ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, λ

image

Κυριακή του Απρίλη. Σε ένα σπίτι στην γειτονιά, μια μοναδική παρέα «υποστηρικτών» καυγάδιζε για την τύχη που οι ερυθρές Ταξιαρχίες έπρεπε να επιφυλάξουν στο δικαστή Sossi, ποια να ήταν η κατάληξη αυτής της ιστορίας. Η ξαναμμένη συζήτηση, γεμάτη ζωντάνια γίνονταν δίχως οι σύντροφοι να τηρούν τα προσχήματα, χωρίς επιφυλάξεις, σαν το θέμα να αφορούσε οποιονδήποτε θα είχε βρεθεί στη θέση μια μέρα να διασχίσει εκείνο το ballatoio di ringhiera, εκείνο το καγκελόφρακτο διάδρομο, και καλούνταν να αποφασίσει για κάτι που είχε να κάνει στενά με τη ζωή του, με την μεγαλύτερη ή μικρότερη ελευθερία την οποία θα μπορούσε να γευτεί.

Εκείνα τα πρόσωπα, σαν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του «δικαστηρίου του λαού», ήταν εκεί για να κρίνουν τον μισητό κρατούμενο, αν και έναν ταξιαρχίτη με σάρκα και οστά δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους και είχαν σχηματίσει γι αυτούς μια εικόνα ηρωική και μακρινή. Το βέβαιο γεγονός, ωστόσο, ήταν πως είχαν την διάθεση να αναθέσουν σε εκείνους τους συντρόφους όλο εκείνα που νόμιζαν πως έπρεπε να γίνουν, στον ίδιο δρόμο που στη συνέχεια πολλοί από αυτούς θα είχαν διασχίσει μέσα σε εκείνο το είδος ευρείας συναίνεσης προς τις ένοπλες οργανώσεις που σήμερα μόνο οι πιο τίμιοι είναι πρόθυμοι να παραδεχτούν.

Οι ερυθρές Ταξιαρχίες βρίσκονταν ήδη στη ζωή εδώ και κάποιο διάστημα με τις ενέργειές τους ενάντια σε διοικητικά στελέχη των εργοστασίων του Βορρά, και έδιναν ζωή στον ευρύ διάλογο σχετικά με τις μορφές που έπρεπε να αναλάβει ο ένοπλος αγώνας, με την αδιαμφισβήτητη δύναμη της ύπαρξής τους και την επιτυχία των πρωτοβουλιών τους . Ήταν εκεί για να δείχνουν ότι υπήρχε ακόμη δυνατότητα να πολεμήσουν αποτελεσματικά και για όλους εκείνους που είχαν πλέον διατρέξει όλους τους δρόμους που ήταν δυνατοί στον χώρο της νόμιμης αντιπαράθεσης και αντιπολίτευσης, εκπροσωπούσαν τη διέξοδο απ’ την συμφόρηση, απ’ την στενωπό της αναγκαιότητας να λαμβάνεται υπόψη η απαράδεκτη πιθανότητα μιας ένοπλης σύγκρουσης ακόμη και όταν κάποιος πήγαινε να καταλάβει ένα σπίτι.

Αν έπρεπε να οπλιστούν δεν θα το έκαναν για να υπερασπιστούν κάτι τόσο ασήμαντο. Αλλά ποια άμυνα ήταν δυνατή εκεί όπου κάποτε ήταν αρκετό να βρίσκονται πολλοί μαζί και να γνωρίζουν πώς να «κρατήσουν την πλατεία»;

Έπρεπε να ξεφύγουν από αυτή την δυσανάλογη σύγκρουση και να πάρουν εκ νέου στα χέρια τους την πρωτοβουλία, τροποποιώντας τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ώστε να μην χρειαστεί να υποχωρήσουν στην τελευταία γραμμή άμυνας, στο τελευταίο χαράκωμα, έχοντας εξαντληθεί από μια αντίδραση που καρατομούσε το κίνημα στην κορυφή και το τρομοκρατούσε στη βάση.

Αλλά το να οπλιστούν δεν ήθελε με τίποτα να πει πως είχαν σκοπό να αναβιώσουν γραμμικά τις μορφές πάλης που μέχρι τότε είχαν τεθεί σε εφαρμογή. Μεταξύ αυτών και του ένοπλου αγώνα δεν υπήρχε μια κλιμάκωση, σαν τον πυρετό που μεγαλώνει. Υπήρχε ένα άλμα που άλλαζε τα πάντα και δεν προέρχονταν από τον εαυτό του, λόγω συγκαταβατικής αυθόρμητης τάσης, σαν να επρόκειτο για ένα έμφυτο γενετικό παράγοντα μιας γενιάς βίαιων ανθρώπων.

Υπήρχε, πρώτα απ ‘όλα, μια ιδέα ριζοσπαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού και η αναζήτηση των πολιτικών εργαλείων που θα την καθιστούσαν εφικτή στη βάση της αξιολόγησης των δυνάμεων που βρίσκονταν στον αγωνιστικό χώρο, των συμπεριφορών της μιας όπως και της άλλης πλευράς, των προοπτικών της σύγκρουσης και της ισορροπίας των δυνάμεων. Εξ ου και η «φυσικότητα», ανάμεσα στους διαπληκτισμούς γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι, της αναζωπύρωσης συζητήσεων όπως εκείνη, στην οποίαν συμμετείχαν οι περισσότεροι από τους πολλούς που, στις πρώτες γραμμές εκείνης της μάχης, ένιωθαν να δέχονται επίθεση και έψαχναν το σωστό δρόμο για να διασπάσουν την περικύκλωση και να ξεφύγουν απ’ το πεδίο μάχης που επιβάλλει ο εχθρός.

Κι έτσι έχουμε τον δικαστή Sossi.

Ήταν η ίδια η ενσάρκωση της εξουσίας. Φαίνονταν να έχει μια τεράστια δύναμη, άυλη.

Στην δίκη εναντίον των συντρόφων της «22 οκτώβρη», στο ρόλο της κατηγορούσας αρχής, είχε αριστοτεχνικά εκπροσωπήσει την αγριότητα, την αλαζονεία και την ανοησία μιας μπουρζουαζίας που υπερασπίζονταν τον εαυτό της από τον χειρότερο εχθρό της, χτυπώντας τον με μια παραδειγματική σκληρότητα την ίδια στιγμή που κατέστρεφε την πολιτική του ταυτότητα.

Πως εκείνη υπήρξε μια εξ ολοκλήρου πολιτική δίκη, πολεμική μάλλον, με κατάληξη και αποτέλεσμα συνδεδεμένο περισσότερο με την λογική του »εθνικού Συμφέροντος» παρά με την δικαστική, ήταν, πριν ακόμη και από προφανής, σκόπιμα προφανής. Ήθελαν να δώσουν ένα σαφές μήνυμα με κατηγορηματικό τρόπο σε όποιον θα είχε επιτρέψει στον εαυτό του να προσπαθήσει να ακολουθήσει την ίδια πορεία αυτών των συντρόφων, προλαμβάνοντας και επιβάλλοντας, με μια επίδειξη δύναμης και αποφασιστικότητας δυσανάλογης σε σχέση με τα γεγονότα, το επίπεδο της αντιπαράθεσης και τον ρόλο, καθόλου ανεξάρτητο, που συγκεκριμένοι δικαστές θα τελειοποιούσαν όλο και περισσότερο.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s