ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα χρόνια Εβδομήντα είναι ακόμη ένα δικό μας πρόβήμα – Gli anni Settanta sono ancora un nostro problema

ΤΑ ΠΑΙΔΙΆ ΠΟΥ ΘΈΛΑΝ ΝΑ ΚΆΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗ

1968-1978 ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ LOTTA CONTINUA

Από τους πολλούς τρόπους να θυμόμαστε την επέτειο του Εβδομήντα Επτά, ένας από τους πιο «πλάγιους» είναι εκείνος να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα πολύ μικρότερο βιβλίο, δημοσιογραφικό, που αντιμετωπίζει την ιστορία μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ουσιαστικά διαλύθηκε το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, αυτή η ιστορία της Lotta continua αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, ακριβώς διότι έγινε χωρίς καμία φιλοδοξία επαναδιατύπωσης ή καταδίκης. Ο Cazzullo σίγουρα δεν έχει τα πολιτιστικά εργαλεία για να ερμηνεύσει τα χρόνια Εβδομήντα, αλλά μέσα στην πραγματική ή φαινομενική αθωότητα-αφέλεια του αναπλάθει έναν κόσμο, χωρίς αποφασιστικές ιδεολογικές προκαταλήψεις, και ως εκ τούτου σε θέση να αντικατοπτρίσει την αγωνία εκείνων των χρόνων, εκείνης της γενιάς των επαναστατών. Το χρόνια Εβδομήντα, με αιχμή τους το ’77, σηματοδοτούν τον τελευταία κύκλο της επαναστατικής ταξικής πάλης στη χώρα μας. Πρόθεσή μας είναι, λέγοντας αυτά, και εννοούμε πως στο μεταίχμιο μεταξύ του ’77 και ’78 ολοκληρώνεται, για την ιταλική επαναστατική αριστερά, το ζήτημα της εξουσίας. Ό, τι γνώμη έχει κανείς για τις πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς αυτών των χρόνων, θα παραμείνει η εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από την οποίαν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε και πάλι. Γι ‘αυτό, παρά την απόσταση σε χρόνο και πολιτική, το ζήτημα που τέθηκε στην εν λόγω δεκαετία, εξακολουθεί να είναι ένα πρόβλημά μας, και το αίνιγμα που την περιβάλλει πρέπει ακόμη να αποκρυπτογραφηθεί.

Η Lotta Continua είναι μια ιδιαίτερα συμβολική ομάδα από εκείνα τα χρόνια. Είναι η περισσότερο διακλαδισμένη επαναστατική οργάνωση και με βαθιές ρίζες, εκείνη που διεσχίσθει περισσότερο από συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών θέσεων. Είναι επίσης εκείνη που θα έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη από εργαζόμενους, παρούσα σε εργοστάσια όπως η Fiat στο Τορίνο, το Om και η Pirelli στο Μιλάνο, τα Πετροχημικά, Petrolchimico της Marghera, και δεκάδες άλλα. Η Lc κατέχει μέσα της τη σύγχυση, την ανυπομονησία, τη γενναιοδωρία και τη συγκρουσιακή ικανότητα εκείνης της δεκαετίας. Λέγοντας αυτό δεν εννοούμε ότι οι θέσεις της Lc είναι σύμφωνες με εμάς, ότι η οργάνωσή της ήταν «η καλύτερη» μεταξύ των διαφόρων που υπήρχαν σε αυτά τα χρόνια, ότι σήμερα «θα χρειάζονταν» ένας νέος συνεχής Αγώνας, και τέτοια πράγματα. Δεν είναι μια νοσταλγική αναβίωση αυτό που προτείνουμε. Ας πούμε, πιο απλά και ίσως πιο ειλικρινά, ότι η Lc αντανακλά έναν κόσμο, και το να μιλήσουμε για την ιστορία της συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της δεκαετίας, στη δύναμη και στις αντιφάσεις της.

