ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μέσα δεκαετίας του »90-Ψυχοτρόπα, και Ελλάδα Ελλάδα – 1979

ΣΑΒΒΑΣ ΞΗΡΟΣ, Η μέρα εκείνη-1560 ώρες στην εντατική
– Κοιτάζω κάτω την απέραντη Αθήνα, την πόλη των φώτων, που τα μοίρασε στον κόσμο και δεν κράτησε ούτε λυχνάρι. Τι θέλω σ’ ένα τέτοιο βουητό, που ο καθένας ακούει μόνο την φωνή του; Αν πεις καλημέρα σε κάποιον άγνωστο, είσαι τρελός. Αν του χαμογελάσεις, βλέπει καχύποπτα τι θα του ζητήσεις. Απομόνωση. Κι όμως, στη δίνη της τραβά πλήθος ανθρώπων. Ήρθε ο καθένας χωριστά, αναζητώντας δουλειά. Να εμπορευτεί ένα κομμάτι της ζωής του για ένα καλύτερο αύριο. Ένας κοινός στόχος που κατ-έχτισε και διόγκωσε ασύμμετρα μια αχανή πόλη. Μια κοινωνία που, μοιραία τότε, αυτό που την ενώνει είναι η οικονομική συναλλαγή. Η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι η καθημερινή σχέση μεταξύ των ανθρώπων. Η αξία του χρήματος, ο κυρίαρχος αφέντης, κινεί τα νήματα, τους συναθροίζει ή τους σκορπίζει, ανάλογα με τα εγωιστικά του συμφέροντα. Από που αντλεί, πως αποκτά αυτή την εξουσία;
– Κατηφορίζω προς το Κολωνάκι. Οι δρόμοι, οι τοίχοι, σε μια ατμόσφαιρα αποτυχημένου πανηγυριού, είναι κατακλυσμένοι με κρύα ακίνητα χαμόγελα. Τρικάκια, πανώ, αφίσες, μεγάφωνα. Πόσος αγώνας, πόση βία, για να εγκλωβιστεί η κοινή συνείδηση. Πόση σπατάλη πλούτου για να χειραγωγηθεί η βούληση της πλειοψηφίας. Η δύναμη της εικόνας, η τηλεόραση έχει τον πρώτο λόγο. Αυτή εισχωρεί σε κάθε σπίτι και αδειάζει στην ψυχή των ανθρώπων το κατακάθι της. Κατευνάζει την αγανάκτηση, υποβιβάζει την λογική, διεγείρει τα ταπεινά ένστικτα, αποκοιμίζει την κρίση, τιθασεύει και κατευθύνει τη βούληση, κατά τις επιθυμίες και ορέξεις του κεφαλαίου, αγκιστρώνοντας το νου στη δική της αισθητηριακή απομόνωση. Η τηλεόραση, Το »όπιο του λαού, και οι καναλάρχες»χαλασμένη βότκα». Ποιος θα μπορέσει να μας λυτρώσει;
– Κάθομαι για καφέ στην πλατεία. Έντονες αντιλογίες, υποχθόνια χάχανα, τρανταχτά γέλια από κάποιο τραπέζι πιο πέρα, εκτοξεύονται κάθε τόσο προκλητικά στον αέρα. Το λεξιλόγιο του, υποδηλώνει επαγγελματίες μαστροπούς ή κάτι χειρότερο. Δεν έχω ακούσει πιο πρόστυχη, πιο χυδαία αντιμετώπιση των πραγμάτων της ζωής. Αναρωτιέμαι τι να ζητούν τέτοιοι τύποι στο φως της ημέρας. Γυρίζω…πρόσωπα γνωστά. Υποψήφιοι των εκλογών, που σε μια συζήτηση, από τη μέση και κάτω, αντιστοιχίζουν βουλευτές με αστέρες της Τι βί. Η εφήμερη δόξα αγκαλιά με τη βία της εξουσίας. Το ισχυρότερο αφροδισιακό.
– Δεν ξέρω ποιος από τους δυο ασκεί το αρχαιότερο επάγγελμα, όταν οι πρώτοι προάγουν τα συμφέροντα της εξουσίας, ξεπουλώντας τη συνείδηση τους αδιάκριτα, ενώ οι δεύτεροι προάγουν τη λαϊκή εντολή, αποθέτοντας την εξουσία στα πόδια της οικονομικής ολιγαρχίας, αλλά και ταυτόχρονα εκδίδονται σ’ αυτήν »επί χρήμασι», με αντάλλαγμα εξασφαλισμένη εκλογή, πολιτική καριέρα.
– Σε λίγες μέρες, απ’ το γυαλί, το μπαλκόνι, ντυμένοι με τα καλά τους πρόσωπα, διεκδικούν την ψήφο μας. Στα χέρια τους λευκό χαρτί, συμβόλαιο υπογραμμένο, που συμπληρώνουν τους όρους μόνοι τους. Κι αποφασίζουν αντί για μας, ψηφίζουν νόμους, κάνουν συμφωνίες, υπογράφουν συμβάσεις. Ότι ευνοεί τους σπόνσορες, ότι απαιτήσουν τ’ αφεντικά τους. Αυτοί θα κάνουν, μας λένε, επενδύσεις. Θα ρισκάρουν τα κεφάλαια τους για το συμφέρον του συνόλου. Εκτός αν αυτό…σταματήσει να ταυτίζεται με το δικό τους προσωπικό συμφέρον. Εκτός αν οι λογιστικές προβλέψεις για το συμφέρον του απρόσωπου κεφαλαίου προστάξουν άλλο. Τότε όμως θα είναι αργά
– Είμαι κυρίαρχος της ψήφου μου, κι αυτή κάνει τον γύρο και μου κάθεται στο σβέρκο. Έξω από τους όρους, που αυτοί μας επιβάλλουν, όποια διεκδίκηση, όποια προσπάθεια αλλαγής,βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βία του κράτους, της δικαιοσύνης. Είναι παράνομη, είναι καταχρηστική, είναι παράβαση του κοινού ποινικού δικαίου.
– Οι εκλογές είναι ελεύθερες.
– Και δίκαιες.
– Μα, όπως είπε και κάποιος »αν μπορούσαν ν’ αλλάξουν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες».
Στίχοι:  

Νίκος Γκάτσος

Μουσική:

Δήμος Μούτσης

 

Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουνε τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα.Πώς τα `κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας, το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα για μια φασολάδα.Πώς τα `κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.

Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουν τις πύλες, να ρίχνουν τα τείχη, ν’ αλλάζουνε τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η χώρα λιακάδα.

Πώς τα `κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα. ( χ7 )

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s