ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αη

image

Μου ανεβαίνει μια αίσθηση δυσφορίας, ενόχλησης. Πολλοί πρώην μαχητές του ένοπλου αγώνα, με σκοπό το κέρδος και την ειρήνευση σε μιαν επίσημη αλήθεια, συναινώντας στον καθωσπρεπισμό που σώζει ψυχές και είναι στην μόδα, για να αποτραβηχτούν από την άβολη θέση αυτού που έχει χάσει, που έχει ηττηθεί, μοιάζουν όλοι χτυπημένοι από ένα περίεργο σύνδρομο έλλειψης μνήμης, αμνησίας, λησμονιάς και ανικανότητας να μιλήσουν για τον εαυτό τους και εκείνο που υπήρξαν. Σαν να είχαν κινηθεί από μιαν εξωτερική άγνωστη δύναμη, ικανή να τους εξαναγκάσει κεφάλι και καρδιά, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζουν πλέον τον εαυτό τους σε εκείνη την πλευρά της ζωής τους που την έθεσαν μέσα σε παρένθεση.

Η γυναίκα βρίσκεται στη δύσκολη θέση αυτής που πιέζεται να δώσει εξηγήσεις απλοποιημένες – υπερβολικά απλοποιημένες, για να σημαίνουν οτιδήποτε. Στη συνέχεια αναφέρει κάτι για πολιτικές καταστάσεις και συνθήκες. Κι εδώ ο διάλογος, που φαίνονταν να έχει κατακτήσει έδαφος για μιαν περισσότερο υποφερτή μορφή επικοινωνίας, ναυαγεί με θόρυβο μεγάλο, τρανταχτά, είναι τόσο μεγάλη η έλλειψη διαθεσιμότητας του καθηγητή να ακούσει και μόνο να αναφέρεται η λέξη »πολιτική». Να ακούσει πως εκείνη η σφαίρα από το πιστόλι που τον χτύπησε στο κεφάλι του ήρθε διαμέσου και εξ αιτίας της αντίθετης θέσης του στα χαρακώματα του πολέμου στον οποίον και αυτός είχε πάρει μέρος, και πολέμησε.

Ίσως με διαφορετικά όπλα, όχι όμως δίχως αρμοδιότητα και ευθύνη.

Όπως πάντα, χάρη ακριβώς στην αποτελεσματικότητα των εικόνων, ενσωματώνεται η θεωρία της ασυνέπειας των κινήτρων εκείνου του πυροβολισμού, η έλλειψη συνοχής στην αιτιολόγηση των κινήτρων εκείνου του χτυπήματος. Όλη η σχέση ανάμεσα στους δυο μειώνεται σε εκείνο τον πυροβολισμό, του οποίου ο θόρυβος καλύπτει κάθε άλλη δυνατότητα λόγου μέχρι του σημείου να διασταλεί στο απίθανο και στο παράλογο, δίχως καμία λογική.

Ο καθηγητής, που επίσης προσπάθησε και θέλησε να μιλήσουν, δεν είναι σε θέση να υποφέρει το γεγονός πως αυτή έχει μιαν άποψη διαφορετική από την δική του.

Πάντως μιαν άποψη. Κατανοητή, ακόμη και πριν τεθεί υπό κρίση.

Δεν θέλει λοιπόν να συζητήσουν. Θέλει να συνεχίσει τον δικό του μονόλογο και επιτέλους να εκδικηθεί, καθιστώντας την δυνάστη του στην σιωπηλή αποδοχή των μη εξηγήσεων που ήδη έχουν δοθεί. Δεν μπορεί να αποδεχτεί εκείνες της γυναίκας. Αλλού πρέπει να ψαχτούν αυτές οι εξηγήσεις. Στην εγκληματική τρέλα, στην ενσάρκωση του απόλυτου κακού, στο ντελίριο παντοδυναμίας κάποιων αγγέλων εξολοθρευτών.

Αλλού, έξω από τα νοητά νήματα μιας σύγκρουσης πολιτικής φύσεως.

Αρχίζει να ξεφτίζει μέσα μου το αίσθημα ενόχλησης για την αφασία της γυναίκας.

Δεν μπορεί να μιλήσει, ίσως όχι γιατί δεν ξέρει, αλλά διότι δεν πρέπει. Δεν προβλέπεται να έχει δικαίωμα λόγου και αν κάποια στιγμή το είχε, της το έκοψαν.