Ο ακρογωνιαίος λίθος από τoν οποίον θα ξεινήσουμε για να κατανοήσουμε τα Εβδομήντα είναι η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα, Pci. Μια ολόκληρη γενιά έχει ανακαλύψει πως είναι επαναστατική, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εκείνα τα πολιτιστικά μέσα και εργαλεία που το εργατικό κίνημα μέχρι εκείνο το σημείο είχε αφομοιώσει στη μήτρα της, έχοντας τα κατά κάποιο τρόπο «θεσμοποιήσει». Το θέμα ήταν, με άλλα λόγια, να εφεύρουν ένα νέο κόσμο την ίδια στιγμή επαναστατικό και εναλλακτικό σε σχέση με εκείνο τον επίσημα κομμουνιστικό, λαμβάνοντας στην τύχη εκείνες τις θεωρητικές αναφορές που απαιτούνταν για την ανάπτυξη μιας πολιτικής γραμμής (από τους Τουπαμάρος στον Φανόν, από τους μαύρους Πάνθηρες στον Αντόρνο, από τον Φουκώ στον Μάο ). Πρέπει να πούμε ότι η αλχημεία σπάνια επετεύχθη. Αλλά μέσα στην θέρμη, στην σπουδή και την βιασύνη της επανάστασης, που πιθανότητα δεν ειδώθηκε με τα μάτια του σήμερα, αλλά όπως φαίνεται, ήταν προφανώς δυνατή για εκείνη την γενιά αγωνιστών, το κίνημα βρήκε ένα σημείο ισορροπίας που δόθηκε από μια συνεχή κινητοποίηση διαθέσιμη στην ριζοσπαστικοποίηση.

Στο βιβλίο προκύπτει αυτή η ανάγκη ρήξης, ακόμη και σε μορφές ειλικρινά φρικτές. Θυμίζει για παράδειγμα ο Peppino Ortoleva: «Δεν ήμασταν αντί-αμερικανικοί. Είχαμε μια στάση απέναντι στις ΗΠΑ τουλάχιστον περιέργειας. Δεν ήταν ο εχθρός, ο πραγματικός εχθρός ήταν η Σοβιετική Ένωση». Ο Adriano Sofri «Συγκινημένος από την αυτοκτονία του Ian Palach, έφτιαξα σχεδόν μόνος του ένα φυλλάδιο προς τιμήν της χειρονομίας του». Ο Paolo Brogi: «Πήγαμε στις πύλες με φυλλάδια για τον Palach.» Και έτσι συνεχίζοντας, παίρνει μορφή η επείγουσα ανάγκη επανοικειοποίησης της ιδέας της επανάστασης αποσπώντας την από τις επίσημες κομμουνιστικές οργανώσεις, και αυτή η καινοτομία, αυτή η ανανέωση περνούσε από την μετωπική αναμέτρηση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Αυτή η απαραίτητη ρήξη παρέσυρε μαζί της μια μειοψηφική συμμετοχή εργατικής τάξης αλλά όχι περιθωριακή. Τα χρόνια Εβδομήντα δεν χαρακτηρίζονταν από την φοιτητική κεντρικότητα και τις επαγόμενες επιθυμίες και ελπίδες της (αυτές οι αφηγήσεις έχουν γίνει κλισέ εκ των υστέρων), αλλά από την εργατική συναίνεση που οι πολιτικές επιλογές της επαναστατικής αριστεράς (όλες, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα) είχαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Αυτή η προσπάθεια να ανανεωθεί ένα πολιτικό σύμπαν φτιαγμένο από θεωρία, πολιτισμό και πρακτικές, γρήγορα συγκρούστηκε με μια παράδοση που πήγαινε πολύ πέρα από τα επίσημα κομμουνιστικά χαλινάρια. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, του προλεταριάτου, παρέμεινε παρ ‘όλα αυτά μακριά από το επαναστατικό μάγμα. Είναι καλό να μας το λεν τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Στο εθνικό συνέδριο το 1975, της Lc, προχώρησαν στην καταμέτρηση των εγγεγραμμένων: παρά την εκτεταμένη παρουσία σε 84 επαρχίες, οι αγωνιστές είναι οκτώ χιλιάδες. Η πιο μεγάλη και ριζωμένη ομάδα της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς μετρά μέσα στην καρδιά της δεκαετίας του Εβδομήντα οκτώ χιλιάδες άτομα. Το γεγονός αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του συνεχούς Αγώνα και της κρίσης του, επειδή είναι ακριβώς το νήμα, ο κόμβος, ο οποίος είναι ήδη εμφανής στους ηγέτες της οργάνωσης, της αναγκαιότητας να βρεθεί μια σχέση μεταξύ της ανανέωσης και της παράδοσης, μεταξύ υποκειμενικότητας των εργαζομένων με διάθεση στην ριζοσπαστικοποίηση (μια μειοψηφία, ωστόσο, ισχυρή) και μιας μάζας κομμουνιστής, αλλά όχι επαναστατικής, ακριβώς όπως και ο πολιτικός εκπρόσωπος της, το Pci.

