ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Tiocfaidh ár lá – Παρουσίαση του Bomber Renegate με τον συγγραφέα Michael Dickson – Presentazione di Bomber Renegade con l’autore Michael Dickson

 

H πιο πρόσφατη ιστορία της ιρλανδικής σύγκρουσης από την φωνή του τελευταίου κρατουμένου του IRA. Από την στρατιωτική στολή στην μιμητική και την κουκούλα, μέσα από τις κερκίδες του Celtic Park.

Για να μιλήσουμε για τον Michael «Dixie» Dickson προτιμούμε να ξεκινήσουμε από το τέλος της ιστορίας που έγραψε και πρωταγωνίστησε, και έτσι από τις τελευταίες γραμμές του εξωφύλλου, όπου διαβάζουμε ότι αυτή τη στιγμή «δραστηριοποιείται στην διοργάνωση συναυλιών και αγωνιστικών αθλητικών εκδηλώσεων και είναι μια φιγούρα, σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού οπαδικού αντιφασιστικού δικτύου». Υποστηρίζοντας και ασκώντας τον μαχητικό αντιρατσισμό και αντιφασισμό, όπως λέει προς το τέλος του βιβλίου, μέσα στις τάξεις του οποίου είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.

Διαβάζοντας αυτό το συμπέρασμα και γυρνώντας ξανά στις πρώτες σελίδες φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με μια μαχητική έκδοση του sliding doors. Στα 16 του όντως ο Dixie βρίσκονταν στο σώμα του βρετανικού στρατού που επιδίδονταν στην κατασκευή έργων υποδομής και υποστήριξης των δραστηριοτήτων μάχης, δραστηριοποιούμενος λίγα χρόνια αργότερα για λογαριασμό της Αυτής Μεγαλειότητας στα νησιά Φώκλαντ που μόλις απελευθερώθηκαν από τους Βρετανούς. Πιθανώς αυτή θα ήταν η ζωή του αν λόγω του πάθους του για το ποδόσφαιρο που του μεταδόθηκε από την καθολική πλευρά της οικογένειας και λόγω μιας αλληλουχίας γεγονότων δεν βρίσκονταν το 1982 – ενώ ήταν ακόμα στο στρατό – στο Celtic Park για να ακούσει τα αντάρτικα τραγούδια, the rebel songs, που τραγουδούσαν με θυμό οι ρεπουμπλικάνοι οπαδοί ενάντια στους άγγλους (δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τον θάνατο του Bobby Sands και των άλλων hunger strikers, απεργών πείνας στις φυλακές Maze).

Από εκεί, το βήμα να αγοράσει την Republican news, τις Ρεπουμπλικανικές ειδήσεις, να μπει σε μια μπάντα, marching band, να βρεθεί να συζητά για το «πράσινο βιβλίο» με τους εθελοντές του Irish Republican Army, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού και φυσικά να οργανώσει την πιο σημαντική επίθεση που ο IRA είχε πραγματοποιήσει έξω από τα ιρλανδικά ή βρετανικά σύνορα, φαίνεται μικρό. Και στο Bomber Renegade η αφήγηση δεν αφήνει περιθώρια για πάρα πολλές σκέψεις και προβληματισμούς σε σχέση με την επιλογή να ακολουθήσει τον δρόμο του ένοπλου αγώνα, με όλα αυτά που θα μπορούσαν να προκύψουν και που όντως προέκυψαν, από την παρανομία στην έκδοση στη φυλακή, και στην απόδραση και πάλι ξανά στη φυλακή. Μοιάζει μάλλον η φυσική συνέπεια μιας ανάληψης ευθύνης σε σχέση με το γεγονός ότι κατείχε τις ικανότητες – που αποκτήθηκαν στο βρετανικό στρατό και που μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία του IRA εναντίον εκείνου του ίδιου στρατού – και πως έτυχε να ζει σε μια εποχή που η διαδικασία ειρήνευσης ήταν ακόμη πολύ μακριά.

