ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αστ

image

Μα ποια ήταν; Παντρεμένη με παιδιά, είχε ένα σπίτι και μια δουλειά. Δεν αντιστοιχούσε λοιπόν σε εκείνο το cliché απελπισίας που πολλές όμορφες ψυχές θέλησαν να ράψουν επάνω τους. Ήταν μια »της διπλανής πόρτας», μια από τις πολλές που έφτιαξαν και αποτελούσαν τις ερυθρές Ταξιαρχίες.

Είχε όλες τις ευκαιρίες να επιλέξει κι εκείνη που είχε κάνει δεν ήταν με τίποτα η μοναδική δυνατότητα. Της κόστισε λοιπόν, το είχε σκεφτεί καλά, θα είχε συζητήσει βαθύτατα με τον σύντροφό της, ήξερε πολύ καλά πόσα είχε να χάσει. Ύστερα αποφάσισε και δεν το ξανασκέφτηκε ποτέ, δεν επέστρεψε ποτέ στην σκέψη της απόφασης που πήρε.

Αγαπημένη! Που δεν ένιωθε απαξιωτικό να φορέσει την ποδιά της για να καθαρίσει μέσα στο τόσο φιλόξενο κελί -σπίτι και που καμιά σούπερ στρατηγική αντί-ανταρτοπόλεμου των υπέρ ειδικών της υπέρ φυλακής είχε καταφέρει να λυγίσει μπροστά στην αλαζονεία των μίζερων αιτιολογήσεων των νικητών.

Στις επόμενες διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις-αποκαταστάσεις [των γεγονότων], φιγούρες σαν τη δική της είναι παραφωνία, »τσιρίζουν» σε τέτοιο βαθμό που δεν βρίσκουν θέση να σταθούν. Και παρόλα αυτά είναι αυτές ακριβώς που φτιάχνουν την μεγαλοσύνη της ταξιαρχίτικης ιστορίας, που καμιά από τις πολλές άλλες μιζεριές μπορεί να καταφέρει να καταστήσει λιγότερο μοναδική.

Vae victis! Αλίμονο στους ηττημένους! Είναι. Μες τη σκόνη και στις αλυσίδες. Μπορούσε να είναι στον λογαριασμό.

Αλλά πως να αντιμετωπιστεί η αφαίρεση του νοήματος; πως να αντιμετωπίσεις την άρνηση των αιτιολογήσεων των γεγονότων;

Μέσα στην ψυχαναγκαστική επανάληψη μικροσκοπικών διατυπώσεων, από αυτές που διώχνουν τα φαντάσματα, με τις οποίες εξολοθρεύονται οι ερυθρές Ταξιαρχίες, λοιδορείται η ένταξη τους στο κίνημα, μάλιστα αποκόπτωνται τεχνητά με το πλαίσιο κοινωνικής σύγκρουσης μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και μαζί με το οποίο έπαψαν να ζουν, παρακολουθούμε ένα ανησυχητικό φαινόμενο έλλειψης κάθε νήματος συλλογιστικής.

Το θέμα, ο συλλογισμός φαίνεται να διαφεύγει από την λογική για να καταπλεύσει στο καθαρό συναίσθημα, με όλα τα νεύρα να αποκαλύπτονται.

Η ανάλυση του φαινομένου αργοπορεί ανάμεσα στην εγκληματική ψυχανάλυση, συνομωσιολογικές έρευνες, ψυχισμό οικείο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποσύνδεση των σχέσεων του τυχαίου. Λίγο απ’ όλα, εκτός της λαϊκότητας ενός κριτικού στοχασμού και προβληματισμού δίχως προκαταλήψεις.

Μα τι έκανε σ’ εκείνη την ευημερούσα και εργατική Ιταλία, ενωμένη στο απόγειο του »κινήματος» των μεταρρυθμίσεων υπέρ μιας δημοκρατίας που βρίσκονταν πάντα σε κίνδυνο, με το πιο δυνατό κομουνιστικό Κόμμα και συνδικάτο στην Ευρώπη, εκείνη η κομουνίστρια που ζούσε σε ένα χωριουδάκι και μάχονταν σε μιαν οργάνωση ανταρτοπόλεμου όπως οι ερυθρές Ταξιαρχίες; Πως εξηγείται το κοινωνικό ρίζωμα του κομουνιστικού ένοπλου αγώνα μέσα σε μιαν κοινοβουλευτική δημοκρατία ώριμου καπιταλισμού, συνεπώς έξω από την αντιστασιακή παράδοση και υπόθεση ξεχωριστή και διαφορετική από τα εθνικιστικά αντάρτικα όπως και αυτά του τρίτου κόσμου; Μπορούμε να ειρωνευτούμε για την συνοχή εκείνου του ριζώματος, αλλά παραμένει το γεγονός πως επρόκειτο για μιαν μαχητική παράνομη εμπειρία που διήρκησε περισσότερο από μιαν δεκαετία. Και τότε κάθε εύκολη ειρωνεία αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. Απλά, αυτός που ειρωνεύεται δεν θέλει να καταλάβει. Είναι πιο εύκολο να αποβάλλεις την απόλυτη διαφορετικότητα και να μην διακινδυνεύσεις μια σύγκριση που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση περισσότερα πράγματα απ’ ότι μια πολιτική διακήρυξη και ακόμη περισσότερα από την ευθύνη γύρω από τις εκβάσεις εκείνης της κοινωνικής σύγκρουσης.

Στην φυλακή άκουσα να μου απαντά ένας αγωνιστής παλιά κοπής του πρώην Κκι, κατά τα άλλα διόλου παράλογος, πως η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην δική μας ήττα και την δική τους (με την παραδοχή πως υπήρξε, μιας κι εγώ επέμενα πολύ…) βρίσκονταν κυρίως στην άμεση ορατότητα ενός γεγονότος βαθιά συμβολικού: εμείς βρισκόμασταν όλοι στην φυλακή.