Είναι και αυτό επίσης το δίλημμα που θα ωθήσει τον συνεχή Αγώνα στην τακτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος, στο “ενιαίο μέτωπο από τα κάτω” σε θέση να θεραπεύσει, να ανασυνθέσει τις διαφορές μέσα στην εργατική τάξη, που η Lc δικαίως ζούσε ως * πρόβλημα *, πιέζοντας το κόμμα να μετακινήσει τον άξονα προς τα αριστερά, παίρνοντας το μακριά από το θανάσιμο εναγκαλισμό των Χριστιανοδημοκρατών. Μια επιλογή που εξολοθρεύτηκε πολύ γρήγορα ως ασαφής, διφορούμενη ή μη ρεαλιστική, εξωπραγματική, αλλά σε εκείνη τη συγκυρία εκπλήρωνε μια πολιτική ανάγκη: να παρακολουθεί και να απαγάγει, να φέρει με το μέρος με το μέρος της εκείνη την πλειοψηφία του προλεταριάτου που, παρ ‘όλα αυτά, ήταν οργανικά συνδεδεμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο CGIL, αλλά ενάντια στους οποίους δεν ήταν δυνατό να σκέφτεται καμία επανάσταση. Με άλλα λόγια, ένα από τα άλυτα προβλήματα της επαναστατικής αριστεράς των χρόνων Εβδομήντα φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό: πως είχε φανταστεί μιαν επανάσταση όχι μόνο ενάντια στο σύστημα εξουσίας που εκφράζονταν από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και κατά της πλειοψηφίας της τότε εργατικής τάξης, ενάντια στον κομμουνισμό κάτω από την ιδιότητα του που είχε εκφραστεί από το ρεφορμισμό, αλλά που ήταν ακόμα, στα μάτια της τάξης, κομμουνισμός.

Η τακτική της πίεσης από τα κάτω προς το κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει σε κρίση με τον ιστορικό συμβιβασμό. Σχεδιασμένος στο ’73, υλοποιείται το ’76 με την είσοδο του κόμματος στην »περιοχή της διακυβέρνησης», το κομμουνιστικό Κόμμα σταθεροποιεί τα συμφέροντά του με αυτά της αστικής τάξης και κλείνει τον πολιτικό χώρο σε οποιαδήποτε υπόθεση αστάθειας ή εναλλακτικής στο σύστημα. Αυτά είναι τα χρόνια κατά τα οποία η ρήξη με την Εσσδ έχει καταστεί σαφής (του ’76 είναι η περίφημη συνέντευξη στην οποία ο Berlinguer έλεγε ότι αισθάνονταν ασφαλέστερος κάτω από την ομπρέλα του Νατο και όχι με εκείνη του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Αυτό το κλείσιμο στέλνει σε κρίση τις οργανώσεις που ήταν διαθέσιμες για τη σύγκλιση με το PCI (ή τουλάχιστον με τη βάση του), αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ιστορικός συμβιβασμός καταστρέφει κάθε δυνατότητα εξέλιξης του ιταλικού πολιτικού συστήματος. Μέχρι το ’72 -’73, οι αγώνες των εργαζομένων έξω από το κομμουνιστικό Κόμμα μετακινούν προς τα εμπρός το πλαίσιο της ισορροπίας δυνάμεων για ολόκληρο το προλεταριάτο. Ο ιμάντας κίνησης, σε γενικές γραμμές, μετά από αμέτρητες αντιφάσεις, λειτουργεί. Μεταξύ των ταξικής σύγκρουσης και της γενικότητας των κοινωνικών σχέσεων διατηρείται μια σύνδεση, και παραμένει λόγω του ανοικτού ακόμη χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τον επίσημο κομμουνισμό. Στη συνέχεια, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος ακυρώνει αυτό το χώρο, που συμβολικά κλείνει με το νόμο Reale του 1975 με τον οποίο συνεργάζεται σιωπηρώς και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Και θέτει τα θεμέλια του Εβδομήντα επτά, που νοείται ως προϊόν αυτού του κλεισίματος.