Άλλωστε η ιστορία του Dixie μπορεί να είναι σε μεγάλες γραμμές εκείνη πολλών αγωνιστών οι οποίοι, αν και δεν προέρχονταν από συνήθη ιστορικά ή προηγούμενα πολιτικά χαρακτηριστικά ή συγκυρίες, ήρθαν κοντά σε ένα ιδανικό, πολιτικοποιήθηκαν και έφτασαν μέχρι την παρανομία και την συμμετοχή και δέσμευση σε οργανώσεις που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα, προκαλώντας ένα κύκλωμα «αυτο-αναπαραγωγής» μαχητών έξω από τα παραδοσιακά κυκλώματα. Αν αντικατασταθεί η βασική αιτία του πάθους για την Σέλτικ με μια δουλειά στο εργοστάσιο ή τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, μπορούμε να βρεθούμε να μιλάμε για έναν αγωνιστή ή μια αγωνίστρια των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της RAF ή της ETA, χωρίς καν να μετακινηθούμε πάρα πολύ στο χρόνο. Αλλάζουν τα «μέρη», »οι χώροι» και οι «περιπτώσεις», αλλά παραμένει η ανάγκη για κοινωνικότητα και συμμετοχή καταπιεσμένη και υπό καταστολή στην οποία αντιδρούν ριζοσπαστικοποιώντας τις δικές τους μορφές μαχητικότητας και στράτευσης, σε έναν ορθό κύκλο (για εμάς ορθό, για την εξουσία λίγο λιγότερο) που απαντά σε δυναμικές που θεωρούνται «χαρακτηριστικές», »συγκεκριμένες».

Σε εκείνες τις δεκαετίες, σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιρλανδίας η καθημερινή ζωή ήταν οι εγκλεισμοί χωρίς δίκη, η καταστολή του στρατού, της RUC και της SAS, τα αντίποινα από τους νομιμόφρονες παραστρατιωτικούς, οι εν ψυχρώ δολοφονίες, οι απεργίες πείνας στα «μπλοκ H», η ποινικοποίηση των πολιτικών κρατουμένων και η ζωή σε κατάσταση συνεχούς πολιορκίας. Εν τω μεταξύ, όμως, ο IRA έδειχνε στη Βρετανία πως είναι ένας άξιος εχθρός, με μιαν οργάνωση, έναν εξοπλισμό και μια δυνατότητα να υλοποιήσει δράσεις που τίναζαν στον αέρα τις ασφάλειες (όπως και τους μηχανισμούς ασφαλείας) μιας ολόκληρης υπερδύναμης και ενστάλαζαν στους ρεπουμπλικάνους την εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι ήταν ένας πόλεμος που θα μπορούσαν να κερδίσουν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μέσα σε αυτή την συγκυρία δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η μετάβαση από την ευαισθητοποίηση προς τον ρεπουμπλικανικό αγώνα στην πολιτικοποίηση και στη συνέχεια στην ένταξη και την στράτευση μπορούσε να είναι πολύ γρήγορη και κυρίως σε μεγάλη κλίμακα, με αποτέλεσμα την εισροή νέων εθελοντών ανάλογη με τις επιθέσεις που υφίσταντο οι ρεπουμπλικάνοι.

Η αποστολή που ανατέθηκε στην ομάδα του Dixie τοποθετείται ακριβώς στο έργο αποσταθεροποίησης της βρετανικής εξουσίας: ο στόχος της επίθεσης ήταν να στείλει ένα μήνυμα, ότι δηλαδή ο Ira θα μπορούσε να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος συνδεδεμένο άμεσα ή έμμεσα με το Ηνωμένο Βασίλειο και που από τον Πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη που υπηρετούσε σε μια απομακρυσμένη στρατιωτική βάση στη Γερμανία, κανείς δεν μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Όπως μπορούμε να διαβάσουμε από έναν ιστό του πρακτορείου Reuters στο οποίον παρατίθεται η ανάληψη ευθύνης του IRA για την επίθεση στο Osnabruck, ο στόχος έχει επιτευχθεί.

