ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ζ

image

Σε ξαναείδα σε εκείνο το κοιμητήριο όπου δεν πατούσα πόδι για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Δεν είχες ξανάρθει να με βρεις στην φυλακή και είχες πάψει να πιστεύεις πως μια μέρα θα ήμουν εγώ που θα μπορούσα να το κάνω. Και μπόρεσα να το κάνω μόνο όταν πλέον εσύ δεν είχες μάτια να με κοιτάξεις και να συνεχίσεις να μου θέτεις την ίδια σιωπηλή ερώτηση: γιατί; τι λάθος έκανα μαζί σου;

Λίγα ακόμη βήματα για να σε φτάσω, αλλά καθυστερώ. Κοιτάζω γύρω μου και πάνω στα αναστατωμένα πρόσωπα των νεότερων στο σπίτι διαβάζω τη σοβαρότητα της απώλειας τους. Δεν ήμουν εκεί στα χρόνια κατά τα οποία υπήρξες παππούς. Πώς και τα κατάφερες να τους κερδίσεις τόσο πολύ; και αυτούς με την αποπλανητική σου ικανότητα  συναρπαστικού παραμυθά των αληθινών ιστοριών που έζησες; τις ίδιες που ποτέ δεν κουράστηκα να ακούω ξανά και ξανά και που, παρόλο που για καθεμία από αυτές γνώριζα την πλοκή, ποτέ δεν έχασαν τη μαγεία της κατάπληξης; Και που ποτέ δεν σταμάτησες να μου διηγείσαι, σαν να ήταν οι σπάνιες ευκαιρίες κατά τις οποίες ήξερες ότι δεν είχες χάσει επάνω μου τη δύναμη του λόγου σου.

Θυμάσαι; Ήμουν η αγαπημένη σου, όπως πάντα για εσένα η τελευταία γεννημένη, μέχρι που μας χώρισε η απαίτηση σου να παραμείνω παιδί και το ότι ήσουν ο ανεπαρκής σύζυγος της μητέρας μου.

Στις τελευταίες μας συνομιλίες στη φυλακή σε είχε καταλάβει ένα είδος άγχους. Ήθελες να μου εξηγήσεις, να δικαιολογηθείς, για μια ζημιά που είχε προ πολλού αναπτύξει όλες τις επιπτώσεις της. Σίγουρα δεν φανταζόσουν μέχρι ποιου σημείου σε είχα πολεμήσει μέσα μου, ώστε να μην επιτρέψω στη σκληρή αρσενική σου κενότητα να με εμποδίσει να συνεχίσω να πιστεύω πως κάτι άλλο είναι δυνατό. Ήθελες να σε συγχωρήσω, να πιστέψω κι εγώ, όπως άρεσε σ’ εσένα να πιστεύεις, ότι πάντα την αγαπούσες, ακόμα και μες την προσβολή. Για πρώτη φορά επιτέλους έμοιαζες να έχεις αποδεχθεί ότι είχα μεγαλώσει. Τόσο πολύ ώστε να μπορείς να παρουσιάζεσαι σε μένα μέσα στις αρσενικές σου μικρότητες. Και έπειτα δεν αγνοούσες ποια αποτυπώματα εκείνες οι ζήλιες σας είχαν αφήσει πάνω μου.

Κοιτάζοντας σε, με όλη την αγάπη και την απόσταση μαζί, χαμογελούσα με τρυφερότητα, όπως κάνουμε με τα παιδιά. Με την ανόητη αυταπάτη,όπως πάντα, πως μπορούσα να υπερασπιστώ την ευτυχία μου της γυναίκας από χέρια σαν τα δικά σου.

Μετά δεν σε ξαναείδα μέχρι την ημέρα της κηδείας σου.

Έσκυψα να σε φιλήσω, αλλά δεν ήσουν πια εσύ, και εξακολουθώ να αισθάνομαι εκείνη την παγωνιά στα χείλη που, άνανδρα, περιέχει την ανάμνηση της απαλότητας των χαρακτηριστικών σου.

