ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

ΕΡΥΘΡΈΣ ΤΑΞΙΑΡΧΊΕΣ BRIGATE ROSSE, αι

image

Είμαι εκτεθειμένη, διότι εκείνο που εφορμά επάνω μου δεν μπορώ να το αποφύγω. Όπως πάντα είναι αδύνατον λόγω της ακούσιας συνήθειας του συμβαίνειν.

Θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε και θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, διότι τώρα ξέρω πως συμβαίνει. Όχι, δεν υπάρχουν φιλικά χέρια που μπορούν να κατευνάσουν, να ηρεμήσουν, ούτε μάτια αγαπησιάρικα να καθησυχάσουν. Δεν υπάρχουν ούτε τα λόγια που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν και να μας κάνουν να μοιραστούμε πράγματα. Είμαι μόνη και δίχως μέτρα. Μέσα σε πολύ κόσμο και στο έλεος αυτών, τελείως.

Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι μόνο πως, βράδιασε, όπως πάντα.

Μα που ήμουν εγώ όταν όλα αυτά συνέχιζαν να προκύπτουν, να συμβαίνουν, μέρα με την μέρα;

Γιατί μπόρεσα να καταλάβω ακόμα και για τα τείχη που έπεσαν και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό που νιώθω;

Πότε δημιουργήθηκε παρόμοια ρήξη ανάμεσα σε αυτές τις δυο αντιλήψεις;

Το σώμα και οι λόγοι που επικαλείται.

Ναι, βέβαια. Η πολιτική με τις αναγκαιότητες της και τις ατέλειωτες αναβολές. Μετά η φυλακή και η έξαρση κάθε επιθυμίας, μέχρι σημείου να υποφέρεις σαν σκυλί για την ξαφνική μυρωδιά στην μασχάλη του μπράτσου – και είσαι ζώο, δένδρο, αεράκι.

Καθαρή και αποκλειστική ευαισθησία.

Να ζεις σε έναν χρόνο που έχει ανασταλεί, έχει σταματήσει. Σαν να προχωράς μπροστά δίχως να νοιάζεσαι για το πέρασμα του χρόνου, με εκείνη την τρελή σιγουριά πως θα ξανάβρεις, μια μέρα, όλα και, κατά βάθος, να γνωρίζεις πως όλα προχωρούν δίχως εσένα.

Και τα χρόνια περνούν δίχως να διασχίζονται. Μόνο περνούν. Και δεν είναι πλέον δυνατό να κάνεις τίποτα για να αρχίσεις ξανά απ’ το σημείο κατά το οποίο η επαφή με την ζωή διασπάστηκε.

Να γερνάς δίχως να έχεις διασχίσει όλες τις εποχές, λαχταρώντας διακαώς να ανιχνεύσεις εκ νέου δρόμους καλούς για άλλες, μέχρι την απαρηγόρητη δυστυχία για το ότι δεν έζησες, παρότι ήσουν ζωντανή, ένα μέρος της ύπαρξης σου.

Μα έζησα αληθινά ή απλώς περιορίστηκα να καίω κάθε υπάρχουσα στιγμή περιμένοντας το αύριο; Και ποιος έκλεισε, ξέσκισε, έραψε ξανά με άσχημο τρόπο τραύματα και υπαγόρευσε χρόνους και κανόνες; υπήρξε κάτι έξω από εμένα; και εγώ είμαι κάτι άλλο; Και εάν ναι, που να πάω να με ψάξω?

Που είναι η ζωή; Που μπορώ να ζήσω, ποιος είναι ο κύκλος της ζωής μου;

Γιατί να όλα είναι τόσο έξω από τη θέση τους, τόσο εκτός τόπου; Και κινούνται με τέτοια ταχύτητα και αδιαφορία ώστε επανεμφανίζεται o παλιός εφιάλτης, πως δεν έχω φωνή ούτε ορατότητα και προβολή, πως δεν με βλέπουν ακριβώς όταν έχω περισσότερη ανάγκη να με ακούσουν και να με προσέξουν.

