ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, ι

image

Μα τι θα είχαν κάνει εάν εκείνη η βραδινή αποστολή τους είχε το αποτέλεσμα που φοβόντουσαν;

Μαζί με την φρίκη, την αβεβαιότητα και τον φόβο, είχε περάσει από το μυαλό της επίσης μια δυσάρεστη αίσθηση ανεπάρκειας. Σαν ανησυχία για τα περιθώρια επιβίωσης, της δυνατότητας να πορευτεί στη ζωή της που εξακολουθούσαν να είναι επιτρεπτά, ενώ, όλο και συχνότερα, προεικόνιζε μαζί με τους συντρόφους της τα σενάρια ενός πολέμου που έλεγαν πως ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν.

Θα ήταν πραγματικά σε θέση να τον αντιμετωπίσουν; Πώς να συνδυάσουν μια παρόμοια προοπτική με μια καθημερινότητα ακόμα γεμάτη μέλλον που την διαπερνούσε η αναζήτηση του παιχνιδιού, της χαράς και της ευχαρίστησης, της ξεγνοιασιάς; Και εκείνο το πρωί επίσης, δεν την άφηνε στην ησυχία της εκείνη η δυσάρεστη αίσθηση πως δεν είχε ακόμη κλείσει όλες τις πόρτες πίσω της.

Σαν να ήταν δυνατό να το πράξουν πριν ακόμη νιώσουν πραγματικά αναγκασμένοι να το κάνουν.

Έπρεπε, όπως πάντα, να κρατήσει σε απόσταση το τέρας που την κρατούσε σε εγρήγορση με σήματα για την διαφαινόμενη καταστροφή που θα υφίσταται κάθε φορά που θα ξηλώνει τους κανόνες. Έρχονταν από μια προσωπική ιστορία στην οποία δεν είχε διδαχτεί πως υπάρχει επιείκεια γι αυτούς που χάνονταν πίσω από την αυτοκτονική ψευδαίσθηση να αλλάξουν τον κόσμο, και όπου ήταν άγνωστη η ανοχή στη νεανική επαναστατικότητα που στη συνέχεια έγινε της μόδας.

Τίποτα δεν ήταν δεδομένο και όλα έπρεπε να κερδηθούν. Στην οικογένειά της, οι μεγαλύτεροι είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο εργοστάσιο απ’ όσο ήταν ακόμη παιδιά, και μόνο το κερδισμένο με ιδρώτα ψωμί έδινε ταυτότητα και το δικαίωμα στο λόγο. Πράγματα απαγορευμένα σε εκείνους που έτρωγαν με τις πλάτες τρίτων, εκμεταλλευόμενοι την σκληρή δουλειά των άλλων – όπως, εννοείται φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, οι γυναίκες, από φύση αδύναμες και αναξιόπιστες, φορείς κάθε αταξίας και αδυναμίας. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος αδημονίας της. Έπρεπε να είναι συγκρατημένη, να λογοδοτεί κάθε φορά που της έλλειπε το μέτρο, και δεν θα έπρεπε να περιμένει από κανέναν εκείνο που θα μπορούσε να προσφέρει μόνο της στον εαυτό της. Ειδικά εκείνη την ελευθερία που πήγαινε γυρεύοντας. Έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και, με όλο το θράσος εκείνων που, χλευάζοντας κάθε γενικό κανόνα, τολμώντας να πάνε να κοιτάξουν στα μάτια ένα νόθο παιχνίδι, έπρεπε να διασχίσει κάθε φορά χωρίς δισταγμούς και προσχήματα τα περιθώρια της αποφασιστικότητά της.

Και αν δεν ήθελε να φθάσει στο σημείο να συντριβεί, έπρεπε να φτιάξει ακόμη πιο δυνατό κεφάλι απ’ ότι οι τοίχοι ενάντια στους οποίους συνέχιζε να πηγαίνει να χτυπάει κόντρα. Αυτό το είχε μάθει πολύ καιρό πριν,  έχοντας την πεποίθηση ότι θα μπορέσει να επιβιώσει μόνο εάν χρησιμοποιήσει τη μεγαλύτερη δυνατή αποφασιστικότητα και να πάει μέχρι τέλους, γιατί η σύγκρουση ήταν μια από εκείνες που δεν προέβλεπαν αιχμαλώτους.

Κι έτσι φτιάχνε και ξαναφτιάχνε το πλαίσιο του πόσο ακόμη, με κάθε νέα ρήξη, έριχνε στο παιχνίδι τις δυνάμεις της, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της περιθώρια διαφυγής.