Δεν υπήρξε ποτέ νωρίτερα σαφέστερη δήλωση της αναγκαιότητας για εκείνη την πολιτική πλευρά να επιλύσει τις δραματικές πληγές εκείνων των χρόνων με παραδειγματικό τρόπο. Ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να απαιτεί μια πίστωση αξιοπιστίας στην προσπάθεια συγκράτησης ενός ταξικού κινήματος που ακριβώς δεν ήθελε να ξέρει τίποτα για ιστορικούς συμβιβασμούς και πολιτική θυσιών. Ακραία κυνική συνέπεια όλων αυτών που, έχοντας εισέλθει χθες σε πορεία σύγκρουσης με οποιονδήποτε δεν είχε πάθει ηλεκτροπληξία από την υπεράνω κάθε υποψίας δήλωση πως η εμπορευματική παραγωγή είναι »καλή από μόνη της, έτσι κι αλλιώς», σήμερα εμπιστεύονταν τον προβληματισμό και την μνήμη εκείνης της σύγκρουσης στα πρακτικά των δικαστηρίων. Κι έτσι μια ένοπλη εμπειρία αναμφίβολα μειοψηφική και χαμένη αλλά δυνατά ενδεικτική του επιπέδου απουσίας διαχείρισης των κοινωνικών αντιθέσεων που την είχαν δημιουργήσει, μετατράπηκε σε αποκλειστικό πρόβλημα κοινωνικής τάξης, που έπρεπε να δικαστεί, να θαφτεί κάτω από αιώνες φυλάκισης και να τοποθετηθεί ιστορικά έξω από κάθε κατανοητή πολιτική δυναμική.

Ο μοναδικός καλός ταξιαρχίτης, μετά από το νεκρό ταξιαρχίτη, έπρεπε να μοιάζει με μιαν φιγούρα διφορούμενη, κόρη κανενός, καθοδηγούμενη από άλλους και, κυρίως, απομονωμένη από τα μαζικά κινήματα.

Μοιάζει να έχουν περάσει αιώνες, κι όμως μοναχά εχθές (ή προχθές?) σε κάθε κλίκα της δικής μας άτολμης και φειδωλής αριστεράς αρέσκονταν να χαλαρώνουν επάνω σε παρτιζάνικες εμπειρίες οι οποίες, αντιθέτως, είχανε από την μεριά τους όχι μόνο το δίκιο των σκοπών αλλά κυρίως την αποδοχή των μαζών.

Θυμάσαι, ξεχασιάρη σύντροφε; θυμάσαι τις μαρτυρίες των μαχητών εκείνου του άλλου πολέμου  (του νικηφόρου), εκείνων που πήγαιναν μονάχοι τους στις επιχειρήσεις και που, πυροβολώντας και με τα δυο χέρια, από μόνοι τους καλύπτονταν υποχωρώντας; θυμάσαι για την αποθάρρυνση τους εξ αιτίας των ελλείψεων βοηθητικών και στις ακόμη μεγαλύτερες ελλείψεις από μέσα, για την αφάνεια των άλλων και των μαζών που συναινούσαν μαζί τους αλλά αδρανούσαν; για τις συνεχείς διαφυγές τους, και πως έπρεπε διαρκώς να κοιτούν πίσω τους; θυμάσαι που ερωτούσαν τον υπεύθυνο διοικητή τους, όταν επιτέλους τον συναντούσαν, που να ήτανε το κόμμα. Μήπως θυμάσαι την απάντηση; “Το κόμμα είσαι συ, σύντροφε.» Και μετά δρόμο.

Θα είχε νιώσει μόνος και ξεριζωμένος εκείνος ο σύντροφος που ίσως είχε πολεμήσει σε συνθήκες ακόμη δυσκολότερες από εκείνες που εγώ γνώρισα;

Σίγουρα δεν αμφέβαλε ποτέ για το πολύ δυνατό πολιτικό δεσμό ανάμεσα στην δράση του και ένα πιο πλατύ κίνημα αγώνα, αλλιώς κανείς δεν θα του είχε δώσει το θάρρος της μοναξιάς στο έργο ν’ αδράξει ένα όπλο και να το χρησιμοποιήσει ενάντια στον εχθρό. Μοναξιά προσωπική, που δεν μοιράζεται ποτέ μέχρι βάθους με κανέναν άλλον.

Μεγαλοσύνη, μεγαλοσύνη μιας ιστορίας και των πρωταγωνιστών της που, αν αποτραβηχτούν από συγκεκριμένη εικονογραφία αγιοποιητική (ή, αντιστρόφως, από την δαιμονοποίηση της προκατάληψης) και επιστραφούν στην ευφυία των γεγονότων, μπορούν πραγματικά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε. Να καταλάβουμε, για παράδειγμα, τους δεσμούς και τις ασυνέχειες των διαφορετικών πολιτικών εμπειριών που σημάδεψαν αυτό τον αιώνα με απόπειρες επίθεσης στον ουρανό, πριν μια αμφίβολη συνειδησιακή κρίση ανάμεσα στο καλό και το κακό εμποδίσει ολοκληρωτικά την άσκηση της ιστορικής κριτικής.

Να καταλάβουμε για να αναθερμάνουμε τον αυτοστοχασμό αυτής της κοινωνίας για τον εαυτό της έτσι ώστε η ψευδαίσθηση πως μπορεί να διώξει από πάνω της τις αντιθέσεις να μην την αναγκάζει να ανατρέχει σε όλο και περισσότερες φυλακές, περισσότερα γκέτο, περισσότερα σύνορα, περισσότερους αποκλεισμούς.

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s