Και τότε συμβαίνει.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στο διάστημα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Την ψάχνω, κοιτάζοντας επάνω, στα διαστήματα ανάμεσα στις στέγες, στην μέση του μαύρου τ’ ουρανού. Υπάρχει. Ευτυχώς. Είναι μόνο μια κουκίδα, αλλά υπάρχει.

Όμορφη, ξεδιάντροπη, μακρινή, αδιάφορη, απρόσιτη.

Και μόνο τότε ησυχάζω. Ο χαρακτήρας του επείγοντος πέρασε, το πείσμα για να καταλάβω, να συμβιβαστώ, να αμβλύνω, ν’ αποδράσω, να επιστρέψω, να νιώσω χαρά, να νιώσω πόνο.

Είναι εκεί. Πάντα βρίσκονταν εκεί, δεν βασανίζεται, δεν χαίρεται, δεν γερνά, δεν δρα, δεν ζητά, δεν δίνει, δεν θέλει. Και αν πεθάνει είναι για να αναγεννηθεί. Πάντα απ’ την αρχή.

Είναι.

Σε τέτοιο σημείο που, στον χρόνο μου μη χρόνο, πάντα ήταν σε θέση να με περιλαμβάνει στον παντοδύναμο νόμο της. Να με κάνει να μπαίνω στο χάος της το φτιαγμένο από ησυχία.

Εκεί όπου υπάρχει εκείνο το απόλυτο τίποτα που καθιστά παραπλανητική κάθε λέξη και μας αποκαλύπτει σαν όντα που δεν επικοινωνούν, γι αυτό το ουσιαστικής σημασίας που είναι ο καθένας μας.

Εκεί όπου δεν ισχύει η ανάγκη να διαφωτίσεις, να καταλάβεις, του περιττού λεξιλογίου που μπερδεύει, της πείνας γι αγάπη, του πάθους για τον κόσμο, της ζητιανιάς να είμαστε αναγνωρίσιμοι στο βλέμμα του άλλου, στα μάτια του.

Εκεί όπου τα πάντα ανάγονται στο απρόσωπο του είναι που δεν χρειάζεται το εγώ για να προσανατολιστεί.

Εκεί όπου επιτέλους είναι ελαφρότητα, μέσα στην ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα και περίσταση.

Προσγείωση, αποβίβαση.

Είμαι στην απέναντι όχθη από εκείνη που ξεκίνησα και η ανακάλυψη είναι από εκείνες που γοητεύουν. Ο κόσμος επιστρέφει  όπως ήταν στην αρχή των καιρών κι εγώ μαζί του.

Οι λόγοι και τα νοήματα εκ νέου δημιουργικά.

Προσπαθώ να ξαναγεννηθώ διασχίζοντας εκ νέου σάρκα και αίμα κάθε κομματιού μου, στην προσπάθεια να τα επαναφέρω όλα στην ζωή.

Θα έπρεπε να γυρίσω πίσω.

Γυρνώ. Μόλις γεννήθηκα. Δεν μιλώ, δεν περπατώ, δεν μετακινούμαι στον χρόνο, δεν ξέρω καν τι είναι αύριο.

Κινούμαι στο σκοτάδι της συνείδησης.

Είμαι καθαρή αίσθηση, απλά αισθάνομαι.

Γνωρίζω τι είναι απαραίτητο για να ζω και τα υπόλοιπα δεν με αφορούν, τα αφήνω στο ευεργετικό σκοτάδι του ανεξιχνίαστου και του αδικαιολόγητου.

Ξέρω πως να φτάσω στην πηγή πριν από τα πράγματα για να τα δοκιμάσω, στο σκοτάδι κάθε νοήματος, με αδηφάγες χειλάρες.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω, να προβλέψω, να προγραμματίσω.

Μόνον να ζω.

Να ζω ναι.

Τώρα.

Μπερδεμένη στο όλον.