Γιατί? Διότι η κοινωνική βεντέτα για την ενοχή της είναι η ποινή στην σιωπή, μεγάλη είναι γι αυτήν η Άθλια νομιμοποίηση να χρησιμοποιεί λόγο συνεπή που να μπορεί να δίνει νόημα στο παράλογο.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μονάχα να της μιλούν και να παρέχει μιαν εικόνα εξυπηρετική ώστε να κατευνάζεται η ανησυχία που προέρχεται από μια μνήμη υπερβολικά κατεστραμμένη για να συναινέσει στην ειλικρίνεια μιας διαρκούς επιβεβαίωσης, καθησύχασης. Non deve parlare.

Δεν πρέπει να μιλά. Πρέπει μόνο να της μιλούν και να παρέχει μια εικόνα συμβιβαστική, μια εικόνα που να εξυπηρετεί την ανακούφιση του άγχους που πηγάζει από μια πολύ κατεστραμμένη μνήμη η οποία δεν μπορεί να αποδεχτεί την ειλικρίνεια μιας ανθεκτικής παρηγοριάς.

Μα γιατί δεν πήγα ξανά να ατενίσω τα πετάγματα και τις βόλτες των γλάρων στον Τίβερη;

Μα είναι δυνατόν ορισμένη δικιά μας κινηματογραφία να είναι τόσο υπόδουλη ώστε να μην είναι σε θέση να παράξει άλλο πέρα από τα συνηθισμένα cliché περί αδιαμφισβήτητης αθωότητας ή ενοχής; και να μην μπορεί να θέσει κάποια ερωτήματα επιπλέον; Έχοντας συνθλιβεί ανάμεσα στην εκδοχή της »παλιάς» αριστεράς που τσάκισε εν τη γενέσει μιαν έτσι κι αλλιώς καθυστερημένη δεύτερη σκέψη επάνω στο μαξιμαλιστικό λατρεμένο κρατισμό της και σε εκείνη την »νέα», ανίκανη να επιλύσει τις ασάφειες της διπρόσωπης σχέσης-υποστήριξης με τις ένοπλες πρακτικές, βγάζει προς τα έξω μιαν αλήθεια ελλιπή και μονής κατεύθυνσης.  Που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Ούτε στο να καθησυχάσει από τους εφιάλτες ενός παρελθόντος που αντιστέκεται να λιώσει σε μιαν αφήγηση τόσο τετριμμένη.

Κι έτσι συνεχίζουν να κάνουν και στον κινηματογράφο. Γιατί; Για να πουν ότι στους πρώην »τρομοκράτες», που έφτασαν πια να θεωρούνται »καρναβάλια», πρέπει να αφαιρείται ο λόγος; Αυτό είναι όλο;

Αρχίζω να νιώθω συμπάθεια για αυτήν την σκηνογραφική μου συντρόφισσα. Έχει προφέρει λίγες λέξεις κι εάν δεν χρησιμοποιήθηκαν ώστε να γίνει κατανοητή, δεν μπόρεσαν ούτε να εξυπηρετήσουν την συνηθισμένη πράξη αποστασίας, αποκήρυξης. Και παρόλα αυτά καταφέρνει να κλέψει την παράσταση.

Ίσως ακριβώς με την σιωπή της, καταφέρνει να επιβάλλει ένα είδος επίπονης αξιοπρέπειας. Εκείνη με την οποίαν προσπαθεί, μέρα με την μέρα, να διατρέξει την νέα της ζωή. Ζωή προφανώς ραγισμένη και δίχως εκείνη την ελάχιστη προϋπόθεση βιωσιμότητας που μόνο η πολλαπλότητα επιλογών μπορεί να επιτρέψει.

Εισήχθη ξανά, σαν κι εμένα, σε χρόνο part-time στον κόσμο των »ελεύθερων». Σαν κι εμένα ζει την καθημερινή επαφή με τους άλλους, τακτοποιώντας από μόνη της την αλυσίδα που την κρατά δεμένη στην φυλακή, στην διαδοχή ωραρίων, διαδρομών, απαγορεύσεων, συμπεριφορών.

Σαν κι εμένα πρέπει να προσέχει το είναι της σάρκα και αίμα για ένα ένταλμα που την κάνει να μοιάζει με μιαν μισοζώντανη, με ένα παρελθόν ανεκδιήγητο, ένα παρόν φτωχοποιημένο, ένα μέλλον ανύπαρκτο.