Το Εβδομήντα επτά είναι το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του Εβδομήντα και, την ίδια στιγμή, είναι ένας κόσμος χώρια, φτιάχνει ιστορία από μόνο του. Αντιμέτωποι με το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο συνεχής Αγώνας μπαίνει σε οριστική κρίση κρίση (μαζί με άλλες οργανώσεις, από το Μανιφέστο στην Εργατική Πρωτοπορία, dal Manifesto a Avanguardia Operaia, οι οποίες στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στην προλεταριακή Δημοκρατία που δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το 1% στις εκλογές, στοιχείο ενδεικτικό).  Άλλες οργανώσεις θα έχουν τον τρόπο να δώσουν διέξοδο και ανάσα σε αυτή την απόρριψη: από την Αυτονομία στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, η μάχη θα μετακινηθεί άμεσα σε ένα εξεγερτικό σχέδιο (ή ένοπλου αγώνα) σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες για επανάσταση εκείνης γενιάς, αλλά ανίκανες για μια πολιτική στρατηγική που να διαχωρίζεται από την στρατιωτική πτυχή της. Το Εβδομήντα επτά στερείται μιας παράδοσης (δηλαδή λείπει ο Μακιαβέλι, ο Γκράμσι, ο Χέγκελ, ο φιλόσοφος Μαρξ, συγγραφείς από το copyrigth του ικΚ που ως εκ τούτου αγνοούνται). Η καταστροφή της δεκαετίας του Ογδόντα εξακολουθεί να είναι εκεί για να μας θυμίζει αυτή τη σύνδεση που έλειψε μεταξύ της ανανέωσης και της κομμουνιστικής παράδοσης. Με τα χρόνια Εβδομήντα εξαφανίζεται στην Ιταλία ο κομμουνισμός, δηλαδή η δυνατότητα να οργανωθούν τους ταξικοί αγώνες για την εξουσία, την δύναμη και την ισχύ που περιέχουν, σίγουρα προς τις μορφές και τα νέα περιεχόμενα που απαιτεί και επιβάλλει η επικαιρότητα, μια πολιτική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, και που να είναι σε θέση μέσα από αυτήν να καθιερώσει σχέσεις με την πλειοψηφία του ιταλικού προλεταριάτου. Αυτός που ήταν σε θέση να το κάνει (όπως το κίνημα που οδήγησε στην Γένοβα), το έκανε σε βάρος του ίδιου του κομμουνισμού, συρρικνώμενος σε έναν ριζοσπαστικό ρεφορμισμό α-κομμουνιστικό που αρκείται σε διεκδικήσεις. Εκείνοι αντιθέτως που παρέμειναν κομμουνιστές, δεν μπόρεσαν πλέον να διαπλέξουν την πολιτική τους εμπειρία με αυτήν της πλειοψηφίας (της συναίνεσης δηλαδή) του εθνικού προλεταριάτου, έχοντες περιέλθει στην κατάσταση της υπαρξιακής μειοψηφίας από την οποία δεν γνωρίζουν πώς να εξέλθουν (τόσο στις συγκρουσιακές εκδόσεις της όσο και σε εκείνες τις μικρο-κομματικές). Είναι ένα πρόβλημα που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του Εβδομήντα, ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα τυλιγμένο στο μυστήριο για την ταξική αριστερά.

 

http://www.militant-blog.org/?p=14206#more-14206

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s