Ο κόσμος, εκτός από την καυτή μου κοιλότητα των βασικών ικανοποιήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να μην είναι εκεί, να μην υπάρχει.

Και το λοιπόν γιατί ήδη προσαρμόζομαι, βάζω στο παιχνίδι χίλιες στρατηγικές, χίλιες σαγηνευτικές πανουργίες; γιατί θέλω να αρέσω, να κατακτώ, να αλλάζω ή να παραμένω;

Γιατί αρρωσταίνω μ’ αυτή την παθολογική ανασφάλειά μου που κάνει κομμάτια την εσωτερική μου ακεραιότητα εάν μου αναστέλλεται η ικανότητα να καθορίζω, να αλληλεπιδρώ, να μετατρέπω, να κατακτώ; μια γλώσσα που να μπορεί να επικοινωνεί.

Γιατί δεν είμαι πλέον τίποτα αν όχι μέσα στην παρουσία του άλλου από εμένα; Που δεν είναι τίποτα στην απουσία λόγου και ματιών στον καθρέπτη, που αναγνωρίζει και διακρίνει.

Μια και ανεπανάληπτη. Σίγουρα. Μα μόνο διότι κληρονόμησα και προσάρμοσα σ’ εμένα ένα βλέμμα ιδιαίτερο που μοιάζει ζωώδες,  δένδρο, αεράκι αυτό, εκείνο και αυτή, σε ένα δεσμό από νοήματα που δίνει έναν απολογισμό των σχέσεων μου, της ενδεχόμενης ανθρώπινης ύπαρξης μου.

Μέσα στην οποίαν στοίβαξα τα πάντα.

Συμπεριλαμβανομένης, λόγω της ανάγκης να αντιλαμβάνομαι, της συνειδητοποίησης πώς όλα θα πάνε καλά. Αλλά να είμαι εκεί, να στέκομαι με τον δικό μου τρόπο, με τον τρόπο που ήξερα και μπορούσα.

Συμπεριλαμβανομένης της επιθυμίας να με διαγράψω και να λιώσω μέσα στο ακαθόριστο χουμικό, πυκνό, θερμό και υγρό, των στιγμών της ανυπομονησίας των επιταγών της λογικής.

Συμπεριλαμβανομένης της εποχικής επέκτασης των ζωτικών μου ρυθμών όταν δεν διέσωσα και έβαλα στην άκρη, μέχρις ότου οι εποχές μου να μην αντιστοιχούν πλέον σε εκείνες μιας ιστορίας που δεν ξεκινούσε και δεν τελείωνε μαζί μου.

Συμπεριλαμβανομένης της παγωμένης αίσθησης του στείρου κενού για την αγάπη εκείνου του παιδιού στο οποίο δεν έδωσα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μέσα μου.

Και τώρα που ο χρόνος άλλαξε την κούρσα του, τα χέρια κινούνται στα τυφλά και το βλέμμα δεν ξέρει πλέον ν’ αναγνωρίζει.

Η ζωή είναι ακόμη αλλού.

Εκεί όπου οι λύπες και οι τύψεις μπορούν ακόμη να είναι καλοί σύντροφοι του ταξιδιού.

Εκεί όπου είναι ακόμη γιατρέψιμα τα τραύματα για την αγάπη ενός ονείρου που δεν είναι δυνατό να ονειρεύεσαι μέσα στην μοναξιά της ψυχής που δεν μολύνθηκε από τα πράγματα του κόσμου.

Εκεί όπου μπορείς να μάθεις να αναγνωρίζεις και να φοβάσαι τον σολιψισμό της λογικής τουλάχιστον τόσο όσο με εκείνον της καρδιάς.

Την κοιτώ. Ξανά η μοναδική αίσθηση που βάζει μαζί σπλάχνα και μυαλό.

 

 

Συνεχίζεται

https://compagnograber.wordpress.com/2015/03/05/compagna-luna/comment-page-1/#comment-13

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s