ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, θ

image

Emily Dickinson, Σιωπές

Στο βάθος του διαδρόμου, κάτω από το παράθυρο, μιας και οι θάνατοι συνέχιζαν το δρόμο τους λάμβαναν θέσεις οι φωτογραφίες στη μνήμη των συγγενών που είχαν αναχωρήσει. Ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν σε εκείνα τα άγνωστα πρόσωπα αντανακλάται το τρεμάμενο φως των αναθηματικών λαμπτήρων, η εικόνα ήταν από εκείνες που σε κάνουν να ανατριχιάζεις, σου σηκώνονταν η τρίχα.

Ποιοι είναι; … Αλληλουχία ονομάτων χωρίς καμία επίκληση ανάμνησης για μένα, πολύ μικρή ακόμη για να έχω βιώσει το θάνατο από κοντά.

Και αυτός, που βάζεις στη μέση από τον θείο Giovanni και η γιαγιά Olga, ποιος είναι; ένας σπουδαίος άνθρωπος, μου απαντούσες. Έτσι ξερά.

Θα είναι επειδή εκείνη η γωνία του σπιτιού μόνον ένα μήνα αργότερα θα ήταν η σκηνής της γέννησης για μια πολύ διαφορετική γιορτή, θα είναι λόγω εκείνων των δυσάρεστων προσώπων βυθισμένων στο πένθος, αλλά κάθε χρόνο, δεν έβλεπα την στιγμή που θα διαλύονταν εκείνη η τρομακτική σκηνογραφία γεμάτη ανησυχητικά μυστήρια.

Φοβόμουν εκείνες τις παρουσίες και ιδιαίτερα εκείνο τον κύριο εκεί στη μέση, ο οποίος εκτός του ότι ήταν νεκρός και είχε αφήσει εκείνη την άσχημη φωτογραφία, είχε κάνει επίσης το σφάλμα να απαιτεί το επώδυνο βλέμμα μου χωρίς καν το ελαφρυντικό να είναι κάποιος της οικογένειας μας. Δεν ήταν αρκετό να με καθησυχάζει το γεγονός ότι πρέπει να ήταν ένας καλός άνθρωπος από τη στιγμή που εσύ , καλωσυνάτος πατέρας, του αναγνώριζες τα σημάδια μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης. Αργότερα, πολύ αργότερα, ανακάλυψα ότι ήταν ο Μπενίτο Μουσσολίνι, ο οποίος στα μάτια σου είχε ασκήσει μιαν έντιμη διοίκηση της χώρας, την ίδια που στη συνέχεια θα αναγνωρίσεις επίσης στην Κίνα του Μάο ή στην Κούβα του Κάστρο.

Ποιος να στο είχε πει ότι μόνο λίγα χρόνια αργότερα, σήμερα, η δική σου θα έπρεπε να θεωρείται όχι μια αδύναμη σκέψη αλλά το πολιτιστικό σήμα κατατεθέν του καθησυχαστικού συμφιλιωτή ρεβιζιονισμού αυτής της αναγνωρισμένης μεταθανάτιου εποχής;

Συνεχίσαμε να συζητούμε και να μαλώνουμε επάνω σε όλα εκείνα τα παράδοξα δικά σου. Κι εσύ δεν μπορούσες να αντέξεις μακριά από την πρόθεση να με πείσεις, πιστεύοντας πως αστειευόμουν όταν σου έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να μου αρέσει διότι, πρώτα ακόμη και από το ότι υπήρξε ένας δικτάτορας, τον θυμόμουν ως ένα από τα τέρατα που είχαν κατοικήσει στους παιδικούς μου εφιάλτες.

Ο κλήρος για την πολιορκία του κτιρίου της ραδιοτηλεόρασης  Rai είχε τύχει σε αυτήν.

Αυτή τη φορά ο συναγερμός φαίνονταν σοβαρός: Απόψε όλοι εκείνοι των αριστερών κομμάτων κοιμούνται μακριά από το σπίτι, έξω …

Πραξικόπημα.

Όχι, αυτοί δεν θα άφηναν να τους πιάσουν και θα οργάνωναν την ένοπλη αντίσταση. Πρώτα έπρεπε να ελέγξουν τι απ’ όλα αυτά ήταν αληθινό. Και αυτό ακόμη ήταν εύκολο. Θα έπρεπε να δουν τα τεθωρακισμένα να προσεγγίζουν την περιοχή των Κτιρίων της εξουσίας. Ήταν αρκετό να είναι εκεί και να ελέγξουν εάν αυτό θα συνέβαινε.

Ξαναβρισκόμαστε αύριο το πρωί…μάτια ανοικτά!

Πρώτα χρόνια του εβδομήντα και για τη γενιά της αυτό δεν ήταν μια ταινία. Εκ των υστέρων δεν είναι εύκολο να θυμηθούμε πού έβρισκαν τόση ασυναίσθητη σταθερότητα διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, παίζοντας την στα χαρτιά. Δεν ήταν παρά μικρές ομάδες νεαρών συντρόφων, που ασφυκτιούσαν μες τους ενδοιασμούς μιας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στριμωγμένης στα σχοινιά, που δεν είχαν με τίποτα άλλο μαζί τους παρά την αποφασιστικότητα να βρουν νέους δρόμους για να συνεχίσουν εκείνη την επανάσταση που είχε καταναλώσει γρήγορα την αθωότητα των πρώτων ενθουσιασμών, μπροστά στο μελανό πρόσωπο μιας εξουσίας δολοφόνου, της εξουσίας των μαζικών σφαγών, και μιας θεσμικής αριστεράς που τελειοποιούσε το παρανοϊκό σύνδρομο ηττοπάθειας που ένιωθε κυκλωμένη από παντού και περικύκλωνε τα πάντα.