Μα ποιες είναι οι πιθανές επιλογές; Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις;

H επιστροφή στο σπίτι για να ξεφύγει από τον τρόμο; να φθάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η μόνη επανάσταση που μπορεί να εννοηθεί δεν ήταν πραγματικά τίποτα περισσότερο από την «προοδευτική δημοκρατία» των κατοικούντων στις Botteghe Oscure; 1], εκείνη που δεν οδηγούσε στον κομμουνισμό και, στην πραγματικότητα, ούτε ακόμα και στο σοσιαλισμό, αλλά υπόσχονταν, σε αντάλλαγμα για μια σημαντική οπισθοχώρηση θέσεων, ένα καταφύγιο, υπόσχονταν προστασία από τους πειρασμούς της φασιστικής δεξιάς που δεν καταλάγιασαν ποτέ μέσα στο πέρασμα του χρόνου;

Σαν να συνεχίζονταν ακόμη το ξόρκι, τα μάγια με το τέλος του πολέμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μέσα σε εκείνη την αφύπνιση των συνειδήσεων και των αγώνων. Αν το ’45 υπήρχε εκεί ο στόλος που εμπόδιζε, τώρα υπήρχαν οι πραξικοπηματίες δολοφόνοι των σφαγών. Στη μέση ένα ποικιλόμορφο κίνημα που έπρεπε να οδηγηθεί ξανά στη συνετή κίνηση μιας παράδοσης περισσότερο ή λιγότερο έντιμης, που έπρεπε να το αναγκάσουν να υπογράψει τη »νέα συμφωνία των παραγωγικών δυνάμεων» ή να το κτυπήσουν, να το νικήσουν, να το απονομιμοποιήσουν και να κάνουν ότι είναι δυνατό, να σιγουρευτούν πως δεν θα συνεχίσει να προκαλεί ζημιές.

Άλλο δεν υπήρχε.

Αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι άλλο; Και ποιος είναι υπεύθυνος για τόσο μεγάλη δυστυχία στις πολιτικές προοπτικές;

Σε ένα τέτοιο περιορισμένο ορίζοντα και της απουσίας πολιτικής διαμεσολάβησης, το πιο εύκολο πράγμα ήταν να βρεθεί στο σημείο να παίζει τον ρόλο του εξτρεμιστή. Πολύ αστείο. Εκείνη που εξτρεμιστής δεν αισθάνθηκε. Που βρίσκονταν όμως ο χώρος για μια πολιτική που να έχει ένα νόημα, μέσα σε εκείνες τις δυναμικές ανάληψης ρόλων και ευθυνών τους οποίους οι μηχανισμοί μιας στραβικής αριστεράς δεν γνώριζαν πλέον, μιας και με τόση αποφασιστικότητα αποποιούνταν, αναιρούσαν και τα τελευταία κομμάτια του εαυτού τους που είχαν έστω και σχέση μακρινή με κάθε τι οδοφραγματικό; για να μην μιλήσουμε για τη συνετή στάση που κράτησαν ακόμα και στη μάχη του δημοψηφίσματος για το διαζύγιο, τότε που στέκονταν να παρακολουθούν από απόσταση τα τεκταινόμενα.

Αλλά εν τω μεταξύ οι καιροί τρέχουν πίσω απ’ τα γεγονότα και μας παροτρύνουν να κινηθούμε,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Από τους εκατό χιλιάδες στο γήπεδο του Σαντιάγκο της Χιλής, σαν μαστίγωμα κατάφατσα, το αποφασιστικό ταρακούνημα στο εύθραυστο πλαίσιο των στάσεων που πρέπει να κρατηθούν.

Και ο καθένας έπρεπε να αποφασίσει.

Εκεί, στα χέρια των χασάπηδων, βρίσκονταν τα σώματα και οι ιδέες της ελευθερίας των συντρόφων που επίσης ανήκαν σε αυτές. Αυτή ήταν μια τραγωδία που συγκλόνιζε τους πάντες.

Ο καθένας έκανε την δική του ανάγνωση για αυτή την τραγωδία.

Πολλοί, και αυτή μαζί τους, με μάτια θολά και την ψυχή ανάμεσα στα δόντια, ορκίστηκαν ότι ποτέ ξανά δεν θα άφηναν να τους βρουν δίχως τουφέκι. Εκείνη η σφαγή κατέστρεφε κάθε κατάλοιπο αξιοπιστίας στην ύπαρξη μιας ειρηνικής οδού για ουσιαστικές κυβερνητικές αλλαγές. Οι καιροί των βίαιων επαναστάσεων δεν είχαν με τίποτα τελειώσει και το να αντιστέκεσαι αργότερα καθίστατο μια παγίδα θανάτου, θανατηφόρα.

Συνεχίζεται

 

1] Botteghe Oscure: η οδός όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ιταλικού Κ.Κ.

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s