Όπως συμβαίνει και σ’ εμένα κάθε βράδυ χτυπά ένα κουδουνάκι για να την ξανακλείσουν μέσα. Συνθήκη αυτή για να επιστρέψει έξω την επόμενη ημέρα. Και πάλι απ’ την αρχή.

Δεν μπορεί να κάνει σχέδια, να προγραμματίσει τίποτα, εκτός από εκείνο τον ελεγχόμενο χρόνο μεταξύ εξόδου και επιστροφής στην φυλακή. Δεν φέρει τα εμφανή σημάδια μιας διαφορετικότητας που μόνον αυτή μπορεί να γνωρίζει και που κανονίζει τον αυτοπεριορισμό των ίδιων της των επιθυμιών.

Είναι καταδικασμένη σε ένα άγριο είδος περιθωριοποίησης και, την ίδια στιγμή, στην επιτυχία του πειράματος που ενσαρκώνει, σε ένα παιχνίδι πειραγμένο που την φυλακίζει σε ένα κάτεργο μόνο πιο μεγάλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί με τους ανεπαρκείς της πόρους.

Είναι κουρασμένη και δίχως αυταπάτες. Ξέρει πως όλες οι ελαφρύνσεις που της έχουν αποδοθεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν. Μα δεν είναι αυτό που φοβάται περισσότερο, έτσι ώστε να το διακινδυνεύσει για μιαν στιγμή ελευθερίας που αποφασίζει να αρπάξει για τον εαυτό της.

Δεν γυρνά στην φυλακή για να κρυφτεί επειδή εκείνο είναι το μοναδικό της μέρος αφότου ο κόσμος της απηύθυνε ερωτήσεις στις οποίες δεν ήξερε να απαντήσει.

Επιστρέφει διότι το σύνορο ανάμεσα στην φυλακή-φυλακή και εκείνη που είναι μισή φυλακή μπορεί να περάσει διαμέσου μιας πράξης ελευθερίας που την κάνει ακόμη ικανή να αποφασίζει και να αποτραβιέται απ’ τον εκβιασμό. Στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πραγματικά λίγα να χάσει και δεν θα κάτσει να χάσει για μια κεφαλιά .

Στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Παρά την ακραία δυσκολία να ζει κάποιος που βρίσκεται στις ίδιες συνθήκες με αυτήν, κανείς δεν παραιτείται από αυτό το φειδωλό διάστημα ελευθερίας.

Γιατί; Γιατί όλα είναι καλύτερα από την φυλακή; Η αλλιώς γιατί;

Νομίζω πως ξέρω. Επειδή σε εκείνο το σύνορο περνώ κάθε μέρα.

Τώρα ξέρω πως εάν κάποιος μπορεί να ανεχθεί χρόνια εγκλεισμού, αυτό συμβαίνει διότι η αναμονή της μέρας κατά την οποίαν θα ξαναβάλει πόδι έξω από την φυλακή είναι που τον κάνει να αντέχει. Κι αυτό ακόμη και όταν είναι δύσκολο να πιστέψει πως θα συμβεί σε χρόνους που μπορεί να φανταστεί, ακόμη και όταν δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό του.

Μετά συμβαίνει εκείνη η μέρα να έρθει. Αλλά μπορεί επίσης να συμβεί, ξαφνικά, να πάρουν φωτιά και να καούν όλες οι προσδοκίες που τρέφονταν για χρόνια και χρόνια. Ο αποπροσανατολισμός είναι τέτοιος που σε κάνει να νιώσεις μέσα σε μια αληθινή παγίδα στην οποίαν δεν ξέρεις πως να προχωρήσεις αλλά ούτε προς τα πίσω μπορείς να κατευθυνθείς.  Συνεχίζεις να τριγυρίζεις δίχως να καταφέρνεις να σπάσεις τον φαύλο κύκλο, διότι το μοναδικό ευέλικτο σημείο, εύχρηστο, διαχειρίσιμο είναι εκείνο που επιτρέπει να γυρίσεις στην πρότερη έγκλειστη ζωή.

Μα θα μπορούσε να είναι ακόμα υποφερτή αφού έχει καταναλωθεί κάθε προσδοκία ζωής και μέλλοντος;

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s