Αυτό που είναι εκπληκτικό σήμερα είναι ότι τότε μπορεί να φαίνονταν φυσιολογικό που συνέβαινε όλο αυτό, έτσι ώστε το να το συζητάμε σήμερα διακινδυνεύουμε το φανταστικό, σαν τους αόρατους πολέμους του συνταγματάρχη Buendia. Ωστόσο συνέβαινε.

Πώς γίνεται αντιθέτως όμως να μιλάμε για μια αναπτυσσόμενη χώρα, ειρηνική και που εργάζονταν σκληρά, που δεν διατρέχονταν καθόλου από μεγάλες εντάσεις, αν δεν ήταν για όλους εκείνους που, στις σκιές, δολοπλοκούσαν, συνωμοτούσαν υποβοηθούμενοι αντικειμενικά από ένα κίνημα εξτρεμιστικό και αυτοκτονικό;

Πως γίνεται και δεν λεν ότι οι βόμβες και η βία της αντίδρασης των αφεντικών και της πολιτικής που είχε καταντήσει εργαλείο δύναμης και εξουσίας εμπόδιζαν τον κόσμο να πιστέψει στην αποτελεσματικότητα, την αξιοπιστία, ακόμα και την αθωότητα των φθαρμένων διαμεσολαβήσεων των κομμάτων;

Πώς γίνεται να μην γίνεται απαιτητή η ανάληψη ευθύνης απ’ όλους εκείνους που επινόησαν πως η κοινωνική σύγκρουση ήταν ασυμβίβαστη με τις τακτικές και τις συμμαχίες των ηγεσιών; απ’ όλους αυτούς που τράβηξαν πρώτοι την σκανδάλη, υποθηκεύοντας τα χρόνια που ακολουθούσαν;

Η νύχτα πέρασε και εκείνα που φοβόμασταν δεν συνέβησαν. Μια αίσθηση ανακούφισης αλλά και μια δυσφορία που με κάνει να αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι έξω από το πλαίσιο. Ο κίνδυνος που απεφεύχθη και η καταδρομική δράση μας βαραίνουν επάνω μου με όλη την δυσαναλογία τους, τώρα που ταχύτατα αλλάζει η σκηνή μπροστά στο συνηθισμένο καπουτσίνο με κρουασάν, όπως γίνεται κάθε πρωί. Τώρα που ξέρω πως σήμερα το βράδυ θα είμαστε ακόμα εκεί, στην πλατεία, θα ξενυχτήσουμε .

Και κάθε αμφιβολία για πιθανότητα απερισκεψίας δεν μπορεί να χωρέσει πουθενά όταν , επιστρέφοντας στο συμφωνημένο σπίτι, πέφτω επάνω στη γυναίκα ενός από την ομάδα μας των επίδοξων συμμοριτών. Αυτή, πολύ λιγότερο ηρωικά, επιστρέφει από τη νυχτερινή της βάρδια στην εργασία. Πρέπει να εξηγήσω σε εκείνη την γυναίκα το νόημα της πρόχειρης αυτοσχέδιας βάσης-καταφυγίου που είχαμε στήσει στο σπίτι της. Κάνω μια προσπάθεια: «Ξέρεις, φθάσαν στ’ αυτιά μας πολύ σοβαρές ειδήσεις … πρέπει να οργανωθούμε … να αντισταθούμε …». Αυτή με κοιτάζει ψόφια από την κούραση και φαίνεται πως είναι ξένη, μακριά απ’ όλα αυτά, που της φαίνονται κινέζικα,  μάλλον πρέπει να πιστεύει πως πρόκειται για ένα ένα είδος παιχνιδιού ανόητων αργόσχολων – και με ένα «Ναι, ναι, βέβαια …» μου κλείνει αποφασιστικά στο πρόσωπο την πόρτα του υπνοδωμάτιου της, και νιώθω να ξαναβλέπω μπρος στα μάτια μου εκείνη την έκφραση που πάντοτε με τρόμαζε, κάτι μεταξύ τσατίλας και συμπόνιας, που φορούσε η μητέρα μου όταν με καλούσε να σταματήσω την ονειροπόληση μου, πως εκεί στο σπίτι υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να γίνουν.

E ogni dubbio di sconsideratezza diventa incontenibile quando, tornando nella casa convenuta, mi imbatto nella moglie di uno del nostro gruppo di aspiranti cospiratori. Lei, molto meno eroicamente, sta tornando dal suo turno di lavoro di notte. Bisogna spiegare a quella donna il senso dell’improvvisato bivacco in cui abbiamo trasformato la sua casa. Ci provo: “Sai, notizie gravissime… dobbiamo organizzarci… resistere…”. Lei mi guarda stravolta dalla stanchezza e molto poco partecipe di quello che deve giudicare una specie di gioco per mentecatti sfaccendati – e con un “Sì, sì, certo…” mi chiude in faccia con risolutezza la porta della sua camera da letto facendomi riapparire davanti agli occhi quella temutissima espressione, tra l’irritato e il compassionevole, che metteva su mia madre quando mi invitava a smettere di sognare, che in casa c’era tanto da fare.

συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s