Όχι, ούτε τα σημάδια της οδυνηρής ήττας στο πρόσωπο του αγαπημένου της πατέρα θα ήταν σε θέση να την σταματήσουν. Και αυτή, λέγοντας να φύγει, τράπηκε σε φυγή, παίρνοντας μαζί της μόνο εκείνη την μικρούλα που είχε υπάρξει, στην οποίαν είχε ορκιστεί ότι δεν θα είχε καμία άλλη σκέψη παρά να την ελευθερώσει από το φόβο, μέχρι σημείου να την κάνει να ζήσει ξανά μες την αθωότητα. Πήγαινε να επαληθεύσει αν ήταν ακόμη σε θέση να αποφασίζει, να επιλέγει και να επιθυμεί, οπλισμένη με ενθουσιασμό και απόγνωση σαν να επρόκειτο για το τελευταίο όρυγμα.

Δεν ήταν ακόμη είκοσι χρονών, και αυτό συνέβη ακριβώς τότε.

Η συναρπαστική αίσθηση του να είναι σε θέση να συμμετάσχει σε κάτι το εξαιρετικό, που κυριαρχείται από παρτιζάνικες αιτίες οι οποίες, πέρα από κάθε νοητό σύνορο, συνέδεαν τις τύχες του κάθε εξεγερμένου κατά του υπάρχοντος, ενάντια στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Όποιο και αν ήταν το πρόσωπο που έδειχνε. Αυτό που καταδυνάστευε μες το εργοστάσιο ή με ένα στρατό κατοχής. Αυτό που διέφθειρε την ψυχή και τα μυαλά μέσα στο έργο της πιο μεγαλειώδους εμπορευματοποίησης που είχαν γνωρίσει μέχρι τότε.

Ρώμη. Οι συνελεύσεις, οι πορείες, η πολιτική έξω και ενάντια στον εκάστοτε εξουσιαστικό Θεσμό, οι σύντροφοι, τα ιερά κείμενα, τα «Κόκκινα Βιβλία». Και οι ατέλειωτες συζητήσεις για το πώς θα χτίσουν το νέο κόσμο και το » νέο το δικό τους, τον νέο τους εαυτό».

Και οι νύχτες να περνούν με τη τη μύτη σηκωμένη ψηλά μέχρι να γεμίσουν τα μάτια και η καρδιά με αίθρια και γείσα και τρούλους και μάρμαρα. Εκείνα τα στενά δρομάκια και τα σκαλάκια και οι πλατείες, δεν ήταν απλές φυσικές τοποθεσίες. Η ομορφιά τους στέκονταν πάνω απ ‘όλα στην έννοια της κατάκτησης εκείνης της εμπειρίας να είναι εκεί μαζί και να ζουν παρέα με αυτά , μέσα σε εκείνο το σενάριο που προσέφεραν στις συναντήσεις, σε έναν κόσμο σχέσεων, γεμάτων έννοιες ισχυρές στις οποίες η πολιτική ήταν η παράμετρος με την οποία παρατηρούν και ερμηνεύουν τα πάντα. Σε αυτά τα μέρη πάντα γνώριζαν γιατί χρειάζονταν να σηκωθούν το επόμενο πρωί και τι έπρεπε να κάνουν.

Επέστρεψα σχεδόν σαν σε προσκύνημα στην πρώτη άδεια μου από τη φυλακή και, καθισμένη στα πόδια του Giordano Bruno ανάμεσα σε τουρίστες και σάντουιτς και φωτογραφίες, κατανάλωσα ολοκληρωτικά την ανόητη ψευδαίσθηση ότι μια ημέρα θα στέκονταν καταφύγιο μου για να θεραπεύσουν τουλάχιστον εν μέρει την αποξένωση και τον αποπροσανατολισμό, τη σύγχυση που με περίμεναν. Ακόμα και εκείνα δεν ήταν πια τα ίδια δίχως πλέον το σημάδι που τα έκανε να ξεχωρίζουν και τα έκανε αναπόσπαστο μέρος εκείνης της επανάστασης. Και ακριβώς εκεί ανακάλυψα, μετά από το μάγεμα του σταματημένου χρόνου της φυλακής, πως η νεότητα μου πραγματικά πέρασε και έφυγε και ότι τίποτα δεν μπορεί να αναβιώσει παρά μόνο στη μνήμη.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s