«Σε μιαν ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης για την επίθεση που δρομολογήθηκε εναντίον των βρετανικών δυνάμεων στη Γερμανία την παρασκευή 28 Ιουνίου, Oglaigh na Eireann (ο IRA, δηλαδή) υποστήριξε πως η επίθεση, η πρώτη αυτού του είδους που αναπτύχθηκε εκτός Βρετανίας ή από τις Έξι Κομητείες, πραγματοποιήθηκε από μία από τις μονάδες της. […] Οι όλμοι χτύπησαν στην καρδιά του βρετανικού στρατού στη Γερμανία. Οι στρατώνες Κεμπέκ στο Osnabrueck είναι η μεγαλύτερη βρετανική στρατιωτική φρουρά στη Γερμανία που περιέχει 10.700 στρατιώτες και τις οικογένειές τους, και βρίσκεται στα βορειοδυτικά της χώρας. Οι όλμοι εκτοξεύτηκαν από το πίσω μέρος ενός Ford Transit σταθμευμένου λίγο έξω από την είσοδο νωρίτερα από τις 19:00, σχεδόν επτά χρόνια από μιαν άλλη βομβιστική επίθεση του IRA, τον ιούνιο του 1989. Τα μέτρα ασφαλείας παραβιάστηκαν από τους εθελοντές του Ira που κατάφεραν να τοποθετήσουν ακόμη πέντε εκρηκτικά φορτία μέσα στο εκτεταμένο συγκρότημα. […] Κτήρια, οχήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτοκινήτων και τεθωρακισμένων οχημάτων ενεπλάκησαν στην έκρηξη. […] Μετά την επίθεση, ανώτεροι βρετανοί αξιωματικοί φέρονται να έχουν εκφράσει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία τους πως οι μονάδες του IRA έχουν την ικανότητα και την αποφασιστικότητα να οδηγήσουν μια μεγάλη εκστρατεία επιθέσεων, μεταβάλλοντας τις μεθόδους και τις θέσεις » .

Χρόνια αργότερα, υπό το φως των δικαστικών και προσωπικών γεγονότων που πέρασε και παρά το γεγονός της ειρηνευτικής διαδικασίας και πως οι εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές ισορροπίες έχουν αλλάξει την πορεία της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας, ο Dixie εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αν επέστρεφε πίσω πάλι θα το έκανε: «Όταν γεννήθηκα, στη δεκαετία του Εξήντα, οι άνθρωποι στη Βόρειο Ιρλανδία είχαν συνηθίσει να χτυπιούνται, να ταπεινώνονται, να φυλακίζονται, να υποβάλλονται σε διακρίσεις. Αλλά όταν οι Provisionals άρχισαν να ρίχνουν τους πρώτους πυροβολισμούς, ο φόβος άρχισε να ξεθωριάζει και το θάρρος να εξαπλώνεται. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι ήταν η λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία, οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτόν τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας. Με τη δύναμη του IRA μπορούσαμε να αναγκάσουμε όλους να έλθουν σε συμβιβασμούς μαζί μας […] Στόχος μας ήταν να ενώσουμε την Ιρλανδία, όσο υπήρχε ο πόλεμος ήταν πιο εύκολο να αισθανόμαστε εμπλεκόμενοι, τώρα χωρίς το στοιχείο αυτό έχει είναι μια πιο δύσκολη δουλειά αυτή που πρέπει να κάνουμε και είναι όλα μέσα στην κοινότητα [αυτά που πρέπει να γίνουν]». Και είναι ίσως μέσα σε αυτή την έννοια που πρέπει να διαβαστεί η υποστήριξή του προς την ειρηνευτική διαδικασία και η τρέχουσα πεποίθηση ότι το Σιν Φέιν, Sinn Féin είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να επιτύχει μια ενωμένη Ιρλανδία, έστω και αν ο ίδιος επέλεξε να μην παίρνει πλέον μέρος σε αυτό.

