούρια πουκάμισα. Πάλι!…- έλεγε ο Μιγκέλ.

Ο Μπαούτσι και η κινέζικη κουζίνα, κυριακάτικο δώρο στους κατοίκους του σπιτιού Λάς Κόντες.

Ο Μπαούτσι κι η Γκλάντυς, το σκοτεινό διαμέρισμα της συνοικίας Σάντα Χούλια, όπου μας πήγαινε στις τρεις το πρωί.

Ο Μπαούτσι κι ο Πάμπλο, ο γιός του, παίζουν μαζί, στην μαύρη άμμο της μακριάς, ατέλειωτης παραλίας του Τσιμπιρίνγκο. Ο Μπαούτσι με το βλέμμα, για μια στιγμή, χαμένο. Ο Μπαούτσι κι η Ινές.

Ο Μπαούτσι κι ο Τζέμς, τη νύχτα της 13ης του Δεκέμβρη του 73, στο παλιό εκκλησάκι των Λός Καπουτσίνος, στη γωνιά της οδού Μητροπόλεως και της λεωφόρου Βραζιλίας. Το Αμπάχο, η παλιά συνοικία του Σαντιάγκο, κοιμάται. Τι έκανε άραγε ο Μπαούτσι όταν »εκείνοι» μπήκαν στην εκκλησία; Μήπως διάβαζε; Μήπως είχε, απλά, κλειστά τα μάτια; Μην ονειρεύονταν;

Ο Μπαούτσι έπεσε, ανώνυμα στόματα ψελλίζουν το μήνυμα, κομμάτια φράσεων, καταλήξεις προτάσεων, δεν ξέρουμε πια από που μας έρχεται αυτός ο ψίθυρος, ποιος πρώτος το είπε, δεν μπορείς βέβαια ν’ απαντήσεις, ούτε π ό τ ε, ούτε, κύρια, πώς, είναι παράνομο, απομόνωση. Ο εχθρός θολώνει τα νερά, ψεύδεται, κάνει τρύκ με κομμάτια αλήθειας, επιβεβαιώνει, κατηγορηματικός, το ψεύτικο, μ’ εκείνη την ασφαλή μέθοδο: να λέει ότι δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, τίποτα για την τύχη κάποιου Μπαουτίστα Βάν Σώβεν, συλληφθέντος σε μια εκκλησία στα Βόρεια του Σαντιάγκο, στις 13 του Δεκέμβρη του 1973.

Ποιος ήρθε πρώτος να μας το αναγγείλει; Δεν θυμάμαι πια ούτ’ εγώ, ούτε οι άλλοι. Για να ακριβολογούμε, έσβησαν γρήγορα τις πηγές: όσο λιγότερα ίχνη υπήρχαν για να ακολουθήσει κανείς, όσο λιγότερες αμφίβολες πληροφορίες για να διασταυρωθούν με διηγήσεις του κρατούμενου Βάν Σώβεν, τόσο λιγότερες ερωτήσεις θα είχαν να φοβούνται. Μας χρειάζονταν η πίστη, η δύναμη της  ελπίδας, η αφοσίωση που δείχνουν στη ζωή τους και στην παράλογη συμπεριφορά τους οι επαναστάτες, κρεμόντουσαν λοιπόν και με τα δυο χέρια από δυο λέξεις, τις τελευταίες. Κινούνταν, γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο, τις ψιθύριζαν στις επαφές: Ο Μπαούτσι -το είχε ακούσει κάποιος- φωνάζει σε αυτούς που τον βασανίζουν: »Εσείς δεν ξέρετε γιατί βασανίζετε, εγώ ξέρω γιατί πεθαίνω». Ο Μπαούτσ κραυγάζει την πίστη του. Τους φτύνει κατά πρόσωπο: PUEBLO, CONCIENCIA, FUSIL, M.I.R., M.I.R. »O λαός θα νικήσει, το M.I.R.συνεχίζει» ξερνάει στ’ αυτιά τους. Πιστός, πάντα. Δεν άκουσαν άλλες λέξεις απ’ τα χείλια του.

Κάρμεν Καστίγιο

Συνεχίζεται

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s