Για τη σημερινή ζωή του, στο βιβλίο διαβάζουμε «Συνεχίζω την πολιτική μου δραστηριότητα πολεμώντας τον ρατσισμό και τον φασισμό, σημαντικά ζητήματα για μένα όσο και ο αγώνας για μια ενωμένη Ιρλανδία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που έχει δει, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, εκατομμύρια από τους πολίτες της να την εγκαταλείπουν και να αντιμετωπίζονται σαν τα σκυλιά στην Αγγλία» και το κάνει αυτό υποστηρίζοντας επίσης τους αντιφασίστες οπαδούς ομάδων όπως η Σέλτικ και η St. Pauli του Αμβούργου, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, των εκστρατειών διεθνούς αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του στις ημέρες κατά τις οποίες βρίσκονταν στη φυλακή.

Υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους επιλέξαμε να κάνoυμε την παρουσίαση του Bomber Renegade το «1ο Μέρος» του Achtung Banditen, του φεστιβάλ που εδώ και πέντε εκδόσεις έχει ως στόχο να φέρει ξανά στην ημερήσια διάταξη τον αντι-φασισμό και την παρτιζάνικη αντίσταση. Ο πρώτος είναι γιατί μοιραζόμαστε με τον Dixie και τους αγωνιστές AFA της Ιρλανδίας στους οποίους βρίσκεται κοντά, τα ιδανικά και την αντι-φασιστική πρακτική. Ο δεύτερος οφείλεται στο γεγονός ότι η ιστορία του Dixie στο σύνολό της, από τα ρεπουμπλικανικά ιδανικά πολέμου ενάντια στην αγγλική καταπίεση, στα γεγονότα της φυλακής, στην απόδραση, στις διεθνείς πρωτοβουλίες αλληλεγγύης μας αφηγείται μια ιστορία αντίστασης, κάποια δεκαετία μακριά από την δική μας Αντίσταση. Ο τρίτος είναι για να εμποδίσουμε στην Casapound την περιττή και θλιβερή προσπάθεια να θέλει να ξαναδιαβάσει τα γεγονότα της ιρλανδικής ρεπουμπλικάνικης ιστορίας με άποψη (νεο) φασιστική και υπερεθνικιστική, όπως πολύ συχνά προσπαθούν επίσης να κάνουν για άλλα κομμάτια της ιστορίας «μας», για σύμβολα και αναφορές που ανήκουν σε όλους, εκτός από το (νεο) φασισμό.

Η παρουσίαση, η οποία διοργανώθηκε από τους υποστηρικτές της συλλογικότητας Achtung Banditen από την Atletico San Lorenzo, θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 19 στο Sally Brown (Via degli Etruschi, 3 – San Lorenzo). Θα ακολουθήσει λαϊκό δείπνο με tipico Bacon και ιρλανδικό Cabbage, Traditional irish music session με τους Red Pack και ska punk oi rocksteady dj set.

Την επόμενη εβδομάδα σας περιμένουμε για το «Μέρος ΙΙ» της προσέγγισης στο Achtung Banditen, Σάββατο, 8 του Απρίλη στις 18, για την παρουσίαση του «Αθλητισμός και Προλεταριάτο, μια ιστορία του αθλητικού Τύπου, αθλητές και ταξική πάλη», “Sport e Proletariato, una storia di stampa sportiva, atleti e lotta di classe”, με απεριτίφ και Dj set από το Radio Tower reggae sound system στο El Chiringuito Libre (Largo Beato Placido Ricciardi – San Paolo)

 

Προς #AchtungBanditen 24 απριλίου – 5 μαίου 2017.

#ABF17

2308 letture totali 38 letture oggi
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s